<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674</id><updated>2012-02-14T07:11:38.401+02:00</updated><category term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ'/><category term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category term='ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΕΣ'/><category term='ΧΟΡΕΥΤΕΣ'/><category term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ'/><category term='ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΕΛΛ.'/><category term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΕΛΛ.'/><category term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category term='ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ'/><category term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΧΟΕΥΤΕΣ ΕΛΛ.'/><category term='ΗΘΟΠΟΙΟΙ'/><category term='ΠΟΛΙΤΙΚΟΙ'/><category term='ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΕΣ'/><category term='ΧΟΡΕΥΤΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category term='ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ'/><title type='text'>αυτοβιογραφικα</title><subtitle type='html'>&lt;a href="http://img12.imageshack.us/my.php?image=penaanimated.gif"&gt;&lt;img src="http://img12.imageshack.us/img12/1104/penaanimated.gif" border="0" alt="Image Hosted by ImageShack.us"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br&gt;
 ανθολογιο αυτοβιογραφικων κειμενων</subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><link rel='next' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default?start-index=101&amp;max-results=100'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>127</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-3999365615725220872</id><published>2011-12-30T07:45:00.003+02:00</published><updated>2012-01-26T21:26:06.886+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>126 ~ Αργύρης Χιόνης: γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-3Qm8HtcBzXw/TvztM1NkmYI/AAAAAAAAPOo/1wGAPnLAyLA/s1600/ArgirisXionis1-b.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 373px; DISPLAY: block; HEIGHT: 269px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5691684833787681154" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-3Qm8HtcBzXw/TvztM1NkmYI/AAAAAAAAPOo/1wGAPnLAyLA/s400/ArgirisXionis1-b.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Το φίλο μου Χρίστο και την, εξίσου φίλη μου, σύζυγό του Τασία τους συνάντησα, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι τού 1991, όταν, καλεσμένος για το Συμπόσιο Ποίησης, βρέθηκα στην Πάτρα, μαζί με την σύντροφό μου Χρύσα Κοντοθεοδώρου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην έξοδο τού κτηρίου, όπου έγιναν οι εισηγήσεις και οι αναγνώσεις, με πλησίασε ένας κύριος μετρίου αναστήματος, φρεσκοξυρισμένος, φρεσκοσιδερωμένος (η προσωποποίηση, μ' άλλα λόγια, της άκρας ευπρέπειας) που μου έδωσε το χέρι, λέγοντάς μου: «Είμαι ο Χρίστος Λάσκαρης». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη χειραψία' κόντεψε να μου λιώσει τα δάχτυλα. Το ίδιο θερμή, αλλά λιγότερο επικίνδυνη, ήταν και η χειραψία τής Τασίας, οι πρώτες κουβέντες τής οποίας ήταν: «Το βράδυ θα έρθετε, οπωσδήποτε, να φάμε μαζί στο σπίτι μας, στο Ρίο»... Αυτό το «οπωσδήποτε», που δεν έπαιρνε αντίρρηση, με τσάκισε. Είχαμε κατέβει στην Πάτρα με φίλους, με το ζεύγος Δημήτρη και Ελένης Χαρίτου (ο Δημήτρης, μάλιστα, με είχε μόλις παρουσιάσει) και το ζεύγος Νίκου και Ιωάννας Μοσχοβάκου, και ήταν αδύνατον να τους εγκαταλείψουμε. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα' θα έρθετε όλοι», μας αποστόμωσε η «φοβερή» Τασία και συμπλήρωσε: «Πάω τώρα να μαγειρέψω, θα είναι όλα έτοιμα στο πι και φι». Και ήταν, όντως, όλα έτοιμα στο πι και φι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-AYvTQ9QoqbA/TvzzvFwve3I/AAAAAAAAPPA/g-nwm2bSXqo/s1600/ArgirisXionis3.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 160px; height: 212px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-AYvTQ9QoqbA/TvzzvFwve3I/AAAAAAAAPPA/g-nwm2bSXqo/s400/ArgirisXionis3.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5691692019415481202" /&gt;&lt;/a&gt;Έτσι άρχισε η φιλία μας, γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού. Και, όταν στηλώθηκε το κορμί (το γαϊδουράκι της ψυχής, όπως τ' ονόμαζε ο Καζαντζάκης), ήρθε η ώρα του θαύματος' ο Χρίστος άρχισε ν' απαγγέλει, από στήθους, και να σχολιάζει αναρίθμητα ελληνικά και ξένα (σε μετάφραση αυτά) ποιήματα, αναφωνώντας, κάθε φορά που κάποιο τον ενθουσίαζε: «Είδες πώς τα λέει ο μπαγάσας;!». Και ο «μπαγάσας» ήταν άλλοτε ο Σεφέρης, άλλοτε ο Έλλιοτ, άλλοτε ο Καβάφης ή ο Πάουντ ή ο Καρυωτάκης ή... ή... ή...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[....] Ακριβώς ένα χρόνο μετά από εκείνο το αλησμόνητο βράδυ, παραιτήθηκα από τη θέση μου στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαταστάθηκα στο σπίτι που είχα, στο μεταξύ, οικοδομήσει στο Θροφαρί Κορινθίας, επί εδάφους Έλσας Λιαροπούλου, συζύγου, τότε, του εκλεκτού ποιητή, λογίου και εκδότη Γιάννη Πατίλη. Σημειωτέον ότι και η κυρία Λιαροπούλου, που ήταν ήδη, εκείνη την εποχή, εκλεκτή φιλόλογος, εξελίχθηκε, στη συνέχεια, σε εκλεκτή πεζογράφο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι θέλω να πω μ' αυτό; Απλούστατα, ότι αυτό το έρμο κτήμα, αντί να περνά, φυσιολογικά, από αγρότη σε αγρότη, πέρασε από διανοούμενους σε «διανοούμενο», με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει, τώρα, ένα είδος επίγειου παραδείσου, δηλαδή ζούγκλα.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Aργύρης Χιόνης (1943-2011)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-t4POb3pC158/TvztQ4HLlNI/AAAAAAAAPO0/7r0gOCIpokY/s1600/ArgirisXionis2-b.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 362px; HEIGHT: 260px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5691684903285658834" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-t4POb3pC158/TvztQ4HLlNI/AAAAAAAAPO0/7r0gOCIpokY/s400/ArgirisXionis2-b.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;το &lt;strong&gt;κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από το &lt;strong&gt;Οροπέδιο, τχ. 2&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;(Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού Νεμούτα Φολόης Ηλείας)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Χειμώνας 2006-2007&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;tovima.gr, flickr.com από &lt;a href="http://www.flickr.com/photos/kkoukopoulos/5815379891/sizes/z/in/photostream/"&gt;&lt;u&gt;kouk&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Links:&lt;br /&gt;- Aργύρης Χιόνης: Το ωραίο καλοκαίρι. Στο &lt;a href="http://key-em-jukebox.blogspot.com/2009/12/109.html"&gt;&lt;u&gt;juke box, η ποίηση στο τραγούδι&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- LIFO: &lt;a href="http://www.lifo.gr/now/culture/6426"&gt;&lt;u&gt;26.12.2011, εκτεταμένο αφιέρωμα&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Ναυτεμπορική: &lt;a href="http://www.naftemporiki.gr/news/cstory.asp?id=2113877"&gt;&lt;u&gt;27 Δεκεμβρίου 2011&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Το Βήμα: &lt;a href="http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=436426"&gt;&lt;u&gt;Το τελευταίο αντίο του Αργύρη Χιόνη&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- wikipedia: &lt;a href="http://el.wikipedia.org/wiki/%ce%91%cf%81%ce%b3%cf%8d%cf%81%ce%b7%cf%82_%ce%a7%ce%b9%cf%8c%ce%bd%ce%b7%cf%82"&gt;&lt;u&gt;Αργύρης Χιόνης&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-3999365615725220872?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/3999365615725220872/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=3999365615725220872' title='7 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3999365615725220872'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3999365615725220872'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/12/126.html' title='126 ~ Αργύρης Χιόνης: γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ&apos; όλα τα καλά του Θεού'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-3Qm8HtcBzXw/TvztM1NkmYI/AAAAAAAAPOo/1wGAPnLAyLA/s72-c/ArgirisXionis1-b.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-1139905006546445184</id><published>2011-12-09T14:41:00.000+02:00</published><updated>2011-12-30T01:14:37.048+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ:  είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-8Lb1RwAkCmA/TuR2B1kTZII/AAAAAAAAPKg/EXADGrbRG9c/s1600/Naguib-Mahfouz9.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 396px; DISPLAY: block; HEIGHT: 287px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5684798403579700354" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-8Lb1RwAkCmA/TuR2B1kTZII/AAAAAAAAPKg/EXADGrbRG9c/s400/Naguib-Mahfouz9.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; [O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»&lt;br /&gt;«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.&lt;br /&gt;«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-Kgd9esLIYg8/Tuh1iOopooI/AAAAAAAAPLE/hw_0T5WQem4/s1600/Naguib-Mahfouz2.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 196px; FLOAT: left; HEIGHT: 298px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5685923760459850370" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-Kgd9esLIYg8/Tuh1iOopooI/AAAAAAAAPLE/hw_0T5WQem4/s400/Naguib-Mahfouz2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες:&lt;em&gt; Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-ubnUFU3I0Xk/Tuh28wO7GFI/AAAAAAAAPLQ/7G9cPBIFi4A/s1600/Naguib-Mahfouz6.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 197px; FLOAT: right; HEIGHT: 223px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5685925315666974802" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-ubnUFU3I0Xk/Tuh28wO7GFI/AAAAAAAAPLQ/7G9cPBIFi4A/s400/Naguib-Mahfouz6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»&lt;br /&gt;«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.&lt;br /&gt;«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.&lt;br /&gt;«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»&lt;br /&gt;«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»&lt;br /&gt;«Όχι!»&lt;br /&gt;«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.&lt;br /&gt;«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-ZY9-Stil0-M/Tuh34vgWxjI/AAAAAAAAPLc/wNZCqRf8T70/s1600/Naguib-Mahfouz10.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 189px; FLOAT: left; HEIGHT: 257px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5685926346263807538" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-ZY9-Stil0-M/Tuh34vgWxjI/AAAAAAAAPLc/wNZCqRf8T70/s400/Naguib-Mahfouz10.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.&lt;br /&gt;«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»&lt;br /&gt;«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.&lt;br /&gt;«Και τι έργο είδαμε;»&lt;br /&gt;«Τσάρλι Τσάπλιν.»&lt;br /&gt;«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»&lt;br /&gt;«Δεν έχω τίποτα.»&lt;br /&gt;«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»&lt;br /&gt;«Όχι.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-IXImL0ZCc6M/Tuh1NOwumoI/AAAAAAAAPK4/FFhC8TEJ6KQ/s1600/Naguib-Mahfouz3.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 178px; FLOAT: right; HEIGHT: 183px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5685923399716477570" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-IXImL0ZCc6M/Tuh1NOwumoI/AAAAAAAAPK4/FFhC8TEJ6KQ/s400/Naguib-Mahfouz3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»&lt;br /&gt;«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»&lt;br /&gt;«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»&lt;br /&gt;«Η αγαπημένη του Νταν.»&lt;br /&gt;«Και ποιος είναι ο Ντάν;»&lt;br /&gt;«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»&lt;br /&gt;«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Naguib Mahfouz (1911–2006)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-nR5XIF7SpSw/Tuhzx_ZElSI/AAAAAAAAPKs/R5mBllAuLZM/s1600/Naguib-Mahfouz4-b.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 400px; HEIGHT: 250px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5685921832222627106" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-nR5XIF7SpSw/Tuhzx_ZElSI/AAAAAAAAPKs/R5mBllAuLZM/s400/Naguib-Mahfouz4-b.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό κείμενo&lt;/strong&gt; είναι από το βιβλίο&lt;br /&gt;του Ναγκίμπ Μαχφούζ &lt;strong&gt;Ο καθρέφτης μιας ζωής&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")&lt;br /&gt;Μετάφραση: &lt;strong&gt;Πέρσα Κουμούτση&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. Ψυχογιός, 2001&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;midouza.net, faculty.uca.edu,&lt;br /&gt;tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-1139905006546445184?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/1139905006546445184/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=1139905006546445184' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/1139905006546445184'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/1139905006546445184'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/12/125.html' title='125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ:  είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-8Lb1RwAkCmA/TuR2B1kTZII/AAAAAAAAPKg/EXADGrbRG9c/s72-c/Naguib-Mahfouz9.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-777673046604449492</id><published>2011-11-21T19:30:00.000+02:00</published><updated>2011-12-14T13:17:50.853+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>124 ~ Γιάννης Τόλιας: ήταν ολάκερος ο κόσμος</title><content type='html'>&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-5F8bJ_ppmMA/TtURkEO5WsI/AAAAAAAAPCc/UybKOQvT9yc/s1600/GiannisTolias-b5.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 292px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5680465816306932418" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-5F8bJ_ppmMA/TtURkEO5WsI/AAAAAAAAPCc/UybKOQvT9yc/s400/GiannisTolias-b5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; &lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Μόλις έπεφτε ο ήλιος&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;μια κόκκινη σκόνη σκαρφάλωνε κι έβαφε τα φύλλα της καρυδιάς&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;καθώς το κάρο του πατέρα άφηνε δυο λεπτές γραμμές&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;πάνω στο χώμα της αυλής&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Τότε εμείς ακουμπούσαμε το ψωμί με το λάδι πάνω στο τραπέζι&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;και τρέχαμε γύρω του&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Αυτός γελώντας άπλωνε τα χέρια του πάνω απ' τα κεφάλια μας&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Oι παλάμες του γεμάτες αυλάκια από το μόχθο και το χρόνο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;ήταν για μας ολάκερος ο κόσμος&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Μέσα τους έβλεπες τους κάμπους με τα στάχυα&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;την ευλογία της άνοιξης&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;τη θλίψη του φθινοπώρου&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Άκουγες το τραγούδι των σπαρτών&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;για το πρωινό αντάμωμα με τον ήλιο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Το γέλιο και το θρήνο του σπορέα&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Τη σταγόνα της βροχής να σπαρταράει&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;πάνω στην πέτρα&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Ο πατέρας λες και διάβαζε τα έκπληκτα μάτια μας&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;γελούσε πιο δυνατά&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;μας σήκωνε στην αγκαλιά του&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;κι ύστερα χανόταν στο βάθος του σπιτιού&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Γυρίζοντας πίσω στο μισοτελειωμένο ψωμί&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;βλέπαμε λυπημένοι τη μέρα που ήρεμα ξεψύχαγε&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Σίγουρο για τη δύναμη του&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;έπεφτε αβίαστα το σκοτάδι&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;κάνοντας τις σκιές να μεγαλώνουν&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Τίποτα δεν του αντιστεκόταν&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;ακόμα και τα λουλούδια στη γλάστρα&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;έσκυβαν το κεφάλι νικημένα κι έκλειναν&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Αργά το βράδυ πίσω από το παράθυρο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;βλέπαμε έξω στην αυλή το κάρο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;που φάνταζε σαν ένα παράξενο ακίνητο ζώο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Ακούγαμε το πάλεμα της γέρικης καρυδιάς&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;με τον άνεμο&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Κλείναμε τα μάτια&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;Κρύβαμε πεφταστέρια κάτω από το μαξιλάρι&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;για όνειρα&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;και κοιμόμασταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#000020;"&gt;- - - - - - - - &lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Γιάννης Τόλιας (1956)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Από το βιβλίο &lt;strong&gt;Γιάννης Τόλιας: Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι&lt;br /&gt;[ποιήματα 1981-2011]&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011&lt;br /&gt;&lt;em&gt;από την συλλογή: Μωβ Σημαία (1981 - εξαντλημένο βιβλίο)&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;Links:&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://monody-monody.blogspot.com/"&gt;&lt;u&gt;Γιάννης Τόλιας&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://poemsonpictures.wordpress.com/"&gt;&lt;u&gt;Εικονοποιήματα [Poems on pictures]&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://johntolias.wordpress.com/"&gt;&lt;u&gt;Σχόλια επί σχολίων&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://jtolias.wordpress.com/"&gt;&lt;u&gt;Μεταφράσεις&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- ο Γιάννης Τόλιας στο &lt;a href="http://allilografia.blogspot.com/search/label/%CE%93%CE%B9%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82%20%CE%A4%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CF%82"&gt;&lt;u&gt;γράμμα σε χαρτί&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-777673046604449492?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/777673046604449492/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=777673046604449492' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/777673046604449492'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/777673046604449492'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/11/124_29.html' title='124 ~ Γιάννης Τόλιας: ήταν ολάκερος ο κόσμος'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-5F8bJ_ppmMA/TtURkEO5WsI/AAAAAAAAPCc/UybKOQvT9yc/s72-c/GiannisTolias-b5.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-7329059813315682030</id><published>2011-11-03T07:57:00.000+02:00</published><updated>2011-12-14T13:14:33.821+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>123 ~ Γιάννης Ευσταθιάδης: τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://tinypic.com?ref=zjbg50" target="_blank"&gt;&lt;img src="http://i44.tinypic.com/zjbg50.jpg" border="0" alt="Image and video hosting by TinyPic"&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;Mέρες του '53 κάθε Κυριακή&lt;br /&gt;ο πατέρας μου μ' έπαιρνε βόλτα&lt;br /&gt;πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι μου&lt;br /&gt;στην έρημη οδό Σταδίου&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;φυσούσε αεράκι τσουχτερό θυμάμαι&lt;br /&gt;και δώσ' του τα δυο μου σημαιάκια&lt;br /&gt;να κουνιούνται&lt;br /&gt;και δώσ' του η μπαταρία&lt;br /&gt;και τα φώτα να δουλεύουν&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μεσημέρι για τα καλά επιστρέφαμε&lt;br /&gt;μες στο παλτό μου εγώ κουκουλωμένος&lt;br /&gt;το μπερεδάκι μου κατέβαινε ως τ' αφτιά&lt;br /&gt;πάλι μας άνοιγαν το λουκέτο στη στοά&lt;br /&gt;το αφήναμε στο υπόγειο&lt;br /&gt;κι ύστερα σπίτι γρήγορα για φαγητό&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;μέρες του '53&lt;br /&gt;και δεν ήξερα&lt;br /&gt;δεν μπορούσα να νιώσω&lt;br /&gt;πατρίδα μου&lt;br /&gt;τον πόνο σου&lt;br /&gt;τη δυστυχία και τη μοναξιά σου&lt;br /&gt;την πίκρα των ανθρώπων σου&lt;br /&gt;δεν πρόφταινα να διαβάσω&lt;br /&gt;τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο&lt;br /&gt;ποδηλατάκι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Γιάννης Ευσταθιάδης (1946)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Από το βιβλίο &lt;strong&gt;Γιάννης Ευσταθιάδης, Ποιήματα 1975-1998&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;(συλλογή: Tα Ασπρόμαυρα, 1975)&lt;br /&gt;Εκδόσεις: ύψιλον, 2004&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφία: &lt;/strong&gt;perizitito.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-7329059813315682030?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/7329059813315682030/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=7329059813315682030' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/7329059813315682030'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/7329059813315682030'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/11/123.html' title='123 ~ Γιάννης Ευσταθιάδης: τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://i44.tinypic.com/zjbg50_th.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-5949736099403621050</id><published>2011-10-16T16:58:00.000+03:00</published><updated>2011-11-10T04:27:18.274+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>122 ~ Ναγκίσα Οσίμα: ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-PCNWwwofZxc/Tp1FOC2m8SI/AAAAAAAAO6U/n9tApxNNEl8/s1600/Oshima2.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 371px; DISPLAY: block; HEIGHT: 283px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664760013888352546" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-PCNWwwofZxc/Tp1FOC2m8SI/AAAAAAAAO6U/n9tApxNNEl8/s400/Oshima2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Εκείνη η Μέρα ήτανε μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού, όπου μια περίεργη σιωπή βασίλευε σ' ολόκληρη την Ιαπωνία. Ήμουν δεκατριώ χρονώ και πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Βρισκόμουνα στο σπίτι μου, στα προάστεια του Κυότο, κ' έπαιζα σκάκι μ' ένα φίλο. Το μεσημέρι σταματήσαμε το παιχνίδι κι ο φίλος μου πήγε να φάει σπίτι του, δυο τετράγωνα πιο κάτω απ' το δικό μου. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο να φας αλλού, έξω από το σπίτι σου, ή να καλέσεις κάποιον για γεύμα στο δικό σου. Σε λίγο ο φίλος μου γύρισε και ξαναπιάσαμε την παρτίδα που είχαμε αφήσει στη μέση. Το απόγεμα ο ήλιος συνέχιζε να καίει πυρωμένος σαν το πρωί, όμως τα γέρικα σπίτια του Κυότο διατηρούσαν μέσα την ισκιερή δροσιά τους. Εμείς ήμασταν σκυμένοι διαρκώς πάνω απ' τη σκακιέρα. Η σκακιέρα αυτή ήταν ένα ξύλινο κουτί που είχαμε γυαλίσει τη μια του πλευρά κι απάνω της είχαμε κολλήσει ένα φύλλο χαρτί που με το μολύβι το χωρίσαμε σε ασπρόμαυρα τετράγωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη διάρκεια της παρτίδας του σκακιού, ο κόσμος άλλαξε. Συνέβη το Γεγονός. Μας είχαν διαβεβαιώσει πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί, κ΄εμείς τους είχαμε πιστέψει. Εκείνη την παρτίδα το σκάκι, την κέρδισα ή την έχασα; Ούτε που θυμάμαι. Όπως και &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-ZycwVJxEAiA/Tp1FeRDLAWI/AAAAAAAAO6g/8cmO1dgAXB8/s1600/Oshima3.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 170px; FLOAT: left; HEIGHT: 293px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664760292577050978" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-ZycwVJxEAiA/Tp1FeRDLAWI/AAAAAAAAO6g/8cmO1dgAXB8/s400/Oshima3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;νά 'χει το πράγμα, ακόμα κι αν την κέρδισα, τίποτα δεν αλλάζει. Η μητέρα μου άρχισε αμέσως να ετοιμάζεται για να πάει να βρει τη μικρή μου αδερφή, που την είχε στείλει στην εξοχή. Χρειάστηκε να ταξιδέψει μ' ένα τραίνο γεμάτο ως τα μπούνια, στριμωγμένη σα σαρδέλα σε κονσερβοκούτι, κρεμασμένη από μια πέτσινη χειρολαβή. Τη νύχτα την πέρασα μονάχος μου στο σπίτι. Άραγε, έφτιαξα τίποτα να φάω; Δε νομίζω. Μου φαίνεται πως δε βρήκα τίποτα φαγώσιμο στα ντουλάπια κ΄έμεινα ως το πρωί κουλουριασμένος στο κρεβάτι μου, ακίνητος και νηστικός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάνοντας μια αναδρομή στα περασμένα, πιστεύω πως η νεότητά μου άρχισε Εκείνη τη Μέρα. Κι αν αυτό είναι αλήθεια, θα πρέπει να παραδεχτώ πως η νεότητα μου ξεκίνησε με πολύ παράξενο τρόπο: γεννήθηκε τη στιγμή που κατάλαβα ότι δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα, που να μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα πως ήταν αδύνατο να συμβεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νόμιζα πως στην αυγή της νεότητάς του έπρεπε ο καθένας μας να είναι πιο πλούσιος σε ελπίδες. Πεθαίνοντας ο πατέρας μου, μου είχε αφήσει ένα σωρό βιβλία (όταν πέθαν' εκείνος, εγώ ήμουνα μόλις οχτώ χρονώ), κ' έτσι, σε μικρή ηλικία άρχισα να διαβάζω πολλά από τα κλασικά έργα της λογοτεχνίας. Είχα επιχειρήσει μάλιστα να διαβάσω και μερικές σελίδες από μια παμπάλαιη έκδοση του «Κεφαλαίου». Αν λοιπόν πιστέψουμε αυτά τα σοφά έργα, η νεότητα θεμελιώνεται πάνω στην ελπίδα και την αγνότητα. Η δικιά μου όμως ξεκίνησε απ' την αποτυχία. Ούτε ίχνος ελπίδας πουθενά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-lXhyPcYWClY/Tp1FqY8_tuI/AAAAAAAAO7E/Yrw4_sGtFSQ/s1600/Oshima6.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 200px; FLOAT: right; HEIGHT: 238px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664760500857059042" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-lXhyPcYWClY/Tp1FqY8_tuI/AAAAAAAAO7E/Yrw4_sGtFSQ/s400/Oshima6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Την επομένη, θυμήθηκα τα βιβλία μου και βάλθηκα να σκάβω το χώμα του κήπου μας. Αν και μικρός ο κήπος αυτός, ήταν στολισμένος με πέτρινους πυργίσκους και φυτεμένος όλος με γλυκοπατάτες. Σε μια γωνιά του άνοιξα λακο βαθύ κ' έθαψα ένα μεγάλο δοχείο που το γέμισα με βιβλία. Τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες μαζί με μερικά παλιά βιβλία τα 'στειλα εκεί που είχε καταφύγει η μικρή μου αδερφή. Όσα θεωρούσα πιο δικά μου και πιο πολύτιμα τα 'κρυψα μες στο δοχείο. Η κίνησή μου αυτή αποδείχτηκε απερίσκεπτη: καθώς το δοχείο ήταν διάβροχο, πολλά απ' τα βιβλία σάπισαν και καταστράφηκαν. Όταν ύστερ' από καιρό τα έβγαλα πάλι έξω, τα πτώματά τους ανέδιδαν μια βαριά και περίεργη μυρωδιά. Τα πέντε ή έξι επόμενα χρόνια, τα μόνα έντυπα που διάβαζα ήταν τα σχολικά εγχειρίδια και τα περιοδικά του μπέιζ-μπωλ. Δεν είχα λεφτά ν' αγοράζω βιβλια' το μόνο που έκανα, πότε-πότε, ήταν να κλέβω κανένα από τα βιλβιοπωλεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[....] Είπα πιο πάνω ότι από Εκείνη τη Μέρα έπαψα να διαβάζω βιβλία. Ασχολήθηκα με το μπέιζ-μπωλ, αλλά παρ' όλες μου τις προσπάθειες, έμεινα ο χειρότερος παίκτης της ερασιτεχνικής μας ομάδας. Το 'ριξα λοιπόν κι εγώ στο θέατρο' έγινα μέλος του θεατρικού ομίλου του σχολείου. Το παίξιμό μου ήταν φριχτό, όμως η ματαιοδοξία μου μ' έκανε να θεωρώ τον εαυτό μου ζεν-πρεμιέ. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, γράφτηκα στα νομικά, κι όχι στη φιλολογία. Πάσχισα — μάταια — ν' απομακρυνθώ από το φιλοσοφικό στοχασμό. Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να γίνω ένα σκέτο σώμα, μια σάρκινη ύπαρξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με το που μπήκα στο πανεπιστήμιο, με κυρίευσε μια αδικαιολόγητη απελπισία. Είχα την εντύπωση πως η νεότητά μου είχε τελειώσει. Περίεργο. Σε μια ηλικία που, κανονικά, η νεότητα αρχίζει, εγώ ένιωθα πως η δικιά μου έπνεε τα λοίσθια. Τα μαθήματα δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον. Λεφτά δεν είχα. Και μολονότι διάλεξα&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-dNFgCPKXh1M/Tp2KbsvTwHI/AAAAAAAAO7g/na-waPhnksY/s1600/Oshima4-.JPG"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 165px; height: 335px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-dNFgCPKXh1M/Tp2KbsvTwHI/AAAAAAAAO7g/na-waPhnksY/s400/Oshima4-.JPG" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664836114772639858" /&gt;&lt;/a&gt; τα νομικά, δε με θέρμαινε ο πόθος ν' ακολουθήσω καμιά σχετική σταδιοδρομία. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Μερικές φορές σκεφτόμουνα: «Ίσως να είμαι ιδιοφυΐα»' ωστόσο ήταν φανερό πως δεν ήμουν διάνοια. Για πέντε ολόκληρα χρόνια έζησα έτσι, κουρασμένος από τα πάντα. Μες στην τεράστια πανεπιστημιούπολη δεν ήξερα πού να πάω και πού να σταθώ, δεν είχα πού να στηριχτώ. Το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια τρελλή ταραχή, καθώς έβλεπα τη νιότη μου να σβήνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση, άρχισα ν' ασχολούμαι με το θεατρικό τμήμα του πανεπιστημίου• και από κεί, σιγά-σιγά, βρέθηκα μπλεγμένος για τα καλά στο φοιτητικό κίνημα της εποχής. Αγωνιζόμουνα μαζί με τους άλλους φοιτητές, και όταν αγωνίζεται κανείς, αναρωτιέται: Θα νικήσω; θα νικηθώ; Αργότερα, διάφορες ομάδες του κινήματος ξέφτισαν και σβήσαν. Ωστόσο, αν και νικημένοι, οι αρχηγοί αυτών των ομάδων υποστήριζαν πως είχανε νικήσει. Για ν΄αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους εφεύρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες, που δε μπορούσα να τις πιστέψω με τίποτα. Η ήττα είναι ήττα. Δεν υπάρχει λόγος να την αρνούμαστε. Όταν η σκέψη αυτή εδραιώθηκε στο μυαλό μου, ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων. Ή, για να μιλήσω με κάποια μεγαλαυχία, ένιωσα συνδεδεμένος με την ίδια την Ιστορία. Από κείνη τη στιγμή η απελπισία μου εξαφανίστηκε. Άφησα το πεπρωμένο μου στις ιδιοτροπίες της στιγμής. Δε φοβόμουν πια ούτε την ήττα, ούτε την αποτυχία, ούτε τη μοναξιά. Δεν επιδίωξα και δεν πήρα καμιά ηγετική θέση στη φοιτητική κοινωνία. Έλαβα μέρος στα κινήματα και στους αγώνες μόνο και μόνο γιατί το ήθελα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-_0W9hkq409o/Tp1FqE01jvI/AAAAAAAAO64/YPS3sGDhCFY/s1600/Oshima5.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 200px; FLOAT: right; HEIGHT: 189px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664760495454129906" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-_0W9hkq409o/Tp1FqE01jvI/AAAAAAAAO64/YPS3sGDhCFY/s400/Oshima5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Τότε ακριβώς έπεσα πάνω σ' ένα βιβλίο και σε μια φράση, που με σημάδεψαν. Το βιβλίο ήταν «Ο Μύθος του Σισύφου» του Καμύ. Η φράση ήταν του ποιητή Αχάσι, που είχε προσβληθεί από λέπρα: «Αν δε φλέγεσαι από μόνος σου, μην περιμένεις — όπως τα ψάρια που ζούνε στο βυθό — να υπάρξει φως από πουθενά». Η φράση αυτή, καθώς και η εικόνα του Σισύφου που σπρώχνει το βράχο ως την κορφή του βουνού και συνέχεια του ξανακυλάει, αντιστοιχούσαν απόλυτα στην εσωτερική μου κατάσταση εκείνης της εποχής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μολονότι οι φοιτητικοί αγώνες γνώριζαν αλλεπάλληλες ήττες και μολονότι στο θέατρο του πανεπιστημίου πήγαινα από αποτυχία σε αποτυχία, τα υπόλοιπα χρόνια των σπουδών μου πέρασαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Ακούγοντας το ανούσιο λογίδριο του Πρύτανη στην απονομή των πτυχίων αισθανόμουν σα να με είχαν πάρει στο κυνήγι με τις πέτρες. Από τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής, το μόνο που μου είχε μείνει ήταν η ζωηρή εικόνα της αποτυχίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή ήταν η μοναδική μου αποσκευή όταν πρωτομπήκα στο χώρο του κινηματογράφου. Εκεί, ξεκίνησε η δεύτερη νεότητά μου. Κι από κει αρχίζει μια μεγάλη, μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όπως είναι φυσικό, προχώρησα πάλι πηγαίνοντας από αποτυχία σε αποτυχία. Ωστόσο, είμαι μια χαρά• οι άνθρωποι που με γνωρίζουνε, το ξέρουνε αυτό πολύ καλά.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Nagisa Oshima (1932)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-zELtCmKqqTs/Tp1E6xikPYI/AAAAAAAAO6I/f4kOyohe-q4/s1600/Oshima1.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 268px; HEIGHT: 359px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5664759682823372162" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-zELtCmKqqTs/Tp1E6xikPYI/AAAAAAAAO6I/f4kOyohe-q4/s400/Oshima1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Από την &lt;strong&gt;λέξη, τχ. 27&lt;/strong&gt;, Σεπτέμβρης '83&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;davekehr.com, bookweb.kinokuniya.co.jp,&lt;br /&gt;filmvideo.walkerart.org, movie-fan.jp,&lt;br /&gt;masterlow.blog74.fc2.com, hanamiweb.com&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-5949736099403621050?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/5949736099403621050/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=5949736099403621050' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5949736099403621050'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5949736099403621050'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/10/122.html' title='122 ~ Ναγκίσα Οσίμα: ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-PCNWwwofZxc/Tp1FOC2m8SI/AAAAAAAAO6U/n9tApxNNEl8/s72-c/Oshima2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-6660328309606313400</id><published>2011-09-28T14:26:00.000+03:00</published><updated>2011-12-01T02:05:37.811+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>121 ~ Τάκης Σινόπουλος: Η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου, μήτε και των γονιών μου μάνα</title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-LAY2phjxR4I/TpXKD_vEvpI/AAAAAAAAO30/xceb6FwENHc/s1600/TakisSinopoulos1.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 312px; DISPLAY: block; HEIGHT: 312px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5662654276485562002" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-LAY2phjxR4I/TpXKD_vEvpI/AAAAAAAAO30/xceb6FwENHc/s400/TakisSinopoulos1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div align="justify"&gt;Τελικά με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ' Άσπρα Σπίτια και το Μπέλεσι τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - το σπίτι που γεννήθηκα - η κυρία Ρούσα Βενέτα Σινοπούλου - ο καθηγητής κ. Γιώργης Σινόπουλος - τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας - τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας - τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατοικούσα τότε Αγίας Αναστασίας 7, Περισσός. Το σπίτι περίπου ισόγειο, γωνία. Επάγγελμα γιατρός. Οικονομική κατάσταση, μετριότατη. Απασχόληση: η ποίηση κι όλα τα σχετικά. Και είναι Αύγουστος. Μεσημέρι Αυγούστου. Τα ψιθυρίσματα δύο ανθρώπων έξω από το παράθυρο, ο αέρας του Αυγούστου σηκώνει χώματα και σκόνη, οι απέναντι λεύκες στο μικρό κήπο σαλεύουν άσκημα, το κρεβάτι κακοφτιαγμένο, η ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι, ο σκοτωμένος ύπνος. Η σκόνη μιας Τετάρτης μεσημέρι - απομεσήμερο καλοκαιριού, βουλιάζεις στη ζέστη, διαλύεσαι. Το καλοκαίρι ένας καθρέφτης του κενού.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-Y0TnwEuI7WY/TpXMiYI12_I/AAAAAAAAO4M/pxQV4vB7DfU/s1600/TakisSinopoulos2.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 216px; FLOAT: right; HEIGHT: 165px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5662656997455420402" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-Y0TnwEuI7WY/TpXMiYI12_I/AAAAAAAAO4M/pxQV4vB7DfU/s400/TakisSinopoulos2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Σάββατο όλη τη μέρα με ψιλή βροχή, νυχτερινή περιπλάνηση στους έρημους δρόμους. Καταβύθιση σε θολά συναισθήματα, μνημονικές αναδρομές ανεξέλεγκτες, στο απροσδιοόριστο άπειρο-μηδέν, ή στο για μένα δεν υπάρχει τόποτα. Σκέψη μιας γρήγορης αυτοκαταστροφής, που ξύνει το μυαλό και φεύγει. Αργότερα επιστροφή στο σπίτι, στην αδιατάραχτη ησυχία. Μονάχα ένα λάθος τηλεφώνημα και τίποτ' άλλο. Ύστερα το βιβλίο, Borges, Blanchot, καμιά παρηγοριά. Η σόμπα, η παγωνιά του Μάρτη μήνα. Η Κυριακή την άλλη μέρα γιομάτη πνιγμένες κραυγές, ωστόσο άγριες απ' το πρωί ως το βράδυ. Ακατάπαυστα.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από αρκετόν καιρό έχω κουφαθεί (ή μισοκουφαθεί) από το δεξί μου αυτί. Το αριστερό, για την ώρα δουλεύει καλά. Στις παρέες, στις συζητήσεις, στη δουλειά μου δεν έχω καμιά δυσκολία. Όταν όμως κοιμάμαι δεν ακούω πολλές φορές μήτε το τηλέφωνο, μήτε το ξυπνητήρι. Στο διάστημα της ημέρας δεν ξεχωρίζω τα λόγια της Μαρίας, όταν μου μιλάει από το άλλο δωμάτιο. Ωστόσο μου φαίνεται πως τώρα ακούω καλύτερα από πριν τις λεγόμενες "εσωτερικές" φωνές. Φαίνεται πως στο κορμί μου ανοίγονται καινούργιες διαρκώς / στοές ακοής. Έτσι το λέει κάπου η Ελένη Βακαλό.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βράδυ ώρα 8 συνάντηση με τον κ. Άγγελο Τερζάκη, διευθυντή του περιοδικού "Εποχές", στο γραφείο του, 3ος όροφος, αριστερά προτού φτάσεις στην πόρτα του "Ταχυδρόμου". Χτυπάω με γωνία το δάχτυλο. Εμπρός. Μπαίνω. Χειραψία. Καθίστε. Κάθομαι. Το θέμα είναι ν' αναλάβω την κριτική της ποίησης στο περιοδικό, εναλλάξ ή ταυτόχρονα με τον κ. Κώστα Στεργιόπουλο. Όλα αυτά μετά την παραίτηση του Αλεξ. Αργυρίου. Ο κ. Τερζάκης σοβαρός - όπως πάντα. Στο "σοβαρός" περιλαμβάνεται και το "αγέλαστος". Διευκρινίζει ορισμένες λεπτομέρειες. Φροντίστε, λέει, αυτό, τούτο, εκείνο. Κατά τα άλλα είστε απολύτως ελεύθερος να διατυπώνετε τη γνώμη σας. Υποχρέωση καμία, προκατάληψη καμία. Ο κ. Τερζάκης σηκώνεται. Ευθυτενής. Από σήμερα κ. Σινόπουλε σας θεωρούμε ταχτικό συνεργάτη των "Εποχών". Χειραψία.&lt;br /&gt;Χαίρετε.&lt;br /&gt;Χαίρετε.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-n_Wd6-VLhPw/TpXM1hdCLdI/AAAAAAAAO4Y/JYewSdqcMmw/s1600/TakisSinopoulos4.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; FLOAT: left; HEIGHT: 276px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5662657326373547474" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-n_Wd6-VLhPw/TpXM1hdCLdI/AAAAAAAAO4Y/JYewSdqcMmw/s400/TakisSinopoulos4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Προχτές τη νύχτα, ώρα 10, ταξίδι στον Πύργο με το λεωφορείο, για να ψηφίσω. Το λεωφορείο γεμάτο, πήχτρα. Γέλια, καυγάδες, φασαρία, φωνές. Έφτασα στον Πύργο χαράματα. Περπάτησα στους έρημους δρόμους, στο Σταθμό, στο Επαρχείο, στην Παλιόβρυση, στην Αγορά, στη γειτονιά τους Άι-Θανάση, Χαλικιάτικα, Κοκκινόχωμα. Ακατοίκητα σπίτια, πολλοί που φύγανε, περίεργες καταστάσεις, ανακατέματα στο βυθό της μνήμης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν βγήκε ο ήλιος πήγα και ψήφισα. Ύστερα στο σπίτι, κοιμήθηκα 2-3 ώρες, πολύ κουρασμένος. Μεσημέρι φαγητό στον Αγιαντρέα κι η θάλασσα ήσυχη να λάμπει στον ήλιο, απόγευμα ώρα 5 έφυγα. Έφτασα στην Αθήνα περίπου μεσάνυχτα. Κάθε ταξίδι εκεί κάτω ταυτόχρονα και ταξίδι στο παρελθόν. Ένας ολάκερος ξεχασμένος κόσμος έρχεται και συνωστίζεται στο προσκήνιο. Πολλή συλλογή, πολλή θλίψη και κάτι μικρά σπαράγματα, κάποτε βγαίνουν άγρια στην επιφάνεια.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απόψε στο σπίτι έρχεται ο &lt;a href="http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2008/11/61-m.html"&gt;&lt;b&gt;&lt;u&gt;Σεφέρης&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; με την Μαρώ. Κι ο Σαββίδης με τη Λένα. Κι ο Αργυρίου. Πρόχειρες κοφτές κουβέντες, ζωηρές, πράγματα μισοειπωμένα, άλλα αποσιωπημένα. Ο Σεφέρης δεν κάθεται. φυρίζει, κοντοστέκεται, κοιτάζει, ξανάρχεται, το μάτι του ψάχνει, σκαλίζει τα πάντα. Κοιτάζει τους πίνακες που έχω φτιάξει, ρωτάει. Δε λέει γνώμη καμία, παρατήρηση καμία. Κατεβάζω έναν πίνακα απ' το καρφί. Αυτός είναι για σας, του λέω. Ήτανε εκείνο το άλογο, το κεφάλι του βγαίνει παλεύοντας μέσα από ένα πλήθος ανάκατες φόρμες που δένουν το κορμί του αιχμάλωτο. Το κεφάλι είχε μια τρομαχτική προσπάθεια να ξεφύγει, μια δυνατή απόγνωση. Ο Σεφέρης έχει αλλάξει κουβέντα. Η βραδιά συνεχίζεται. Έφυγε νωρίς χωρίς να πάρει τον πίνακα.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:100%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;==&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όσο θυμάμαι, η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου (αυτό το κατάλαβα κάπως νωρίς) - μήτε και των γονιών μου η μάνα (πράγμα που το 'ξερα πολύ νωρίς).&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-Fz5DLtRJXt0/TpXLZasxtHI/AAAAAAAAO4A/Et6cK8OFras/s1600/TakisSinopoulos3.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 296px; HEIGHT: 204px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5662655744012563570" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-Fz5DLtRJXt0/TpXLZasxtHI/AAAAAAAAO4A/Et6cK8OFras/s400/TakisSinopoulos3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Αποσπάσματα από το βιβλίο του Τάκη Σινόπουλου &lt;strong&gt;Νυχτολόγιο&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. Κέδρος, 1978&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες και σκίτσο: &lt;/strong&gt;yousouroum.gr, ekebi.gr,&lt;br /&gt;zonews.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Links:&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.elpenor.gr/index.php?option=com_content&amp;amp;view=article&amp;amp;id=126&amp;amp;Itemid=27&amp;amp;lang=el"&gt;&lt;u&gt;Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος - Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος: &lt;a href="http://www.elpenor.gr/index.php?option=com_content&amp;amp;view=article&amp;amp;id=40&amp;amp;Itemid=38&amp;amp;lang=el"&gt;&lt;u&gt;Aνθολόγιο&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- IONIANET: &lt;a href="http://www.ionianet.gr/content.php?cat_id=9&amp;amp;id=692"&gt;&lt;u&gt;Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Μερικές σκέψεις, με αφορμή&lt;br /&gt;τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;(αναδημοσίευση από την Αυγή/28.5.2006)&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;- yousouroum.gr: &lt;a href="http://www.yousouroum.gr/forum/showthread.php?t=4561"&gt;&lt;u&gt;Τάκης Σινόπουλος "Ο καιόμενος"&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-6660328309606313400?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/6660328309606313400/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=6660328309606313400' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6660328309606313400'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6660328309606313400'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/10/blog-post.html' title='121 ~ Τάκης Σινόπουλος: Η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου, μήτε και των γονιών μου μάνα'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-LAY2phjxR4I/TpXKD_vEvpI/AAAAAAAAO30/xceb6FwENHc/s72-c/TakisSinopoulos1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-8818770381749676766</id><published>2011-09-10T17:15:00.000+03:00</published><updated>2011-10-23T10:18:37.379+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>120 ~ Ινιάτσιο Μπουττίττα: Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-oM4oV10wjq8/TmyJNaDwVcI/AAAAAAAAO1A/naA_ong4GI0/s1600/Buttitta11.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 291px; DISPLAY: block; HEIGHT: 277px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651042495869507010" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-oM4oV10wjq8/TmyJNaDwVcI/AAAAAAAAO1A/naA_ong4GI0/s400/Buttitta11.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Τη ζωή μου θα 'θελα να τη γράψω τραγουδώντας' ξεκούρδιστη όμως η κιθάρα μου και η φωνή μου βραχνιασμένη... Βέβαια, καλύτερα να τραγουδάς άσχημα παρά να κλαις ωραία, μα τι να κάνω; Να ζητήσω τη βοήθεια του Πανάγαθου; Έτσι έκανε η παραμάνα που με βύζαξε: έκλεινε την πόρτα, άναβε το καντήλι, με ξάπλωνε στο κρεβάτι κι άρχιζε την προσευχή. «&lt;em&gt;Κύριε, σώσε την ψυχή μου, δώσε μου την υγεία, τον άρτο τον επιούσιο, το κρασί το νερό τ' αλάτι, και μη ξεχάσεις το πιπέρι&lt;/em&gt;». Γύριζε σε μένα: «&lt;em&gt;Ιγνάτιε, ξαναπές το&lt;/em&gt;». Εγώ το ξανάλεγα και κείνη συνέχιζε: «&lt;em&gt;Κύριε, κράτησέ με μακρυά από πειρασμούς, από θανάσιμα αμαρτήματα, από την όψιμη πείνα κι απ' τους κακούς γειτόνους&lt;/em&gt;». Εγώ το ξανάλεγα, και κείνη: «&lt;em&gt;Κύριε, η νύχτα είναι μεγάλη, μη μ' αφήνεις μόνη. Έτσι κι έρθει ο διάβολος, θα κλέψει το παιδί μου&lt;/em&gt;». Το ξανάλεγα κι έτρεμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ώρα, δυο ώρες με προσευχές' ο άνεμος έμπαινε σαν τη σαΐτα από τις χαραμάδες κι ο γάτος στη γωνιά μιαούριζε παραπονιάρικα. Οι προσευχές εκείνες σπαρταράνε ακόμα στη μνήμη μου. Συνέχισα να τις επαναλαμβάνω κάθε βράδυ, χωρίς να πιστεύω πως θα φτάσουν στον ουρανό, ούτε πως το ψωμί και τη δουλειά τα στέλνει ο Κύριος. Νόμιζα πως μιλούσα στα πουλιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος να με πάρει ο ύπνος, έπρεπε να πω τις προσευχές εκείνες και ύστερα να σταυροκοπηθώ. Ήταν σα να μου είχε κολλήσει κάποιο κακό συνήθειο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-QSVnzCOEaGI/TmyJ3kEy2BI/AAAAAAAAO1Y/XqUEuBeKJl0/s1600/Buttitta5.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 127px; FLOAT: right; HEIGHT: 160px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651043220112726034" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-QSVnzCOEaGI/TmyJ3kEy2BI/AAAAAAAAO1Y/XqUEuBeKJl0/s400/Buttitta5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;[....] Άρχισα στα δεκαπέντε: ήμουν όμορφος στα δεκαπέντε, πίσω απ' τον πάγκο του μπακάλικου, παιδί για θελήματα, χτενισμένος όμως με τη μόδα και με άσπρη ποδιά. Άρεσα στις γυναίκες. Μπαίνανε στο μαγαζί: «&lt;em&gt;Εκατό γραμμάρια τυρί&lt;/em&gt;». Έκοβα το τυρί, έκοβα το σαλάμι κι έκοβα τα χέρια μου. Έχω ακόμη τα σημάδια. Κοίταζα τις κυρίες, όχι το μαχαίρι. Λάθευα στο βάρος και στο μέτρο. Στα χρόνια εκείνα για να βρεις γυναίκα, έπρεπε να 'χεις αρματωμένους εφτά καραμπινιέρους για περίπολο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[...] Την σελήνη του μέλιτος την πέρασα με μια γρηά θρήσκα που έβλεπε οράματα. Την ηλικία δε σας τη λέω. Πόσα πράγματα δε μπορούμε να πούμε! Ούτε ότι ήταν παρθένα. Οι λέξεις φτάνουνε μέχρι το στόμα, μασημένες, κι ύστερα γλυστράνε στην κοιλιά. Την έλεγαν Δόννα Ευτυχία, ένα όνομα για ευχές. Ερχόταν με ακρίβεια, τα μεσάνυχτα, σαν ξυπνητήρι και με μια οικογενειακή φίλη στην αγκαλιά: τη γάτα. Εγώ στεκόμουν πίσω απ' την πόρτα, άκουγα το μιαούρισμα και άνοιγα. &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-lsJhtL670SI/TmyKfSjayiI/AAAAAAAAO1o/xd-xZ48aLms/s1600/Buttitta8.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 165px; FLOAT: left; HEIGHT: 229px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651043902604102178" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-lsJhtL670SI/TmyKfSjayiI/AAAAAAAAO1o/xd-xZ48aLms/s400/Buttitta8.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Η γάτα ήταν η ρουφιάνα αλλά δεν το ήξερε. Πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να δίνουν λογαριασμό για τα όσα κάνουν; Ότι ο νόμος τις καταδικάζει; Ότι ο άντρας αν τις πιάσει τις σκοτώνει; Ανάμεσα στις γάτες δεν υπάρχουν αυτές οι μπερδεψιές. Ούτε γίνονται εγκλήματα για λόγους τιμής. Δίνουν ραντεβού στις στέγες' η γάτα καταφθάνει με βήματα μετρημένα, ήρεμη: αστροφεγγιά στον ουρανό! Ο γάτος την περιμένει' νοτίζει τα μουστάκια του με τη γλώσσα, σηκώνει τη φούντα της ουράς και κάνει ουράνιο τόξο. Η γάτα ήταν συνένοχος δίχως να το ξέρει' επειδή, περνώντας το δρόμο η Δόννα Ευτυχία, αν τύχαινε να συναντήσει κάποιον, τη δικιολογία την είχε έτοιμη: μου 'φυγε η γάτα. Πήραν τα μυαλά της αέρα! Και τη χτυπούσε με το δάχτυλο στο κεφάλι. Ο περαστικός το πίστευε: εκείνη συνέχιζε να μαλώνει τη γάτα και ύστερα έμπαινε. Έμπαινε με τη γάτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γάτα, σε ξένο σπίτι, μιαούριζε, τρόμαζε τα ποντίκια. Περισότερο όμως τρόμαζα εγώ. Μην ξεχνάτε ότι η Δόννα Ευτυχία ήταν οραματιζόμενη. Έβγαζε τα ρούχα της, έσβηνε το φως και κουβέντιαζε με τους άγιους. Ένας διάλογος με μια φωνή. Τα λόγια δε μπορούσες να τα καταλάβεις. Μου 'λεγε πως ζητούσε συγχώρεση απ' τα πλάσματα τ' ουρανού, πως ήταν θανάσιμο αμάρτημα να σκανδαλίζεις ένα παιδί. Η συγχώρεση της παραχωρούνταν κάθε βράδυ. Το ίδιο και σε μένα. Εκείνη το έλεγε και με τα χέρια μου έκανε το σημείο του σταυρού. Μου έδινε την άγια ευλογία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-MQLT9oH541k/TmyKQlrlEkI/AAAAAAAAO1g/3dL1F8La2HE/s1600/Buttitta6.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 203px; FLOAT: right; HEIGHT: 190px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651043650040566338" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-MQLT9oH541k/TmyKQlrlEkI/AAAAAAAAO1g/3dL1F8La2HE/s400/Buttitta6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;[...] Τις πρώτες ανακαλύψεις, τις έκανα μικρό παιδί, χωρίς σχολειά και δάσκαλους. Δεν έκανα κριτική, δεν προχωρούσα σε βάθος. Περίμενα να πήξει το μυαλό μου. Όταν ο πατέρας μου, έλεγε: «&lt;em&gt;Όποιος σπλαχνίζεται τους άλλους ρίχνει τη σάρκα του στους σκύλους&lt;/em&gt;», δεν καταλάβαινα το νόημα που είχαν τα λόγια εκείνα. Έλεγε ακόμη: «&lt;em&gt;Έμεινα ορφανός και ποτέ κανένας δε μου 'δωκε ένα κομμάτι ψωμί. Μ' ανάστησε η μάνα μου με την ανάσα της&lt;/em&gt;». Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος' κι εγώ αργότερα κατάλαβα πως τα βάσανα διαστρεβλώνουν τα αισθήματα και αποχτηνώνουν τον άνθρωπο. Έβλεπα την αδικία χαραγμένη στα πρόσωπα των φτωχών, στα γυμνά πόδια κάθε μικρού παιδιού, στη ζωή των μεροκαματιάρηδων που ξεκινούσανε χαράματα μ' ένα ξεροκόμματο κι ένα κρεμύδι, και γύριζαν τ' απόβραδο σέρνοντας τα ποδάρια. Θυμάμαι: μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας και μου ζήτησε ένα άδειο κουτί. Δεν τον κοίταξα στο πρόσωπο, γιατί διαφορετικά θα καταλάβαινα. Τον είδα ύστερα να περνάει με το κουτί στο κεφάλι. Κουβαλούσε στο κοιμητήρι ένα κοριτσάκι. Ήταν ο πατέρας: ένας νεκρός που συνόδευε μια νεκρή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν. Ακόμη όμως δεν ήταν ο σοσιαλισμός.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Ignazio Buttitta (1899–1997)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-vWygi2MmBnY/TmyJT8UqpaI/AAAAAAAAO1I/Ak9B1BkaQWs/s1600/Buttitta12.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 257px; HEIGHT: 215px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5651042608146458018" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-vWygi2MmBnY/TmyJT8UqpaI/AAAAAAAAO1I/Ak9B1BkaQWs/s400/Buttitta12.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Οι σημερινοί ποιητές&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;em&gt;-στον Cesare Zavattini&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;Ποιητή στρατευμένο με λένε για να με προσβάλλουν&lt;br /&gt;λες και δεν φοράω πουκάμισο&lt;br /&gt;ρούχα στο κορμί και παπούτσια στα πόδια.&lt;br /&gt;Λες και δεν τρώω ψωμί για να κρατιέμαι ολόρθος&lt;br /&gt;λες και δεν πέφτω για ύπνο το βράδυ με την κοιλιά γεμάτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόβατο δίχως μαλλί και γάιδαρο δίχως ουρά&lt;br /&gt;θα μ' ήθελαν: της φύσης έκτρωμα.&lt;br /&gt;Γιατί τέτοιοι είναι οι σημερινοί ποιητές,&lt;br /&gt;πουλιά δίχως κελάηδημα&lt;br /&gt;πουλιά τυφλά με τα φτερά τους μαδημένα;&lt;br /&gt;έχουν τον κόσμο να θερίσουνε&lt;br /&gt;κι αυτοί σταχολογάνε μέσα στο άδειο στήθος τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανύπαντροι κι αντάμα χήροι φάλτσοι οργανοπαίχτες&lt;br /&gt;ψάχνουν να βρουν την αρμονία σε μια μόνο χορδή της κιθάρας.&lt;br /&gt;Και δεν ξέρουν ότι ο ποιητής είναι θαλασσινός&lt;br /&gt;που ψαρεύει με την απόχη, πως είναι κυνηγός πουλιών&lt;br /&gt;με τα δίχτυα του κάθε εποχή στημένα.&lt;br /&gt;Κι ούτε καταλαβαίνουν πως η ποίηση&lt;br /&gt;έχει τις ρίζες της στη γη και τα κλωνιά ανθισμένα&lt;br /&gt;απλωμένα στον άνεμο σαν τα χέρια τ' ανθρώπου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποιητές αστράτευτοι, σας χαιρετώ'&lt;br /&gt;τον κουρνιαχτό μαζέψτε!&lt;br /&gt;"Μοναξιά και αγιότης" είναι τα λόγια σας'&lt;br /&gt;η αλήθεια όμως σήμερα και πάντα,&lt;br /&gt;μένει ανάμεσα στους ανθρώπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;απόδοση: &lt;strong&gt;Θόδωρος Ιωαννίδης&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; κείμενo και &lt;/strong&gt;το &lt;strong&gt;ποίημα&lt;/strong&gt; είναι από το βιβλίο&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Ignazio Buttitta, Ο ποιητής ανάμεσα στους ανθρώπους&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Απόδοση και επιμέλεια: &lt;strong&gt;Θόδωρος Ιωαννίδης&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδόσεις: Εγνατία, χ.χ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;magnumphotos.com &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Link:&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.magnumphotos.com/C.aspx?VP3=ViewBox&amp;amp;VBID=2K1HZO9RS456L&amp;amp;IT=ThumbImage02_VForm&amp;amp;CT=Search&amp;amp;PN=1&amp;amp;SH=1&amp;amp;SF=1&amp;amp;PPM=0&amp;amp;CTID=KU1B2PK_D&amp;amp;TM="&gt;&lt;u&gt;Φωτογραφικό άλμπουμ του ποιητή&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; από τον&lt;br /&gt;Ferdinando Scianna (στο Magnum Photos) &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-8818770381749676766?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/8818770381749676766/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=8818770381749676766' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/8818770381749676766'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/8818770381749676766'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/09/120.html' title='120 ~ Ινιάτσιο Μπουττίττα: Έτσι άρχισα ν&apos; αγαπώ εκείνους που υποφέρουν'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-oM4oV10wjq8/TmyJNaDwVcI/AAAAAAAAO1A/naA_ong4GI0/s72-c/Buttitta11.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-231262749732355134</id><published>2011-08-02T23:59:00.000+03:00</published><updated>2011-12-01T02:05:01.504+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><title type='text'>119 ~ Κώστας Γανωτής: Με πήρε η νύχτα, μαζί και οι ήττες μου</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-gNDqnSmk3oA/TkJXlhrA7gI/AAAAAAAAOlM/yOXcjSTWhiU/s1600/1KostasGanotisAutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 261px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639165985626844674" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-gNDqnSmk3oA/TkJXlhrA7gI/AAAAAAAAOlM/yOXcjSTWhiU/s400/1KostasGanotisAutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Σάρκα ανυπεράσπιστη πάνω στα άπληστα της λαγνείας χέρια, ατμόσφαιρα θολή, καπνός και σκόνη από πιάτα σαν τις καρδιές σπασμένα, με άρπαξαν και με άφησαν σε εκείνη του Βόλου την περιοχή που λέγεται Νεάπολη, παραμονή Πρωτοχρονιάς του '72, λίγο πριν αλλάξει η χρονιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κακιά χρονιά, η χώρα παγωμένη, δικτατορία. Αργούσε να βγει η ψυχή της την τελευταία της εκείνη νύχτα, λες κι ένιωθε πως η χρονιά που ερχόταν κουβάλαγε στις πλάτες της το Πολυτεχνείο και θα την έσβηνε στην θύμηση των επερχόμενων για πάντα. Γι' αυτό σαν να συμφώνησε θαρρείς με το αφεντικό του «Blow up» και μας ξεπόρτισε κακήν κακώς την τελευταία της νύχτα, για ένα δεκάρικο παζάρι. Και βρέθηκα με τον Μανώλη, &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-YziN4nomadw/TkRCumL8iZI/AAAAAAAAOl0/xMLEovPe65Y/s1600/KostasGanoyis4AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 203px; FLOAT: right; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639706001666771346" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-YziN4nomadw/TkRCumL8iZI/AAAAAAAAOl0/xMLEovPe65Y/s320/KostasGanoyis4AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;με τα γαλάζια εκείνα τα σατέν πουκάμισα, με τους γιακάδες τους ταράτσες να φτάνουν ίσα επάνω μέχρι τα αφτιά και να σκεπάζουν σχεδόν τις πλάτες, εκείνος με το αρμόνιο σε μια βαλίτσα και εγώ με το μπάσο ξεβράκωτο στην αγκαλιά, σαν λες μικρό μου αδελφάκι, να το προστατέψω απ' το κρύο, σε ένα σημείο κοντά στην έξοδο του Βόλου προς Αγχίαλο, προς την Αθήνα, που λέγεται Μπουρμπουλήθρα. Φιλόξενη όμως η καρότσα του φορτηγού. Μαλλιά λουσμένα, μακριά, όσο γινόταν τότε, μαύρα καμπάνα παντελόνια, σακάκια πολυκαιρισμένα, ψηλοτάκουνα παπούτσια, επισκευασμένα. Είπαμε καλή χρονιά στα πρώτα σπίτια του χωριού, στον οδηγό του φορτηγού και καληνύχτα στην πρώτη εκείνη επαγγελματική μα και της ζωής μας ήττα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσωρινά ακυρώθηκε το εισιτήριο προς την φαντασμαγορική ζωή για εμάς τους παρίες της κλειστής ζωής του χωριού. Από την άλλη κιόλας μέρα για τον Μπάρμπα Μήτσο, τον παλιό εκείνο γεροδεμένο τσουβαλά, που επέμενε στα ζωνάρια τα φαρδιά, κάθε που μας αντίκριζε στην αγορά ήμασταν για εκείνον η Πόπη και η Καίτη. Μόνο τα δυο αυτά ονόματα έλεγε είτε μας αντίκριζε μόνους είτε με τους άλλους δυο της παρέας στις αδέσποτες περιπλανήσεις μας μέσα στην αγορά. Ο Μανώλης αδιαφορούσε, ο Λευτέρης ο «σγουρός» το διασκέδαζε, εμένα με εκνεύριζε, ο Γιώργος ο «γερμανός» χαμογελούσε. Μας έκραζε από μακριά, ανεβάζοντας πρώτα το γείσο της τραγιάσκας του, που πάντα έχασκε μόρτικα προς τον ουρανό, ακόμα πιο ψηλά, στην κορυφή του άσπρου του κεφαλιού &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-WPu4UB3r1j0/TkRDtERzgsI/AAAAAAAAOl8/UBbx_ftTPxQ/s1600/KostasGanoyis6AutobiogrBlog.JPG"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 249px; FLOAT: left; HEIGHT: 245px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639707074896298690" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-WPu4UB3r1j0/TkRDtERzgsI/AAAAAAAAOl8/UBbx_ftTPxQ/s320/KostasGanoyis6AutobiogrBlog.JPG" /&gt;&lt;/a&gt; και έπειτα έσιαζε κοροϊδευτικά το σακάκι που ποτέ δεν το φόρεσε από τα μανίκια, μόνιμα το είχε ριχτό στους ώμους, καλύπτοντας τις φαρδιές του σαν πλατφόρμα πλάτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τεντιμποϊσμός και ό,τι αυτό σήμαινε τότε, ήταν το στίγμα της Χωροφυλακής για εμάς. Πολύ αργότερα έμαθα πως στον φάκελο μου έγραψαν ως χαρακτηριστικό μου, «Ρέπει προς τέρψιν».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επιπρόσθετος όμως βραχνάς ήταν και ότι ο Μανώλης ήταν γεννημένος στην Τασκένδη. Γυμνασιόπαιδο ακόμη εγώ της 5ης στον ένδοξο Νηρέα, καραβοκύρης όμως στις προθέσεις μου δεν ήταν να γίνω. Μελλοντικοί καπεταναίοι μόνο πήγαιναν στο ιδιωτικό Γυμνάσιο αυτό και τύποι απροσάρμοστοι, αδέσποτοι σαν και του λόγου μου που από όλα τα ιδιωτικά του Βόλου είχαν εκδιωχθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα ταυτότητα στα χέρια μου δεν είχα. Ο Μανώλης λόγω φρονημάτων, εγώ λόγω αδιαφορίας. Βρέθηκε δουλειά στο γκρουπ μέσω Βολιώτη μάνατζερ που δρούσε στην Αθήνα. Μεγάλο ξενοδοχείο στην Λεμεσό της Κύπρου για το καλοκαίρι. Θα πληρωνόμασταν σε λίρες. Ετοιμάσαμε ο Μανώλης και εγώ τα χαρτιά για τις ταυτότητες, να βγουν τα διαβατήρια και περιμέναμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ θα εγκατέλειπα το φοβερό αυτό Γυμνάσιο, ο Μανώλης το σιδηρουργείο. Μια καθημερινή του Μάρτη του '73, είχαμε φτάσει πια στο 1973, δυο τύποι κουστουμάτοι ήρθαν και με έβγαλαν από την τάξη του Νηρέα.&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-dmWfdVAoYu8/TkRElQEO-QI/AAAAAAAAOmE/v2L61UINDWU/s1600/KostasGanoyis7AutobiogrBlog.JPG"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 280px; FLOAT: right; HEIGHT: 232px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639708040133277954" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-dmWfdVAoYu8/TkRElQEO-QI/AAAAAAAAOmE/v2L61UINDWU/s320/KostasGanoyis7AutobiogrBlog.JPG" /&gt;&lt;/a&gt; Έξω, στην Ερμού περίμενε «η μαυρομύτα», το ασφαλίτικο. Μου κόπηκαν τα πόδια. Είχα ήδη τριετή αναστολή από δικαστήριο για ένα τράκο με κλεψιμέικο μηχανάκι. Στο ιδιαίτερο γραφείο που με έβαλαν δεν είπαν λόγια, βρυχήθηκαν σαν λυκόσκυλα, έριξαν μάπες λέγοντας μόνο πως εγώ ένα γυμνασιόπαιδο δεν έπρεπε να σταματήσω το Γυμνάσιο και να ακολουθήσω τον φίλο μου Μανώλη, ούτε τον κορνετίστα που είχαμε στο γκρουπ. Αυτός ήταν σεσημασμένος, μου είπαν, κλέφτης και παιδεραστής. Ο φίλος μου εγκληματίας κομουνιστής κι εγώ ένας τεντιμπόης κλεφτοκοτάς που έπρεπε να συμμορφωθεί. Πολύ αργότερα πήρα ταυτότητα όπως και διαβατήριο. Χάλασε η δουλειά της Κύπρου και αυτή ήταν η δεύτερη μας ήττα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στο σταθμό του Μονάχου» τραγούδαγε ο Κάρολος κι όταν έφτανε στην στροφή που έλεγε «Δίπλα μου λαγοκοιμάται ένας χίπης μεθυσμένος», έδειχνε εμένα. Ήμασταν πια γιος με πατέρα. Ντρεπόμουνα όμως για τον κυρ-Γιώργο, τον ταχυδρόμο, τον φυσικό μου πατέρα, που είχε άλλα όνειρα για μένα. Δεν έκανα όμως τίποτα γι' αυτό και αυτό ήταν που με έσπρωξε την πύλη του Άδη να βρω, από το αφοπλιστικό εκείνο βλέμμα του, το όχι αυστηρό, για πάντα να κρυφτώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και έτσι με πήρε η νύχτα, μαζί και οι ήττες μου, πια σβάρνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-Ai00Y7NmVbc/TkRQFfXhhzI/AAAAAAAAOmM/L0A6Wdqa2yw/s1600/KostasGanoyis9--AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 199px; FLOAT: left; HEIGHT: 307px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639720688624437042" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-Ai00Y7NmVbc/TkRQFfXhhzI/AAAAAAAAOmM/L0A6Wdqa2yw/s320/KostasGanoyis9--AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Ένα από εκείνα τα σούρουπα που είχαν γίνει πλέον τότε πρωινά μου, στην παραλία του Βόλου, στην αξέχαστη «Μινέρβα», είδα σημαδιακή για μένα από τότε εικόνα. Σμάρια σμάρια κάποιους της Αθήνας φοιτητές με κολλητούς της δικής μου της σειράς μαθητές να συνομιλούν με ένταση. Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω κι έστησα αφτί. «Μαλάκες, γίνεται πόλεμος», μασημένα τους άκουσα να λένε. «Βαράνε όπου βρουν, το κέντρο είναι Βιετνάμ». Μπερδεύτηκα, δεν είχα ιδέα για τι μιλούσαν. Η νύχτα μου έκρυβε πολλά από τα κοινωνικοπολιτικά. «Μια η Νομική», άκουσα μετά από λίγο, «και τώρα το Πολυτεχνείο. Έχουν λυσσάξει τα καριόλια οι φασίστες». «Θα μας φάνε», είπε κάποιος που συμπτωματικά διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας. Σκιάχτηκα καθότι ήδη φοβικός, ήμουν ανίδεος κι ίσως το σκιάξιμό μου να το είδε εκείνος σαν να αγρίεψα με τα λεγόμενα του. Ώρες είναι να μου την πέσουν είπα και σηκώθηκα να φύγω. Πληρώνοντας τον σερβιτόρο, το θρυλικό Αλέκο τον ρώτησα τι ώρα ήταν και πόσο είχε ο μήνας. «Πέντε ακριβώς», μου είπε με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, «κύριε. 16 Νοεμβρίου του 1973».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεκαεπτά Νοεμβρίου του '78. Απόγευμα στον αυλόγυρο του Πολυτεχνείου για να οσμισθώ από κοντά ό,τι δεν είχα ζήσει. Τα χνάρια στα μαλλιά μου πάλι από αμερικάνικο κούρεμα ήταν νωπά. Είχε όμως λήξει η εικοσάρα φυλακή αντί Αεροδικείου, που είχα φάει για πλαστογραφημένη έξοδο. Με είχε καρφώσει ένα καρακόλι, που μου το έπαιξε στην πύλη φίλος. Παραμένω όμως ακόμη εύπιστος στις καλές προθέσεις των γύρω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φόραγα ένα μοντγκόμερι σκούρο μπλε και είχα την κουκούλα του στο κεφάλι, &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-KxDqZ9IM21U/TkRZQQsp-CI/AAAAAAAAOmU/K-1Rj2wBtjQ/s1600/KostasGanoyis8-Karavania-AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 280px; FLOAT: right; HEIGHT: 280px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639730769269749794" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-KxDqZ9IM21U/TkRZQQsp-CI/AAAAAAAAOmU/K-1Rj2wBtjQ/s320/KostasGanoyis8-Karavania-AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;όχι μόνο γιατί κρύωνα, αλλά κυρίως γιατί τότε που περίσσευαν τα μακριά μαλλιά το κεφάλι μου θα ήταν τσαμπουκάς σαν λες κακοβαμμένη γλάστρα. Εκείνη φόραγε τζιν και ήταν ενθουσιώδης και ωραία. Μου ζήτησε να βγάλω και έβγαλα την κουκούλα. Γέλασε. Μου έσφιξε το μπράτσο και προχωρήσαμε βαθύτερα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των δίκαιων αιτημάτων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δίφραγκο που έστριψα πατώντας το με την δεξιά παλάμη μου πάνω στο γόνατο, έστρεξε με την κορώνα του να μην μπω για πρόβα μέσα στο μαγαζί, μα να σηκωθώ και να φύγω όσο γινόταν μακρύτερα, να εξαφανιστώ, να χαθούν από τα μάτια μου τα μπουζουξίδικα μαζί με τα συνεπακόλουθα και τις συνήθειές του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι οι δρόμοι είχαν συγκλίνει πια μέσα μου και ως προορισμό μου δείχνανε την Αθήνα...&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Κώστας Γανωτής (1956)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-ZB6bB6eqBEk/TkQ3kcG0GeI/AAAAAAAAOlk/HcnEfU1pw6E/s1600/1KostasGanoyis3AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 318px; HEIGHT: 391px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5639693732534295010" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-ZB6bB6eqBEk/TkQ3kcG0GeI/AAAAAAAAOlk/HcnEfU1pw6E/s400/1KostasGanoyis3AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; κείμενo&lt;/strong&gt; είναι απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο&lt;br /&gt;του Κώστα Γ. Γανωτή &lt;strong&gt;Περιμένοντας τον Λάκη Ρα&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2009&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;screenshots, ethnos.gr,&lt;br /&gt;musiccorner.gr, antixisi.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=dwyMUkti94g&amp;amp;feature=related"&gt;&lt;u&gt;ΕκΠΟΙΗΣΗ 1.&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=oijVqvMEhBg&amp;amp;feature=related"&gt;&lt;u&gt;Η παρουσίαση του βιβλίου "Περιμένοντας τον Λάκη Ρα&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=E-puA52eSLQ&amp;amp;feature=related"&gt;&lt;u&gt;Κώστας Γανωτής: Άνθρωποι μόνοι - Mama mia&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://zeligondrugs.blogspot.com/2011/01/blog-post.html"&gt;&lt;u&gt;zelig on drugs blog: κώστας γανωτής μόνο στον απόλυτο&lt;br /&gt;μετεωρισμό το θαύμα της ζωής κάνει την παρουσία του υπαρκτή&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; &lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-231262749732355134?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/231262749732355134/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=231262749732355134' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/231262749732355134'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/231262749732355134'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/08/119.html' title='119 ~ Κώστας Γανωτής: Με πήρε η νύχτα, μαζί και οι ήττες μου'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-gNDqnSmk3oA/TkJXlhrA7gI/AAAAAAAAOlM/yOXcjSTWhiU/s72-c/1KostasGanotisAutobiogrBlog.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-574594924252050167</id><published>2011-07-14T07:55:00.008+03:00</published><updated>2011-08-12T13:47:18.035+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>118 ~ Γιέρζι Κοζίνσκι: Αισθανόμουν να κατακλύζομαι από ένα συναίσθημα απελπισίας</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-l-yzf28Zn7M/TjHcpgCk3BI/AAAAAAAAOYQ/yKBXXDI30aE/s1600/JerzyKosi%25C5%2584ski9.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634527214350687250" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; CURSOR: hand; HEIGHT: 294px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-l-yzf28Zn7M/TjHcpgCk3BI/AAAAAAAAOYQ/yKBXXDI30aE/s400/JerzyKosi%25C5%2584ski9.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Την άνοιξη του 1963, επισκέφτηκα την Ελβετία με την αμερικανικής καταγωγής γυναίκα μου, Μέρι. Είχαμε ξαναπάει για διακοπές σ' αυτήν τη χώρα, αλλά τώρα βρισκόμασταν εκεί για διαφορετικό λόγο: η γυναίκα μου έδινε μάχη με μια ανίατη, όπως έλεγαν οι γιατροί, αρρώστια και είχαμε έρθει στην Ελβετία για να συμβουλευτεί ακόμα μία ομάδα ειδικών. Καθώς φανταζόμασταν ότι θα χρειαζόταν να μείνουμε αρκετό καιρό, πιάσαμε μια σουίτα σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο το οποίο δέσποζε πάνω από τη λίμνη ενός θέρετρου που ήταν της μόδας από παλιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανάμεσα στους μόνιμους ενοίκους του ξενοδοχείου ήταν και μια παρέα πλούσιων Ανατολικοευρωπαίων, οι οποίοι είχαν έρθει στην πόλη λίγο πριν ξεσπάσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος. Είχαν όλοι εγκαταλείψει την πατρίδα τους προτού αρχίσει το μακελειό και δεν είχε χρειαστεί ποτέ να αγωνιστούν για τη ζωή τους. &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-HYXM0RmdWk8/TjHah34T4wI/AAAAAAAAOXg/brqZF17IV5g/s1600/kosinski-1.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634524884287873794" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 166px; CURSOR: hand; HEIGHT: 250px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-HYXM0RmdWk8/TjHah34T4wI/AAAAAAAAOXg/brqZF17IV5g/s400/kosinski-1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Από τη στιγμή που βολεύτηκαν στο ελβετικό καταφύγιό τους, αυτοσυντήρηση σήμαινε γι' αυτούς να ζουν απλώς από τη μια μέρα στην άλλη. Οι περισσότεροι ήταν γύρω στα εβδομήντα ή τα ογδόντα, συνταξιούχοι χωρίς κανένα σκοπό, οι οποίοι μιλούσαν μετά μανίας για τα γηρατειά, ένιωθαν τις δυνάμεις να μειώνονται σταθερά, κι όλο ήθελαν να φύγουν από το χώρο του ξενοδοχείου. Περνούσαν την ώρα τους στα σαλόνια και τα εστιατόρια ή κάνοντας βόλτες στο πάρκο του ξενοδοχείου. Τους ακολουθούσα συχνά, σταματούσα μαζί τους μπροστά σε πορτρέτα αρχηγών κρατών που είχαν επισκεφτεί το ξενοδοχείο την περίοδο του μεσοπολέμου' διάβαζα μαζί τους τις μαυρισμένες αναμνηστικές πλακέτες διαφόρων διεθνών διασκέψεων ειρήνης που είχαν τοποθετηθεί στις αίθουσες συνεδρίων του ξενοδοχείου μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πότε πότε, έπιανα την κουβέντα με μερικούς απ' αυτούς τους αυτοεξόριστους, αλλά οσάκις έκανα κάποια νύξη για τα χρόνια του πολέμου στην Κεντρική ή την Ανατολική Ευρώπη, δεν παρέλειπαν ποτέ να μου υπενθυμίσουν πως, λόγω του ότι είχαν έρθει στην Ελβετία πριν ξεσπάσει η βία, δεν είχαν γνωρίσει τον πόλεμο παρά μόνο πολύ αόριστα, από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Αναφερόμενος ειδικά σε μια χώρα στην οποία βρίσκονταν τα περισσότερα από τα στρατόπεδα θανάτου, τους επισήμανα ότι, από το 1939 έως το 1945,&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-9PZj3dYO-5I/TjHaq8vPLRI/AAAAAAAAOXo/BkCMK5yDwQ0/s1600/kosinski-3.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634525040210816274" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 156px; CURSOR: hand; HEIGHT: 217px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-9PZj3dYO-5I/TjHaq8vPLRI/AAAAAAAAOXo/BkCMK5yDwQ0/s400/kosinski-3.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; λόγω άμεσης στρατιωτικής δράσης είχαν πεθάνει μόνο ένα εκατομμύριο άνθρωποι, ενώ πεντέμισι εκατομμύρια είχαν εξοντωθεί από τους εισβολείς. Πάνω από τρία εκατομμύρια απ' αυτά τα θύματα ήταν Εβραίοι, και το ένα τρίτο απ' αυτούς κάτω των δεκαέξι ετών. Οι απώλειες αυτές υπολογίζονταν σε διακόσιους είκοσι θανάτους ανά χίλια άτομα και κανείς δεν θα μπορούσε ποτέ να υπολογίσει πόσοι ακόμα είχαν μείνει ανάπηροι ή είχαν τραυματιστεί σωματικά και ψυχικά. Οι ακροατές μου κουνούσαν με ευγένεια το κεφάλι και παραδέχονταν ότι ανέκαθεν πίστευαν πως όσα γράφονταν για τα στρατόπεδα και τους θαλάμους αερίων ήταν αρκούντως διανθισμένα από τη φαντασία υπερβολικά συναισθηματικών δημοσιογράφων. Τους διαβεβαίωσα ότι είχα ζήσει την παιδική και εφηβική ηλικία μου στην Ανατολική Ευρώπη, στη διάρκεια του πολέμου και των μεταπολεμικών χρόνων, και γνώριζα ότι η κτηνωδία των πραγματικών γεγονότων ξεπερνούσε και την πιο αχαλίνωτη φαντασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τις ημέρες που η γυναίκα μου έμενε στην κλινική για θεραπεία, νοίκιαζα ένα αυτοκίνητο και τριγυρνούσα χωρίς κανέναν συγκεκριμένο προορισμό. Οδηγώντας στους φροντισμένους ελβετικούς δρόμους, παρατηρούσα κάθε τόσο στα γύρω χωράφια ένα σωρό κοντόχοντρες αντιαρματικές παγίδες από ατσάλι ή μπετόν, που είχαν τοποθετηθεί εκεί στη διάρκεια του πολέμου για να ανακόψουν την προέλαση αρμάτων μάχης. Στέκονταν ακόμη εκεί, ετοιμόρροπα αμυντικά οχυρά απέναντι σε μια εισβολή που δεν έγινε ποτέ, εκτός τόπου και χωρίς σκοπό όπως και οι ντεμοντέ εξόριστοι του ξενοδοχείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα απογεύματα νοίκιαζα συχνά μια βάρκα και κωπηλατούσα άσκοπα στη λίμνη. Εκείνες τις στιγμές, αισθανόμουν πολύ έντονα τη μοναξιά μου: Η γυναίκα μου, ο συναισθηματικός &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-h-uWahryZrk/TjHa7RfrfOI/AAAAAAAAOX4/zYnM6v6vRXQ/s1600/kosinski-7.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634525320660614370" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 180px; CURSOR: hand; HEIGHT: 207px" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-h-uWahryZrk/TjHa7RfrfOI/AAAAAAAAOX4/zYnM6v6vRXQ/s400/kosinski-7.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;δεσμός με τη ζωή μου στις Ηνωμένες Πολιτείες, πέθαινε. Η μόνη μου επαφή με ό,τι απόμενε από την οικογένεια μου στην Ανατολική Ευρώπη ήταν κάποια πολύ αραιά κρυπτογραφικά γράμματα, πάντα στο έλεος του λογοκριτή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφηνόμουν να με παρασύρει το ρεύμα και αισθανόμουν να κατακλύζομαι από ένα συναίσθημα απελπισίας' δεν ήταν απλώς η μοναξιά ή ο φόβος μήπως πεθάνει η γυναίκα μου, αλλά ένα συναίσθημα αγωνίας που συνδεόταν άμεσα με την κενή ζωή των εξόριστων και την αναποτελεσματικότητα των μεταπολεμικών διασκέψεων για την ειρήνη. Σκεφτόμουν τις πλακέτες που στόλιζαν τους τοίχους του ξενοδοχείου και αναρωτιόμουν αν οι πρωτεργάτες των συνθηκών ειρήνης τις υπέγραφαν καλή τη πίστει. Τα γεγονότα που ακολουθούσαν τις διασκέψεις δεν επιβεβαίωναν αυτή την εικασία. Κι όμως, οι ηλικιωμένοι εξόριστοι στο ξενοδοχείο εξακολουθούσαν να πιστεύουν ότι ο πόλεμος ήταν κάποια ανεξήγητη παρέκκλιση σ' έναν κόσμο καλοπροαίρετων πολιτικών, ο ανθρωπισμός των οποίων ήταν αναμφισβήτητος. Αδυνατούσαν να δεχτούν ότι ορισμένοι εγγυητές της ειρήνης είχαν γίνει αργότερα ιεροφάντες του πολέμου. Λόγω αυτής της δυσπιστίας, εκατομμύρια άνθρωποι όπως οι γονείς μου κι εγώ, που δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να δραπετεύσουν, είχαν αναγκαστεί να ζήσουν πολύ χειρότερα γεγονότα από εκείνα που με τόσο στόμφο απαγόρευαν αυτές οι συνθήκες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ακραία ανακολουθία ανάμεσα στα γεγονότα όπως τα είχα γνωρίσει εγώ και τη νεφελώδη, ανεδαφική αντίληψη που είχαν γι' αυτά οι εξόριστοι και οι διπλωμάτες με ενοχλούσε σφόδρα. Άρχισα να επανεξετάζω το παρελθόν μου και αποφάσισα &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-JDufWBpwKAg/TjHazuXPaTI/AAAAAAAAOXw/vYW0fgkpojM/s1600/kosinski-4.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634525190970894642" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 150px; CURSOR: hand; HEIGHT: 190px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-JDufWBpwKAg/TjHazuXPaTI/AAAAAAAAOXw/vYW0fgkpojM/s400/kosinski-4.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;να εγκαταλείψω τις σπουδές κοινωνικών επιστημών και να στραφώ στην πεζογραφία. Γνώριζα ότι, αντίθετα από την πολιτική, που δεν πρόσφερε παρά μόνο μεγαλόστομες υποσχέσεις ενός ουτοπικού μέλλοντος, η πεζογραφία μπορούσε να παρουσιάσει τη ζωή όπως τη βιώνουμε πραγματικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις έφτασα στην Αμερική, έξι χρόνια πριν απ' αυτή την επίσκεψη στην Ευρώπη, ήμουν αποφασισμένος να μην ξαναπατήσω ποτέ το πόδι μου στη χώρα όπου είχα περάσει τα χρόνια του πολέμου. Το ότι είχα επιζήσει οφειλόταν αποκλειστικά στην τύχη και είχα πάντα σαφή επίγνωση του ότι εκατοντάδες χιλιάδες άλλα παιδιά είχαν καταδικαστεί. Όσο έντονα κι αν αισθανόμουν όμως αυτή την αδικία, δεν αντιλαμβανόμουν τον εαυτό μου ως μικροπωλητή προσωπικών ενοχών και αναμνήσεων ούτε ως χρονικογράφο της καταστροφής που έτυχε στο λαό και στη γενιά μου, αλλά απλώς ως αφηγητή.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;Jerzy Kosiński (1933–1991)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt; &lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-cJXy45zsfyo/TjHcwHDTSgI/AAAAAAAAOYY/TTKe-Z98mlA/s1600/JerzyKosi%25C5%2584ski8.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5634527327901927938" style="WIDTH: 400px; CURSOR: hand; HEIGHT: 206px" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-cJXy45zsfyo/TjHcwHDTSgI/AAAAAAAAOYY/TTKe-Z98mlA/s400/JerzyKosi%25C5%2584ski8.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό κείμενo&lt;/strong&gt; είναι από τον πρόλογο&lt;br /&gt;του συγγραφέα στο βιβλίο &lt;strong&gt;Γιέρζι Κοζίνσκι, Το βαμμένο πουλί&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετάφραση: &lt;strong&gt;Τρισεύγενη Παπαϊωάννου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. Μεταίχμιο, 2006&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;barrykornbluh.nl, artsandopinion.com,&lt;br /&gt;ocregister.com, gadu-gadu.pl (fot. Wojciech Druszcz),&lt;br /&gt;exilequarterly.com, polskatimes.pl&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;- o Γιέρζι Κοζίνσκι στο &lt;a href="http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com/2011/06/62.html"&gt;&lt;u&gt;χωρίς άλλη αναβολή&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-574594924252050167?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/574594924252050167/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=574594924252050167' title='4 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/574594924252050167'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/574594924252050167'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/07/118.html' title='118 ~ Γιέρζι Κοζίνσκι: Αισθανόμουν να κατακλύζομαι από ένα συναίσθημα απελπισίας'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-l-yzf28Zn7M/TjHcpgCk3BI/AAAAAAAAOYQ/yKBXXDI30aE/s72-c/JerzyKosi%25C5%2584ski9.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-5878165498490752957</id><published>2011-06-26T13:10:00.006+03:00</published><updated>2011-08-12T13:49:56.018+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>117 ~ Βάλτερ Μπένγιαμιν: Επαίτες και πόρνες</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-3ZFofVTsIIE/TgmiiPJWKLI/AAAAAAAAOSQ/VYwN1hCkpQo/s1600/Benjamin11.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 324px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5623204318813759666" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-3ZFofVTsIIE/TgmiiPJWKLI/AAAAAAAAOSQ/VYwN1hCkpQo/s400/Benjamin11.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Στα παιδικά μου χρόνια ήμουν δέσμιος της παλιάς και της νέας δυτικής πλευράς της πόλης. Το σόι μου έμενε τότε σ' αυτές τις δύο συνοικίες με μία συμπεριφορά ανάμεικτη από πείσμα και υπερηφάνεια, γεγονός που τους έκανε να ζουν σ' ένα γκέτο που το θεωρούσαν φέουδό τους. Παρέμενα κλεισμένος σε αυτή τη συνοικία χωρίς να γνωρίσω άλλη. Για τα πλούσια παιδιά της ηλικίας μου οι φτωχοί ήταν μόνο ζητιάνοι. Είχα κάνει μεγάλη πρόοδο όταν ανακάλυψα πρώτη φορά ότι η φτώχεια αποτελεί το όνειδος της κακοπληρωμένης εργασίας. Ήταν σ' ένα μικρό κείμενο, το πρώτο που συνέταξα εντελώς μόνος μου, για λογαριασμό μου. Το θέμα του ήταν ένας άνθρωπος που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια, καθώς και οι ταπεινώσεις που υφίστατο από τους περαστικούς που αδιαφορούσαν γι' αυτά. &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-qZ_CZQ6_hUc/TgmpEvFEKcI/AAAAAAAAOSg/pRa2PnA9hhg/s1600/Benjamin12.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 195px; FLOAT: right; HEIGHT: 234px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5623211508571056578" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-qZ_CZQ6_hUc/TgmpEvFEKcI/AAAAAAAAOSg/pRa2PnA9hhg/s400/Benjamin12.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Τότε ο φτωχός -έτσι τελείωνα- ξεφορτώνεται κρυφά το πακέτο. Σίγουρα ήταν ο πλέον αναποτελεσματικός τρόπος να τακτοποιήσει την κατάσταση. Όμως, την εποχή εκείνη δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη μορφή εξέγερσης εκτός από τη σκανταλιά. Είναι αλήθεια ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας. Κατέφευγα σ' αυτήν όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου. Κυρίως όταν έβγαινε για ψώνια, τότε που το πείσμα μου και η επιμονή μου την έφερναν σε κατάσταση απόγνωσης. Συνήθιζα πράγματι, να μενω πάντα μισό βήμα πίσω. Σαν να μην ήθελα σε καμία περίπτωση να πηγαίνω μπροστά, ούτε ακόμα και με την ίδια μου τη μητέρα. Ο λόγος που κατά τις κοινές μας εξόδους στην πόλη αισθανόμουνα αυτή την ονειροπόλο αντίσταση, αποκαλύφθηκε αργότερα, όταν ο λαβυρινθώδης χαρακτήρας της πόλης ξανοίχτηκε στη σεξουαλική επιθυμία. Αλλά αυτή η τελευταία, κατά τις πρώτες ψηλαφήσεις αναζητούσε λιγότερο τη σάρκα και περισσότερο την εντελώς κολασμένη ψυχή, που τα φτερά της έλαμπαν σαπρά στο φώς ή λαγοκοιμούνταν ακόμα, αναδιπλωμένα κάτω από τη γούνα που περιέβαλλε αυτήν τη ψυχή σαν κουκούλι. Επωφελούμουν, λοιπόν, από ένα βλέμμα που φαινόταν να μη βλέπει το &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-SQ9xYbMSepo/Tgmfz6cnOcI/AAAAAAAAOSI/K2liRtx-s8Q/s1600/Benjamin7.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 140px; FLOAT: left; HEIGHT: 214px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5623201323960187330" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-SQ9xYbMSepo/Tgmfz6cnOcI/AAAAAAAAOSI/K2liRtx-s8Q/s400/Benjamin7.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; τρίτο κομμάτι από αυτό που πραγματικά παρατηρούσε. Ωστόσο, ήδη από τότε, όταν η μητέρα μου αποδοκίμαζε την απέχθεια που ένιωθα και τη νυσταλέα περιπλάνησή μου, διέβλεπα αμυδρά τη δυνατότητα να διαφύγω μια μέρα από την κηδεμονία της, χάρη στη συνωμοτικότητα αυτών των δρόμων, μέσα στους οποίους, ήταν προφανές, δεν είχα βρει το δικό μου. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίσθηση -δυστυχώς απατηλή- ότι μπορούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου από την κοινωνική της τάξη και από τη δική μου, εξηγούσε την ακατανίκητη παρόρμηση που μ' έκανε να πλησιάζω μέσα στο δρόμο μια πόρνη. Αυτό μπορούσε να διαρκεί κάποιες ώρες πριν το αποτολμήσω. Η φρίκη που ένιωθα τότε ήταν η ίδια με αυτήν που θα ένιωθα μπροστά σε ένα αυτόματο, το οποίο αρκούσε να του θέσει κανείς ένα ερώτημα για να αρχίσει να λειτουργεί... Και τότε έριχνα τη φωνή μου μέσα στη σχισμή. Το αίμα βούιζε στ' αυτιά μου και δεν ήμουν ικανός να συλλέξω τα λόγια που έπεφταν από αυτό το έντονα μακιγιαρισμένο στόμα. Δραπέτευα για να επαναλάβω, την ίδια νύχτα -πόσες φορές ακόμα- την τρελή αυτή προσπάθεια. Όταν, καμιά φορά χαράματα, σταματούσα σε μια αυλόπορτα και παγιδευόμουν χωρίς διέξοδο στα ασφαλτοστρωμένα δεσμά του δρόμου, δεν ήταν και τα πιο καθαρά χέρια αυτά που με απελευθέρωναν.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;Walter Benjamin (1892-1940)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-3SDl5zwxj6U/TgminxyxWiI/AAAAAAAAOSY/Mtd_b-QjUrM/s1600/Benjamin6.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 360px; HEIGHT: 267px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5623204414013659682" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-3SDl5zwxj6U/TgminxyxWiI/AAAAAAAAOSY/Mtd_b-QjUrM/s400/Benjamin6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;από το βιβλίο του &lt;strong&gt;Βάλτερ Μπένγιαμιν&lt;br /&gt;Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;σε μετάφραση &lt;strong&gt;Ιωάννας Αβραμίδου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. Άγρα, 2005&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;philosophie.posterous.com,&lt;br /&gt;harvardpress.typepad.com, literaturhaus-frankfurt.de, zeit.de&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;strong&gt;*&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt; Η ανάρτηση αποτελεί &lt;a href="http://poem-for-you.blogspot.com/2011/05/168.html?showComment=1309125895465#552473356424043099"&gt;&lt;u&gt;πρόταση και δουλειά του Χρήστου&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;(5ο σχόλιο)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;- Λίζυ Τσιριμώκου: H πορεία ενός κορυφαίου στοχαστή &lt;br /&gt;του 20ού αιώνα προς την αμφισβήτηση - από &lt;a href="http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=159293"&gt;&lt;u&gt;Το Βήμα, 30/05/2004&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-5878165498490752957?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/5878165498490752957/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=5878165498490752957' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5878165498490752957'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5878165498490752957'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/06/117.html' title='117 ~ Βάλτερ Μπένγιαμιν: Επαίτες και πόρνες'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-3ZFofVTsIIE/TgmiiPJWKLI/AAAAAAAAOSQ/VYwN1hCkpQo/s72-c/Benjamin11.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-3131580654002574565</id><published>2011-06-08T17:35:00.002+03:00</published><updated>2011-06-28T14:01:12.988+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>116 ~ Πάτρικ Γουάιτ: οι πρώτοι ελαφροί κυματισμοί στο ρεύμα του πάθους...</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-eftPaUJFrwE/TezsK2cYOxI/AAAAAAAAOL4/on0yRRnYZzY/s1600/PatrickWhite6-Autobiogr-Blog.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5615122506581555986" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 308px; CURSOR: hand; HEIGHT: 304px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-eftPaUJFrwE/TezsK2cYOxI/AAAAAAAAOL4/on0yRRnYZzY/s400/PatrickWhite6-Autobiogr-Blog.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Ήταν το καλοκαίρι του 1926. Ήμουν δεκατεσσάρων ετών και είχαν νοικιάσει το σπίτι στο Φέλφαμ του Σάσεξ. Για τη μητέρα μου, το απαλοπράσινο τοπίο που μας περιέβαλλε ήταν εγγλέζικο, όμορφο, κατά πολύ πιο ελκυστικό απ' το εκτυφλωτικό φως, από την ξηρασία κι από την απειλή των φιδιών. Ο πατέρας μου το είδε σα βοσκότοπο για παραγωγή αρνίσιου και μοσχαρίσιου κρέατος. Όσο για μένα, σήμαινε μοναξιά που μέσα της θα επουλώνονταν οι πληγές μου' μα οι φωνές της υπαίθρου μου υπενθύμιζαν διαρκώς πως ήμουν ένας ξένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήμουν κυρίως συντροφιά με τον εαυτό μου στο νεογοτθικό σπίτι που είχαν νοικιάσει οι γονείς μου για τις διακοπές: απόλυτα ξεκομμένος από κάθε άλλη πτυχή της ζωής μου — ωστόσο σ' αυτό το σπίτι φαινόταν να διαμορφώνεται η ζωή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπήρχε η Μακρόστενη Αίθουσα, στη μιαν άκρη του κήπου' στην άλλη, ο μεγάλος επίχρυσος καθρέφτης, όλο κηλίδες, λακκάκια και ρυτιδώσεις. Ταλαντευόμουν μες στο υδάτινο γυαλί' ανάλογα με το φως αποσυρόμουν στα έγκατα του ενυδρείου ή έτρεμα στο προσκήνιο σαν κλωστή κιτρινοπράσινου κάρδαμου. Αυτοί που νόμιζαν πως με γνώριζαν δεν είχαν ιδέα για το πλάσμα που ούτε εγώ γνώριζα καλά-καλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-9E7WmxB3PHQ/TeziGnaK-3I/AAAAAAAAOLw/R41681L_QJw/s1600/PatrickWhite5-Autobiogr-Blog.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5615111438710012786" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 189px; CURSOR: hand; HEIGHT: 208px" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-9E7WmxB3PHQ/TeziGnaK-3I/AAAAAAAAOLw/R41681L_QJw/s400/PatrickWhite5-Autobiogr-Blog.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Αν στο σχολείο ταμπουρωνόμουν μες στην περηφάνια μου, στις διακοπές δραπέτευα απ' αυτήν. Οι δρόμοι του Λονδίνου, μου έδιναν αυτοπεποίθηση. Η μηδαμινότητά μου μου επέτρεπε ν' αφήνομαι να με πηγαίνει το ρεύμα της ζωής. Κατά καιρούς βάδιζα καμαρωτός-καμαρωτός, απολαμβάνοντας την ανωνυμία ανάμεσα στα ροδαλά, απορροφημένα πρόσωπα και σ' εκείνα που ήταν κατάχλομα και μες στη σαστιμάρα. Παρατηρούσα μανιωδώς την αλαζονεία εκείνων που δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν, τους αναιδείς, κουστουμαρισμένους άντρες, τις ψηλόλιγνες γυναίκες τους που αιμορραγούσαν κάτω από καπέλα κλος, με τις γούνες ριγμένες ανοιχτά πάνω στο κοίλωμα που σχηματίζεται δίπλα στο κόκαλο της κλείδωσης και στα ατροφικά τους στήθη. Η ψυχρότητα τους και το γεγονός πως θα με περιφρονούσαν δεν εξασθένισε' απεναντίας, λίπανε το χώμα στο οποίο κείτονταν οι σπόροι του αποικιακού σνομπισμού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό που με αναστάτωνε χωρίς να το καταλαβαίνω ήταν οι φωνές των Ουαλών ανθρακωρύχων που τραγουδούσαν αρμονικά καθώς σέρνονταν στην οδό Μπρόμπτον με τα λιγδιασμένα τους αδιάβροχα. Πασχίζοντας για μιαν ανέφικτη Ιερουσαλήμ, μου άγγιζαν μια χορδή που δεν ήξερα πώς να εξερευνήσω. Κατόπιν, στο ξενοδοχείο, ξάπλωνα στο κρεβάτι, σκαμπανεβάζοντας σε μια θάλασσα από ουαλικές φωνές - και σε μια παράλογη δυστυχία. Σηκωνόμουν, έπλενα το πρόσωπο και τα χέρια μου και κατέβαινα με την οικογένεια μου στην ψησταριά για να φάμε τηγανητό αφρομάριδο μέσα σε μικρά πατατοκάλαθα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[....] Το Φέλφαμ τις περισσότερες φορές ήταν πληκτικό: τα πλεονάζοντα παιδιά που είχαν προσκληθεί να μείνουν επισκέπτονταν Αυστραλούς κι έδιναν λεπτομέρειες των ευρωπαϊκών περιοδειών και την παρουσίαση τους στην Αυλή. Αν οι ενήλικοι παρατηρούσαν ένα νεφελώδες αγόρι, με τα μάτια προσηλωμένα σε κύκλους μπεζ φανέλας, να μπαινοβγαίνει στις συζητήσεις τους, δε μπορούσαν να το καταλάβουν απολύτως. Οι φωνές που προσπαθούσαν να το διασκεδάσουν χαμήλωναν, κι εκείνο μπορούσε να δραπετεύσει προσωρινά, όχι μόνο από την παρέα, αλλά και από τη δική του αντανάκλαση στον καθρέφτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μισούσα την εμφάνιση που είχα κληρονομήσει, αλλά δεν ήξερα με τι να την αντικαταστήσω, αν μπορούσα να επιλέξω — εκτός αν ήταν κάτι δυνατό και όμορφο, τόσο συνηθισμένο όσο αυτοί που περιφρονούσα και ζήλευα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-V9qGyicPzLs/Teze5aowcMI/AAAAAAAAOLo/1F3yQJXuzSc/s1600/PatrickWhite4-Autobiogr-Blog.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5615107913408344258" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 222px; CURSOR: hand; HEIGHT: 190px" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-V9qGyicPzLs/Teze5aowcMI/AAAAAAAAOLo/1F3yQJXuzSc/s400/PatrickWhite4-Autobiogr-Blog.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; [....] Οι γονείς μου ήταν πολύ τρομαγμένοι που είχαν ένα ντελικάτο γιο. Με κρατούσαν μακριά από τα ρεύματα και με προστάτευαν με πολλά μάλλινα. Με χρειάζονταν για να τους δώσω μιαν αίσθηση της δικής τους συνέχειας, κληρονομώντας το μερίδιο μου ενός σημαντικού κτηνοτροφικού αγροκτήματος αρνιών και μοσχαριών. Ο κληρονόμος ενός κτηνοτρόφου έπρεπε να είναι γεροδεμένος, αλλά κανείς δε μπορούσε να διασφαλίσει τη ζωή του γιου που είχαν αποκτήσει. Αν και συνειδητοποιούσα κάπως πως η ατονία και δύσπνοια μου δημιουργούσαν μια σοβαρή κατάσταση, δε στενοχωριόμουν απ' αυτό. Όλα όσα έβλεπα, όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου ήταν τόσο ζωντανά που το καθιστούσαν δύσκολο να πιστέψω πως χάνονταν οι γέροι και τα κατοικίδια ζώα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κλαίγαμε για τις γάτες και τους σκύλους που θάβαμε κάτω από τους σταυρούς που φτιάχναμε από βελόνες φοινικόφυλλων, σε τάφους πάνω στους οποίους είχαμε φυτέψει μαραμένους κατιφέδες. Οι θάνατοι ηλικιωμένων αναφέρονταν περιστασιακά. Ελάχιστα μας ενδιέφεραν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι καταιγίδες με κεραυνούς μας φόβιζαν περισσότερο από το θάνατο και την Τρελή και από το σχόλιο που κρυφάκουσα σε μια συζήτηση μεταξύ των μητέρων άλλων παιδιών: «...Δεν το θέλει που είναι λιγάκι ασθενικό παιδί...». Ούτε το γέλιο που ακολούθησε βοήθησε στο να εξηγήσει τι ήμουν ή τι είχα κάνει στους προφανώς δυστυχείς γονείς μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν απλώς μια αναλαμπή φόβου, σαν την αστραπή στις μοβ καταιγίδες με κεραυνούς. Υπήρχαν τα ομιχλώδη πρωινά, η επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια απ' τα λουτρά και το καρπούζι στο τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέβη καθώς γύριζα πεζός στο σπίτι απ' τα λουτρά, επτά περίπου χρονών, να έχω την πρώτη μου στύση, θυμάμαι. Ενώ έβλεπα προς τα κάτω, εξέφρασα τη γνώμη στον πατέρα μου πως κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε. Εκείνος εκδήλωσε αυστηρότητα και αμηχανία, μετακίνησε το βρεγμένο μαγιό του απ' τον ένα ώμο στον άλλο και μου είπε να αποχωρήσω για λίγο. Ταυτοχρόνως πρόσεξα μια περαστική αναλαμπή χαμόγελου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-aqO05DoElNc/Tezenz0kucI/AAAAAAAAOLg/mGTevOOWjjA/s1600/PatrickWhite3-Autobiogr-Blog.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5615107610931149250" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 140px; CURSOR: hand; HEIGHT: 198px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-aqO05DoElNc/Tezenz0kucI/AAAAAAAAOLg/mGTevOOWjjA/s400/PatrickWhite3-Autobiogr-Blog.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Στην ίδια περίπου ηλικία, μετά τα λουτρά, γνώρισα τον πρώτο μου ποιητή, χωρίς να ξέρω ή να νοιάζομαι και πολύ για το τι είναι ποιητής. Η Σου κι εγώ είχαμε μπηχτεί στο καρπούζι, σ' ό,τι δηλαδή αποτελούσε για μένα το καλύτερο μέρος του κήπου, όλο ίσκιο και πούλιες, κάτω απ' τους καρπούς της αννόνας και τους καρπούς ψιδίου της γουάβας, έξω απ' το δικτυωτό θερινό περίπτερο του κήπου, όταν ο πατέρας μας κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια φέρνοντας κάποιο φίλο που δεν είχα ξαναδεί. Ήταν ντυμένος όπως κάθε κύριος, μ' ένα κοστούμι στο χρώμα του καπνού, με μια χρυσή καδένα ρολογιού να κρέμεται στη μέση του, με ρεπούμπλικα, κι ένα απ' αυτά τα σκληρά κολάρα που λερώνονται στις άκρες με το που έρχονται σ' επαφή με το καθαρότερο δέρμα. Επρόκειτο για το στεγνότερο είδος κυρίου, το πρόσωπο του σα ρυτιδωμένο, μαυρισμένο λεμόνι. Ο πατέρας μου σύστησε τα παιδιά του στον κύριο «Μπάντζο» Πάτερσον. Το αν ο ξένος μίλησε στο παιδί, του οποίου το πρόσωπο ήταν χωμένο σε μια φέτα καρπούζι, δε θυμάμαι. Ο πατέρας μου φαινόταν υπερήφανος για τη γνωριμία. Αναρωτιόμουν έκτοτε για ποιο πράγμα άραγε να συζήτησαν. Θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί εξαιτίας των αλόγων, των προβάτων και των μοσχαριών, και φυσικά η ποίηση ήταν ένα είδος για το οποίο κανείς Γουάιτ που σεβόταν τον εαυτό του δε μπορούσε να νιώθει ντροπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ' εκείνα τα ομιχλώδη πρωινά του Σίδνεϊ γνώρισα την πρώτη μου στύση και τον πρώτο μου ποιητή: οι πρώτοι ελαφροί κυματισμοί στο ρεύμα του πάθους...&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;Patrick &lt;span style="font-size:78%;"&gt;Victor Martindale&lt;/span&gt; White (1912–1990)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-hLTE2vZy8RU/TezeSknsr-I/AAAAAAAAOLY/iQ_OtOwK4pk/s1600/PatrickWhite2-Autobiogr-Blog.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5615107246073360354" style="WIDTH: 400px; CURSOR: hand; HEIGHT: 279px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-hLTE2vZy8RU/TezeSknsr-I/AAAAAAAAOLY/iQ_OtOwK4pk/s400/PatrickWhite2-Autobiogr-Blog.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Τα&lt;strong&gt; αποσπάσματα &lt;/strong&gt;είναι από το αυτοβιογραφικό&lt;br /&gt;βιβλίο του &lt;strong&gt;Πάτρικ Γουάιτ, Ψεγάδια στον Καθρέφτη,&lt;br /&gt;Μια αυτοπροσωπογραφία&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;σε μετάφραση &lt;strong&gt;Γιάννη Βασιλακάκου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. τυπωθήτω, 2008&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;australianoftheyear.org.au,&lt;br /&gt;couriermail.com.au, abc.net.au,&lt;br /&gt;nobel-prize-winners.com, nla.gov.au&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-3131580654002574565?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/3131580654002574565/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=3131580654002574565' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3131580654002574565'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3131580654002574565'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/06/116.html' title='116 ~ Πάτρικ Γουάιτ: οι πρώτοι ελαφροί κυματισμοί στο ρεύμα του πάθους...'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-eftPaUJFrwE/TezsK2cYOxI/AAAAAAAAOL4/on0yRRnYZzY/s72-c/PatrickWhite6-Autobiogr-Blog.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-3069618789845699614</id><published>2011-05-21T16:50:00.002+03:00</published><updated>2011-07-06T19:07:11.775+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>115 ~ Λώρενς Ντάρρελ: Φεύγοντας, την ημέρα που εκτέλεσαν τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-7GwjRLqnmTA/TdAy0E80dXI/AAAAAAAAOCk/Mh5pK3k9JJI/s1600/LawrenceDurrell9-%253D.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 399px; DISPLAY: block; HEIGHT: 273px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607037406339691890" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-7GwjRLqnmTA/TdAy0E80dXI/AAAAAAAAOCk/Mh5pK3k9JJI/s400/LawrenceDurrell9-%253D.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Είχα να μαζέψω μερικά βιβλία και χαρτιά από το σπίτι το πρωί της εκτελέσεως. Στην πρωτεύουσα είχε κηρυχθή γενική απεργία, παραλύοντας τις συνηθισμένες συναλλαγές της ζωής και δημιουργώντας μια σκυθρωπή τεχνητή ατμόσφαιρα αργίας για όλους μας. Τέτοια εκτεταμένα μέτρα είχαν ληφθή εναντίον ενδεχόμενων βιαιοτήτων που δεν φοβόμουνα καμμιά σοβαρή αναταραχή ή ότι η απουσία μου θα γινόταν αισθητή. «Είσαι τρελλός να πας μια τέτοια μέρα στο χωριό σου», είπε ο Αχιλλέας. Ωστόσον είχα τόσο λίγο καιρό στη διάθεσή μου που δεν υπήρχε άλλος τρόπος να πάρω τα χαρτιά που χρειαζόμουνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μια ωραία ολοκάθαρη μέρα και οι σγουροί δρόμοι ήσαν γεμάτοι από το άρωμα των λουλουδιών της μυγδαλιάς και της ροδακινιάς. Όταν έστριψα την τελευταία γωνιά και πήγα ν' αφίσω τ' αμάξι κάτω από τα καμπαναριά του Μοναστηριού, &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-jpUl_b-s-kI/TazmOWmIUsI/AAAAAAAANyM/G1_fm1zqJHs/s1600/LawrenceDurrell5.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 150px; FLOAT: right; HEIGHT: 160px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5597101571172750018" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-jpUl_b-s-kI/TazmOWmIUsI/AAAAAAAANyM/G1_fm1zqJHs/s400/LawrenceDurrell5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; είδα πως ολάκερο το χωριό βρισκόταν εκεί στη μικρή πλατεία, και οι συνηθισμένοι χασομέρηδες καθισμένοι κάτω από το Τεμπελόδεντρο. Το πλήθος είχε κυριακάτικες διαστάσεις' κανένας δεν είχε πάει στη δουλειά του. Αλλ' όταν έσβησα τη μηχανή είδα πως κάποιος άλλος εντελώς διαφορετικός παράγοντας χαρακτήριζε τη σκηνή. Της έλειπε κάθε ζωή. Οι μουστακαλήδες τσομπάνηδες καθόντουσαν στις συνηθισμένες των θέσεις αλλά κανένας τους δεν είχε παραγγείλει καφέ. Οι βρώμικες τράπουλες έμεναν ανέγγιχτες στο ράφι του Δημήτρη. Ήταν σαν βουβή μεταγραφή μιας γνώριμης πραγματικότητας που ακινητοποίησε ο φωτογραφικός φακός. Στην ώριμη αντήχηση της σιωπής του Μοναστηριού, οι χωριάτες πρόσθεσαν σαν μια περιπλέον διάσταση, μια δική τους σιωπή, κούφια και βαθειά. Τα βήματά μου αντηχούσαν τραχειά επάνω στο χαλίκι καθώς περνούσα στο απέναντι καφενείο που ήταν γεμάτο αλλ' απόλυτα σιωπηλό. Ο καθένας κύτταζε χάμου, στενάχωρα και με κάποια δειλή και αδέξια αποδοκιμασία. Η καλημέρα μου προκάλεσε πότε ένα σηκωμένο κεφάλι, πότε ένα γνέψιμο εδώ και κει, αλλ' όχι τη θορυβώδη ανταπόκριση και το κύμα των ηλιοκαμένων χεριών που μου 'γνεφαν. Ο Δημήτρης στεκόταν πίσω από τον πάγκο του κρατώντας σφιχτά την ποδιά του σαν να 'βρισκε στήριγμα σ' εκείνην και ξεροκαταπίνοντας. Είχε χλωμιάσει τόσο που λίγο ήθελε να λιγοθυμήση. Απάντησε στο χαιρετισμό μου κουνώντας τα χείλη του αμίλητα. Το ταχυδρομείο μου βρίσκονταν στον πάγκο του, μπροστά του. Πήρα τα γράμματα, νιώθοντας σάμπως να 'πρεπε ν' απολογηθώ γιατί παρενέβαινα σε μια σκηνή τόσο καθολικής θλίψης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-f2DJSjbjcls/TazmAapey5I/AAAAAAAANyE/T-_BitDDpN0/s1600/LawrenceDurrell4-.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 252px; FLOAT: left; HEIGHT: 300px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5597101331742378898" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-f2DJSjbjcls/TazmAapey5I/AAAAAAAANyE/T-_BitDDpN0/s400/LawrenceDurrell4-.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Στoν χαλικόστρωτο δρόμο ως απάνω στο σπίτι οι ίδιες φάτσες ξεπρόβαλλαν περίεργα από τις πόρτες, αλλ' αντίς από αστεϊσμούς και τους γνώριμους χαιρετισμούς «Καλωσόρισες, γείτονα, Γεια σου Εγγλέζε», από τις παλαιϊκές πόρτες με τα τυπικά ψιλοσκαλίσματα και τα παραμορφωμένα οικοσημολογικά λαξέματα αναδίνονταν η ίδια ναρκωμένη σιωπή. Οι άνθρωποι ήσαν ζαρωμένοι σε σκοτεινές γωνιές, στο σκοτάδι, ξεγλιστρώντας από τη λαλιά και τα χαμόγελα σαν ψάρια. Ο κυρ Μελής καθόταν στη συνηθισμένη του γωνιά κάτω από την καρυδιά κοντά στο γεφύρι. Συνήθιζε να σηκώνεται και να με πιάνει αδέξια από τα πέτα του σακκακιού καθώς με προσκαλούσε να καθήσω και να πιω μαζί του. Η χειρονομία άρχισε αθέλητά του όταν με πήρε το μάτι του, κ' ένα χαμόγελο σκοτείνιασε το μελαχροινό του πρόσωπο. Ύψωσε τα χέρια του, έκανε σαν νάθελε να σηκωθή δισταχτικά και κατόπιν ξανακάθησε με το πηγούνι σκυμμένο στο στήθος του. Τον προσπέρασα σιωπηλά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα ψυχρά, κάτω δωμάτια του σπιτιού αντιλαλούσαν τη σιωπή και το φως του ήλιου φιλτράρονταν ανάμεσα από τις λεμονιές στον κήπο απέξω. Δεν τολμούσα ν' ανέβω στη βεράντα, τόσο θλιμμένος ήμουν που τα εγκατέλειπα. Η Ξενού, η λαχανιασμένη υπηρέτρια, καθάριζε την κουζίνα. Με χαιρέτησε αρκετά θερμά αλλ' είπε μόλις με είδε: «Ακούσατε τα νέα;» Έγνεψα καταφατικά. «Για την εκτέλεση;» Κοντανάσαινε και ξεφύσαγε από θλίψη. «Γιατί κάνουν τέτοια πράματα;» Θύμωσα. «Όταν σκοτώνεις, πρέπει να πεθαίνεις», είπα' ύψωσε το χέρι της σαν νάθελε να με σταματήση. «Όχι γι' αυτό. Όχι για την εκτέλεση. Μα δεν θα δώσουνε στη μάννα του το σώμα του, έτσι λένε. Είναι φριχτή τιμωρία αυτό, κύριε. Γιατί αν δεν κυττάξης τον αγαπημένο σου νεκρό, δεν θ' άνταμωθήτε ποτέ στον άλλον κόσμο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-pgM2Lghr9fc/TcFbBh2s0TI/AAAAAAAAN5c/65CD8CO9h1U/s1600/LawrenceDurrell8.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 222px; FLOAT: right; HEIGHT: 299px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5602859493251404082" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-pgM2Lghr9fc/TcFbBh2s0TI/AAAAAAAAN5c/65CD8CO9h1U/s400/LawrenceDurrell8.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Ήμουν απασχολημένος στο μικρό μου γραφείο, αδειάζοντας μια κάσα με βιβλία. Βρήκα τα παλιό ψάθινο πανέρι που με είχε συνοδέψει σ' όλα μου τα ταξίδια στην Κύπρο. Ήταν γεμάτο κομματάκια που είχε μαζέψει η κόρη μου, θαμμένα σε μια φούχτα άμμο που ξέφευγε αργά ανάμεσ' από το ψάθινο πλεχτό. Τα 'δειασα όλα σε μια εφημερίδα, αναθυμούμενος καθώς τ' αναποδογύριζα τα περίεργα δάχτυλα που είχαν μαζέψει το καθένα από τα κομμάτια τούτα: ψηφίδες ρωμαϊκού μωσαϊκού, γαλάζια και υαλώδη σαν καλοκαιριάτικη θάλασσα στα βαθειά, λαβές αμφορέων από τη Σαλαμίνα με το σταμπάρισμα του αντίχειρα στο μαλακό πηλό, κεραμιδένια πλακάκια από το πάτωμα της έπαυλης κοντά στην Πάφο, πατιναρισμένα κομμάτια, αχιβάδες γνωστές με τ' όνομα αφτιά της Αφροδίτης, μια βικτωριανή πέννα, κομμάτια από κίτρινο μωσαϊκό κάποιας Βυζαντινής εκκλησιάς, πορφυρες της θάλασσας, ξεροί αχινοί και άσπρα σαν κιμωλία σουπιοκόκκαλα, μια φλογέρα, κομμάτια από τσόφλι ενός αυγού πουλιού, μια πράσινη πέτρα για το κακό μάτι... Όλα σαν ένα είδος χρονικού της παραμονής μας στην Κύπρο. «Ξενού, πέταξέ τα όλα», είπα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για μιαν ακόμη φορά κατέβηκα τον κεντρικό δρόμο πηγαίνοντας προς τ' αμάξι, μέσα στην ίδια και σκυθρωπή σιωπή, νιώθοντας πολλά μάτια να με κυττάζουν ανάμεσα από τους φεγγίτες και τις χαραμάδες των παλιών αυτών σπιτιών χωρίς κανένα σχόλιο, και για μια φορά ακόμα οι χωριάτες είχαν τα μάτια χαμηλωμένα κάτω από το μεγάλο δέντρο - σε παγωμένη ακινησία. Τα μάτια που με απόφευγαν, τρεμίζοντας δειλά μακρυά από το δικό μου βλέμμα «σαν εαρινές πεταλούδες» - δεν μπορώ να πω πως ήταν γεμάτα μίσος. Όχι. Απλώς το να με βλέπουν τούς κόστιζε. Η θέα ενός Άγγλου σ' αυτή την καθαρή μελόξανθη εαρινή ατμόσφαιρα είχε γίνει γι' αυτούς ασέλγεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε το μάτι μου μερικούς από τους φίλους μου, κι ανάμεσα τους τον Μιχαήλη και τον Θαλασσινό, να κάθονται μέσα στο καφενείο αλλά δεν ήθελα να τους ενοχλήσω με τους αποχαιρετισμούς μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το αυτοκίνητο ξεκίνησε με θόρυβο, θρυμματίζοντας την πυκνή σιωπή που ξεχύνονταν από το Μοναστήρι όπως κι απ' εκείνους τους σιωπηλούς ανθρώπους που ήτανε μαζεμένοι κάτω από το γέρικο δέντρο. Κανένας δεν έγνεψε και κανένας δεν χαμογέλασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατέβηκα στον άδειο δρόμο κάτω από τ' ανθισμένα δέντρα κ' ύστερα ανηφόρισα στην κορφή του λόφου.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Lawrence &lt;span style="font-size:100%;"&gt;George&lt;/span&gt; Durrell (1912–1990)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-AkUlSoxZd_Y/TdAxTZAMKVI/AAAAAAAAOCc/TsSL_CDhhac/s1600/LawrenceDurrell7-%253D.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 302px; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607035745275226450" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-AkUlSoxZd_Y/TdAxTZAMKVI/AAAAAAAAOCc/TsSL_CDhhac/s400/LawrenceDurrell7-%253D.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό κείμενo&lt;/strong&gt; είναι από το&lt;br /&gt;βιβλίο &lt;strong&gt;Λώρενς Ντάρρελ, Πικρολέμονα&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;σε μετάφραση &lt;strong&gt;Αιμίλιου Χουρμούζιου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Εκδ. Γρηγόρη, 1959&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;jamescumminsfinearts.com,&lt;br /&gt;ulike.net, corfu-kalami.gr, amazon.com,&lt;br /&gt;allposters.co.uk&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;- o Λώρενς Ντάρρελ στο &lt;a href="http://key-em.blogspot.com/2006/05/10_03.html"&gt;&lt;u&gt;ταξιδεύοντας&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; και &lt;br /&gt;- στα &lt;a href="http://travelling-by-literature.blogspot.com/2011/07/108.html"&gt;&lt;u&gt;λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; και&lt;br /&gt;- 10 Mαΐου 2009, 50 χρόνια: &lt;a href="http://news.pathfinder.gr/sports/549345.html"&gt;&lt;u&gt;Καραολής - Δημητρίου -&lt;br /&gt;οι πρωτομάρτυρες του Κυπριακού αγώνα&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Μια ...αφαιρετική πινακίδα οδοσήμανσης&lt;br /&gt;στον Δήμο Αμαρουσίου: &lt;a href="http://www.enet.gr/?i=news.el.article&amp;amp;id=182267"&gt;&lt;u&gt;Ελευθεροτυπία&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- "πικρολέμονα (ξεπουλημένα...)" από το blog του &lt;a href="http://xomeritis.blogspot.com/2010/03/blog-post_05.html"&gt;&lt;u&gt;Τhomas Xomeritis&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;Mία ανάρτηση με αφορμή τον θόρυβο γύρω από το εξώφυλλο&lt;br /&gt;γερμανικού περιοδικού με την Αφροδίτη της Μήλου-ζητιάνα.&lt;br /&gt;- "Λόρενς Ντάρελ: φιλέλληνας ή πράκτορας;" του Νίνου Φένεκ Μικελίδη,&lt;br /&gt;από την &lt;a href="http://archive.enet.gr/online/online_issues?pid=51&amp;amp;dt=25/05/2007&amp;amp;id=23502940"&gt;&lt;u&gt;Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-3069618789845699614?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/3069618789845699614/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=3069618789845699614' title='6 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3069618789845699614'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3069618789845699614'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/05/113.html' title='115 ~ Λώρενς Ντάρρελ: Φεύγοντας, την ημέρα που εκτέλεσαν τον Μιχαλάκη Καραολή και τον Ανδρέα Δημητρίου'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-7GwjRLqnmTA/TdAy0E80dXI/AAAAAAAAOCk/Mh5pK3k9JJI/s72-c/LawrenceDurrell9-%253D.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-8939842070647476631</id><published>2011-05-03T09:00:00.001+03:00</published><updated>2011-06-28T14:04:09.549+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>114 ~ Ελισάβετ Μαρτινέγκου: Διά παντός εις το σπίτι! Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-KpvEyvPfXXk/TdBQPS2KawI/AAAAAAAAOD8/_ecbGZA2t3c/s1600/Martinegou2-.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 291px; DISPLAY: block; HEIGHT: 339px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607069759763540738" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-KpvEyvPfXXk/TdBQPS2KawI/AAAAAAAAOD8/_ecbGZA2t3c/s400/Martinegou2-.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Εις τούτον τον καιρόν, δηλαδή τη 25 Μαρτίου 1821, την ημέραν του Ευαγγελισμού, έρχεται ο ποτέ διδάσκαλός μου Θεοδόσιος Δημάδης, και μας κάμνει γνωστόν με πολλήν του χαράν πως οι Γραικοί ανήγειραν τα όπλα εναντίον των Οθωμανών, πως η Πάτρα και οι πλησίον της χώρες ήδη είχον σείσει τον ζυγόν της σκλαβιάς και πως οι επίλοιπες χώρες κατά την συμφωνίαν ίσως, είχαν τότε καμωμένον το ίδιον, αλλά, ως πλέον μακράν, ακόμη η είδησις δεν ήτον φθασμένη εις την Ζάκυνθον. Ούτως είπεν ο μαύρος, διότι τέτοια ήτον η φήμη, οπού παρευθύς έτρεξεν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ εις τα λόγια του άκουσα το αίμα μου να ζεσταίνει, επεθύμησα από καρδίας να ήθελεν ημπορώ να ζωστώ άρματα, επεθύμησα από καρδίας να ήθελε ημπορώ να τρέξω διά να δώσω βοήθειαν εις ανθρώπους, όπου δι' άλλο – καθώς εφαίνετο– δεν επολεμούσαν, παρά διά θρησκείαν και διά πατρίδα και διά εκείνην την ποθητήν ελευθερίαν, η οποία, καλώς μεταχειριζόμενη, συνηθά να προξενεί την αθανασίαν, την δόξαν, την ευτυχίαν των λαών. Επεθύμησα, είπα από καρδίας, αλλά εκοίταξα τους τοίχους του σπιτιού, όπου με εκρατούσαν κλεισμένην, εκοίταξα τα μακρά φορέματα της γυναικείας σκλαβίας και ενθυμήθηκα πως είμαι γυναίκα, και περιπλέον γυναίκα Ζακυνθία, και αναστέναξα, αλλά δεν έλειψα όμως από το να παρακαλέσω τον Ουρανόν διά να ήθελε τους βοηθήσει να νικήσουν, και τοιούτης λογής να αξιωθώ και εγώ η ταλαίπωρος, να ιδώ εις την Ελλάδα επιστρεμμένην την ελευθερίαν και, μαζί με αυτήν, επιστρεμμένας εις τας καθέδρας τους τας σεμνάς Μούσας, από τας οποίας η τυραννία των Τούρκων τόσον και τόσον καιρόν τας εκρατούσε διωγμένας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[...] Εγώ εφοβόμουν μεγάλως όλα εκείνα τα κακά, που ημπορούν να συνέβουν εις μίαν υπανδρευμένη, αλλά περισσότερον από όλα εφοβόμουν μεγάλως μην είχε τύχει να πάρω κανένα από εκείνους τους άνδρας, όπου θέλουν να έχουν τη γυναίκα τους ωσάν σκλάβα, και την νομίζουν διά κακήν, οπόταν αυτή ωσάν σκλάβα δεν θέλει να φέρεται. Βλέποντας τέλος πάντων και τον αδελφόν μου τοιούτης λογής ενάντιον εις την γνώμην όπου είχα διά το μοναστήρι, εκοινολόγησα, τόσον εις αυτόν ωσάν και εις τον θείον μου, τον στοχασμόν όπου μου ήλθε διά να υπάγω να ησυχάσω εις εκείνο το μετόχι μας, όπου εδώ επάνω ήδη εμελέτησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τούτο το πράγμα εφάνη απαίσιον και εις τους δύο, όθεν εγώ τότε ευρέθηκα εις την μεγαλυτέραν στεναχωρίαν, οπού δύναται να ευρεθεί άνθρωπος εις τον κόσμον. Όχι να υπάγω να ησυχάσω –διατί δεν ηθέλησαν οι συγγενείς μου– όχι να υπανδρευθώ –διατί εγώ δεν ήθελα– έπρεπε λοιπόν να μείνω διά παντός εις το σπίτι. Διά παντός εις το σπίτι! Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω· εγώ έβλεπα καλά πως τούτο το σπίτι εξ αποφάσεως ήθελε να μου προξενήσει γλήγορον και κακόν θάνατον. Μέρα και νύκτα κλεισμένη, χωρίς να δύναμαι να πηγαίνω μήτε εις την εκκλησίαν, μήτε εις περιδιάβασιν, χωρίς να έχω την παραμικράν ξεφάντωσιν, χωρίς να έχω πλέον ελπίδα διά να αλλάξω ζωήν, χωρίς να ακούω άλλην ομιλίαν παρά εκείνην του πατρός μου (επειδή ο αδελφός μου και ο θείος μου ή ολίγον ή τίποτε συνομιλούσαν μαζί με εμάς τες γυναίκες), ο οποίος άλλο δεν έκανε, παρά να λέγει τα πλέον δυστυχισμένα και μελαγχολικά λόγια όπου ποτέ να ειπώθησαν, ήσαν όλα πράγματα, όπου μου έδιναν μίαν μεγαλοτάτην θλίψιν και στεναχωρίαν, πάθη οπού γλήγορα εξ αποφάσεως έμελλε να με γκρεμνίσουν εις το μνήμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι λοιπόν, έλεγα με τον εαυτόν μου, έχω να αποθάνω και ν’ αποθάνω χωρίς να κάμω καλόν; Χωρίς να εκπληρώσω εκείνο το τέλος, διά το οποίον βάνει ο Θεός τον άνθρωπον εις τον κόσμον; Δυστυχισμένη Ελίζα! Πού είναι τώρα εκείνη η ευτυχεστάτη και ενάρετη ζωή, την οποίαν επήγαινες προφθάνοντας με του νοός σου τα μάτια; Και σεις, μαύρα μου συγγράμματα, που σας αγαπούσα και ήθελα το καλόν σας –ό,τι λογής μια αγαπητή μητέρα το θέλει εις τα τέκνα της– έχετε, κλεισμένα εδώ μέσα που σας έχω, να χορτάσετε την κοιλίαν των σαράκων, ή έχει κανένα καιρόν ο αδελφός μου να σας εβγάλει και να σας δώσει εις τους δούλους του, διά να σας ξεσχίζουν και να μεταχειρίζονται τα μέλη σας εις τας χρείας του μαγειρείου; Εγώ αποθνήσκω, αλλά πόσον ο θάνατός μου ήθελε με λυπεί ολιγότερον, αν ίσως ημπορούσα να σας παραδώσω εις κανένα σπουδαίον, εις κανένα που να τιμά, και όχι να καταφρονεί, τα γεννήματα της αγχινοίας!&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου (1801-1832)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;από το βιβλίο &lt;strong&gt;Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου, Αυτοβιογραφία&lt;/strong&gt; -&lt;br /&gt;Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συλλογή (1996) και Ωκεανίδα (1997)&lt;br /&gt;Το απόσπασμα απετέλεσε &lt;a href="http://www.museduc.gr/docs/new/fakelos_mathiti_G-gimnasiou_3_martinengou.pdf"&gt;&lt;u&gt;διδακτική πρόταση&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;του &lt;a href="http://www.biblionet.gr/main.asp?page=showauthor&amp;amp;personsid=27732"&gt;&lt;u&gt;Γρηγόρη Πασχαλίδη&lt;/u&gt;&lt;/a&gt; για το μάθημα της λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;(από το Πρόγραμμα Εκπαίδευσης Μουσουλμανοπαίδων 2005-2007)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:78%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;ο &lt;strong&gt;πίνακας&lt;/strong&gt;, που φιλοτέχνησε η Ελένη Γούναρη, είναι από το αφιερωματικό&lt;br /&gt;τεύχος του περιοδικού Περίπλους, στην Ελισάβετ Μουτζάν-Μαρτινέγκου&lt;br /&gt;- τχ. 51, 2002 &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Ακόμα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- Μουτσά(ν) - Μαρτινέγκου Ελισσάβετ στο &lt;a href="http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&amp;amp;cnode=461&amp;amp;t=608"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;ΕΚΕΒΙ&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-8939842070647476631?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/8939842070647476631/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=8939842070647476631' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/8939842070647476631'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/8939842070647476631'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/05/114.html' title='114 ~ Ελισάβετ Μαρτινέγκου: Διά παντός εις το σπίτι! Α! τούτος ο στοχασμός με έκαμνε να τρομάζω'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-KpvEyvPfXXk/TdBQPS2KawI/AAAAAAAAOD8/_ecbGZA2t3c/s72-c/Martinegou2-.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-5027024836656936333</id><published>2011-04-16T07:12:00.001+03:00</published><updated>2011-05-22T05:44:24.461+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>113 ~ Ιωάννης Ζαμπέλιος: η ψυχή μου ανέστη, ως εξ αβύσου</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-WXwjGd5Fb-4/TdA2gbIY-dI/AAAAAAAAOC8/6d4eChP1FCU/s1600/IoannisZampelios3.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 261px; DISPLAY: block; HEIGHT: 326px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607041466742929874" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-WXwjGd5Fb-4/TdA2gbIY-dI/AAAAAAAAOC8/6d4eChP1FCU/s400/IoannisZampelios3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Ητοιμαζόμην να συντομεύσω την μετά του προστάτου μου συνέντευξιν, διατιθεμένος να μη επανέλθω πλέον. Ήδη οι οφθαλμοί μου εζήτουν την θέσιν του πίλου και των χειρίδων, ενδομύχως δ' εσχεδίαζον τας φράσεις της απελεύσεως, ότε εισήλθον εύθυμοι εις το δωμάτιον και υπό του κυνιδίου φιλοφρονούμεναι η οικοδέσποινα και η κόρη της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήθελον ευχαρίστως δώσει τον αρτίκτητον ωροδείκτην προς αποφυγήν της ακαίρου συναντήσεως. Ετέρα δαπάνη ανόστων λεξιδίων και περιαυτολογημάτων οχληρών' αηδίασα πάντοτε τα επίπλαστα χαριτολογήματα, κυρίως τ' αποτεινόμενα προς τους μεγιστάνας και τας φιλαρέσκους νέας. Μολονότι επί του παρόντος είχον άδικον' καθότι η μεν μήτηρ υπέρσαρκος ήτο, η νέα δε ουχί, και προσέτι εδείκνυτο κατωτέρα της ηλικίας των φιλαρέσκων αξιώσεων, έχουσα μόλις έτη δέκα τέσσαρα. Αντεχαιρέτησα μητέρα και θυγατέρα, όσον ηδυνήθην επιδεξιώτερον' αλλά το προσηγόρημά μου εξήλθεν δυστράπελον, ψυχρόν, βεβιασμένον, το συνέγνων και εγώ αυτός. Εσυλλάβησα τρεις ή τέσσαρας λέξεις, στρεβλάς, νομίζω κατά την Γραμματικήν, και δυσερμηνεύτους κατά σημασίαν. Μ' ετάραξεν η παρουσία της νεάνιδος ή μάλλον ήμην υπερκόρως βεβαρημένος, και δεν ήξευρον τι να κάμω ίνα γίνω κύριος του πίλου μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο γέρων (δηλ. ο οικοδεσπότης) δεν ηπατήθη ως προς τας δραπετικάς ετοιμασίας μου. Όθεν εντείνας φιλοτρόπως την δεξιάν, ως ίνα διακόψη δήθεν την προς τονν πίλον ακάθεκτον ορμήν μου: «Caro sior Greghim», είπε μειλιχίως και υποκοριζόμενος, «μήπως είσαι φιλάνθρωπος; ενθυμήθητι το ρητόν quis solitudinem delectatori, aur deus fera est. Aφίνεις εμέ να σε τιθασεύσω, εφ' όσον μείνης υπό την κηδεμονίαν μου! Η φιλανθρωπία είναι σύμπτωμα νοσώδους φιλαυτίας ή κτηνώδους εγωϊσμού» . Είτα στραφείς προς το κοράσιον, όπερ δυστυχώς είχε προσηλωμένον επ' εμού το βλέμμα, «Ζannina mia, Ιαννούλα μου» προσέθηκε χαδευτικώς και δακτυλοδεικτών με' «ο κύριος ούτος φέρει την απλοϊκότητα εζωγραφισμένην εις το μέτωπον, ίδε πλην υποκρύπτει, φαίνεταί μοι, κάτι το μυστηριώδες, όπερ πρέπει εν καιρώ ν' ανακαλύψωμεν. Επιθυμώ λοιπόν να μη μας αφήση τόσον ταχέως. Σε παρακαλώ προσκάλεσέ τον και συ να μείνη μεθ' ημών ολίγον έτι». Εγώ ηρυθρίων ώσπερ παρθένος.&lt;br /&gt;« Αιδούς υγρόν έρευθος αποστάζουσα προσώπου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Εάν ο κύριος αγαπά την μουσικήν, απήντησεν η πονηρά νεάνις, πρόθυμος είμαι να παίξω εις το κύμβαλον παν ό,τι τον ευαρεστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιχαρής διά την ετοιμότητα της θυγατρός του ο οικοδεσπότης, ανέλαβε τότε τον βραχίονά μου, και διευθύνθη υποσκάζων πρός τινα ευρύχωρον και κοσμιωτάτην αίθουσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυλόν και βάρβιτον και λύραν είχον ακούσει πολλάκις εις την νήσον μου, κύμβαλον όμως δεν είχον ακούσει ποτέ μου. Η Ιαννούλα, καθήσασα παρά το όργανον, εστράφη και με ηρώτησε ποίον μελόδραμα επροτίμων, το του Μοζάρ, ή άλλου τινός; — Κυρία, απήντησα τεταραγμένος και όλως κατησχυμένος υπο της αμαθείας μου, ό,τι ευαρεστεί υμάς, θέλει ευαρεστήσει και εμέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ποίον το απόσπασμα το οποίον έπαιξεν; ήτο εκ των του Μοζάρ; ήτον άλλου τινός; έπαιξεν μόνον εν ή και έτερα κατά συνέχειαν; Εν συνειδήσει δεν ηξεύρω. Τούτο μόνον γινώσκω και καλώς ενθυμούμαι, ότι, μόλις οι ήχοι του οργάνου ανεκρούσθησαν, μόλις οι τόνοι περιήχησαν βροντωδώς κατά τους νόμους της Ευρωπαϊκής αρμονοίας, τα μελοποιήματα της πατρίδος μου μοι εφάνησαν, φευ! βαρβάρων ολολυγμοί, υλακαί κυνών, βορέως άγρια μινυρίσματα. Αι αισθήσεις μου αφηρπάγησαν αίφνης εις τίνα χώραν άγνωστον, υπερφυσικήν, μυθώδη. Τα πέριξ αντικείμενα μετέβαλαν θέσιν, και σχήμα, και σημασίαν. Και η μεν οροφή μετεβλήθη εις στερέωμα, εξαστράπτον το μεγαλείον και την δόξαν του Πλάστου' οι δε περιεστώτες μοι εφάνησαν πλέον ή φίλοι οικείοι, ους εδυνάμην ασυστόλως να περιπτυχθώ' εγένοντο γονείς, αδελφοί, συγγενείς εγκάρδιοι. Εξαιρέτως η κόρη κατέκτησε τον θαυμασμόν μου αυτή μοι παρέστη υπό σχήμα ουράνιον, αγγελικόν. Συντόμως η ψυχή μου ανέστη, ως εξ αβύσου, ως εκ ληθάργου. Αρτίτοκα πάθη συνεσκίρτησαν συγκεχυμένως εις τα σπλάχνα μου' το πνεύμα μου κατεκλυδωνίσθη, καθάπερ παλιρρόθιον πλοιάριον εν άχανεί πελάγει, τα δε όμματά μου, συμμερισθέντα την γενικήν ταραχήν, εδάκρυσαν εις την ανάμνησιν της οικίας και των γονέων... Η πρώτη εντύπωσις αύτη της Ευρωπαϊκής μου σκηνής προυξένησεν εν εμαυτώ τοιαύτην έκκρηξιν ευαισθησίας, ώστε χωρίς υπερβολής, αν η κόρη ηκολούθει μακράν έτι κυμβαλίζουσα, ήθελον εξέλθει, νομίζω, του ξενώνος ημιπαράφρων. Ο πλούτος, η μεγαλοπρέπεια, η αριστοκρατική έπαρσις, και όσα άλλα επίεζον προηγουμένως και ηνώχλουν την ψυχήν μου εμετρίασαν τότε την πειρακτικήν των ενέργειαν. Αφ' ετέρου η φιλοφροσύνη των προστατών μου, και εξαιρέτως η χαριέντως κυμβαλίσασα παρθένος, με κατέθελξαν, μ' εγοήτευσαν, ήθελα σχεδόν ειπείν, με διέφθειραν. Έκτοτε, καθάπερ σκώληξ εντόμων, το πνεύμα μου διαρρηγνύει το χονδρόν του περικάλυμμα, ίνα μεταλάβη μορφής κρείττονος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παυθείσης της μουσικής, η τάξις απήτει ν' απευθύνω τρεις ή τέσσαρας λέξεις ευχαριστήριους. Δυστυχώς εις τοιαύτας περιπτώσεις, το λεξικόν μου υπήρξεν ελλιπέστατον και λακωνικόν μέχρις απελπισίας. Τι να κάμω; τίνι τρόπω ν' απαλλαχθώ της νεάνιδος, ήτις εφαίνετο περιμένουσα τον έπαινον εις τας συνήθεις του χρόνου εκείνου ογκώδεις υπερβολάς; Πώς δε να απαλλαχθώ και των γονέων, οίτινες ασμένως παραδέχονται και τας τερατωδεστέρας υπερβολάς, όταν αύται μεγεθύνωσι τα χαρίσματα των τέκνων των; Ίνα μη παρατείνω την αβεβαιότητα, έκλεισα το λεξικόν, και παρεδόθην εις την επικουρίαν των νευμάτων. Έκαμα τρεις βαθυτάτας προσκυνήσεις (reverenze) μίαν προς έκαστον μέλος της οικογενείας, αρχόμενος, χάριν σεμνότητος, από του γέροντος. Αι προσκυνήσεις αύται κατά την έμπνευσιν της στιγμής ώφειλον να εκφράσωσι τρία διάφορα προσηγορήματα, σχετικά προς το οποίον αλληλοδιαδόχως απετεινόμην πρόσωπον, βαθέως υποκλινόμενος. Αλλ' άοι! το κυνίδιον της οικοδέσποινας, εκλαβόν επί κακώ τον σκοπόν μου, ώρμησεν επάνω μου βαΰζον ακατασχέτως. Βαβαί, βαβαί της σκαιότητος! οίμοι τω βαρβάρω και απολιτεύτω! Πριν έτι περάνω τας προσκυνήσεις συνησθάνθην το άχαρι, τα αγροίκον, το γελοίον της συμπεριφοράς μου' ότε δε ανώρθωσα την κεφαλήν, πάντες, φευ! εγένοντο μάρτυρες της συγχύσεώς μου... Ενός πράγματος ωρέχθην τότε, ν' αφορμήσω δρομαίος του τόπου εκείνου της καταδίκης μου, και να θέσω διά παντός όσον το δυνατόν μεγαλύτερον διάστημα μεταξύ εμού και των μαρτύρων του πλημμελήματός μου. Αλλ' οι οικοδεσπόται επρότειναν να μετακομίσωσι τα έπιπλά μου εις το κατάλυμά των. Απεποιήθην αποτόμως, ηρνήθην μετά τραχείας ισχυρογνωμίας. Επί τέλους, όπως εξέλθω ταχύτερον της οικίας, ηναγκάσθην να υποσχεθώ ότι τη επαύριον ήθελον αριστήσει μαζί των.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Ιωάννης Ζαμπέλιος (1787-1856)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;Απόσπασμα της "Αυτοβιογραφίας"&lt;br /&gt;του Ιωάννη Ζαμπέλιου από την &lt;strong&gt;Βασική Βιβλιοθήκη,&lt;br /&gt;τόμος 14ος: Ποίησις και πεζογραφία της Επτανήσου &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Eκδ. Αετός, 1954&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;η εικόνα είναι από την wikipedia&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα για τον Ιωάννη Ζαμπέλιο:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- στο &lt;a href="http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&amp;amp;cnode=461&amp;amp;t=624"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;ΕΚΕΒΙ&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt; και&lt;br /&gt;- στην &lt;a href="http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82_%CE%96%CE%B1%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;wikipedia&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-5027024836656936333?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/5027024836656936333/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=5027024836656936333' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5027024836656936333'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5027024836656936333'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/04/111.html' title='113 ~ Ιωάννης Ζαμπέλιος: η ψυχή μου ανέστη, ως εξ αβύσου'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-WXwjGd5Fb-4/TdA2gbIY-dI/AAAAAAAAOC8/6d4eChP1FCU/s72-c/IoannisZampelios3.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-6596798155859565463</id><published>2011-03-29T16:40:00.000+03:00</published><updated>2011-06-06T17:44:10.734+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>112 ~ Στρατής Τσίρκας: εμένα με καίει η υπόθεση του Απρίλη του '44</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-23I1GKAxZp0/TdAzzTYdR5I/AAAAAAAAOCs/JKYnWAyzUOY/s1600/StratisTsirkas.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 306px; DISPLAY: block; HEIGHT: 400px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607038492545468306" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-23I1GKAxZp0/TdAzzTYdR5I/AAAAAAAAOCs/JKYnWAyzUOY/s400/StratisTsirkas.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;-Αναμνήσεις από την Αίγυπτο-&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Όταν τελείωσα την Αμπέτειο Εμπορική Σχολή στο Κάιρο, το 1928, εργάστηκα για ένα χρόνο στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. Μπήκα στην Τράπεζα όπου υποτίθεται πως βρήκα μια θέση με μέλλον, αλλά ο μισθός ήταν λίγος, τέσσερις λίρες. Οι ανάγκες του σπι&amp;shy;τιού όμως ήταν μεγάλες κι έτσι έμεινα στην Τράπεζα ένα μόνο χρόνο. Αμέσως μετά δέχτηκα μια δουλειά με τεράστιο μισθό, αλλά στην άνω Αίγυπτο, στους φελλάχους που λένε. Η θέση ήταν λογιστής σε μια μπαμπακοβιομηχανία, τριακόσια χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου. Το μέρος λεγόταν Αμπουτί. Εκεί εργάστηκα κάνα χρόνο κι έπειτα μεταφέρθηκα σε άλλη μπαμπακοβιομηχανία, στα βόρεια, που είχανε οι ίδιοι, στο Ντεϋρούτ, όπου και έζησα εννέα χρόνια. Αυτά όλα που γίνονταν μέσα στη φελλαχιά ήταν για μένα καινούργιες εμπειρίες. Οι φελλάχοι είχαν μια αξιοπρέπεια, &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-VtNkkD4CHd4/Tam_NM9ez7I/AAAAAAAANtA/Cdvt8YzbQ_o/s1600/Tsirkas113.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 200px; FLOAT: right; HEIGHT: 265px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596214245522853810" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-VtNkkD4CHd4/Tam_NM9ez7I/AAAAAAAANtA/Cdvt8YzbQ_o/s400/Tsirkas113.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; μια λεβεντιά, περίπου σαν τους δι&amp;shy;κούς μας Σουλιώτες, θύμιζαν Ελλάδα. Δεν είχαν πολλές κουβέντες και ήταν αξιοπρεπέστατοι στις συναλλαγές τους. Θυμάμαι μια φορά που ο φύλαρχος, είτε γιατί πέτυχαν πολύ καλή τιμή είτε δεν ξέρω για ποιο άλλο λόγο, μόλις έκλεισε η συμφωνία και πληρώθηκε, μας κάλε&amp;shy;σε στο χωριό του να μας κάνει το τραπέζι. Κάλεσε λοιπόν όλους τους ευρωπαίους συναδέλφους - στο γραφείο μας ήταν έξι ή οκτώ Έλληνες, δε θυμάμαι τώρα πια. Θυμάμαι ότι πήραμε δύο αυτοκίνητα. Ο οδηγός του ενός αυτοκινήτου ήξερε να πάει στο χωριό αυτό γιατί το αυτοκίνη&amp;shy;το το μεταχειριζόταν το αφεντικό μου και μ' αυτό πήγαινε στα χωριά για ν' αγοράζει μπαμπάκια. Ξεκινήσαμε λοιπόν, ήταν καλοκαίρι και μπήκαμε σ έναν κάμπο πυκνοφυτεμένο ζαχαροκάλαμα. Είχε ένα μόνο μονοπάτι, όσο χωρούσε να περάσει τ' αυτοκίνητο. Προχωρούσαμε, προ&amp;shy;χωρούσαμε, προχωρούσαμε μέσα στον καλαμιώνα, κι εγώ έκανα τη σκέψη: να πώς γίνονται οι απόπειρες - γιατί γίνονταν πολλοί σκοτω&amp;shy;μοί τη νύχτα με ενέδρες, από αντεκδικήσεις, από κτηματικές διαφορές ή ζητήματα τιμής. Όλοι οι σκοτωμοί γίνονταν τη νύχτα μέσα στους καλαμιώνες. Κάποτε βγήκαμε από την κοιλάδα και πήγαμε στην έρη&amp;shy;μο, όπου αμέσως &lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-8hVfmzf3utc/Tam8-8qAf-I/AAAAAAAANs4/5l24AQE62xE/s1600/Tsirkas114.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 159px; FLOAT: left; HEIGHT: 169px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596211801604784098" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-8hVfmzf3utc/Tam8-8qAf-I/AAAAAAAANs4/5l24AQE62xE/s400/Tsirkas114.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;άλλαξε ο αέρας, έγινε στεγνός και δροσερός' δροσε&amp;shy;ρή, παρά πολύ δροσερή η ατμόσφαιρα και προπαντός άκουγες τη σιω&amp;shy;πή. Την άκουγες. Κι έβλεπες τ' αστέρια να φαίνονται πάνω, κάτι μεγάλα αστέρια, προσπαθούσαμε να τα εντοπίσουμε, ποιο είναι αυτό, ποιο είναι κείνο, ποιος είναι ο αποσπερίτης. Είδα ένα άστρο, δε θυμάμαι να πω τώρα ποιο ήτανε, αλλά ήταν τόσο μεγάλο που μου θύμισε την παρομοίωση ενός ρώσου συγγραφέα που λέει κάπου ότι ήταν ένα άστρο τόσο λαμπερό, σαν παράσημο στο στήθος σοβιετικού στρατάρχη. (Βεβαία έκανα το συλλογισμό αυτό γιατί τότε δεν είχαν μεσολαβήσει ακόμη οι δίκες και οι εκκαθαρίσεις των στρατιωτικών από τον Στάλιν και μπορούσα να κάνω τέτοιους συσχετισμούς...)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο χωριό εκείνο οι μικροδιαφορές λύνονταν από τον φύλαρχο που λεγόταν Οσμάν. Καθότανε σε μια πολυθρόνα από μπαμπού κάτω από μια μεγάλη συκομουριά, πλάι στο κανάλι, κι έρχονταν οι παραπονούμενοι μπροστά του και του μιλούσαν καθισμένοι στα τακούνια τους. Όταν ήμουν εκεί με φώναξε και μου λέει: «Έλα να κάτσεις μαζί μου, δίπλα μου». Μου 'δινε και θέση σα να ήμουν κι εγώ μέλος του δικα&amp;shy;στηρίου. Ήρθε τότε μία γριά που παραπονιότανε ότι ο άντρας της δεν εκτελεί τα καθήκοντά του τα συζυγικά, ότι την παραμελεί για το χατήρι μιας άλλης γυναίκας. Τη ρωτάει: «Η άλλη είναι όμορφη, είναι νέα;». «Ε! ναι, βέβαια, είναι όμορφη και νέα. Αλλά εγώ», λέει η παραπονούμενη, «του ετοιμάζω το φαγητό του, εγώ του μαγει&amp;shy;ρεύω τα περιστεράκια. Για να βγάζω τα λεφτά να τον ταΐζω έτσι όμορφα αναγκάζομαι και πουλάω ραπανάκια». Πουλούσε ραπανάκια, για να βγάλει πόσο; κάνα γρόσι. Να τα μαζέψει έτσι μέσα στη βδομά&amp;shy;δα, να του κάνει περιστεράκια - γιατί θεωρείται αφροδίσιο το περιστέ&amp;shy;ρι. &lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-qWJrgcXyI-M/TanBVDcbQrI/AAAAAAAANtI/4RJg24g7OGY/s1600/Tsirkas119.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 191px; FLOAT: right; HEIGHT: 115px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596216579430498994" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-qWJrgcXyI-M/TanBVDcbQrI/AAAAAAAANtI/4RJg24g7OGY/s400/Tsirkas119.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Έπρεπε να φάει περιστέρι για να κάνει τα συζυγικά του χρέη το βράδυ. Γυρνάει και λέει τότε η παραπονούμενη: «Τι λέει ο γιατρός;» (με πέρασε για γιατρό). Μ' έφερε σε δύσκολη θέση, τι να κάνω τότε, έβγαλα το μολύβι μου και της πίεσα τα μάτια από κάτω για να δω τ' ασπράδι. Επέμενε η παραπονούμενη ότι είναι έγκυος, για ν' αναγκά&amp;shy;σει τον άντρα της να πάει ξανά στο σπίτι τους. Ο Οσμάν μού λέει: «Για κοίτα εσύ, είναι έγκυος;». Λέω: «Μάλλον φαίνεται να είναι». Έστειλε τότε ο φύλαρχος τους νυχτοφύλακες και φέρανε τον άντρα της στο δικαστήριο. Του λέει: «Γιατί παραμελείς τη γυναίκα σου;» «Δεν την παραμελώ καθόλου». «Την παραμελείς», του λέει. Με το μπαστούνι του ο Οσμάν τού σηκώνει τότε την κελεμπία και φαίνεται το βρακί του από κάμποτο που έφτανε ως τους αστραγάλους. Βλέπει τότε ότι το ζωνάρι του ήταν κόκκινο. Πλεχτό κόκκινο ζωνάρι, που αυτοί το 'χουνε ότι τραβάει τις γυναίκες. Του λέει: «Δε ντρέπεσαι, χαμένο κορμί, φοράς και το κόκκινο ζωνάρι! Να πας με τη γυναίκα σου, να μην τρως μόνο τα περιστεράκια, να κάνεις και το χρέος σου. Άντε τώρα», και τον έδιωξε... ... ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= = =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;-«Ακυβέρνητες Πολιτείες, Μια περιπλάνηση-&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;H ψυχολογιχή, η συναισθηματική μου ταύτιση με τον κόσμο της προσ&amp;shy;φυγιάς -όντας κι εγώ πρόσφυγας εκείνη τη στιγμή- μου έδωσε την ορμή που χρειάστηκε για να βγει ο πρώτος τόμος από τις «Ακυβέρνητες Πολι&amp;shy;τείες». Πρέπει να πω ότι κι εγώ αισθανόμουνα πραγματικά πρόσφυγας, &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-uUc4NOgEyUU/TanDbORtWoI/AAAAAAAANtQ/mmU4vtQq-pk/s1600/Tsirkas120.JPG"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 160px; FLOAT: left; HEIGHT: 190px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596218884440808066" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-uUc4NOgEyUU/TanDbORtWoI/AAAAAAAANtQ/mmU4vtQq-pk/s400/Tsirkas120.JPG" /&gt;&lt;/a&gt; διότι ο παππούς μου απ' τη μητέρα μου ήρθε στα Ιεροσόλυμα πρόσφυγας απ' τον σεισμό της Χίου, το 1881, και μετά πάλι έφυγε απ' τα Ιεροσό&amp;shy;λυμα γιατί ήταν ο πόλεμος του '97 και οι Τούρκοι τότε θα τον παίρνανε και θα τον βάζανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως' μπήκε λοιπόν σ ένα καράβι με την οικογένειά του και βγήκε στην Αλεξάνδρεια. Έτσι γινή&amp;shy;καμε μεις γένος αιγυπτιώτικο, αλεξανδρινό. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα και τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες - γι' αυτό μπορώ και εμπνέομαι πιο άμεσα. Ας κάνω εδώ μια παρένθεση και ας πω πώς βρέθηκα στο χώρο που περιγράφουν οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Το 1942 εγώ βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια και μαζί με μερικούς φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Έλλην», που πολύ διαβάζεται απ' τις ένοπλες δυνάμεις, τα παιδιά των ταξιαρχιών που βρίσκον&amp;shy;ταν στη μέση Ανατολή. Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη, ο Χίτλερ έχει χτυπήσει τη Σοβιετική Ένωση κι έχει μπει και κείνη στον πόλεμο. Αλλά οι δυνάμεις της Αγγλίας, όπως τις βλέπουμε εμείς από τη δική μας σκοπιά, δεν μας καθησυχάζουν. Και πραγματικά σημειώνονται αλλεπάλληλες ήττες. Τον Ιούνιο το Τομπρούκ, το οποίο το είχανε πολιορκήσει οι Ιταλοί και οι Γερμανοί πάρα πολλές φορές, έπεσε με είκοσι πέντε χιλιάδες στρατό μέσα, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Ήτανε δε τόσο περίεργη αυτή η πτώση του Τομπρούκ, που όλος ο κόσμος άρχισε να λέει πως επρόκειτο για προδοσία. Έτσι σκεφτήκαμε κι εμείς ότι οι εγγλέζοι θα μας την σκάσουν. Κι όταν προχώρησε ακόμη περισσότερο ο Ρόμελ και πλησίαζε πλέον να περάσει τα σύνορα της Αιγύπτου, σηκωθήκαμε καμιά δωδεκαρια φίλοι, μπήκαμε στ' αυτοκίνητα και περάσαμε στην Παλαιστίνη. Ο σκοπός μας ήτανε ο εξής: αν βλέπαμε πως οι Εγγλέζοι εξακολουθούν να δίνουν έδαφος στον Χίτλερ, να προσπαθήσουμε με κάποιο τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη κι από τον Ευφράτη να περάσουμε στον Καύκασο, στην Σοβιετική Ένωση, να γλυτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-iiReX7soa24/TanD2bSFFkI/AAAAAAAANtY/2qzz57HYIdw/s1600/Tsirkas118.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 311px; FLOAT: right; HEIGHT: 227px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596219351788492354" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-iiReX7soa24/TanD2bSFFkI/AAAAAAAANtY/2qzz57HYIdw/s400/Tsirkas118.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Φτάσαμε λοιπόν στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα εγώ ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω, τίποτε άλ&amp;shy;λο. Μ' αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί λοιπόν στην Παλαιστίνη δε μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια και τέτοια πράγματα, γι' αυτό προσπαθήσαμε να βολευτούμε κάπου αλλού. Κάναμε επαφή με αριστερούς εβραίους οι οποίοι μάς δρομολόγησαν αμέσως. Μας στείλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα. Έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο, όταν σου λέει «λέγομαι Γιάννης», να πιστεύεις ότι λέγεται Γιάννης. Στον πρώτο τόμο της τριλογίας, στα «Πορτραίτα από τα Ιεροσόλυμα» κάνω μια καταγραφή εν συντομία των προσώπων που είχα γνωρίσει στην πανσιόν αυτή που είχα μείνει, σε στυλ σχεδόν τηλεγραφικό - δεν πήρε παραπάνω από τέσσερις σελίδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα όσο αφορά την «Αριάγνη»: από μια στιγμή και πέρα γίνεται στο βιβλίο ένα πρόσωπο πολύ &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-1_arg1Ny-ZU/TanEP1QVm5I/AAAAAAAANtg/TlKcWN9OSVM/s1600/Tsirkas112.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 92px; FLOAT: left; HEIGHT: 234px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596219788257237906" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-1_arg1Ny-ZU/TanEP1QVm5I/AAAAAAAANtg/TlKcWN9OSVM/s400/Tsirkas112.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; ζεστό, πολύ ανθρώπινο και ταυτοχρόνως είναι η λαϊκή σοφία προσωποποιημένη. Κάποτε προβληματίστηκα πώς έγινε η αλλαγή. Ενώ στην αρχή ήταν η μάνα του Μιχάλη, μια καλή μάνα και τίποτε παραπάνω· δεν είχε τόσους κραδασμούς, τέτοιο ανθρωπιστικό πά&amp;shy;θος για όλους. Προβληματίστηκα και βρήκα ότι για τις ανάγκες του μυθιστορήματος, ενώ την Αριάγνη στην αρχή την είχα τοποθετήσει φαν&amp;shy;ταστικά σ' ένα σπίτι που βρισκόταν ένα σοκκάκι πίσω απ' το δικό μας, μετά χρειάστηκε και την έφερα μπρος, πάνω στο δρόμο που είναι το τζαμί που γίνονται οι θρησκευτικές τελετές των αραπάδων. Δηλαδή την έβαλα να καθήσει στο σπίτι μας' έγινε η μάνα μου και τα χαρακτηριστι&amp;shy;κά όλα που έδωσα της Αριάγνης ήταν τα χαρακτηριστικά της μάνας μου, η ανεξιθρησκεία της, η συμπάθεια για τον φτωχόχοσμο κλπ. Τόσο πολύ δε, που η αδελφή μου μια μέρα μου λέει: «Βρε παιδί μου, όλα τάδωσες της μάνας μας, δεν άφησες και τίποτε να μην το γράψεις!».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βιβλίο το έγραφα γιατί εμένα με καίει - ακόμα και τώρα που έχει εκδοθεί η τριλογία - η υπόθεση του Απρίλη του '44. Τον έχω ζήσει τον Απρίλη πάρα πολύ έντονα και η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν -ίσαμε σήμερα να μην έχει αναγνωρι&amp;shy;στεί επίσημα η συμβολή του κινήματος του Απριλίου για την εθνική ενότητα -, αυτό με έκανε να γράψω, για να δικαιωθεί ο Απρίλης. Αυτός ήταν ο σκοπός του μυθιστορήματος. &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-PafwPJx1Y-I/TanE0cufnNI/AAAAAAAANto/7OSZDcCe9aE/s1600/Tsirkas116.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 200px; FLOAT: right; HEIGHT: 349px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596220417327996114" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-PafwPJx1Y-I/TanE0cufnNI/AAAAAAAANto/7OSZDcCe9aE/s400/Tsirkas116.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Τον Απρίλιο του '65 το γράψιμο της τριλογίας είχε ουσιαστικά τελειώσει, αφού η καταστολή της αντιφασι&amp;shy;στικής εκδήλωσης του Απρίλη '44 στο στρατό και το στόλο είχε συντε&amp;shy;λεστεί μέσα στο βιβλίο. Βέβαια στον αναγνώστη του μυθιστορήματος θα έμεινε η απορία τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές. Αυτό από καιρό λογάρια&amp;shy;ζα να το καλύφω, αλλά δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα εκείνης της εποχής. Με τούτες τις σκέψεις να πηγαίνουν και να έρχονται και να μου τριβελίζουν το μυαλό, βρέθηκα στο τέλος Απριλίου του '65 στη Θεσσα&amp;shy;λονίκη. Και εδώ είναι η στιγμή να πω το μεγάλο συναισθηματικό μου χρέος απέναντι σ' αυτή την πολιτεία και τους ανθρώπους της που, άθελά τους, μου πρόσφεραν τη λύση από το αδιέξοδο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιο βράδυ βρεθήκαμε σ' ένα ταβερνάκι της παλιάς πόλης, κάτω από μια μουριά άκρη-άκρη στο γκρεμό και κάτω μακριά να τρεμοσβήνουν τα φώτα από τα πυροφάνια στο Καραμπουρνάκι. Ήταν, θαρρώ, η Όλυ και ο Μανόλης Ανδρόνικος, η Μίνα και ο Παύλος Ζάννας, η Λένα και ο Γιώργος Σαββίδης, η Μίκα και ο Δημήτρης Φατούρος. Το κρασί ήταν καλό, οι μεζέδες νόστιμοι, η παρέα υπέροχη. Μα οι έγνοιες μου με το μυθιστόρημα δεν έλεγαν να μ' αφή&amp;shy;σουν. Άξαφνα πίσω μας στο δρόμο ανάμεσα στη μουριά και το μαγαζί ακούστηκε κάτι σαν ομοβροντία. Έστρεψα το κεφάλι: ένας ναύτης τσου&amp;shy;λούσε ένα μοτοσακό. «Ο Παντελής», είπα, «Παναγιά μου, ο Παντε&amp;shy;λής!», λες και ήμουνα εγώ η Λενάρα. Ένα ανάμικτο κύμα από δέος και λύπηση με τράνταζε και μαζί μια φώτιση: «Εδώ, εδώ θα τους μαζέψω όσους επιζήσαν και θα τα πουν».&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Στρατής Τσίρκας (1911-1980)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/--EwUprWoMl4/TdA1V1h0nAI/AAAAAAAAOC0/S6pzyk-4oUI/s1600/StratisTsirkas2.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 290px; HEIGHT: 381px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607040185338731522" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/--EwUprWoMl4/TdA1V1h0nAI/AAAAAAAAOC0/S6pzyk-4oUI/s400/StratisTsirkas2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Τα &lt;strong&gt;αυτοβιογραφικά κείμενα&lt;/strong&gt; είναι από τα&lt;br /&gt;τεύχη 27 και 25 του περιοδικού &lt;strong&gt;η λέξη&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Σεπτέμβριος και Ιούλιος του '83&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: &lt;a href="http://wax-tablets.blogspot.com/2009/08/cat-of-british-museum.html"&gt;&lt;u&gt;wax-tablets.blogspot.com&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;,&lt;br /&gt;rizospastis.gr, perizitito.gr, stokokkino.gr,&lt;br /&gt;avgi.gr, ethnos.gr, naftikachronika.gr.&lt;br /&gt;Η φωτογραφία της ταυτότητάς του και αυτή με&lt;br /&gt;την αδελφή του σε παιδική ηλικία είναι από&lt;br /&gt;την λέξη τχ. 25.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- ο &lt;a href="http://allilografia.blogspot.com/2008/04/25.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Στρατής Τσίρκας&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;γράμμα σε χαρτί&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Στρατής Τσίρκας - Ιδεολόγος με αιτία: στο &lt;a href="http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=11380&amp;amp;subid=2&amp;amp;pubid=4778821"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;Έθνος&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- 41 χρόνια από τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα: στο &lt;a href="http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=380757"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;Βήμα&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-6596798155859565463?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/6596798155859565463/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=6596798155859565463' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6596798155859565463'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6596798155859565463'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/04/112-44.html' title='112 ~ Στρατής Τσίρκας: εμένα με καίει η υπόθεση του Απρίλη του &apos;44'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-23I1GKAxZp0/TdAzzTYdR5I/AAAAAAAAOCs/JKYnWAyzUOY/s72-c/StratisTsirkas.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-6027227530364115723</id><published>2011-03-11T08:00:00.000+02:00</published><updated>2011-06-28T13:21:36.269+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΜΟΥΣΙΚΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><title type='text'>111 ~ Θανάσης Γκαϊφύλλιας: ...και ρώτησα πού βρέθηκα</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-sqEHXGynlr4/TdiZlKDspkI/AAAAAAAAOHE/K4QHuh-6ZiI/s1600/ThanassisGaifillias2.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 266px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5609402199524025922" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-sqEHXGynlr4/TdiZlKDspkI/AAAAAAAAOHE/K4QHuh-6ZiI/s400/ThanassisGaifillias2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Τη νύχτα που τη μάνα μου την έπιασαν οι πόνοι&lt;br /&gt;χαμός γινόταν στο βουνό, βαρούσε το κανόνι.&lt;br /&gt;Ποιός πρίγκιπας γεννήθηκε ρωτούσαν οι γειτόνοι&lt;br /&gt;και ο παππούς μου, έλεγε έχω κι άλλο εγγόνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η άφιξή μου έγινε υπόθεση μεγάλη&lt;br /&gt;κι οι πιο παλιοί σχολίαζαν κουνώντας το κεφάλι&lt;br /&gt;για δες καιρό που διάλεξε και ήρθε το σκασμένο&lt;br /&gt;μα φαίνεται της μοίρας του πως ήτανε γραμμένο...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν άνοιξα τα μάτια μου (που είναι και ωραία)&lt;br /&gt;και ρώτησα πού βρέθηκα και ποιούς θα 'χω παρέα&lt;br /&gt;με χάιδεψε η μάνα μου και δάκρυσε η μαία.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΗΡΘΕΣ ΟΠΟΥ ΑΝΘΕΙ ΦΑΙΔΡΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑ&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Υ.Γ. Κι έτσι στην αρχή με το κλάμα και στη συνέχεια με το τραγούδι,&lt;br /&gt;στιγμή δεν έπαψα να καταγγέλλω την αβάσταχτη ελαφρότητα του νεοέλληνα...&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Θανάσης Γκαϊφύλλιας (1947)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-WCGfrUo5wRE/Tdicz3rMLKI/AAAAAAAAOHM/sxGJTk4KgRI/s1600/ThanassisGaifillias1.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 256px; HEIGHT: 367px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5609405750822317218" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-WCGfrUo5wRE/Tdicz3rMLKI/AAAAAAAAOHM/sxGJTk4KgRI/s400/ThanassisGaifillias1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;από το blog του Θεοδόση Βαφειάδη &lt;/strong&gt;&lt;a href="http://thanasisgkaifyllias.blogspot.com/"&gt;&lt;u&gt;&lt;strong&gt;Φίλοι του Θανάση Γκαϊφύλλια&lt;/strong&gt;&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;theovaf.blogspot.com, wn.com&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.e-orfeas.gr/discography/2228-article.html"&gt;&lt;u&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;Θανάσης Γκαϊφύλλιας: Τα πρώτα χρόνια στη δισκογραφία&lt;/span&gt;&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;"&gt; &lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-6027227530364115723?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/6027227530364115723/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=6027227530364115723' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6027227530364115723'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6027227530364115723'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/05/115.html' title='111 ~ Θανάσης Γκαϊφύλλιας: ...και ρώτησα πού βρέθηκα'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-sqEHXGynlr4/TdiZlKDspkI/AAAAAAAAOHE/K4QHuh-6ZiI/s72-c/ThanassisGaifillias2.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-532468345616186589</id><published>2011-02-21T01:00:00.000+02:00</published><updated>2011-05-22T05:41:58.814+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΗΘΟΠΟΙΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΕΛΛ.'/><title type='text'>110 ~ Ελένη Ζαφειρίου: ...αλλά σ' αυτό το χώρο!</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-B1feIRbDiCE/TdA5sUA8J_I/AAAAAAAAODM/dH2h8DRW0iY/s1600/EleniZafeiriou2-.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 296px; height: 310px;" src="http://4.bp.blogspot.com/-B1feIRbDiCE/TdA5sUA8J_I/AAAAAAAAODM/dH2h8DRW0iY/s400/EleniZafeiriou2-.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607044969525946354" /&gt;&lt;/a&gt; &lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; ...η μάνα μου ήταν ηθοποιός. Βρέθηκε, η μάνα μου στη Λάρισα, με το θίασο του γιου της, την εποχή που γίνεται το παζάρι. Έμενε σ' ένα ξενοδοχείο, που τα παράθυρά του έβλεπαν στην πλατεία του παζαριού. Καθώς ντυνόταν για να πάει στο θέατρο για πρόβα, άκουγε ένα κλάμα μικρού παιδιού πολύ δυνατό και την ενοχλούσε. Κατέβηκε απ' το ξενοδοχείο, και περνώντας μέσα από το παζάρι, πέφτει απάνω στο παιδάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει σκούζοντας. Σταμάτησε, είδε έναν άντρα καθισμένο χάμω σταυροπόδι να πουλάει κάτι. Τον τριγύριζαν δύο αγόρια, και το μικρότερο γκρινιάρικο κοριτσάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει. Τίνος είναι αυτό το κοριτσάκι που κλαίει έτσι τόσες ώρες; ρώτησε τον άνδρα που κάθονταν χάμω σταυροπόδι. «Δικό μου είναι πανάθεμά το. Από το πρωί δεν έχει σταματεμό. Μπας και ξέρω τι να του κάνω; Έτσι μούρχεται να το στραγγαλίξω!» «Καλά, και πού είναι η μάνα του,» τον ρωτάει; «Δεν έχει μάνα, απόθανε μόλις το γέννησε, και με άφησε με τρεις διαόλους». Χωρίς πολλές κουβέντες και μεγάλες σκέψεις του λέει: «Δώσε μου εμένα το κοριτσάκι σου και θα πάμε στο συμβολαιογράφο να κάνουμε ένα συμφωνητικό ότι μου το δίνεις για ψυχοπαίδι». Χωρίς άλλες κουβέντες, έτσι έγινε. Σε λίγες μέρες το μπουλούκι του γιου της Δημήτρη Ζαφειρίου, έφευγε από τη Λάρισα για άλλη πιάτσα, με ένα ακόμη μέλος του θιάσου, την Ελενίτσα της Κυριακούλας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Τα μικρά μου, χρόνια, πριν πάω σχολειό δεν τα θυμάμαι με λεπτομέρειες, γιατί ο θίασος ταξίδευε κάθε τόσο από πόλη σε πόλη και εγώ άλλαζα συχνά εντυπώσεις. Πότε κοιμόμασταν σε σπίτια, πότε σε πανδοχεία και με κλείδωναν λέγοντάς μου ότι είναι ώρα να κοιμηθώ. Όταν με άφηναν σε σπίτια, οι σπιτονοικοκυρές με τάιζαν και μ' έριχναν στα ρούχα όσο το δυνατόν γρηγορώτερα να γλιτώσουν από τη γκρίνια μου, γιατί τους &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-0Qd86oqy1Bg/TatFW2BgE7I/AAAAAAAANvk/JwHFqk_vtfM/s1600/EleniZafeiriou2.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;width: 209px; height: 290px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-0Qd86oqy1Bg/TatFW2BgE7I/AAAAAAAANvk/JwHFqk_vtfM/s320/EleniZafeiriou2.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596643220699222962" /&gt;&lt;/a&gt;ζητούσα τη μάνα μου. Μονάχα όταν άρχισα να πηγαίνω σχολειό και συναναστράφηκα παιδιά συνομήλικά μου και έπρεπε όταν με άφηναν μόνη να διαβάζω, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία, να γράφω, να ζωγραφίζω, όλα αυτά γέμιζαν κάπως τη ζωή μου και άρχισα πια να σκέπτομαι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Εκείνη την εποχή τα παιδιά των ηθοποιών δοκίμαζαν πολλές κρίσεις. Πρώτον, έπρεπε να πάρουνε ενδεικτικό σχολείου από κάθε πόλη, κάθε φορά που ο θίασος έφευγε για να πάει αλλού. Δεύτερον ήταν τρομερό ν' αλλάζεις δασκάλους, συμμαθητές και περιβάλλον κάθε λίγο και λιγάκι. Τρίτον, το επάγγελμα ηθοποιός, δεν ήταν όπως τώρα. Υπάγονταν στους μάγους, στους γύφτους, στους καραγκιοζοπαίχτες, και γενικά ήταν ανεπιθύμητοι. Για να καταλάβετε εκείνη την εποχή, σας λέω ότι σπάνια νοίκιαζαν στους «θεατρίνους» - όπως τους έλεγαν -, τα σπίτια τους. Τους θεωρούσαν πρόστυχους. Αν υπήρχαν ξενοδοχεία (πανδοχεία), ή ήταν πολύ ακριβά και δεν είχαν τόσα λεφτά, ή δεν τους έβαζαν, μήπως δεν δουλέψει ο θίασος και φύγουν χωρίς να τους πληρώσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Θα ήμουνα μεγαλούτσικη, γιατί θυμάμαι ότι κάποτε που φτάσαμε σε μια πόλη, δεν έβρισκε η μάνα μου σπίτι, ούτε καν χάνι για να με βάλει να κοιμηθώ, και εκείνη να πάει στο θέατρο γιατί το βράδυ είχαν παράσταση. Βιαστική, με κρατούσε απ' το χέρι και όποιον έβρισκε στο δρόμο τον ρωτούσε αν ήξερε κανένα σπίτι να νοικιάζεται. Κάποιος της έδειξε ένα. Χτύπησε την πόρτα, μας άνοιξαν, τους είπε τι ήθελε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόλις άκουσαν τη μάνα μου να τους λέει ότι είναι ηθοποιός, κατσούφιασαν, και ψυχρά της απάντησαν: «Δεν έχουμε τίποτα». Τόσο απελπισμένη ήταν η έρμη, που είδε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο απάνω πάτωμα και τους λέει: «Έχω στρωσίδια, σας παρακαλώ πολύ, αφήστε με να στρώσω κάτω από τη σκάλα, να βάλω το παιδί μου να κοιμηθεί, είναι κουρασμένο απ' το ταξίδι, και αύριο πρέπει να πάει σχολείο. Βιάζομαι να πάω και εγώ στο θέατρο να ετοιμάσω την παράσταση.&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-JJK4nZTXs1c/TatF4sorFEI/AAAAAAAANvs/DTaOQ7oI9ko/s1600/EleniZafeiriou5.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 270px; height: 257px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-JJK4nZTXs1c/TatF4sorFEI/AAAAAAAANvs/DTaOQ7oI9ko/s320/EleniZafeiriou5.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596643802294719554" /&gt;&lt;/a&gt; Όταν τελειώσω θα έρθω να κοιμηθώ και εγώ μαζί του. Αύριο μου λέτε τι λεπτά θέλετε για νοίκι, και εγώ θα σας προπληρώσω δέκα μέρες». Την άλλη μέρα συμφώνησε μαζί τους και κοιμόμασταν κάτω απ' την ξύλινη σκάλα αρκετές μέρες, γιατί η πιάτσα ήταν μεγάλη και ο θίασος δούλεψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Όπως όλα τα παιδιά των ηθοποιών έτσι κι εγώ έπαιζα σε όλα τα έργα που χρειαζόντουσαν παιδιά, όπως στη: «Μήδεια», τον «Οιδίποδα Τύραννο», τη «Γενοβέφα», τον «Αθανάσιο Διάκο», που τον έπαιζαν στην εθνική μας γιορτή, καθώς και σε πολλά άλλα. Ήταν δύσκολο να βρουν στήν επαρχία δυο παιδιά μαζί. Αν έπαιζα εγώ το ένα, ευκολώτερα έβρισκαν ακόμα ένα παιδάκι. Είχα όμως και παραξενιές, παρ' όλο που ήμουνα μικρή. Ενώ στον «Οιδίποδα», που τον έπαιζε ο γιος της ήμουνα πρόθυμη, μόλις μου έλεγαν να παίξω στη «Μήδεια», που την έπαιζε η μάνα μου, αντιδρούσα πεισματικά και τους έλεγα ξεκάθαρα: «Δε θέλω να παίξω, δε μ' αρέσει το έργο». Τι με παρακαλούσαν, τι μου έταζαν δώρα, αν παίξω, εγώ τίποτα. Ξεκάθαρα τους επαναλάμβανα: «Δεν θέλω». Μια μέρα, μ' έπιασε ο γιος της με το μαλακό, και μέσα σε όλα με ρώτησε: «Γιατί Ελενάκι μου, αφού παίζεις χωρίς αντιρρήσεις σε μένα, γιατί δεν παίζεις και με τη μάνα μας;» Χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα αναιδέστατα: «Η μάνα μας δεν είναι καλή ηθοποιός και δεν μ' αρέσει». Γέλασε, μ' αγκάλιασε, με φίλησε και δεν μου είπε τίποτα. Έτσι, δεν έπαιξα ποτέ άλλοτε στη «Μήδεια» με τη μάνα μου. Με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβα γιατί δεν ήθελα να παίζω στη «Μήδεια». Φαίνεται ότι υποσυνείδητα δεν μου άρεσε η «Μήδεια» (διασκευή Βερναρδάκη) γιατί ήταν στην καθαρεύουσα και η μάνα μου (παρ' όλο που τη λάτρευα) σαν ηθοποιός ήταν στομφώδης, κατώτερη απ' το γιο της, και μένα δεν μ' ενθουσίαζε. Ο γιος της πριν κάνει δικό του θίασο συνεργάστηκε ακόμη και με τον Αιμίλιο Βεάκη. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-yjxuK2Yb6rI/TatGSsYDMPI/AAAAAAAANv0/ImV9gNVTvC8/s1600/EleniZafeiriou3.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;width: 173px; height: 245px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-yjxuK2Yb6rI/TatGSsYDMPI/AAAAAAAANv0/ImV9gNVTvC8/s320/EleniZafeiriou3.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596644248901595378" /&gt;&lt;/a&gt;Πριν τελειώσω το Δημοτικό σχολείο η μάνα μου αποφάσισε - αφού τα συμφώνησε και με το γιο της, να με φέρει ο ίδιος στην Αθήνα, και να με κλείσει στις καλόγριες. Στο θίασο Ζαφειρίου εκείνη την εποχή ήταν και οι γονείς της Νανάς Σκιαδά. Αποφάσισαν κι εκείνοι να στείλουν στις ίδιες καλόγριες τη μεγαλύτερη αδελφή τής Νανάς, την Δημαρέτη. Δε θυμάμαι με ποιο τρόπο την έστειλαν. Έμαθα μετά από χρόνια, ότι τέλειωσε τις καλόγριες, και βρίσκεται παντρεμένη στην Αμερική. Μ' έφερε λοιπόν στην Αθήνα ο Ζαφειρίου με την «προίκα» μου, όπως την έλεγαν οι καλόγριες. Σεντόνια, πάπλωμα, πετσέτες, αλλαξές. Ένα μικρό μπαουλάκι γεμάτο ρούχα. Στην Αθήνα, στην οδό Λένορμαν, κρατούσαν μόνιμα δυο δωμάτια στην αυλή που είχα πρωτογνωρίσει. Τη μια μέρα φτάσαμε και την άλλη θα με πήγαινε στις καλόγριες. Εκεί που μου εξηγούσε το καλό που θα μου κάνει, που δεν θα μετακινούμαι από τόπο σε τόπο, λαβαίνει ένα τηλεγράφημα από τη μάνα του που του έλεγε: — Ανάβαλε είσοδο Ελενίτσας στο σχολείο, έρχομαι αμέσως. Ήρθε η μάνα του, και του εξήγησε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να επιβλέπει από κοντά η ίδια την Ελενίτσα. Με τα απλά επιχειρήματά της, τον έπεισε, και την ίδια μέρα φύγαμε, η μάνα μου, ο γιος της, η προίκα μου κι εγώ για να συνεχίσουμε τα περιπετειώδη ταξίδια μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;=&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Ίσως να μη γνώριζα ποτέ τους μεγάλους καλλιτέχνες αν η ή μάνα μου δεν είχε μέσα της εκτός από τα τρυφερά αισθήματα, και κριτήρια καλλιτεχνικά. Μια μέρα μού λέει &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-bumV31wgydk/TatGq9Lf8iI/AAAAAAAANv8/IlJwlTzUgfU/s1600/EleniZafeiriou4.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 220px; height: 176px;" src="http://4.bp.blogspot.com/-bumV31wgydk/TatGq9Lf8iI/AAAAAAAANv8/IlJwlTzUgfU/s320/EleniZafeiriou4.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5596644665729217058" /&gt;&lt;/a&gt;«αύριο ή μεθαύριο να πάμε να δεις ένα έργο που το ξέρεις κι έχεις παίξει». Πάντα μου άρεσαν οι εκπλήξεις γι' αυτό δεν τη ρώτησα να μου πει καμιά λεπτομέρεια. Δεν άργησε όμως να έρθει η πολυπόθητη αυτή μέρα. Αφού ντυθήκαμε «ευπρεπώς» (έτσι το έλεγε η μάνα μου, της άρεσε η καθαρεύουσα) πήραμε την ανηφόρα της οδού Λένορμαν, φτάσαμε στο Μεταξουργείο, και από εκεί μπήκαμε στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και σε λίγο φτάσαμε στο «Εθνικό Θέατρο». Στην πόρτα τής έφεραν λίγες δυσκολίες γιατί είχαν μόνο μία θέση, γι' αυτήν. Τους εξήγησε ότι θα καθήσει στην άκρη και 'γώ θ' ακουμπήσω στο χερούλι του καθίσματός της, χωρίς να ενοχλώ τους θεατές. Δεν επέμειναν περισσότερο, μπήκαμε στην πλατεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θεέ μου, τι έκπληξη ήταν αυτή μόλις αντίκρισα το σκηνικό!!! &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αυλαία ήταν ανοιχτή, δε χρειαζόταν ν' ανοίξει για ν' αρχίσει η παράσταση. Εγώ δε μπορούσα να φανταστώ το έργο που θα έβλεπα, γι' αυτό αγωνιούσα ν' αρχίσει. Επιτέλους άρχισαν και με τα πρώτα λόγια κατάλαβα ότι έπαιζαν τον «Οιδίποδα Τύραννο», έβλεπα τη μεγαλόπρεπη παράσταση του Φώτη Πολίτη χωρίς να ξέρω ότι Οιδίποδα έπαιζε ο Μεγάλος Βεάκης, Ιοκάστη η ανεπανάληπτη Παξινού, τους υπόλοιπους ρόλους ο Μινωτής, ο Ροζάν, ο Γιώργος Γληνός, ο Παρασκευάς, ο Κωτσόπουλος, κι όλη η καλλιτεχνική αφρόκρεμα εκείνης της εποχής. Παρακολουθώντας αυτή την παράσταση, νοερώς αποφάσισα να ακολουθήσω το επάγγελμα του ηθοποιού, αλλά σ' αυτό το χώρο. &lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Ελένη Ζαφειρίου (1916–2004)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-ZwpmIVG0iEI/TdA5mdZUNfI/AAAAAAAAODE/vAn8Z0JLU6Y/s1600/EleniZafeiriou1-.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;width: 292px; height: 343px;" src="http://4.bp.blogspot.com/-ZwpmIVG0iEI/TdA5mdZUNfI/AAAAAAAAODE/vAn8Z0JLU6Y/s400/EleniZafeiriou1-.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607044868964890098" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Τα&lt;strong&gt; κείμενα&lt;/strong&gt; είναι αποσπάσματα από σελίδες αυτοβιογραφίας &lt;br /&gt;της Ελένης Ζαφειρίου που δημοσιεύθηκαν, το 1991, σε 4 &lt;br /&gt;τεύχη (53, 54, 55 και 56) του περιοδικού &lt;strong&gt;Οδός Πανός&lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;, &lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;όλες οι &lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt;, εκτός της πέμπτης, είναι από &lt;br /&gt;τα παραπάνω τεύχη της Οδού Πανός. &lt;br /&gt;Η πέμπτη είναι από το news.pathfinder.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;- η Ελένη Ζαφειρίου στο &lt;a href="http://homepage.mac.com/anthonysigalas/greekcinema/h8opoioi/gynaikes1/zafeiriou/zafeiriou.html"&gt;&lt;u&gt;CineHellas.com&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-532468345616186589?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/532468345616186589/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=532468345616186589' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/532468345616186589'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/532468345616186589'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/04/110.html' title='110 ~ Ελένη Ζαφειρίου: ...αλλά σ&apos; αυτό το χώρο!'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-B1feIRbDiCE/TdA5sUA8J_I/AAAAAAAAODM/dH2h8DRW0iY/s72-c/EleniZafeiriou2-.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-5198635904347424567</id><published>2011-02-03T00:59:00.005+02:00</published><updated>2011-06-11T15:17:19.489+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>109 ~ Πάτρικ Λη Φέρμορ: ανάμεσα στα δάση και τα νερά</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-kIIHl7x4Op4/TfNalTz86JI/AAAAAAAAOOo/Ikswbgt8rfA/s1600/PatrickLeighFermor9.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 400px; height: 269px;" src="http://3.bp.blogspot.com/-kIIHl7x4Op4/TfNalTz86JI/AAAAAAAAOOo/Ikswbgt8rfA/s400/PatrickLeighFermor9.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5616932757280974994" /&gt;&lt;/a&gt;Ο Αύγουστος προσέφερε πάμπολλες δικαιολογίες για πικνίκ. Κάναμε τσιμπούσια σε ερειπιώνες και λιβάδια, σε σπηλιές με σταλακτίτες στα βουνά του Μπανάτ και πλάι στα δάση που περιέβαλλαν τον Τσέρνα και τον παραπόταμό του, τον Μπέλα -το μαύρο και το λευκό ποτάμι-, και ένα απόγευμα πήγαμε με το αυτοκίνητο στα Λουτρά του Ηρακλή για ένα νυχτερινό γκαλά στο καζίνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μικρή πόλη τώρα έδειχνε εντελώς διαφορετική. Είχε την κωμική και σαγηνευτική χάρη μιας οπερέτας: χρώματα και ζωηράδα χαρακτήριζαν τους θαμώνες σε πολυπληθή τραπέζια, η χορευτική μπάντα και οι χορευτές γέμιζαν την τραπεζαρία του καζίνο όλο μπρίο και Schwung (κορδώματα). Με τη βοήθεια της δαμασκηνορακής και του κρασιού και του χορού, το απόγευμα χάθηκε μέσα στους χρυσαφένιους ατμούς της μέθης. Ένα μεγάλο τραπέζι δίπλα μας εξέπεμπε μια ελαφρώς θεατρική αύρα επιδεικτικότητας και σύντομα έγινε ξεκάθαρο το γιατί. Στη διάρκεια ενός διαλείμματος, οι Τσιγγάνοι είχαν αρχίσει να κινούνται από τραπέζι σε τραπέζι, και σταματούσαν στις προσηλωμένες παρέες για να παίξουν «στα αυτιά των &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-NFJvswJ5-Z0/Taj1aASdtxI/AAAAAAAANp4/fx2ucG1feXE/s1600/PatrickLeighFermor6.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 191px; FLOAT: right; HEIGHT: 280px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595992364110690066" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-NFJvswJ5-Z0/Taj1aASdtxI/AAAAAAAANp4/fx2ucG1feXE/s400/PatrickLeighFermor6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;δειπνούντων» όπως το λένε' το παίξιμο τους ήταν μάλλον διακριτικό και απαλό' όταν όμως έφτασαν στους γείτονές μας, υψώθηκε ένα προκλητικό κρεσέντο που έκανε τα κρύσταλλα του πολυέλαιου να κουδουνίζουν. Ένας ροδαλός και όμορφος άνδρας τριάντα περίπου ετών άφησε το μαχαιροπίρουνο και ξεδίπλωσε όλη του τη μαεστρία ως βαρύτονος' όλες οι συζητήσεις σταμάτησαν στη συνέχεια οι υπόλοιποι στο τραπέζι απαντούσαν την κατάλληλη στιγμή μέχρι που η αίθουσα αντηχούσε ολάκερη. Ο Χάινς είπε ότι ήταν ο θίασος της Όπερας του Βουκουρεστίου που έκανε καλοκαιρινή περιοδεία, αλλά το ξέσπασμα ήταν αυθόρμητο' είχαν αρχίσει να τραγουδούν τις άριες και τα χορικά του &lt;em&gt;Κουρέα της Σεβίλλης&lt;/em&gt; επειδή απλά είχαν καλή διάθεση, και το τελικό τους tutti έγινε αποδεκτό με χειροκροτήματα και κραυγές «Μπράβο!» και «Ανκόρ!». Όταν πλέον ικανοποιήθηκαν όλα τα αιτήματα για συγκεκριμένα κομμάτια, άρχισε πάλι ο χορός, και σύντομα όλα τα τραπέζια έγιναν μια μεγάλη παρέα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρέθηκα να χορεύω -υπό τους ρυθμούς του Couchés dans le foin, μετά το Vous qui passez sans me voir - μ' ένα κορίτσι που σπούδαζε αγγλική φιλολογία στο Βουκουρέστι' όχι πως μπορούσαμε να ακούσουμε λέξη μέσα στο ποδοβολητό του χορού. Όταν ξανακαθίσαμε, εκείνη μου είπε: «&lt;em&gt;Λατρεύω τα αγγλικά βιβλία. Γουέλς, Γκάλσγουορθι, Μόργκαν, Γουόρικ Ντίπινγκ, Ντίκενς. Και την ποίηση του Μπάιρον, εάν&lt;/em&gt;...». Σταμάτησε, χαμογελώντας σκεφτική. Εγώ περίμενα, αναρωτώμενος ποιες ήταν οι επερχόμενες επιφυλάξεις, και ύστερα από σιωπή μερικών δευτερολέπτων, αποτόλμησα να πω: «&lt;em&gt;Εάν τι;&lt;/em&gt;». «&lt;em&gt;Εάν&lt;/em&gt;» είπε εκείνη «&lt;em&gt;να κρατάς μπορείς το λογικό σου όταν γύρω σου όλοι το 'χουνε χαμένο και ρίχνουνε γι' αυτό το φταίξιμο σε σένα&lt;/em&gt;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επόμενη ημέρα ενώ τριγύριζα με τα παπούτσια της γυμναστικής, το πόδι μου προσγειώθηκε σ' ένα καρφί δυόμισι εκατοστών που εξείχε σε μια σανίδα μέσα σε μια διαλυμένη ξυλαποθήκη και τρυπήθηκα πέρα για πέρα. Πονούσε λίγο και δεν έτρεξε πολύ αίμα, &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-eZVB6QZixSU/Taj1v1-WrWI/AAAAAAAANqA/bnX5wcU7Y4E/s1600/PatrickLeighFermor4.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 185px; FLOAT: left; HEIGHT: 297px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595992739299110242" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-eZVB6QZixSU/Taj1v1-WrWI/AAAAAAAANqA/bnX5wcU7Y4E/s400/PatrickLeighFermor4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; αλλά ένιωθα σουβλιές όταν το πατούσα, έτσι πέρασα λίγο καιρό ξαπλωμένος σε μια σεζλόγκ κάτω από ένα δέντρο, μετά βάδιζα με μπαστούνι κουτσαίνοντας. Σε τρεις ημέρες επουλώθηκε και την τέταρτη ξεκίνησα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Μάρος κυριαρχούσε τους τελευταίους τρεις μήνες. Τώρα τη θέση του είχε πάρει ο Τσέρνα και μερικές ημέρες νωρίτερα, λίγο πριν από την αυγή, είχα πάει με το άλογο προς τα ανάντη για να ρίξω μια τελευταία ματιά. Η μηλωτή από φύλλα εκτοξευόταν προς την κορυφογραμμή' από κάτω, η κοιλάδα απλωνόταν μελαγχολική και γαλήνια μέσα στο μισόφωτο' ήταν ένας αγριότοπος από πράσινα βρύα και γκρίζα αναρριχητικά φυτά, με νερόμυλους πνιγμένους στους κισσούς που σάπιζαν πλάι στις όχθες και ρυάκια που κατρακυλούσαν μέσα από τις σκιές' μετά, μέσα από τους κορμούς, αχτίδες φωτός στο χρώμα του λεμονιού έφταναν χαμηλά μέχρι τους υδρατμούς που στροβιλίζονταν κατά μήκος της κοίτης και τρύπωναν στα κλαδιά. Ήταν σαν να περπατούσα μέσα σ' έναν κόσμο που ξεπρόβαλλε από το αρχέγονο χάος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα όμως ακολουθούσα μια πιο πεδινή διαδρομή. Ο ποταμός, αφήνοντας το βάραθρο του και κατευθυνόμενος προς τα νότια, έμπαινε σε μια πλατιά γούβα η οποία ανηφόριζε προς τα βόρεια ανάμεσα από δύο πελώριους ορεινούς όγκους που στένευαν σταθερά μέχρι που ο δρόμος έφτασε στο πέρασμα' μετά, πολλά χιλιόμετρα μακριά στην άλλη πλευρά, κατέβαινε στην κοιλάδα του Τίμις και ακόμα πιο μακριά κατά μήκος του βρισκόταν το σημείο από το οποίο πριν από δύο εβδομάδες είχα εξαπολύσει την ατομική μου επίθεση εναντίον των Καρπαθίων. Στρεφόμενος νότια, ακολούθησα έναν κατσικόδρομο στη σκιά των δέντρων, και αναρωτήθηκα πόσο να έχει αλλάξει η κοιλάδα από την εποχή των Ρωμαίων' κοιτώντας ψηλά τους αετούς και τα μετέωρα ρουμάνια μανία, σκέφτηκα: σχεδόν καθόλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-NjH29wsW0_s/Taj2MuaBMtI/AAAAAAAANqI/SvFDkq-3fGI/s1600/PatrickLeighFermor3.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 170px; FLOAT: right; HEIGHT: 247px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595993235483865810" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-NjH29wsW0_s/Taj2MuaBMtI/AAAAAAAANqI/SvFDkq-3fGI/s400/PatrickLeighFermor3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;[....] Κατηφορίζοντας προς τον ποταμό, το μονοπάτι τον διέσχιζε ξανά και ξανά περνώντας πάνω από ξύλινες γέφυρες. Ο ήλιος θρυμματιζόταν καθώς περνούσε μέσα από το σουρωτήρι των φυλλωμάτων, και κάθε τόσο τα νερά στροβιλίζονταν ορμητικά μέσα από τα κόκκινα και πράσινα βράχια, ενώ υδρόβια φυτά λικνίζονταν σαν γοργόνες από το ρεύμα. (Χωρίς να το συνειδητοποιώ, θα πρέπει να είχα αποθηκεύσει μια σχεδόν φωτογραφική ανάμνηση αυτή της όμορφης κοιλάδας, γιατί, όταν είκοσι χρόνια μετά την ταξίδευα, αυτή τη φορά με το μικρό τρένο, ξεχασμένα ορόσημα επανεμφανίζονταν συνεχώς μέχρι που άρχισα να θυμάμαι: μια έκταση με άγριες ίριδες, ένα νησάκι με μια συστάδα από ιτιές, ένα δασύλλιο, μια βελανιδιά που είχε χτυπηθεί από κεραυνό ή ένα μοναχικό ξωκλήσι, και ύστερα από λίγα λεπτά αυτά εμφανίζονταν μπροστά μου' ξάφνου, μετά μια χαρακτηριστική θηλιά του ποταμού, ήταν όλα εκεί, πνιγμένα σε βάθος είκοσι χρόνων αλλά αναδύονταν στην επιφάνεια ένα ένα, μια αλυσίδα από σωσμένες εικόνες, σαν κάτι χαμένο για καιρό που σ' το επιστρέφουν.)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένας ηλικιωμένος κάτω από μια μουριά με ρώτησε πού πήγαινα. Όταν του είπα «Constantinopol», έκανε ένα αμυδρό νεύμα και δεν με ρώτησε τίποτα άλλο, λες και είχα αναφέρει το διπλανό χωριό. Ένα εντυπωσιακό πουλί που δεν είχα ξαναδεί, περίπου στο μέγεθος κόρακα και με λαμπερό γαλάζιο χρώμα όταν βρισκόταν στον αέρα, πέταξε σ' ένα κοντινό κλαδί. &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TVLVrJq1GuI/AAAAAAAAM-4/bBwsOE4gWbk/s1600/dumbraveanca-.JPG"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 178px; FLOAT: left; HEIGHT: 198px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5571750626317376226" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TVLVrJq1GuI/AAAAAAAAM-4/bBwsOE4gWbk/s200/dumbraveanca-.JPG" /&gt;&lt;/a&gt; «Dumbrăveancă» το αποκάλεσε ο γέρος: «αυτό που αγαπά τα δάση με βελανιδιές». (Ήταν μια χαλκοκουρούνα.) Ελπίζοντας να ξαναδώ τα υπέροχα χρώματα του, χτύπησα τα χέρια μου και εκείνο πέταξε στον ουρανό από τη νέα του κούρνια σαν πλάσμα του Μέτερλινκ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο γέρος σήκωσε ένα πεσμένο μούρο από το χορτάρι, και, δίνοντας μια βουβή επίδειξη, καμπύλωσε το δείκτη του σαν να πέρναγε ένα αγκίστρι και μετά έκανε πως πετά πετονιά στο ποτάμι. Εννοούσε πως χρησιμοποιούσαν μούρα για δόλωμα; Σίγουρα όχι για τις πέστροφες; «&lt;em&gt;Όχι, όχι&lt;/em&gt;». Κούνησε το κεφάλι του και είπε ένα άλλο όνομα. Η χειρονομία του παρέπεμπε σε ένα πολύ μεγαλύτερο ψάρι μέχρι που τα χέρια του άνοιξαν εντελώς όπως ενός παίκτη κονσερτίνας. Ένα στουριόνι από τον Δούναβη, ίσως. Δεν ήταν μακριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν πολύ κοντύτερα απ' ό,τι νόμιζα, γιατί εντελώς ξαφνικά οι πλευρές της πεδιάδας βυθίστηκαν και αποκάλυψαν τους πύργους και τα δέντρα της Όρσοβα, μετά τα ταραγμένα κίτρινα και γκριζογάλαζα νερά του Δούναβη και τον πασσαλοφράχτη των σερβικών βουνών πέρα. Το θέαμα ήταν δραματικό και αιφνίδιο. Η φαρδιά καμπύλη του ποταμού ήρθε στο προσκήνιο, περνώντας μέσα από μια απόκρημνη περιοχή στα δυτικά' μετά, αφού χωρίστηκε με αναφτέριασμα γύρω από το φουντωτό νησάκι και κατόπιν ενώθηκε πάλι, συνέχισε προς τα κατάντη για να κάνει μια σχεδόν εξίσου εντυπωσιακή έξοδο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-RyLt-v6s6dI/Taj2ihZpU9I/AAAAAAAANqQ/HToGMWN7Q40/s1600/PatrickLeighFermor5.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 105px; FLOAT: left; HEIGHT: 119px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595993609949762514" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-RyLt-v6s6dI/Taj2ihZpU9I/AAAAAAAANqQ/HToGMWN7Q40/s400/PatrickLeighFermor5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Μπήκα βιαστικός στην πόλη κι έτρεξα να μαζέψω μερικά γράμματα από το ποστ-ρεστάντ - μόλις που πρόλαβα. Κάθισα με αυτά στο τραπέζι ενός καφενείου στην προβλήτα. Ένα από τα γράμματα, γεμάτο γεωλογικές συμβουλές, ήταν από τον πατέρα μου, ταχυδρομημένο πριν από δύο μήνες από τη Σίμλα: «&lt;em&gt;Οι πάντες έχουν μετακομίσει εδώ για να αποφύγουν τον καύσωνα&lt;/em&gt;» μου έγραφε. «&lt;em&gt;Από το παράθυρο μου βλέπω το δυτικό τμήμα της κεντρικής οροσειράς των Ιμαλαΐων, και πολλές από τις χιονισμένες κορυφές του Θιβέτ. Είναι μια υπέροχη αλλαγή από την Καλκούτα&lt;/em&gt;...».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η επιστολή της μητέρας μου ερχόταν σε απάντηση ενός γράμματος που περιείχε μια διασκεδαστική -ήλπιζα- περιγραφή του παρασιτικού καλοκαιριού μου' της έστελνα αναφορές προόδου μου κάθε εβδομάδα περίπου, εν μέρει για να την ψυχαγωγήσω και εν μέρει για να συμπληρώσω το ημερολόγιο μου αργότερα. «...&lt;em&gt;Βλέπω τι εννοείς για το Mr. Sponge's Sporting Tour&lt;/em&gt;» μου έγραφε. «&lt;em&gt;Θα ακολουθήσεις τον Δούναβη; Θα φτάσεις σ' ένα μέρος που λέγεται Ρουστσούκ - μόλις το κοίταξα στον άτλαντα&lt;/em&gt;» συνέχιζε. «&lt;em&gt;Μάντεψε ποιος γεννήθηκε εκεί!&lt;/em&gt;». Ήταν ο Μάικλ Άρλεν. (Όπως -αν και τότε δεν είχα ακόμη ακούσει για αυτόν- και ο Ελίας Κανέτι.) Η μητέρα μού έδινε πολλές τέτοιες πληροφορίες, συχνά όχι ακριβείς αλλά πάντα ενδιαφέρουσες. Της άρεσε πάρα πολύ να κόβει άρθρα από εφημερίδες και ύστερα από λίγο μια μάζα από αποκόμματα, γεμάτα με ιστορίες του Λονδίνου, κάλυπτε το τραπέζι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-BP2Gy_aThCQ/Taj21ItiyZI/AAAAAAAANqY/SyhObp28cso/s1600/PatrickLeighFermor2.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 188px; FLOAT: right; HEIGHT: 297px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595993929739848082" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-BP2Gy_aThCQ/Taj21ItiyZI/AAAAAAAANqY/SyhObp28cso/s400/PatrickLeighFermor2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Υπήρχαν πολλά άλλα γράμματα και ένας κανναβένιος φάκελος διαγραμμισμένος με μπλε κιμωλία περιείχε τα χαρτονομίσματα των τεσσάρων λιρών για τον τελευταίο μήνα' πάνω στην ώρα, για άλλη μια φορά! Αλλά το γράμμα που άνοιξα πρώτο και με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό ήταν γραμμένο στα γαλλικά με τον άγριο γραφικό χαρακτήρα της Αγκέλα και είχε ταχυδρομηθεί το επόμενο πρωινό της άφιξής της στη Βουδαπέστη. Όλα μας τα σχέδια και τα τεχνάσματα είχαν στεφθεί με επιτυχία! Ο τόνος του κειμένου, γραμμένου σε χοντρές κόλλες, ήταν στοργικός και αστείος και διαποτισμένος από τις χαρές της τριπλής φούγκας μας. Έκανα στην άκρη τα γράμματα, τα αποκόμματα και τα βιβλία και της έγραψα μια απάντηση αμέσως' μετά, ένα γράμμα για το Λονδίνο και ένα για τη Σμίλα, και μέχρι να τελειώσω ο ήλιος είχε δύσει αφήνοντας στο ποτάμι μια ανοιχτή τσίγκινη απόχρωση. Η νέα σελήνη εμφανίστηκε πελιδνή για μία ώρα και μετά βούτηξε πίσω από τους αντικρινούς λόφους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το γράμμα της Αγκέλα. Τα αισθήματα μας -τα δικά μου, τουλάχιστον- ήταν πιο έντονα απ' ό,τι είχαμε παραδεχτεί, και το δέσιμο μας, για όσο διήρκεσε, ήταν ολοκληρωτικό: η τρυφερότητα και ο ενθουσιασμός έρρεαν αφειδώς' δεν είναι να απορεί κανείς που πλέαμε σε πελάγη ευτυχίας: η καλή διάθεση και το αίσθημα της περιπέτειας είχαν χαρίσει μια εύθυμη νότα στα πάντα και ένιωθα σίγουρος ότι, για να αποφύγουμε τις στεναχώριες αργότερα, η Αγκέλα είχε επιδέξια κρατήσει τα πράγματα σε αυτό το επίπεδο. Το σύντομο διάστημά μας μαζί ήταν γεμάτο ανέφελη αγαλλίαση - ο χωρισμός δεν ήταν φταίξιμο κανενός μας και δεν υπήρχαν λόγοι για οτιδήποτε άλλο παρά ευγνωμοσύνη και ίσως να είχαμε σταθεί πιο τυχεροί απ' όσο γνωρίζαμε.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Patrick Leigh Fermor (1915)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;[update: (1915-2011)]&lt;/span&gt; &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-Oywm6Lx9e3k/TfNbjil0avI/AAAAAAAAOOw/BUUt6EORiF4/s1600/PatrickLeighFermor10.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;width: 276px; height: 357px;" src="http://4.bp.blogspot.com/-Oywm6Lx9e3k/TfNbjil0avI/AAAAAAAAOOw/BUUt6EORiF4/s400/PatrickLeighFermor10.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5616933826400119538" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από το βιβλίο&lt;br /&gt;του Πάτρικ Λη Φέρμορ &lt;strong&gt;Ανάμεσα στα δάση και τα νερά&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετάφραση: &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Νίκος Κούτρας&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;εκδ. Μεταίχμιο, 2004&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;welt.de, feldgrau.net,&lt;br /&gt;admiralcod.blogspot.com, animale-salbatice.ro,&lt;br /&gt;ccbmc.com, patrickleighfermor.wordpress.com&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://key-em.blogspot.com/2006/05/9.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;ο Πάτρικ Λη Φέρμορ&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;Ταξιδεύοντας&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Ενημέρωση 10 Ιουνίου 2011&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;Τα Νέα: &lt;a href="http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&amp;amp;ct=1&amp;amp;artid=4635193"&gt;&lt;u&gt;&lt;strong&gt;Έφυγε ο Πάτρικ Λι Φέρμορ, ένας μεγάλος φίλος της Ελλάδας&lt;/strong&gt;&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-5198635904347424567?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/5198635904347424567/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=5198635904347424567' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5198635904347424567'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5198635904347424567'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/02/107.html' title='109 ~ Πάτρικ Λη Φέρμορ: ανάμεσα στα δάση και τα νερά'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/-kIIHl7x4Op4/TfNalTz86JI/AAAAAAAAOOo/Ikswbgt8rfA/s72-c/PatrickLeighFermor9.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-3635697692998148153</id><published>2011-01-16T16:22:00.009+02:00</published><updated>2011-05-16T00:04:21.373+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>108 ~ Φραντς Κάφκα: το ζήτημα  είναι να κρατήσω το κεφάλι μου ψηλά ώστε να μην πνιγώ</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-y1hyns-yVKI/TdA_dqjc6lI/AAAAAAAAODk/DtZtaOmVj8o/s1600/Kafka1-.jpg"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 400px; height: 245px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-y1hyns-yVKI/TdA_dqjc6lI/AAAAAAAAODk/DtZtaOmVj8o/s400/Kafka1-.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607051314948008530" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#9999ff;"&gt;19 Ioυλίου 1910&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Όταν το συλλογίζομαι, πρέπει να πω πως η ανατροφή μου από ορισμένες απόψεις με έβλαψε πολύ. Αυτό το παράπονο αφορά ένα πλήθος ανθρώπων, δηλαδή τους γονείς μου, μερικούς συγγενείς, ορισμένους επισκέπτες του σπιτιού μας, διάφορους συγγραφείς, μία συγκεκριμένη μαγείρισσα, που για ένα χρόνο με πήγαινε στο σχολείο, ένα σωρό δασκάλους (που στη θύμησή μου είμαι αναγκασμένος να τους συμπιέσω κοντά κοντά, αλλιώς μου ξεφεύγει ένας από δω κι άλλος από κει, επειδή όμως τους έχω συμπιέσει όλους τόσο πολύ, &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-M6ojHlu1xgY/Taj5O7aXKfI/AAAAAAAANqo/9qhS4FotcVU/s1600/kafka5.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;width: 218px; height: 287px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-M6ojHlu1xgY/Taj5O7aXKfI/AAAAAAAANqo/9qhS4FotcVU/s400/kafka5.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595996571869587954" /&gt;&lt;/a&gt; και πάλι το σύνολο σπάει εδώ κι εκεί), ένα σχολικό επιθεωρητή, περαστικούς που βάδιζαν αργά, με δυο λόγια αυτή η κατηγορία περιστρέφεται σαν μαχαίρι μέσα στην κοινωνία και κανείς, επαναλαμβάνω, κανείς δυστυχώς δεν είναι σίγουρος ότι η μύτη του μαχαιριού δεν θα παρουσιαστεί ξαφνικά μπροστά, πίσω ή στα πλάγια. Πάνω σ' αυτή την κατηγορία δεν θέλω να ακούσω αντίρρηση, μια κι έχω ακούσει ήδη πάρα πολλές, και, επειδή οι περισσότερες αντιρρήσεις έχουν αναιρέσει τα λεγόμενά μου, συμπεριλαμβάνω αυτές τις αντιρρήσεις στην κατηγορία μου και δηλώνω ότι η ανατροφή μου κι αυτή η αναίρεση με έβλαψαν πολύ από ορισμένες απόψεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μήπως νομίζει κανείς ότι ανατράφηκα κάπου παράμερα; Όχι, καταμεσής στην πόλη ανατράφηκα, καταμεσής στην πόλη. Όχι π.χ. σε ένα ερείπιο στα βουνά ή κοντά στη λίμνη. Οι γονείς μου και η ακολουθία τους ήταν ως τώρα τυλιγμένοι από το παράπονό μου και γκρίζοι, τώρα όμως παραμερίζουν εύκολα αυτό το παράπονο και χαμογελούν γιατί πήρα τα χέρια μου από πάνω τους, τα έφερα στο μέτωπό μου και σκέφτομαι: έπρεπε να ήμουν ο μικρός κάτοικος των ερειπίων, να αφουγκράζομαι τις κραυγές των κορακιών, να μου ρίχνουν τον ίσκιο τους πετώντας από πάνω μου, να δροσίζομαι κάτω από το &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-v3I5RbP1AxI/Taj5ihL5aKI/AAAAAAAANqw/mDiwoJpvLAA/s1600/kafka7.jpg"&gt;&lt;img style="float:left; margin:0 10px 10px 0;cursor:pointer; cursor:hand;width: 200px; height: 349px;" src="http://2.bp.blogspot.com/-v3I5RbP1AxI/Taj5ihL5aKI/AAAAAAAANqw/mDiwoJpvLAA/s400/kafka7.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595996908426979490" /&gt;&lt;/a&gt; φεγγάρι, ακόμα κι αν στην αρχή ήμουν λίγο αδύνατος κάτω από την πίεση των καλών μου ιδιοτήτων, που θα φύτρωναν μέσα μου με τη δύναμη των ζιζανίων, καμένος από τον ήλιο, που θα με έλουζε απ' όλες τις πλευρές μέσα από τα ερείπια, πάνω στο κρεβάτι μου από κισσό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;16 Δεκεμβρίου 1910&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Βράδυ, ώρα εντεκάμισι. Το ότι, όσο δεν απελευθερώνομαι από το γραφείο, είμαι χαμένος μού είναι σαφές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το ζήτημα όμως είναι, όσο είναι δυνατόν, να κρατήσω το κεφάλι μου τόσο ψηλά ώστε να μην πνιγώ. Πόσο δύσκολο θα είναι αυτό, ποιες δυνάμεις θα μου απορροφήσει φαίνεται ήδη από το ότι σήμερα δεν τήρησα το νέο μου πρόγραμμα, να καθήσω από τις οχτώ ως τις έντεκα το βράδυ στο τραπέζι μου, ότι μάλιστα αυτή τη στιγμή δεν το θεωρώ αυτό καμιά μεγάλη συμφορά, ότι έγραψα βιαστικά τούτες τις λίγες γραμμές για να πέσω στο κρεβάτι μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#9999ff;"&gt;19 Ιανουαρίου 1911&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Μια φορά σκόπευα να γράψω ένα μυθιστόρημα όπου συγκρούονταν δύο αδελφοί κι ο ένας τους πήγαινε στην Αμερική, ενώ ο άλλος έμενε σε μια ευρωπαϊκή φυλακή. Έγραψα απλώς μερικές αράδες εδώ κι εκεί γιατί είχε αρχίσει αμέσως να με κουράζει. Έτσι κάποτε, μια Κυριακή απόγευμα, που είχαμε πάει επίσκεψη στον παππού και στη γιαγιά και είχαμε φάει ένα ιδιαίτερα μαλακό ψωμί, όπως το συνήθιζαν εκεί, αλειμμένο με βούτυρο, έγραψα κάτι για τη φυλακή μου. Είναι πιθανόν ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος το έκανα από ματαιοδοξία και ότι, σπρώχνοντας το χαρτί πάνω στο τραπεζομάντιλο, χτυπώντας το μολύβι στο τραπέζι, κοιτάζοντας ένα γύρο κάτω από το φως της λάμπας, ήθελα να κάνω κάποιον να μου πάρει το γραπτό, να το κοιτάξει και να με θαυμάσει. &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-aEwCxo6RsLA/Taj6D-4TQ9I/AAAAAAAANq4/8NumcG6dDW8/s1600/kafka3.jpg"&gt;&lt;img style="float:right; margin:0 0 10px 10px;cursor:pointer; cursor:hand;width: 237px; height: 230px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-aEwCxo6RsLA/Taj6D-4TQ9I/AAAAAAAANq4/8NumcG6dDW8/s400/kafka3.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5595997483333534674" /&gt;&lt;/a&gt;Στις λίγες εκείνες γραμμές περιγραφόταν κυρίως ο διάδρομος της φυλακής, ιδιαίτερα η ησυχία και το κρύο του' αναφέρονταν ακόμα μερικά λόγια συμπόνιας για τον αδελφό που είχε μείνει πίσω γιατί αυτός ήταν ο καλός αδελφός. Ίσως είχα μια στιγμιαία αίσθηση της ασημαντότητας της περιγραφής μου, μόνο που πριν από εκείνο το απόγευμα δεν έδινα πολλή προσοχή σε τέτοια αισθήματα όταν καθόμουν μαζί με τους συγγενείς μου, που τους είχα συνηθίσει (η δειλία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε το συνηθισμένο με έκανε σχεδόν ευτυχισμένο), γύρω από το στρογγυλό τραπέζι στο γνωστό δωμάτιο και δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι ήμουν νέος κι ότι μέσα από τούτη τη σημερινή ησυχία προοριζόμουν για μεγάλα πράγματα. Ένας θείος μου, που του άρεσε να κοροϊδεύει, μου πήρε, τέλος, το χαρτί, που το κρατούσα πολύ χαλαρά, του έριξε μια ματιά, μου το ξανάδωσε, χωρίς καν να γελάσει, κι είπε στους άλλους, που τον παρακολουθούσαν με τα μάτια: «&lt;em&gt;Τα συνηθισμένα&lt;/em&gt;», σ' εμένα δεν είπε τίποτα. Εγώ έμεινα καθισμένος κι έσκυβα όπως πριν πάνω από το άχρηστο τώρα χαρτί μου, όμως στην πραγματικότητα είχα με μια σπρωξιά αποκλειστεί από την ομήγυρη, η κρίση του θείου επαναλαμβανόταν μέσα μου με σχεδόν ήδη πραγματική σημασία, κι ακόμα και μέσα στην αίσθηση της οικογένειας απέκτησα μια αντίληψη του ψυχρού χώρου του κόσμου μας, που έπρεπε να τον ζεστάνω με μια φωτιά, που έπρεπε πρώτα να τη βρω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:85%;color:#9999ff;"&gt;5 Ιανουαρίου 1912&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;Εδώ και δυο μέρες διαπιστώνω μέσα μου ψυχρότητα και αδιαφορία όποτε θέλω. Χτες το βράδυ στον περίπατο κάθε μικρός θόρυβος του δρόμου, κάθε βλέμμα που έπεφτε πάνω μου, κάθε φωτογραφία σε μια βιτρίνα ήταν για εμένα σημαντικότερη απ' ό,τι ο εαυτός μου.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Franz Kafka (1883-1924)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-YPxrc09CMtw/TdA_kgnYjKI/AAAAAAAAODs/VSE3Yog_8ug/s1600/Kafka2-.jpg"&gt;&lt;img style="cursor:pointer; cursor:hand;width: 400px; height: 259px;" src="http://1.bp.blogspot.com/-YPxrc09CMtw/TdA_kgnYjKI/AAAAAAAAODs/VSE3Yog_8ug/s400/Kafka2-.jpg" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607051432539229346" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Αποσπάσματα από το βιβλίο&lt;strong&gt; Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μετάφραση: &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Αγγέλα Βερυκοκάκη&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Εξάντας, 1998&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;listal.com, betsydevine.com,&lt;br /&gt;guardian.co.uk &lt;em&gt;(Anonym/Getty Images)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;em&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://allilografia.blogspot.com/2009/12/blog-post_28.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;ο Φράντς Κάφκα&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;Γράμμα σε χαρτί&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-3635697692998148153?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/3635697692998148153/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=3635697692998148153' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3635697692998148153'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3635697692998148153'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/02/108.html' title='108 ~ Φραντς Κάφκα: το ζήτημα  είναι να κρατήσω το κεφάλι μου ψηλά ώστε να μην πνιγώ'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/-y1hyns-yVKI/TdA_dqjc6lI/AAAAAAAAODk/DtZtaOmVj8o/s72-c/Kafka1-.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-102304130112974929</id><published>2010-12-29T07:46:00.000+02:00</published><updated>2011-06-11T01:08:42.010+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>107 ~ Αττίλα Γιόζεφ: δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-SyKi7KKcK-4/TdA9XemOXXI/AAAAAAAAODU/mimCb6gHUaU/s1600/AttilaJozsef1-.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 332px; DISPLAY: block; HEIGHT: 318px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607049009635941746" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-SyKi7KKcK-4/TdA9XemOXXI/AAAAAAAAODU/mimCb6gHUaU/s400/AttilaJozsef1-.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Γεννήθηκα στα 1905 στη Βουδαπέστη, είμαι ορθόδοξος. Ο πατέρας μου, ο μακαρίτης Ααρών Γιόζεφ, μετανάστεψε στην Αμερική όταν εγώ είμουν τριών χρονών. Το «Ίδρυμα Προστασίας των Παίδων» μ' έστειλε στο Έτσεντ, σε μια χωριάτικη οικογένεια να με κηδεμονεύει. Εκεί έζησα ως τα εφτά μου χρόνια. Από τότε άρχισα να δουλεύω - όπως κάνουν συνήθως τα φτωχά αγροτόπαιδα' - φύλαγα γουρούνια. Όταν είχα γίνει εφτά χρονών η μητέρα μου, η μακαρίτισσα Μπορμπάλα Πέτσε, μ' έφερε ξανά στη Βουδαπέστη και μ' έγραψε στη δεύτερη τάξη του δημοτικού. Η μάνα μου ξενοδούλευε - είταν πλύστρα και παραδουλεύτρα - κ' έτσι μας ζούσε εμάς, τις δύο μεγαλύτερες αδερφές μου και μένα. Η μάνα πήγαινε σε σπίτια και δούλευε απ' το πρωί ως το βράδι, ενώ εγώ, χωρίς την επίβλεψη των δικών μου, το 'σκαζα απ' το σχολειό και τριγυρνούσα στους δρόμους σα χαμίνι. Μα μια μέρα, μέσα στο Αναγνωστικό της Γ' τάξης βρήκα μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βασιλιά Αττίλα και από τότε ρίχτηκα με τα μούτρα στο διάβασμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-UVwkCVZuH1o/TYf_LQEiWEI/AAAAAAAANQI/5YLrdqAPN0g/s1600/AtJozsef9.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 137px; FLOAT: left; HEIGHT: 200px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5586714431534028866" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-UVwkCVZuH1o/TYf_LQEiWEI/AAAAAAAANQI/5YLrdqAPN0g/s200/AtJozsef9.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Οι ιστορίες για το βασιλιά των Ούννων δε μ' ενδιέφεραν μονάχα επειδή και μένα με λέγανε Αττίλα, μα προ παντός μ' ενδιέφεραν επειδή οι «κηδεμόνες» μου στο Έτσεντ μ' έλεγαν Πίστα. Ύστερα από μια... σύσκεψη μαζί με τους γείτονες είχαν διαπιστώσει - είμουνα και γω μπροστά - ότι τ' όνομα «Αττίλα» είναι ανύπαρκτο. Αυτό με είχε εκπλήξει τόσο πολύ, σα να είχε αμφισβητήσει κάποιος την ίδια την ύπαρξή μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αποκάλυψη των παραδόσεων για το βασιλιά Αττίλα επηρέασε, νομίζω, αποφασιστικά κάθε προσπάθειά μου από κει και πέρα και, σε τελευταία ανάλυση, ίσως αυτό το βίωμα να με οδήγησε στη λογοτεχνία. Αυτό το βίωμα μ' έκανε άνθρωπο που σκέφτεται, που ακούει και τη γνώμη των άλλων, άλλα με κριτικό πνεύμα, - μ' έκανε άνθρωπο που ακούει και απαντάει βέβαια όταν τον φωνάζουν «Πίστα», ώσπου ν' αποδειχτεί σωστή η δική του πεποίθηση, ότι δηλαδή πρέπει να λέγεται «Αττίλα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν είμουν εννιά χρονών, ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος και η ζωή μας χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Στεκόμουν ουρά μπροστά στα μαγαζιά από τις 9 το βράδι ως τις 8 το πρωί και συχνά τύχαινα, όταν θα 'ρχόταν επί τέλους η δική μου σειρά, να 'χει σωθεί το χοιρινό λίπος. Βοηθούσα τη μάνα μου όσο μπορούσα. Πουλούσα νερό στον κινηματογράφο «Βιλάγκ». Έκλεβα ξύλα και κάρβουνο από το σιδηροδρομικό σταθμό του Φερεντσβάρος, για να ζεσταθούμε. &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-t6Tj0RUOTEM/TYgGKP0dyQI/AAAAAAAANRA/NVIbUf_D4kE/s1600/AtJozsef10.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 186px; FLOAT: right; HEIGHT: 317px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5586722110868146434" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-t6Tj0RUOTEM/TYgGKP0dyQI/AAAAAAAANRA/NVIbUf_D4kE/s400/AtJozsef10.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Έφτιαχνα παιχνίδια από χρωματιστά χαρτιά και τα πουλούσα σε παιδιά που είχαν καλύτερη μοίρα απ' τη δική μου. Κουβαλούσα καλάθια, πακέτα κλπ. στις αγορές. Το καλοκαίρι του 1915 πέρασα τις διακοπές μου στην Αμπάζια, χάρη στο Ίδρυμα «Βασιλική Δράσις» που φρόντιζε για τις διακοπές των παίδων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[....] Τα Χριστούγεννα του 1919 πέθανε η μάνα μου. Η «Υπηρεσία Περιθάλψεως Ορφανών» διόρισε για κηδεμόνα μου το γαμπρό μου, τον Δρ. Έντεν Μάκαϊ, που πέθανε πρόσφατα. Μια άνοιξη κ' ένα καλοκαίρι δούλευα σε μαούνες του Δούναβη που είχαν ονόματα, Βίχαρ, Τερέκ, Τατάρ, - ιδιοκτησία της ναυσιπλοϊκής εταιρείας Ατλάντικα. Αυτόν τον καιρό έδωσα εξετάσεις στην Δ' τάξη της Συμπληρωματικής Μέσης Σχολής, χωρίς να έχω παρακολουθήσει μαθήματα. Έπειτα ο κηδεμόνας μου, μαζί με τον Δρ. Σάντορ Γκίσβαϊν μ' έστειλαν στο Νιέργκεσουϊφαλου, στο σεμινάριο των Σαλησιανών Αδελφών, να σπουδάσω παπάς. Έμεινα εκεί δυο βδομάδες μονάχα, αφού δεν είμουν καθολικός, μα ορθόδοξος. Από κει πήγα στο Μακό, στο Κολλέγιο DEMKE όπου δεν άργησα να πετύχω μια θέση δωρεάν. Το καλοκαίρι παρέδιδα μαθήματα στο Μεζοχιεγκες, για να κερδίσω έτσι το ψωμί μου. Τέλειωσα με άριστα την ΣΤ' τάξη του γυμνασίου, παρ' όλο που εξ αιτίας κάποιων διαταραχών της εφηβικής ηλικίας, επεχείρησα κάμποσες φορές ν' αυτοκτονήσω. Είναι αλήθεια ότι ούτε τότε μα ούτε και πρωτύτερα δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ίδια εποχή έχουν πια δημοσιευτεί τα πρώτα ποιήματά μου, στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νιούγκατ». Η δημοσίευση έγινε όταν είμουν 17 χρονών. Με θεωρούσαν παιδί-θαύμα, ενώ δεν είμουν παρά μονάχα ένα παιδί ορφανό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-z8o0Ha44DnA/TYgDUcxPqoI/AAAAAAAANQY/6_ZhspRV1SQ/s1600/AtJozsef5.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 170px; FLOAT: left; HEIGHT: 248px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5586718987608107650" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-z8o0Ha44DnA/TYgDUcxPqoI/AAAAAAAANQY/6_ZhspRV1SQ/s400/AtJozsef5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Όταν τελείωσα την ΣΤ' τάξη του γυμνασίου, διέκοψα τις σπουδές μου, εγκατέλειψα το Κολλέγιο, γιατί ένιωθα φοβερά τη μοναξιά μου και την ορφάνια μου. Δε μελετούσα, μια και την ώρα της παράδοσης των καθηγητών είχα κιόλας μάθει τα μαθήματα. Αυτό μαρτυρούν, άλλωστε, και οι βαθμοί μου (όλοι άριστα) στο ενδεικτικό μου. [....] Ύστερα, για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, είμουν πλασιέ βιβλίων στη Βουδαπέστη και τον καιρό του πληθωρισμού δούλεψα τραπεζικός υπάλληλος στην ιδιωτική τράπεζα Μάουτνερ. Μετά την εισαγωγή της μεθόδου Χιντς δούλευα στο λογιστήριο. Λίγο αργότερα, και προς μεγάλη αγανάκτηση των πιο ηλικιωμένων συναδέλφων μου, ανατέθηκε σε μένα ο έλεγχος των τραβηκτικών, που εκδίδονταν την ημέρα της πληρωμής. Εδώ οι συνάδελφοι μού κόψανε λιγάκι τα φτερά του επαγγελματικού μου ζήλου φορτώνοντας μου ένα μέρος και της δικής τους δουλειάς, και μην αφήνοντας ευκαιρία να με πειράζουν για τα ποιήματά μου, που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά. «&lt;em&gt;Και γω έγραφα ποιήματα, όταν είμουν στην ηλικία σου&lt;/em&gt;» - μου 'λεγε ο καθένας. Λίγο αργότερα η Τράπεζα χρεωκόπησε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Επί τέλους, αποφάσισα να γίνω συγγραφέας και ν' αποκτήσω ανάλογο «αστικό» επάγγελμα, που να 'ναι στενότατα συνδεδεμένο με τη λογοτεχνία. Γράφτηκα στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Σέγκεντ. Οι κλάδοι που διάλεξα ήταν: ουγγρική και γαλλική φιλολογία, καθώς και φιλοσοφία. Πενηνταδύο παραδόσεις παρακολουθούσα τη βδομάδα και σε είκοσι μαθήματα έδωσα εξετάσεις με άριστα. Από τα συγγραφικά δικαιώματα που έπαιρνα με τη δημοσίευση ποιημάτων μου, έτρωγα μέρες ολόκληρες.&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-RxHH1grin34/TYgG6D-zSgI/AAAAAAAANRI/ZZHyLP2gs-o/s1600/AtJozsef7s.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 200px; FLOAT: right; HEIGHT: 275px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5586722932323994114" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-RxHH1grin34/TYgG6D-zSgI/AAAAAAAANRI/ZZHyLP2gs-o/s400/AtJozsef7s.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Απ' αυτά πλήρωνα και το νοίκι μου. Είμουν πολύ περήφανος που ένας από τους καθηγητές μου, ο Λάιος Ντέζι, μ' έβρισκε άξιο να κάνω επιστημονικές έρευνες μόνος μου. Έχασα όμως το κέφι μου όταν ένας άλλος καθηγητής μου, ο Άνταλ Χόργκερ, με κάλεσε στο γραφείο του και μπροστά σε δυο μάρτυρες - θυμάμαι ακόμα τα ονόματά τους, έγιναν και αυτοί τώρα πια καθηγητές - μου δήλωσε ότι, όσο είναι αυτός στη ζωή, εγώ δε θα γίνω ποτέ καθηγητής στη μέση εκπαίδευση, γιατί - όπως έλεγε — «&lt;em&gt;δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την διαπαιδαγώγηση της νέας γενεάς σε έναν άνθρωπο που γράφει τέτοια ποιήματα&lt;/em&gt;». Και μου έδειξε ένα φύλλο της εφημερίδας «Σέγκεντ». Πολλές φορές αναφέρουν την ειρωνεία της τύχης και δω πραγματικά πρόκειται για κάτι τέτοιο. Το ποίημα μου αυτό - «Καθαρή καρδιά» είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη, γράφτηκαν γι' αυτό εφτά άρθρα. Ο Λάιος Χάτβανυ είπε ότι αποτελεί ντοκουμέντο όλης της μεταπολεμικής γενιάς. Κι ο Ιγκνότους ότι «λίκνιζε, κανάκευε, γλυκομουρμούριζε μες στην ψυχή του» αυτό το «πεντάμορφο» ποίημα, όπως έγραφε στο περιοδικό «Νιούγκατ»' και στην «Ars poetica» του το ποίημα αυτό το χαρακτήρισε πρότυπο της νέας ποίησης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επόμενη χρονιά, είμουν τότε 20 χρονών, πήγα στη Βιέννη, γράφτηκα στο Πανεπιστήμιο. Ζούσα πουλώντας εφημερίδες στην είσοδο του Ράτχαους-Κέλλερ και καθαρίζοντας τις αίθουσες της Ουγγρικής Ακαδημίας στη Βιέννη. Ο διευθυντής της Ακαδημίας, ο Άνταλ Λάμπαν, όταν έμαθε την κατάστασή μου, επενέβη και φρόντισε να μπορώ να τρώω στο Collegium Hungaricum. Μου βρήκε μάλιστα και δυο μαθητές: Τους γιους του Ζόλταν Χάιντου, γενικού διευθυντή της άγγλο-αυστριακής Τράπεζας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από τη Βιέννη — από ένα φριχτό τενεκέ-μαχαλά, όπου δεν είχα ούτε καν σεντόνι — βρέθηκα κατευθείαν φιλοξενούμενος στον Πύργο των βαρώνων Χάτβανυ στο Χάτβαν. Η κυρία Άλμπερτ Χιρς, η οικοδέσποινα, μ' εφοδίασε με χρήματα για τα έξοδα του ταξιδιού μου κ' έτσι, κατά το τέλος του καλοκαιριού, πήγα στο Παρίσι, όπου γράφτηκα στη Σορβόννη. Το καλοκαίρι το πέρασα στην παραλία της Νότιας Γαλλίας, σ' ένα ψαράδικο χωριό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά ήρθα στη Βουδαπέστη και παρακολούθησα δύο εξάμηνα στο Πανεπιστήμιο। [....] Ύστερα βρήκα μια θέση αλληλογράφου στα γαλλικά και τα ουγγρικά, όταν ιδρύθηκε το Ινστιτούτο Εξωτερικού Εμπορίου... ... ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε όμως με βρήκαν τόσα απρόοπτα χτυπήματα της μοίρας, που - όσο κι αν είχα σκληραγωγηθεί στη ζωή μου -, δε βάσταξα παραπάνω και το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων μ' έστειλε σε σανατόριο με νευρασθένεια βαρείας μορφής. Έπειτα πήρα πληρωμένη αναρρωτική άδεια. Εγκατέλειψα λοιπόν τη θέση μου, γιατί κατάλαβα πως δεν είναι σωστό να επιβαρύνω με την αρρώστια μου ένα νεοσύστατο ίδρυμα. Από τότε ζω απ' τα γραφτά μου. Είμαι συντάκτης του λογοτεχνικού κριτικού περιοδικού «Σεπ Σο» (Ωραίος Λόγος)... ... ...&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Attila József (1905-1937)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-beyt9k6MxBA/TdA9fbfv82I/AAAAAAAAODc/tOIr3xKS3oM/s1600/AttilaJozsef2-.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 286px; HEIGHT: 370px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5607049146242429794" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-beyt9k6MxBA/TdA9fbfv82I/AAAAAAAAODc/tOIr3xKS3oM/s400/AttilaJozsef2-.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Το &lt;strong&gt;αυτοβιογραφικό κείμενο&lt;/strong&gt;, σε μετάφραση &lt;strong&gt;Εύας Κοππ&lt;/strong&gt;,&lt;br /&gt;είναι από το βιβλίο &lt;strong&gt;Αττίλα Γιόζεφ, Ποιήματα &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Κέδρος, 1975&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: huembwas.org, btasahnesi.net,&lt;br /&gt;lexpress.fr, magyarulbabelben.net,&lt;br /&gt;imaginehungary.com&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com/2011/03/55.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Αττίλα Γιόζεφ: Σύντομα πια θ' αφανιστώ&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;χωρίς άλλη αναβολή&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- Αφιέρωμα με φωτογραφικό υλικό: &lt;a href="http://www.btasahnesi.net/yazilar/uu/uu7/uu7.htm"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;ŞAİR ATTİLA JOZSEF ÜZERİNE&lt;/span&gt;&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-102304130112974929?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/102304130112974929/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=102304130112974929' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/102304130112974929'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/102304130112974929'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2011/03/109.html' title='107 ~ Αττίλα Γιόζεφ: δεν είχα κανέναν που θα μπορούσε να με βοηθήσει με μια φιλική συμβουλή'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-SyKi7KKcK-4/TdA9XemOXXI/AAAAAAAAODU/mimCb6gHUaU/s72-c/AttilaJozsef1-.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-2600285201382544670</id><published>2010-12-11T01:14:00.006+02:00</published><updated>2011-07-28T19:12:02.630+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><title type='text'>106 ~ Bάσω Κατράκη: σπίτι μέσα στη θάλασσα</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-htTM4CZCFOY/TVTnzJ2fBAI/AAAAAAAAM_Y/uZZF0T0B0jE/s1600/Katraki4.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 287px; DISPLAY: block; HEIGHT: 375px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572333504967934978" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-htTM4CZCFOY/TVTnzJ2fBAI/AAAAAAAAM_Y/uZZF0T0B0jE/s400/Katraki4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Γεννήθηκα στο Αιτωλικό του Μεσολογγίου. Το Αιτωλικό είναι ένα μικρό νησάκι, που το συνδέουνε με τη στεριά δυο μακριά πέτρινα γεφύρια με πολλές μικρές τοξωτές καμάρες. Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθότανε όλο ψαράδες. Ένα ξυπόλυτο μελισσολόι τριγύριζε ολοήμερα, με τις γυναίκες τους συνέχεια γκαστρωμένες και τα παιδιά , μπακανιασμένα από την ελονοσία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πατέρας μου λεγότανε Γιώργης Λεονάρδος κι ήτανε κτηματίας, μα περισσότερο τραγουδούσε κι έψελνε στην εκκλησία με μια σπάνια ωραία, ζεστή φωνή. Όταν τραγουδούσε μαζευότανε κόσμος και κοσμάκης σπίτι μας για να τον ακούσει. Η μανούλα μου ύφαινε ολοκέντητα λεπτά μεταξωτά και μπαμπακερά και πολύχρωμα μάλλινα κιλίμια. Είχε πάρει κι ένα χρυσό βραβείο σε μια Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα δυο μου αδέρφια, ήτανε μεγαλύτερα από μας τα κορίτσια. Ο μεγάλος, φοιτητής τότε της φιλολογίας μας έφερνε από την Αθήνα ένα μαγικό για μας κόσμο. Παλιά βιβλία με χρωματιστές χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, χρωματιστές εικόνες και χαλκομανίες, μπογιές και πινέλα και δεν άφηνε παλιατζίδικο της Αθήνας αγύριστο. Ο μικρότερος, ό,τι έβλεπε το μάτι του τόκαναν τα χέρια του, και μαζί με όλα, ζωγραφίζανε κιόλας και οι δυό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρω-γύρω από τη μικρή μας θάλασσα ήτανε η έξοχή, γεμάτη ελιές, χωράφια καρπερά, μποστάνια, καπνοτόπια, σιτηρά. Μια ζωή στη στεργιά και στη θάλασσα, γεμάτη ιδρώτα και μόχθο. &lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-wTDmQnHT0sk/TVTpIb8DlqI/AAAAAAAAM_w/DQ5CVO7k2x0/s1600/Katraki6.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 306px; FLOAT: right; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572334970112022178" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-wTDmQnHT0sk/TVTpIb8DlqI/AAAAAAAAM_w/DQ5CVO7k2x0/s320/Katraki6.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα. Διάβαζα βιβλία και βιβλία πούχε ο αδερφός μου κι οι φίλοι μας. Μ’ άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ ή ποίηση. Κοντά στ’ αδέρφια μου ζωγράφιζα κι εγώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κρυφά, ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο απίστευτα μεγάλο που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει στο μυαλό μου. Ό, τι έβλεπα, έλεγα: - &lt;em&gt;Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω.&lt;/em&gt; Kαι πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία. Δεν ήξερα ακόμα ότι, άλλο πράμα είναι η Τέχνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μια μέρα, σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα. Κι’ αν γίνω ζωγράφος; Πώς έγινε έτσι άξαφνα αυτό, δεν το κατάλαβα. Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου, κι έχασα τον κόσμο. Από τότε, δεν είχα τίποτε άλλό στο μυαλό μου νύχτα και μέρα. Μα, χίλιες δυο αναποδιές ξεφυτρώσανε, και ξαφνικά, ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά κι έπεσε πολύ πίκρα και θλίψη στο σπίτι μας, πού κράτησε εφτά ολόκληρα χρόνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κάποια μέρα, αφού πέθανε ο πατέρας μου, ξεκίνησα για την Αθήνα μην ξέροντας ακριβώς τι θα κάνω. ... ...&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Βάσω Κατράκη (1914-1988)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-I-Dmp_YZ_Xs/TVTodEU3xgI/AAAAAAAAM_o/BYsKHtnM8ts/s1600/Katraki3.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 399px; HEIGHT: 260px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572334225039279618" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-I-Dmp_YZ_Xs/TVTodEU3xgI/AAAAAAAAM_o/BYsKHtnM8ts/s400/Katraki3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;To αυτοβιογραφικό κείμενο &lt;/strong&gt;και οι &lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt; είναι&lt;br /&gt;από τον &lt;a href="http://www.vassokatraki.gr/index.php"&gt;&lt;b&gt;&lt;u&gt;επίσημο ιστότοπο για την Βάσω Κατράκη&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-2600285201382544670?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/2600285201382544670/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=2600285201382544670' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/2600285201382544670'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/2600285201382544670'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/12/106-b.html' title='106 ~ Bάσω Κατράκη: σπίτι μέσα στη θάλασσα'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-htTM4CZCFOY/TVTnzJ2fBAI/AAAAAAAAM_Y/uZZF0T0B0jE/s72-c/Katraki4.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-9051764264275941374</id><published>2010-11-23T17:09:00.005+02:00</published><updated>2011-03-26T02:08:55.538+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>105 ~ Ρένος Αποστολίδης: υπάρχουν πράγματα δυνατώτερα απ' τον ένα και μονάχο άνθρωπο</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-B_bkM3c8BfQ/TVTrcNpj7WI/AAAAAAAAM_4/sVx6OQ5ly5c/s1600/RenosApostolidis1.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 224px; DISPLAY: block; HEIGHT: 227px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572337508896992610" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-B_bkM3c8BfQ/TVTrcNpj7WI/AAAAAAAAM_4/sVx6OQ5ly5c/s400/RenosApostolidis1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Σαν έκλεισε πίσω μου η πύλη, δεν μπορούσα να ξέρω τι έκλεισε πίσω μου.&lt;br /&gt;Ήταν 6 τ' απόγεμα μιας καυτής καλοκαιριάτικης μέρας. Ο ιδρώτας κύλαγε, γιομάτος σκόνη, πάνω στο πρόσωπο του σκοπού, κ' είχε στάξει μια, πάνω στ' όπλο του, τη στιγμή που στάθηκε προσοχή μπρος σ' έναν ξεραγκιανό αντισυνταγματάρχη με σορτ.&lt;br /&gt;Ήμουν ο αριθμός 1800, κι ακόμα ο αριθμός 2152, κι ο 3368, κι ο 4600. Είχα φροντίσει με κάθε τρόπο ν' αναβάλω. Μα δεν κατάφερα τίποτα. Κ' η πύλη έκλεισε πίσω μου!..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν δα και καμμιά πύλη σπουδαία. Μια παλιά καγκελλόπορτα της κακής ώρας - θα μπορούσα να την είχα ρίξει όποτε ήθελα! Μα είχε κλείσει πίσω μου - δεν ξέρω πώς έτσι άβουλα το πήρα! Σα να τόχα πια παραδεχτή πως υπάρχουν πράγματα δυνατώτερα απ' τον ένα και μονάχο άνθρωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στάθηκα μπρος σ' ένα τραπέζι. Τρία παιδάρια πίσω του με ύφος «ημετέρων». (Τα γυαλιά δεν άρεσαν - το 'νοιωθ' αυτό πολύ έντονα κείνη την ώρα!) Κάτι είπαν και για μένα' &lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/-BZBUmHMLILI/TVTsOdjSD0I/AAAAAAAANAI/cnBKs2iNZkc/s1600/RenosApostolidis3.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 121px; FLOAT: left; HEIGHT: 347px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572338372159082306" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/-BZBUmHMLILI/TVTsOdjSD0I/AAAAAAAANAI/cnBKs2iNZkc/s400/RenosApostolidis3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;για όλους όλο και κάτι λέγαν μεταξύ τους, σε ύφος πάντα πολύ εμπιστευτικό. (Οι άλλοι ζάρωσαν, παίρναν ύφος ένοχο. - Πολύ έξυπνη τούτη η ράτσα η μελαψή, και μπαίνει αμέσως στο νόημα! Όλοι έχουν μέσα τους έτοιμη τη ματαιοδοξία της ενοχής! Γι' αυτό τόσο εύκολα θριαμβεύει πάνω τους το ύφος εκείνο του «ημετέρου». Το εκτιμούν. Το τρέμουν. Μια συνείδηση ελευθερίας πολύ άτονη, πολύ υποτασική... Δέχονται τόσο δουλικά το καθετί που, αν εσύ δεν πάσχης απ' την ίδια υπόταση και δεν έχης την απόφαση τόσης εξυπνάδας, τόσης ενοχής κατά σύμβαση, και δουλοφροσύνης, πας χαμένος! Όχι οι άλλοι, εσύ θάσαι «ο μέγας ύποπτος» στο φτωχό μυαλό των «ημετέρων»!..) Και παίρνουν τότε βαρύτερο ύφος: -«Α, εσύ είσαι; Καλώστον!..» (με ειρωνεία και πρόκληση. Σα να σε ξέρουν - «τους ξέρουν όλους αυτοί, τ' είναι και τι δεν είναι ο καθένας!») Φυσικά είσ' εσύ -το λέει κ' η ταυτότητα!.. Σημειώνουν τότε πάνω στο χαρτί σου κάτι ακατανόητα για σένα, δικά τους, και στο ξαναδίνουν μ' ένα μυστηριώδες μειδίαμα - στυλ «ντεντέκτιβ», σε γκαγκστερίδικο έργο, πούχει το ένταλμα έτοιμο και το χέρι στο λεβιέ στης «ηλεκτρικής»!..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι με τα ίδια δικαιώματα μπρος στον Ιπποκράτη, μιας κ' είν' άλλωστ' εξαρχής όλοι «ικανοί».&lt;br /&gt;Ξαναντύθηκα. Κάποιος, μ' έναν τόνο αδιόρατης ειρωνείας, μούπε να πάω στο λόχο μου «μαζί με τους υπόλοιπους».&lt;br /&gt;- Ποιους υπόλοιπους;&lt;br /&gt;- Τους συνταξιδιώτες σου του Λόχου Διοίκησης! (Τόνισε το «Διοίκησης». «Τ' είναι πάλι ετούτο;» αναρωτήθηκα. «Κάτι δεν πάει καλά.. - μα θα ξεδιαλύνη...»)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νύχτωνε... Φως 5 κηρίων φώτιζε αχνά τα μουντζαλωμένα χαρτιά κάποιου επιλοχία πάνω σ' ένα τραπέζι από σανίδες: - «Περίμενε!»&lt;br /&gt;Περίμενα ώσπου βράδιασε... Τη στιγμή πια που πήγαιναν να κοιμηθούν, θυμήθηκαν την ύπαρξη μου. Μου πέταξαν δυο κουβέρτες και μούπαν να πάω για ύπνο στη σκηνή που έβλεπα μπρος μου.&lt;br /&gt;* * *&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/-S09kmuCDuq4/TVTsVPtUPVI/AAAAAAAANAY/-cDuxWy_kh0/s1600/RenosApostolidis2.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 194px; FLOAT: right; HEIGHT: 250px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572338488702156114" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/-S09kmuCDuq4/TVTsVPtUPVI/AAAAAAAANAY/-cDuxWy_kh0/s400/RenosApostolidis2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Μα τι ήταν κείνα μπρος σε τούτα δω; Τώρα κοιμάμαι χάμω -εκεί τουλάχιστο είχε ένα φορείο. Εδώ ούτ' αυτό! Τα νερά της βραδινής νεροποντής κύλησαν ανεμπόδιστα χτες τη νύχτα κάτω από την πλάτη μου' βρέξανε το χώμα, λάσπωσαν καλά-καλά, κ' ύστερα μούσκεψαν την κουβέρτα, το χιτώνιο, το πουκάμισο... Μπήκαν ως και στα τσιγάρα - τα μούλιασαν: το πρωί τάβρα σκέττο καπνό και τσιγαρόχαρτα ανοιγμένα... Κουβάλησα έξι κάσες bren. Έφτειασα ένα πρόχειρο κρεββάτι... (Ε, από τότε έκανε ένα μήνα να ξαναβρέξη γερά!)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βράδυ, αργά, μετά τις έντεκα, αρχινούν τα μακρινά ουρλιαχτά των λύκων και τα σιμοτινά ροκανίσματα των ποντικών, που τραγανίζουν όλη νύχτα την κουραμάνα μου. (Το πρωί που σηκώνομαι, κάνω την ταχτική μου «απόξεση» σ' όλα τα λαγούμια πούναι γινωμένα μες στην ψίχα. Έτσι έχω ήσυχη τη συνείδηση μου!)&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-RnnnxAyxRkI/TVTsOXJ00mI/AAAAAAAANAQ/Ktb7XecLZf0/s1600/RenosApostolidis4.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 154px; FLOAT: left; HEIGHT: 173px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572338370441695842" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-RnnnxAyxRkI/TVTsOXJ00mI/AAAAAAAANAQ/Ktb7XecLZf0/s400/RenosApostolidis4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Το φαί τόχω καταργήσει. Του καζανιού κανένα δεν τρώγεται. (Και νάταν και κοντά; Δέκα ώρες δρόμο θέλεις ως το μεγάλο πλάτανο του σταθμού, που έχουνε στήσει τα μαγειρεία. Μια καραβάνα νερόβραστα φασόλια, απ' τα σπασμένα... Χύνεις τα μισά στο δρόμο, κι όταν φτάσης, τ' άλλα μισά τα κερνάς στους σκύλους του καταυλισμού! Αν έλειπε και το εβαπορέ!.. Νερό έχω μέρες να πιω! Κι αυτό μακριά - στον ίδιον πλάτανο. Μια ολάκερη ιστορία να πας...).&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαζεύεις τα έρημα βαγόνια: «ΙΠΠΟΙ 8 - ΑΝΔΡΕΣ 24». Κάνεις ξανά την ίδια σκέψη για τις γραμμές, που φέρνουν όπου θέλεις (φτάνει να μπορής), και καταλήγεις πάντα σ' εκείνο το σπιτάκι στο λιβάδι, κάθεσαι ανάμεσα στα ρημάδια του και πιάνεις πάλι να συλλογιέσαι τα ίδια...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε βράδυ, στις 9, φτάνει το τραινάκι απ' το Βόλο. Φέρνει - παίρνει, μακριά μας όλ' αυτά... Το σφύριγμά του αντηχεί παράταιρα... Κ' ύστερ' ακούς τις μανούβρες. Μετά τις έντεκα ησυχάζουν όλα κι αρχινάν τα ουρλιαχτά των λύκων. Και το ροκάνισμα...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάει και τούτη η μέρα!..&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;Ρένος Αποστολίδης (1924–2004)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-s0uSvXWo9oo/TVTrn7bi97I/AAAAAAAANAA/5BkY7Ehlig0/s1600/RenosApostolidis5.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 298px; HEIGHT: 226px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572337710164801458" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-s0uSvXWo9oo/TVTrn7bi97I/AAAAAAAANAA/5BkY7Ehlig0/s400/RenosApostolidis5.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;απόσπασμα &lt;/strong&gt;από το αυτοβιογραφικο βιβλίο του Ρένου Αποστολίδη&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Πυραμίδα 67 - Το βιβλίο του Εμφυλίου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 2006&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες:&lt;/strong&gt; από τον ιστότοπο renosapostolidis.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.renosapostolidis.gr/biography-2.htm"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;renosapostolidis.gr&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://radar-gr.blogspot.com/2010/03/2004.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;o Ρένος Αποστολίδης&lt;/u&gt; &lt;em&gt;στο Radar&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-9051764264275941374?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/9051764264275941374/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=9051764264275941374' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/9051764264275941374'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/9051764264275941374'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/11/105.html' title='105 ~ Ρένος Αποστολίδης: υπάρχουν πράγματα δυνατώτερα απ&apos; τον ένα και μονάχο άνθρωπο'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/-B_bkM3c8BfQ/TVTrcNpj7WI/AAAAAAAAM_4/sVx6OQ5ly5c/s72-c/RenosApostolidis1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-3421095271920117288</id><published>2010-11-05T15:23:00.010+02:00</published><updated>2011-03-26T02:17:02.522+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>104 ~ Έντμουντ Κήλυ: Το καλοκαίρι του 1940</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-2DSSrc-FRfc/TVTvolCX8vI/AAAAAAAANAg/hAztdA_1UAY/s1600/EdKeeley1.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 267px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572342119380022002" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-2DSSrc-FRfc/TVTvolCX8vI/AAAAAAAANAg/hAztdA_1UAY/s400/EdKeeley1.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Το τοπίο εκείνου του καλοκαιρινού ταξιδιού χάθηκε εν μέρει κάτω από το βάρος άλλων αναμνήσεων. Το 1940 επισκεφτήκαμε εθνικά πάρκα και απόμερες πόλεις που έκαναν ξανά την εμφάνισή τους με ουσιώδη κι επομένως πιο αξιομνημόνευτο τρόπο κατά τη διάρκεια ενός άλλου καλοκαιρινού ταξιδιού με δανεικό αυτοκίνητο, που πραγματοποίησα με τους συγκάτοικούς μου στο κολέγιο το 1948: η Μέσα Βέρντε, όπου για μερικές μέρες ξεφορτώναμε από φορτηγά και στοιβάζαμε κούτσουρα, ώστε να κερδίσουμε χρήματα για να φτάσουμε στο Γιόσεμιτι, όπου δουλέψαμε εξολοθρεύοντας τους μύκητες των πεύκων και τους κροταλίες για να μπορέσουμε να φτάσουμε στο Λος Άντζελες, όπου καθαρίζαμε τα αίματα σ' ένα σφαγείο, ώστε να καταφέρουμε να πάμε στα εξαγνιστικά χιόνια του όρους Ρενιέρ, στη σκιά του οποίου μαζεύαμε λυκίσκους προκειμένου να συγκεντρώσουμε τα απαιτούμενα μετρητά για να φτάσουμε στο Γέλοουστοουν κι από εκεί να πάρουμε τον γεμάτο δυσκολίες δρόμο της επιστροφής, που μας οδήγησε στις ανατολικές ακτές και σε μιαν ακόμη χρονιά στο πανεπιστήμιό μας. Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι &lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/-HmyzvqGQemY/TVTwp43204I/AAAAAAAANAw/kPauT_YP_u8/s1600/EdKeeley3.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 128px; FLOAT: left; HEIGHT: 187px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572343241396114306" border="0" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/-HmyzvqGQemY/TVTwp43204I/AAAAAAAANAw/kPauT_YP_u8/s400/EdKeeley3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;από εκείνο το οικογενειακό ταξίδι με το τροχόσπιτο το 1940 ήταν η καθημερινή πολύωρη οδήγηση, απαραίτητη ώστε να καλυφτούν οι αποστάσεις της προσεκτικά σχεδιασμένης διαδρομής που είχε επιλέξει για μας ο πατέρας μου. Κάναμε περιστασιακές στάσεις σε σπίτια γνωστών - κάποιου συγγενή που βοήθησε στην ανατροφή του πατέρα μου, όταν πέθανε η μητέρα του, ή κάποιου συνταξιούχου που κάποτε υπηρέτησε μαζί του σε κάποιο πόστο -, μα όλες τις νύχτες τις περνούσαμε σε χώρους στάθμευσης για τροχόσπιτα, οι οποίοι θεωρούνταν ασφαλείς για μια πενταμελή οικογένεια που ζούσε αυτόνομα σε συνθήκες πολυκοσμίας, δίχως προφανή ανάγκη ή ευκαιρία για επικοινωνία με άλλα ζωντανά όντα εκτός από περαστικά ελάφια που διέσχιζαν τρομαγμένα τον δρόμο μας ή φιλικές αρκούδες που πλησίαζαν ψαχουλεύοντας τα σκουπίδια μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνο το οποίο θυμάμαι από τα τοπία που συνάντησα στο ταξίδι με το τροχόσπιτο είναι τα λιγοστά μέρη στα οποία μείναμε αρκετό χρόνο, ώστε να αποτυπωθούν στο μυαλό μου, ή ήταν αρκετά παράξενα, ώστε να καταγραφούν στο μικρό φωτογραφικό άλμπουμ του ταξιδιού μας, που είχε τότε φτιάξει η μητέρα μου κι ήταν κρυμμένο για χρόνια μαζί με όσα άλλα άλμπουμ κληρονόμησα μετά τον θανατό της: το καταφύγιο του Λίνκολν στο Ιλινόις, το Απολιθωμένο Δάσος στην Αριζόνα, το Γκραντ Κάνιον που έχανε λίγο απ' το μεγαλείο του στις θολές, μικρές φωτογραφίες, μια βόλτα με μουλάρια μέσα από τη γη των καουμπόιδων έως μια μεγάλη φυσική γέφυρα σε σχήμα ουράνιου τόξου, δύο Ινδιάνοι αρχηγοί με τα φτερά τους στο κεφάλι να περιμένουν υπομονετικά για να πουλήσουν στους περαστικούς ένα χαλί Ναβάχο, το καινούργιο μας «Ντε Σότο», απελευθερωμένο απ' το τροχόσπιτο, να διασχίζει μια σήραγγα ανοιγμένη στον κορμό μιας γιγάντιας σεγκόγια στην Καλιφόρνια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-4ZaSytQBTRg/TVTw0KoWuBI/AAAAAAAANA4/SJnX9V38CL0/s1600/EdKeeley4.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 220px; FLOAT: right; HEIGHT: 261px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572343417961625618" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-4ZaSytQBTRg/TVTw0KoWuBI/AAAAAAAANA4/SJnX9V38CL0/s400/EdKeeley4.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Δεν ξέρω πόσα από αυτά τα παράξενα θα έμεναν στη μνήμη δίχως το άλμπουμ -κάποια σίγουρα-, μα εκείνο που συγκράτησα χωρίς βοήθεια ήταν η έκπληξη την οποία μου προξένησε το απέραντο μέγεθος της αγροτικής περιοχής που διασχίζαμε, τόσο διαφορετική από εκείνη της Μακεδονίας, μια πλατιά έκταση από αγρούς σε κείνη τη φαινομενικά ατέρμονη πολιτεία, η οποία συνόρευε με μια εξίσου μεγάλη έκταση στην επόμενη πολιτεία, ώσπου φτάσαμε στα Βραχώδη Όρη και μετά μας περίμενε κι άλλη ύπαιθρος που δεν έλεγε να τελειώσει, η γη συχνά ακαλλιέργητη και ξερή αλλά γεμάτη από τα δικά της ευφάνταστα περιγράμματα και χρώματα, μέχρι τους πρόποδες της επόμενης οροσειράς, λίγο πριν από την απέραντη έκταση της δυτικής θάλασσας, όλα τόσο εντυπωσιακά σε μέγεθος και ποικιλία όμως τόσο εκπληκτικά άγνωστα, που τελικά η επαφή με αυτήν τη νέα μεγάλη μου πατρίδα μού προκαλούσε υπερηφάνεια και δέος ταυτόχρονα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνο το οποίο θυμάμαι εντονότερα απ' το καλοκαίρι αυτό είναι οι στιγμές που η οικογένειά μας έκανε ένα διάλειμμα από το αμείλικτο κυνήγι του δρομολογίου μας, τραβούσε το τροχόσπιτο στην άκρη του δρόμου κι έβγαινε απ' το αυτοκίνητο για πικνίκ σε κάποιο ύψωμα, από το οποίο μπορούσες να δεις όλη την κοιλάδα που απλωνόταν στα πόδια μας και να προσποιηθείς για λίγο ότι εξερευνούσες τα μυστικά της περάσματα που οδηγούσαν όπου ήθελε η φαντασία σου. Ή στην άκρη ενός δάσους, όπου μπορούσες να ξαπλώσεις για λίγο σαν να ήθελες να πάρεις έναν υπνάκο, ενώ κατέγραφες τα πολυάριθμα κελαηδίσματα των πουλιών πάνω απ' το κεφάλι σου και μερικές φορές τον μακρινό ήχο άγνωστων ζώων. Ή όταν η στάση για φαγητό γινόταν κοντά σ' ένα ποτάμι κι όλοι εμείς πετούσαμε τα ρούχα μας για να πλυθούμε στα κρύα νερά, η μητέρα και ο πατέρας μου λίγο πιο πέρα από μας, αλλά όχι τόσο μακριά ώστε να μην ακούμε την παιχνιδιάρικη ταραχή που τους προκαλούσε το άγγιγμα του νερού, καθώς έβρεχαν ο ένας τον άλλο ολόγυμνοι. Και πάνω απ' όλα, τις στιγμές εκείνες όπου ο πατέρας μου ξεκούραζε το χέρι του στο ανοιχτό παράθυρο του οδηγού και τραγουδούσε κάποιο τραγούδι που άκουγα για πρώτη φορά, αν και πάντοτε άρχιζε έτσι: «Είναι μακρύς ο δρόμος για το Τιπερέρι, είναι ο δρόμος πολύ μακρύς», ενώ μητέρα μου δεν τον συνόδευε, μα όταν εκείνος δεν την έβλεπε, τον κοιτούσε χαμογελώντας αμυδρά και όλο νόημα. Δεν νομίζω πως οι δυο τους υπήρξαν άλλη φορά τόσο ευτυχισμένοι.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Edmund &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Leroy &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Keeley (1928)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/-IhEA_rl-mb0/TVTv7TJJsOI/AAAAAAAANAo/KnYv038FQUA/s1600/EdKeeley8.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 400px; HEIGHT: 291px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5572342440994124002" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/-IhEA_rl-mb0/TVTv7TJJsOI/AAAAAAAANAo/KnYv038FQUA/s400/EdKeeley8.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;Απόσπασμα &lt;/strong&gt;από το αυτοβιογραφικό βιβλίο&lt;br /&gt;του Έντμουντ Κήλυ &lt;strong&gt;Ακροβατώντας στα όρια&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;μετάφραση: &lt;strong&gt;Ιλάειρα Διονυσοπούλου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ: Ωκεανίδα, 2004&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες:&lt;/strong&gt; του Robert W. Kelley για το Time &amp;amp; Life&lt;br /&gt;(Απρ.1958), εκτός της δεύτερης που είναι από το βιβλίο.&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-3421095271920117288?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/3421095271920117288/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=3421095271920117288' title='3 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3421095271920117288'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/3421095271920117288'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/11/104-1940.html' title='104 ~ Έντμουντ Κήλυ: Το καλοκαίρι του 1940'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/-2DSSrc-FRfc/TVTvolCX8vI/AAAAAAAANAg/hAztdA_1UAY/s72-c/EdKeeley1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-792993152424787464</id><published>2010-10-18T07:59:00.013+03:00</published><updated>2011-03-26T02:12:48.130+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>103 ~ Φρανσουά Τρυφφώ: Ευτυχισμένη εποχή, ευτυχισμένη ζωή, καθώς... ...</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLvUx1X8xII/AAAAAAAAMnE/QeLaHDWyTwI/s1600/Truffaut8.JPG"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; DISPLAY: block; HEIGHT: 252px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5529246920133624962" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLvUx1X8xII/AAAAAAAAMnE/QeLaHDWyTwI/s320/Truffaut8.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;Κάποια μέρα του 1942, εξαιρετικά ανυπόμονος να δω την ταινία του Μαρσέλ Καρνέ "Οι επισκέπτες του απογεύματος" που παιζόταν επί τέλους στη γειτονιά μου, στον κινηματογράφο "Πιγκάλ", αποφάσισα να μην πάω σχολείο. Η ταινία μού άρεσε πολύ και, το ίδιο βράδυ, η θεία μου που σπούδαζε βιολί στο Κονσερβατουάρ πέρασε απ' το σπίτι για να με πάει κινηματογράφο' είχε κάνει την εκλογή της: "Οι επισκέπτες του απογεύματος", κι όπως σε καμιά περίπτωση δεν θα ομολογούσα πως την είχα δει, έπρεπε να την ξαναδώ,προσποιούμενος μάλιστα πως την βλέπω για πρώτη φορά' αυτή ακριβώς τη μέρα κατάλαβα πόσο μαγικό είναι να εισχωρεί κανείς όλο και βαθύτερα σ' ένα έργο πραγματικά θαυμαστό σε σημείο μάλιστα να του δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως ξαναζεί τη δημιουργία του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLuyR5ewsXI/AAAAAAAAMmk/vZBbW-_YHCw/s1600/Truffaut7.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 148px; FLOAT: right; HEIGHT: 396px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5529208988084777330" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLuyR5ewsXI/AAAAAAAAMmk/vZBbW-_YHCw/s400/Truffaut7.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;Ένα χρόνο αργότερα παίχτηκε "Το Κοράκι" του Κλουζώ που μου δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό' πρέπει να το είδα πέντε ή έξι φορές ανάμεσα στην ημερομηνία που πρωτοπαίχτηκε (Μάιος 1943) και την Απελευθέρωση που το απαγόρευσε' αργότερα, όταν το επέτρεψαν και πάλι, το ξανάβλεπα πολλές φορές κάθε χρόνο σε σημείο που έμαθα το διάλογό του απ' έξω, έναν διάλογο πολύ ώριμο σε σχέση με κείνους άλλων ταινιών που διέθετε μια εκατοντάδα σκληρών λέξεων. Λέξεις που ανακάλυπτα προοδευτικά το νόημά τους...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;[....] Τις πρώτες μου διακόσιες ταινίες τις είδα λαθραία, είτε σκάζοντάς το από το σχολείο και μπαίνοντας μέσα στην αίθουσα χωρίς να πληρώσω - απ' την έξοδο κινδύνου ή απ' τα παράθυρα της τουαλέτας - είτε επωφελούμενος το βράδυ απ' την απουσία των γονιών μου αναγκασμένος να ξαναβρεθώ στο κρεβάτι, κάνοντας πως κοιμάμαι, τη στιγμή που θα γύριζαν. Πλήρωνα λοιπόν τη μεγάλη αυτή ευχαρίστηση με δυνατούς πόνους στην κοιλιά, μ' ένα στομάχι σφιγμένο κι ένα κεφάλι να καίει και πλημμυρισμένος από ένα αίσθημα ενοχής που δεν μπορούσε παρά να μεγαλώνει τις συγκινήσεις που μου πρόσφερε το θέαμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένοιωθα μεγάλη ανάγκη να μπω μέσα στις ταινίες και κατόρθωνα φτάνοντας όσο γίνεται πιο κοντά στην οθόνη να χάνω την αίσθηση της αίθουσας' απόρριπτα τις ταινίες εποχής, όπως επίσης τις πολεμικές και τα γουέστερν, γιατί δυσκολευόμουν να ταυτιστώ μαζί τους' έτσι δεν μου έμεναν παρά οι αστυνομικές και οι ερωτικές ταινίες' αντίθετα απ' ό,τι γινόταν με τους θεατές της ηλικίας μου, ταυτιζόμουν όχι με τους ηρωικούς χαρακτήρες αλλά με τα πρόσωπα που βρίσκονταν σε μειονεκτική κατάσταση και πιο συστηματικά μ' όλους εκείνους που είχαν αμαρτήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLu5Y69wH6I/AAAAAAAAMm8/mjhMexYCzUc/s1600/Truffaut2.jpg"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 211px; FLOAT: left; HEIGHT: 320px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5529216805323677602" border="0" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLu5Y69wH6I/AAAAAAAAMm8/mjhMexYCzUc/s320/Truffaut2.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;[....] Με ρωτούν συχνά σε ποια στιγμή της κινηματογραφοφιλίας μου είχα την επιθυμία να γίνω σκηνοθέτης ή κριτικός και πραγματικά δεν έχω να δώσω καμιάν απάντηση' το μόνο που ξέρω είναι πως ήθελα να έρθω όσο γίνεται πιο κοντά στον κινηματογράφο. Ένα πρώτο στάδιο ήταν να βλέπω πολλές ταινίες, ένα δεύτερο να σημειώνω βγαίνοντας απ' την αίθουσα τ' όνομα του σκηνοθέτη, ένα τρίτο να ξαναβλέπω συχνά τις ίδιες ταινίες και να ξεκαθαρίζω τις προτιμήσεις μου σε σχέση με τους σκηνοθέτες. Αλλά σε κείνη την περίοδο της ζωής μου, ο κινηματογράφος είχε για μένα τη μορφή ενός ναρκωτικού, σε σημείο μάλιστα που, όταν στα 1947 δημιούργησα μια Κινηματογραφική Λέσχη, της έδωσα το φιλόδοξο και αποκαλυπτικό όνομα "Κινηματογραφομανής Κύκλος". Είχε συμβεί μάλιστα να δω την ίδια ταινία πέντε ή έξι φορές μέσα στον ίδιο μήνα, χωρίς όμως να μπορώ να διηγηθώ με ακρίβεια το σενάριό της, γιατί τη μια φορά κάποια μουσική όπως ακουγόταν, την άλλη μια καταδίωξη μέσα στη νύχτα, την τρίτη τα δάκρυα της ηθοποιού με μεθούσαν, μ' έκαναν ν' απογειωθώ και με πήγαιναν πολύ πιο μακριά απ' ό,τι η ίδια η ταινία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον Αύγουστο του 1951, άρρωστος και φυλακισμένος στο Τμήμα Κρατουμένων ενός στρατιωτικού νοσοκομείου - μας περνούσαν χειροπέδες ακόμη κι όταν πηγαίναμε για ντους ή απλά για την ανάγκη μας - λυσσούσα στο κρεβάτι μου διαβάζοντας σε μιαν εφημερίδα πως ο &lt;a href="http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2008/11/62-orson-welles.html"&gt;&lt;b&gt;&lt;u&gt;Όρσον Ουέλλες&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; ήταν αναγκασμένος να αποσύρει τον "Οθέλλο" του απ' τον συναγωνισμό της Βενετίας, γιατί δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του την αποτυχία, που ήταν μοιραία, καθώς θ' αναμετριόταν με τον "Άμλετ" του Λώρενς Ολίβιε, μια βρετανική υπερπαραγωγή. Ευτυχισμένη εποχή, ευτυχισμένη ζωή, καθώς μας βρίσκουν πιο ανήσυχους για την τύχη των ανθρώπων που θαυμάζουμε απ' ό,τι για την δική μας!&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;François &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Roland &lt;/span&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;Truffaut (1932–1984)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLuoM5rCv-I/AAAAAAAAMmU/R1WOedHWhOg/s1600/Truffaut3.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 400px; HEIGHT: 263px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5529197907120668642" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLuoM5rCv-I/AAAAAAAAMmU/R1WOedHWhOg/s400/Truffaut3.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;span style="color:#999999;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από το περιοδικό&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;η λέξη, τ.41/Ιανουάριος 1985&lt;/strong&gt; -&lt;br /&gt;μετάφραση: &lt;strong&gt;Θανάσης Νιάρχος&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες:&lt;/strong&gt; rejected treatment, Η λέξη-τ.41,&lt;br /&gt;independent.co.uk, france.magazine.org&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-792993152424787464?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/792993152424787464/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=792993152424787464' title='1 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/792993152424787464'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/792993152424787464'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/10/103.html' title='103 ~ Φρανσουά Τρυφφώ: Ευτυχισμένη εποχή, ευτυχισμένη ζωή, καθώς... ...'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TLvUx1X8xII/AAAAAAAAMnE/QeLaHDWyTwI/s72-c/Truffaut8.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>1</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-5577689528509133971</id><published>2010-10-06T23:59:00.006+03:00</published><updated>2011-03-26T02:06:50.637+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>102 ~ Σαλβαντόρ Νταλί: μικρό, μεγάλο, κι ακόμα πιο μικρό απ' το μικρό...</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzaqBzIG1I/AAAAAAAAMg0/AC6iQOo3NEY/s1600/dali1.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525031258448993106" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 275px; CURSOR: hand; HEIGHT: 320px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzaqBzIG1I/AAAAAAAAMg0/AC6iQOo3NEY/s320/dali1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Έφυγα για τη Μαδρίτη με τον πατέρα, μου και την αδερφή μου. Για να σε δεχτούνε στη Σχολή Καλών Τεχνών έπρεπε να κάνεις ένα κλασικό σχέδιο. Το μοντέλο μου ήταν ένα ανάγλυφο του Βάκχου, έργο του Jacopo Sansovino. Είχαμε έξι μέρες καιρό για να το σχεδιάσουμε. H δουλειά μου κυλούσε ομαλά, όταν την τρίτη μέρα, ο θυρωρός που φλυαρούσε με τον πατέρα μου στην αυλή περιμένοντας να βγούμε, είπε ότι φοβόταν μήπως απορριφθώ.&lt;br /&gt;— Δεν αμφισβητώ, έλεγε, την καλλιτεχνική αξία του σχεδίου του γιου σας, αλλά δεν τήρησε τους κανόνες της εξέτασης και είναι απαράβατος όρος το σχέδιο να έχει τις διαστάσεις του χαρτιού Ingres. O γιος σας το έκανε τόσο μικρό ώστε, πραγματικά, σε καμμία περίπτωση δε μπορεί κανείς να θεωρήσει τα κενά σαν περιθώρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzbe1cPoTI/AAAAAAAAMhE/6RwzPfLK8Ag/s1600/dali11.JPG"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525032165664858418" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 216px; CURSOR: hand; HEIGHT: 306px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzbe1cPoTI/AAAAAAAAMhE/6RwzPfLK8Ag/s320/dali11.JPG" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Από τη στιγμή εκείνη, ο πατέρας μου έπαψε να ζει. Δεν ήξερε τι να συμβουλέψει: να ξαναρχίσω ή, παρ' όλ' αυτά, να συνεχίσω. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της βόλτας και το βράδυ στον κινηματογράφο, ο πατέρας, μου επαναλάμβανε διαρκώς: «Έχεις το κουράγιο να ξαναρχίσεις;». Και ύστερα από μια μεγάλη σιωπή: «Σου μένουν τρεις μέρες!». Ένοιωθα κάποια ευχαρίστηση να τον αναστατώνω, όμως σιγά-σιγά μού μεταδόθηκε το άγxος του. Πριν ξαπλώσουμε μου είπε: «Κοιμήσου και μην το σκέφτεσαι. Αύριο πρέπει να νοιώθεις πολύ καλά για να πάρεις την απόφασή σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την επομένη, με πολύ κουράγιο, τα έσβησα όλα. Το φύλλο του χαρτιού που ξανάγινε άσπρο με παρέλυσε. Γύρω μου, οι υπόλοιποι ανταγωνιστές βρίσκονταν στην τέταρτη μέρα της δουλειάς τους και άρχισαν να βάζουν τις σκιές. Άλλη μια φορά και θα τελείωναν, μη έχοντας παρά να προσέξουν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μου είχε ήδη χρειαστεί &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzbzrt0guI/AAAAAAAAMhM/v1zfSbKC-s0/s1600/dali2s.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525032523831476962" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 247px; CURSOR: hand; HEIGHT: 171px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzbzrt0guI/AAAAAAAAMhM/v1zfSbKC-s0/s320/dali2s.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;περισσότερο από μισή ώρα για να σβήσω το σχέδιο μου. Ξανάρχισα τη δουλειά. Μου πήρε πάνω από μια ώρα για να κάνω τα προκαταρκτικά ενός νέου σxεδίου, αλλά και αυτά τα έκανα τόσο άσχημα, ώστε τα έσβησα όλα και πάλι. Ο πατέρας μου περίμενε στην έξοδο.&lt;br /&gt;— Λοιπόν, τι έκανες;&lt;br /&gt;— Τα έσβησα όλα.&lt;br /&gt;— Και πώς πάει το καινούργιο;&lt;br /&gt;- Δεν το άρχισα ακόμα. Σήμερα έσβησα μόνο και πήρα τα μέτρα. Θέλω να 'μαι σίγουρος γι αυτό που θα ζωγραφίσω αυτή τη φορά.&lt;br /&gt;— Έχεις δίκιο, μου είπε, αλλά δύο ώρες για να πάρεις τα μέτρα είναι πολύ! Δε σου μένουν παρά μόνο δυο μέρες. Δεν έπρεπε να το σβήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε εγώ ούτε εκείνος μπορέσαμε να φάμε εκείνη τη μέρα! Σε κάθε γεύμα επέμενε:&lt;br /&gt;— Φάε, φάε! Πρέπει να φας, αν θέλεις να είσαι καλά αύριο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzdAYL9p4I/AAAAAAAAMhU/Q-wk8r6GNFk/s1600/dali4s.JPG"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525033841439123330" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 232px; CURSOR: hand; HEIGHT: 312px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzdAYL9p4I/AAAAAAAAMhU/Q-wk8r6GNFk/s320/dali4s.JPG" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Ήμασταν χάλια. Ο πατέρας μου δεν έκλεισε μάτι ούτε δευτερόλεπτο, βασανισμένος από την ιδέα ότι δεν έπρεπε να σβήσω το σxέδιο. Την επομένη άρχισα τη δουλειά, χωρίς καν να κοιτάζω το μοντέλο, που το ήξερα απ' έξω. Στο τέλος μόνο της μέρας αντιλήφθηκα ότι είχα κάνει το σχέδιο πολύ μεγάλο. Τα πόδια δεν χωρούσαν στο χαρτί μου. Αυτό ήταν ακόμα χειρότερο από το να αφήσω υπερβολικά μεγάλα περιθώρια. Τα έσβησα όλα από την αρχή. Στην έξοδο βρήκα τον πατέρα μου πελιδνό από ανυπομονησία.&lt;br /&gt;— Λοιπόν;&lt;br /&gt;— Πολύ μεγάλο, του απάντησα.&lt;br /&gt;— Και τι θα κάνεις;&lt;br /&gt;— Το έσβησα ήδη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στα γκριζογάλανα μάτια του φάνηκαν δυο δάκρυα.&lt;br /&gt;- Έλα, είπε σαν για να παρηγορήσει τον εαυτό του, έχεις ακόμα όλη την αυριανή μέρα. Πόσες φορές δεν έκανες σxέδια σε λιγότερο από δυο ώρες!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήξερα ότι αυτό ήταν ανθρωπίνως αδύνατο, διότι χρειαζόταν τουλάχιστον μια μέρα για το σκίτσο και άλλη μια για τις φωτοσκιάσεις. Ο πατέρας μου το ήξερε επίσης. &lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzdjoBEhvI/AAAAAAAAMhc/jfRxpFmFH8Y/s1600/dali8.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525034446983825138" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 199px; CURSOR: hand; HEIGHT: 294px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzdjoBEhvI/AAAAAAAAMhc/jfRxpFmFH8Y/s320/dali8.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Όλα είχανε χαθεί. Θα έπρεπε να γυρίσουμε στη Figueras, πνιγμένοι στη ντροπή, εγώ, που ήμουν ο καλύτερος εκεί πέρα. Ο κύριος Nyñes ήταν σίγουρος ότι θα πετύχαινα αμέσως, ακόμα και αν το σχέδιό μου ήταν ένα από τα μετριότερα έργα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Αν αποτύχεις, είπε ο πατέρας μου, θα είναι από λάθος μου και από λάθος του ηλίθιου του θυρωρού. Τι ανακατεύτηκε; Αν το σχέδιό σου ήταν καλό, είχε σημασία το μέγεθος;&lt;br /&gt;- Και εγώ αυτό σού έλεγα, του απάντησα με κακία. Αν είναι κάτι καλά ζωγραφισμένο, δεν υπάρχει πρόβλημα!&lt;br /&gt;- Μα μου είxες πει, εσύ ο ίδιος, ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό, δικαιολογήθηκε γεμάτος τύψεις, βασανίζοντας με τα δάχτυλά του μια τούφα από τα μαλλιά του.&lt;br /&gt;— Ποτέ δεν είπα ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό. Είπα «μικρό».&lt;br /&gt;- Εγώ, επανέλαβε, νόμιζα ότι μου είχες πει ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό. Λοιπόν, πιθανόν να ήταν εντάξει; Πες μου ακριβώς τις διαστάσεις του, για να μπορέσω να καταλάβω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzd832KPkI/AAAAAAAAMhk/p1JD1BVoX84/s1600/dali3.JPG"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525034880729759298" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 247px; CURSOR: hand; HEIGHT: 315px" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzd832KPkI/AAAAAAAAMhk/p1JD1BVoX84/s320/dali3.JPG" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Τον βασάνιζα όσο περισσότερο μπορούσα.&lt;br /&gt;— Μιλήσαμε τόσο πολύ γι' αυτό που δε μπορώ να το θυμηθώ ακριβώς. Νομίζω ότι το σχέδιό μου ήταν κανονικό, μάλλον μικρό, αλλά όχι υπερβολικά!&lt;br /&gt;— Προσπάθησε λοιπόν να θυμηθείς! Είχε αυτό το μέγεθος; Μου έδειχνε ένα πηρούνι.&lt;br /&gt;— Πώς θα μπορούσα να μετρήσω το μέγεθος του σχεδίου μου μ' ένα κυρτό πηρούνι;&lt;br /&gt;- Φαντάσου, ξανάρxισε πάλι υπομονετικά, ότι πρόκειται γι' αυτό το μαxαίρι. Είχε αυτό το μέγεθος;&lt;br /&gt;- Νομίζω πως ναι, αλλά ίσως και όχι!&lt;br /&gt;- Είναι ναι ή όχι; ρώτησε με λύσσα.&lt;br /&gt;- Ίσως ναι, ίσως όχι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πατέρας μου βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο, πνιγμένος από το άγχος και την οργή. Πήρε ένα ψίχουλο ψωμιού, το πέταζε κάτω και πέφτοντας στα γόνατα με ρώτησε ικετευτικά:&lt;br /&gt;- Ήταν μικρό σαν αυτό το ψίχουλο ή μεγάλο σαν αυτή τη ντουλάπα με τον καθρέφτη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzo0kmxFuI/AAAAAAAAMiE/KDLwe6DJaqo/s1600/dali7.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525046832753874658" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 200px; CURSOR: hand; HEIGHT: 280px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzo0kmxFuI/AAAAAAAAMiE/KDLwe6DJaqo/s400/dali7.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Η αδερφή μου άρχισε τα κλάματα και πήγαμε σ' ένα λαϊκό κινηματογράφο. Στο διάλειμμα όλος ο κόσμος γύρισε για να μ' εξετάσει σαν φαινόμενο. Ήμουν σα μασκαρεμένος ηθοποιός, με το μπαστούνι μου με τη χρυσή λαβή, το βελούδινο σακάκι μου, τα γυναικεία μου μαλλιά και τις φαβορίτες που σκέπαζαν τα μισά μου μάγουλα. Δυο κοριτσάκια, ιδίως, με κοίταζαν εκστασιασμένα, με ανοιχτό το στόμα. Ο πατέρας μου εκνευρίστηκε.&lt;br /&gt;- Σε λίγο δεν θα μπορούμε πια ούτε να βγαίνουμε μαζί σου. Δεν αξίζει τον κόπο ν' αφήσεις μακριά μαλλιά και φαβορίτες για να γυρίσουμε στη Figueras με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εδώ και δυο μέρες το γαλαζωπό βλέμμα του είχε γίνει πικρό και κουρασμένο. Δεν έστριβε πια ούτε την άσπρη τούφα των μαλλιών του που, τώρα, ανασηκωμένη σαν κέρατο, φανέρωνε όλη του την αναστάτωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξημέρωσε μια σκυθρωπή μέρα. Ήμουν έτοιμος για όλα... Η καταστροφή δε μπορούσε να είναι χειρότερη από τις στιγμές που ζήσαμε την προηγούμενη μέρα. Άρχισα τη δουλειά από την αρχή της ημέρας. Σε μια ώρα τα είχα τελειώσει όλα, ακόμα και τις πιο λεπτεπίλεπτες φωτοσκιάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzesnfp-zI/AAAAAAAAMh0/WghjB2WsovE/s1600/dali9s.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525035700974123826" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 247px; CURSOR: hand; HEIGHT: 204px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzesnfp-zI/AAAAAAAAMh0/WghjB2WsovE/s320/dali9s.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; Περνούσα την τελευταία ώρα θαυμάζοντας την τελειότητα και την επιτυχία του έργου μου, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι, αυτή τη φορά, αυτό που είχα κάνει ήταν πολύ μικρό, μικρότερο και από το πρώτο μου σχέδιο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στη έξοδο βρήκα τον πατέρα μου να διαβάζει εφημερίδα. Μη τολμώντας να με ρωτήσει, περίμενε τις πρώτες μου κουβέντες.&lt;br /&gt;- Έκανα ένα καταπληκτικό σχέδιο. Και αμέσως συμπλήρωσα:&lt;br /&gt;- Δυστυχώς είναι ακόμα πιο μικρό από το πρώτο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι τελευταίες λέξεις είχαν το αποτέλεσμα μιας βόμβας, τα αποτελέσματα των εξετάσεων, όμως, δεν ήταν λιγότερο εκρηκτικά. Με δέχτηκαν στη Σχολή Καλών Τεχνών με αυτό το αιτιολογικό: «Αν και το σχέδιο δεν εκτελέστηκε στις καθορισμένες διαστάσεις, είναι τόσο τέλειο, ώστε η εξεταστική επιτροπή το αποδέχτηκε».&lt;/div&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;em&gt;Salvador Dalí (1904-1989)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;(Salvador Felip Jacint Dalí Domènech)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzfG-nwoFI/AAAAAAAAMh8/wVPmUgEj7YM/s1600/dali6.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5525036153858728018" style="WIDTH: 244px; CURSOR: hand; HEIGHT: 300px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzfG-nwoFI/AAAAAAAAMh8/wVPmUgEj7YM/s400/dali6.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Το &lt;strong&gt;κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από το περιοδικό &lt;strong&gt;η λέξη&lt;/strong&gt; - τ.24, Μάιος '83.&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;strong&gt;φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;tate.org.uk, whatsontv.co.uk,&lt;br /&gt;robsessedpattinson.com, dali.parkwestgallery.com,&lt;br /&gt;guardian.co.uk&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;strong&gt;πίνακες:&lt;/strong&gt; tate.org.uk., reactorleak.com,&lt;br /&gt;musee-virtuel.com, artistexplorer.com &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-5577689528509133971?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/5577689528509133971/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=5577689528509133971' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5577689528509133971'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/5577689528509133971'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/10/102.html' title='102 ~ Σαλβαντόρ Νταλί: μικρό, μεγάλο, κι ακόμα πιο μικρό απ&apos; το μικρό...'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TKzaqBzIG1I/AAAAAAAAMg0/AC6iQOo3NEY/s72-c/dali1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-4187821564709445368</id><published>2010-09-12T17:59:00.007+03:00</published><updated>2012-02-14T07:11:38.407+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>101 ~ Μιχάλης Κατσαρός: η δική μου μέρα</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-UjjGHsjI/AAAAAAAAMcU/QffyCF9Ku3Y/s1600/Katsaros6AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="TEXT-ALIGN: center; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 400px; DISPLAY: block; HEIGHT: 283px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5516791406989390386" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-UjjGHsjI/AAAAAAAAMcU/QffyCF9Ku3Y/s400/Katsaros6AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt; Κατσαρός λέγομαι επίθετον παραληφθέν&lt;br /&gt;από ετών&lt;br /&gt;ποιητής το επάγγελμα στίχων&lt;br /&gt;κι' ακόμα ποιητής&lt;br /&gt;ωδών και τραγουδιών.&lt;br /&gt;Ας πω και για μένα&lt;br /&gt;όπως ρήτωρ για την Μαρία&lt;br /&gt;από άμβωνα κρητικόν.&lt;br /&gt;Όχι ποιος είμαι και τι ζητώ&lt;br /&gt;αλλά τι κάνω μία μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιστέψατέ με ξυπνώ&lt;br /&gt;σε σεντόνια όπου τα υφαίναν&lt;br /&gt;ειδικώς για ηδονή&lt;br /&gt;και πλένω το πρόσωπό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά περπατώ σε αλλέες&lt;br /&gt;πάρκα δρόμους καφετηρίες&lt;br /&gt;μετά μπαίνω σε τρόλεϋ&lt;br /&gt;λεωφορεία τραίνα και&lt;br /&gt;εστιατόρια&lt;br /&gt;θαυμάζω κότες ψητές&lt;br /&gt;ίστερ λαμ&lt;br /&gt;πομ ντε τερ&lt;br /&gt;βόδια&lt;br /&gt;αρνιά&lt;br /&gt;αρακά&lt;br /&gt;κατάλογοι μαγειρείων ρεστωράν&lt;br /&gt;και γράφω:&lt;br /&gt;0 + 0 = 0.&lt;br /&gt;Πιστέψατέ με γράφω ποιήματα&lt;br /&gt;όπως αυτό το βιβλίο και το άλλο&lt;br /&gt;και πάω στο σινεμά&lt;br /&gt;βλέπω το έργο&lt;br /&gt;βλέπω το γήπεδο&lt;br /&gt;βλέπω τη σκηνή θεάτρου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το βράδυ πάντα γράφω επιστολές&lt;br /&gt;σε φίλους εραστές και γυναίκες&lt;br /&gt;με χρυσά φύλλα συκής ντροπής&lt;br /&gt;και αργά τα μεσάνυκτα κοιμάμαι&lt;br /&gt;τέλειωσε η ημέρα έζησα και&lt;br /&gt;διηγούμαι&lt;br /&gt;σαν ποιητής και γω για μένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι να προσθέσω, ότι όλη η μέρα&lt;br /&gt;είχε από μένα κατέβει&lt;br /&gt;ότι ο ήλιος έλαμπε και ότι&lt;br /&gt;έζησα σαν Ντενίσοβιτς μια μέρα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν είναι περίεργη τότε&lt;br /&gt;φορέστε μια κάπα&lt;br /&gt;και όλοι, ας κατεβείτε επιτέλους&lt;br /&gt;να ζήσετε πάλι&lt;br /&gt;αυτή τη δική μου μέρα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατσαρός λέγομαι&lt;br /&gt;Πιστέψτέ με, δεν θα με συναντήσετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= = =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;* &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;...ήμουνα στο Επιτελείο της Αεροπορίας εδώ στην Πανεπιστημίου και απέναντι ήταν ο Δημήτρης Φωτιάδης που έβγαζε τα "Ελεύθερα Γράμματα" και άξαφνα η μάνα μου, μου λέει: "&lt;em&gt;Πήγαινε στον Δημήτρη Φωτιάδη να του δώσεις ένα ποίημα&lt;/em&gt;". Ή μάνα μου τον γνώριζε. Εγώ δεν είχα δημοσιεύσει ως τότε σχεδόν τίποτα, πηγαίνω λοιπόν, του δίνω το "Μπαρμπερίνικο Καράβι" και το βάζει. Μετά από 'κει, από το Επιτελείο της Αεροπορίας με διόρισαν επικεφαλής της Αστυνομίας των Αεροπόρων στα Πατήσια. Εκεί στα Πατήσια έγινε η σκευωρία των αεροπόρων, φτάσανε στα δικαστήρια και με έσωσε εμένα από όλα αυτά ένας στρατοδίκης Κούκης ονόματι ο οποίος ήταν συγγενής μου, είχε πάρει δηλαδή την Θέμι Καρατσάμη, ένα κορίτσι που ήτανε συγγενής μου, και με παίρνει από τις Ένοπλες Δυνάμεις και μου λέει, "&lt;em&gt;έλα δω να σε πάω κάπου.&lt;/em&gt;" Με πήγε λοιπόν κάπου κι εκεί λέει "&lt;em&gt;όχι, ο Κατσαρός δεν είναι της σκευωρίας&lt;/em&gt;". Τους άλλους τους αεροπόρους τους κλείσαν όλους φυλακή. Τους κατηγόρησαν για σκευωρία, ότι έκλεβαν τάχατες σκεύη από το στρατό... Στο βάθος ήταν αυτή η έννοια αλλά τα σκεύη τούς τα έδινα εγώ, ήμουν επικεφαλής στις μπίζνες και τους έδινα κάθε Σαββατόβραδο ένα σάκκο με σκεύη, κονσέρβες, χαρτιά, τσιγάρα από το αγγλικό στράτευμα, τα πάντα. Τα 'στέλνε το αγγλικό επιτελείο κι εγώ τα έδινα στους Έλληνες αεροπόρους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;* &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;Στη δικτατορία ήμουνα στην Γερμανία, στο Μόναχο, πήγα εκεί και εξέθεσα ένα άγαλμα πέτρινο. Έμενα σ' ένα ξενοδοχείο εκεί κοντά που κάνουν τις εκθέσεις και επικεφαλής του ξενοδοχείου ήταν ένας ίδιος με τον Πολυδούρη τον αεροπόρο. Μια γυναίκα Γερμανίδα μού παραπονιότανε με κλάμματα ότι ο γιος της έφυγε στην Αφρική. Ήτανε για μένα όλα αυτά για πρώτη φορά... Να σας πω λοιπόν την ιστορία, το βράδυ που είχα έκθεση του αγάλματος, ήρθε ένας άνθρωπος κι έκλεισε τη μεγάλη σάλα μ' ένα διάσημο όνομα Γερμανού ζωγράφου, &lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-QH_YyQzI/AAAAAAAAMcE/wk0hqd5bhU0/s1600/Katsaros10AutobiogrBlog.JPG"&gt;&lt;img style="MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 151px; FLOAT: right; HEIGHT: 200px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5516786535501022002" border="0" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-QH_YyQzI/AAAAAAAAMcE/wk0hqd5bhU0/s200/Katsaros10AutobiogrBlog.JPG" /&gt;&lt;/a&gt;οπότε πια λέω τι γίνεται εδώ, δεν πάτησε κανένας στη δική μου έκθεση και πηγαίνω λοιπόν απέξω στη Μπαγιέρισε Μπάνκ του Μονάχου σ' έναν τοίχο και κάνω ένα εικόνισμα, έναν κύκλο με ένα μικρό εικόνισμα μέσα και το άφησα εκεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;* &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;...έφυγα από το Μανχάτταν στα Χαυτεία, κοντά στην Αιόλου. Έφυγα γιατί δεν μπορούσα. Ερχόντουσαν μεγάλοι άνθρωποι, συνταξιούχοι και αξιωματικοί και γινόταν ένα πράγμα αλλιώτικο. Μετά, το είδα εγώ αυτό το καφενείο και λέω εδώ είναι καλύτερα...&lt;br /&gt;...εγώ πέρασα τη ζωή μου στα καφενεία, τι άλλο να κάνω; Έρχομαι νωρίς στο καφενείο γιατί πέφτω νωρίς και κοιμάμαι. Η Αθήνα είναι η πόλη που ζω πολλά χρόνια. Εγκατέλειψα το Σύνταγμα, εγκατέλειψα την Ομόνοια, εγκατέλειψα της Ομονοίας τα καφενεία και ήρθα τώρα εδώ στην πλατεία Κοτζιά και πίνω τον καφέ μου, είναι πιο καλά, έχει και λιακάδα πολλές φορές. Τώρα όμως έμεινα μόνος, όλοι οι συγγενείς μου χάθηκαν. Επήρα βέβαια την περιουσία του πατέρα μου, πήρα και την περιουσία ενός αδελφού μου κι έχω τώρα ένα σπίτι στο Χαλάνδρι που προσπαθώ να το πουλήσω. Είναι μια ωραία βίλλα, εκεί που καθόμουνα με τον Μίκη Θεοδωράκη στην αρχή και μετά μπουκάρανε όλοι λίγο λίγο, συγγενείς, φίλοι, ήρθε κι ο Πολυδούρης κι εκατοίκησε μαζί μας κι εγώ μετά έμεινα βέρτζινος γιατί πήγα σε άλλο σπίτι που είχα παντρευτεί τότε, ναι είχα παντρευτεί. Εκάθησα τότε στο Παλιό Φάληρο, κάθησα στις Τζιτζιφιές και στο Μοσχάτο.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Μιχάλης Κατσαρός (1921-1998)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-CMY3PZLI/AAAAAAAAMbk/fjfX2YZo0Dk/s1600/Katsaros7AutobiogrBlog.jpg"&gt;&lt;img style="WIDTH: 266px; HEIGHT: 280px; CURSOR: hand" id="BLOGGER_PHOTO_ID_5516771217896334514" border="0" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-CMY3PZLI/AAAAAAAAMbk/fjfX2YZo0Dk/s400/Katsaros7AutobiogrBlog.jpg" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Το &lt;strong&gt;ποίημα &lt;/strong&gt;είναι από το βιβλίο του Μιχάλη Κατσαρού &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;αλφαβηταριον , ποιήματα α-ω&lt;/strong&gt; - εκδ. μνημη, '78&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;τα &lt;strong&gt;κείμενα&lt;/strong&gt; είναι αποσπάσματα από συνέντευξη του&lt;br /&gt;Μιχάλη Κατσαρού που δόθηκε στους &lt;strong&gt;Λευτέρη Ξανθόπουλο&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;και &lt;strong&gt;Γιώργο Κακουλίδη&lt;/strong&gt;, στις 28 Απριλίου 1998. Μεγάλο μέρος&lt;br /&gt;αυτής της συνέντευξης απετέλεσε τον βασικό κορμό του&lt;br /&gt;ντοκυμανταίρ "&lt;em&gt;&lt;strong&gt;Μιχάλης Κατσαρός, σκοτεινός συμωμότης&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;"&lt;br /&gt;που προβλήθηκε στο &lt;strong&gt;Παρασκήνιο της ΝΕΤ&lt;/strong&gt;, σε σκηνοθεσία&lt;br /&gt;του &lt;strong&gt;Λευτέρη Ξανθόπουλου&lt;/strong&gt;. Η απομαγνητοφώνησή της έγινε&lt;br /&gt;για το &lt;strong&gt;Αφιέρωμα στον Μιχάλη Κατσαρό&lt;/strong&gt;, της &lt;strong&gt;Οδού Πανός&lt;/strong&gt;,&lt;br /&gt;τχ. 103/104, Μάιος 1999&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: από τον &lt;strong&gt;Σταύρο Λαγκαδιανό&lt;/strong&gt; για το&lt;br /&gt;αφιερωματικό τεύχος της Οδού Πανός&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακόμα:&lt;br /&gt;&lt;a href="http://poem-for-you.blogspot.com/2011/12/183.html"&gt;&lt;u&gt;ο Μιχάλης Κατσαρός για τον Κωνσταντίνο Π. Καβάφη&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-4187821564709445368?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/4187821564709445368/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=4187821564709445368' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/4187821564709445368'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/4187821564709445368'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/09/101.html' title='101 ~ Μιχάλης Κατσαρός: η δική μου μέρα'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TI-UjjGHsjI/AAAAAAAAMcU/QffyCF9Ku3Y/s72-c/Katsaros6AutobiogrBlog.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-592480649263782972</id><published>2010-08-25T15:21:00.002+03:00</published><updated>2011-03-26T02:05:59.431+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><title type='text'>100 ~ Άννα Σικελιανού: ο Έρωτας κι ο Πόνος μπλέχτηκαν σε μια ρίζα αξεχώριστη</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TISto1fiO7I/AAAAAAAAMaU/dC2__G194_Q/s1600/AnnaSikelianou1.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5513722760874048434" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 120px; CURSOR: hand; HEIGHT: 214px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TISto1fiO7I/AAAAAAAAMaU/dC2__G194_Q/s400/AnnaSikelianou1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Από το παράθυρο της καλής μας τραπεζαρίας, της καλοκαιρινής εννοώ, η αδελφή μου, η Μαρία μας, κάποια μέρα έκανε νόημα σ' ένα φίλο μας στο αντικρινό σπίτι, γιατί τον αγαπούσε όσο και όπως αγαπούνε τα κορίτσια των δεκατεσσάρων χρονώ, και η μαμά που την είδε αγανάκτησε με την ντροπή που μας έγινε μέρα μεσημέρι, ακούς εκεί! Είπε πως θα 'χτιζε το παράθυρο ή θ' αλλάζαμε σπίτι, μια και δεν ήτανε δικό μας, όμως στο τέλος, για ευκολία ίσως και για να μην ξεσπιτωθούμε, αποφάσισε να μας στείλει στο μοναστήρι και τις τρεις μας, δηλαδή κι εμένα που ήμουνα δωδεκάμισι χρονώ και τη μικρή μας που ήτανε οχτώμισι, για να μην πάρομε κι εμείς τον κακό δρόμο!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο πατέρας μας, δεν θυμάμαι να' φερε καμιάν αντίρρηση σ' αυτό το σχέδιο, όπως και σ' όλα τ' άλλα που οργάνωνε η μαμά, γιατί, μεταξύ μας τώρα, οι γυναίκες κάνανε πάντα το δικό τους! Έτσι η μαμά είχε το κουμάντο και τις έγνοιες όλου του σπιτιού, κι ο μπαμπάς είχε αναλάβει τις φωνές, θαρρώ πάντα υπήρχε ένας ανταγωνισμός ανάμεσα στα δυο νησιά τους, την Κρήτη και τη Σύρα, και μια διαφορά στους τρόπους και στη συμπεριφορά. Σήμερα υποψιάζομαι πως η μαμά από καιρό θα είχε τ' όνειρο να μας στείλει σ' ένα γαλλικό σχολειό, όπως την είχε στείλει κι εκείνην ο παππούς για καλούς τρόπους, για τα γαλλικά της και το πιάνο της, και βρήκε αφορμή την ντροπή που μας έγινε και το ξεστόμισε. Εγώ μια φορά ευλογώ αυτό το όνειρο ή την ντροπή, που ήταν η αιτία να ζήσω λίγα χρόνια μ' αυτές τις γυναίκες του μοναστηριού, τις αγνές και παθιάρες, τρυφερές κι ασκητικές, σιωπηλές και αγράμματες, που με σφραγίσανε ωστόσο με το ύφος τους και την αγάπη τους για μιαν αλλιώτικη ζωή, δύσκολη βέβαια, όμως όλο έξαρση!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισαν κιόλας οι ετοιμασίες κατά τον κανονισμό του μοναστηριού, που απαιτούσε όλες οι αλλαξιές να είναι από έξι, μα οι ετοιμασίες αυτές δεν με αφορούσαν, αφού εγώ θα 'παιρνα από την αδελφή μου τη μεγάλη τις ποδιές της, τα φουστάνια της, τις πουκαμίσες της και τα παρακάτω. Έτσι η αδελφή μου θα τα είχε όλα κατακαίνουργα, καθώς και η μικρή, μια και τα δικά μου δεν θα άντεχαν να φτάσουν ως εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργότερα άκουσα πολλά, κι έκλαψα μάλιστα από αγαλλίαση για τους θησαυρούς της ταπεινοφροσύνης και της φτώχειας που συνορεύουν με την αγνότητα και την υπακοή, μα ποτέ, ποτές μου δεν παρηγορήθηκα γι' αυτά τα αποφόρια, που ήτανε μια παλιά πληγή, από μια ποδιά της Μαρίας μας που την αναγνωρίσανε οι συμμαθήτριες μου κι εγώ καταντροπιάστηκα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε ο Σεπτέμβριος με τον πυρετό και την προσμονή ενός ταξιδιού που δεν έμοιαζε με τ' άλλα, όταν πηγαίναμε στη Σύρα τα καλοκαίρια στη γιαγιά και στο φτωχόκοσμο της εξοχής μας, στο Κίνι. Είχαμε εκεί ένα ωραίο σπίτι ροζ με πράσινα παράθυρα καταμεσής σ' αμπέλια και συκιές, το μόνο δίπατο σ' όλο το χωριό, στρωμένο με σανίδες ή πλάκες, καθώς και οι αυλές μας, φρεσκοπλυμένες από την Αννέτα — γιατί η γιαγιά δεν την άφηνε στασιό, την κακομοίρα — ενώ της άμια-Σπεράντζας ή της άμια-Καλής, όπως κι όλα τ' άλλα, ήτανε μονόπατα, στρωμένα με χώμα, και μυρίζανε από τα ζωντανά τους. Θαρρώ μάλιστα πως δεν είxανε ούτε παράθυρα καν, το φως έμπαινε από την πόρτα, κομμένη στα δυο, γι' αυτό όταν πήγαινες μέσα ήτανε δροσερά κι ευxάριστα σ' αυτό το μισοσκόταδο όπου πλανιότανε κάποιο μυστήριο κι έκρυβε και τη φτώxεια τους. Γυναίκες κι άντρες περπατούσανε ξυπόλητοι, μέσα έξω, με αλαφράδα και xάρη, και μόνο για την εκκλησιά ή για τη xώρα φορούσανε παπούτσια, και τότε άλλαζε η περπατησιά τους και τα μούτρα τους. Μου κάνανε ένα σωρό xαρές, όταν, περνώντας τον καλαμιώνα, πήγαινα για καμιά παραγγελιά της γιαγιάς, να 'ρθει ο Λινάρδος με τις μουστάκες του ή ο Γιωσήφης στο σπίτι μας, γιατί έσταζε η ταράτσα μας. Πάντα με φιλεύανε μ' ένα χάδι και μ' ένα ψωμάκι κριθαρένιο, ζεστό ακόμη απ' το φούρνο. Ένας κόσμος γλυκός και ήμερος, με φόβο κι ελπίδα στην καρδιά του, κι όμως, το πιστεύω, απόλυτα ελεύθερος!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο τούτο δω το ταξίδι ήτανε αλλιώτικο, λίγο σαν εξορία σ' ένα μέρος άγνωστο, και για τούτο πιο ελκυστικό! «&lt;em&gt;Ξέρετε, μας στέλνουνε στο γαλλικό σχολειό της Τήνου&lt;/em&gt;», λέγαμε στις φιλενάδες μας, προσπαθώντας να τις ξιπάσομε ή να μας θαυμάσουν τουλάχιστον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από το ελληνικό σχολειό μας, που ήτανε από τα καλύτερα της εποχής, μ' ένα μάτσο μοντέρνα συστήματα, δε θυμάμαι τίποτε, ούτε μάθημα, ούτε δάσκαλο, ούτε καν τη μορφή τους, εκτός από τον Γάλλο, τον Μr. Vivier, ποy αυτός είχε πρόσωπο, και τον διευθυντή μας, που τσιμπούσε τα πόδια και τα στήθη των κοριτσιών. Όλα τ' άλλα χρόνια, ανάμεσα στα χρόνια της γιαγιάς και του μοναστηριού, κάνουν μια μεγάλη τρύπα στη μνήμη μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;span style="font-family:webdings;color:#6666cc;"&gt;= = =&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;font-size:100%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;[σ.σ.: Χρόνια αργότερα, μετά την μοιραία συνάντηση με τον Άγγελο Σικελιανό, που κατέληξε στην διάλυση του γάμου της με τον γιατρό Γιώργο Καραμάνη, ιδρυτή του πρώτου σανατορίου στην Ελλάδα]&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; Όταν απαντηθήκαμε, δίχως να πούμε κανένα λόγο, γελούσαμε τόσο πολύ από χαρά, που το κουβάρι του πόνου ξετυλίχτηκε όλο με μιας από μόνο του. Τι αλάφρωση για την καρδιά! Από το γερτό παράθυρο μπαίνει ένας φίλος, το φεγγαράκι, οι φωνές των παιδιών από το δρόμο, τα κουδουνίσματα των αμαξιών και τ' αρώματα από τους κήπους που ξεχύθηκαν να φτάσουν ως εμάς. Μια απλή ζωή που τρέχει σαν νεράκι. Μόλις ξεμακρύνω, μου γράφει πάλι: «&lt;em&gt;Έτσι είμαι κλεισμένος στη μικρούλα κάμαρα πιστά κι υπομονετικά, γιατί πιστεύω πως μια μέρα θα φτερουγίσω απέραντα μαζί σου μες στο φως και τη δροσιά και στ' αρώματα της τέλειας λευτεριάς&lt;/em&gt;». Και σε λίγες μέρες, πριν φύγει για την Αθήνα:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δυο αστέρια ταξιδεύουνε απάνω από βουνά και πέλαο&lt;br /&gt;για να σμίξουνε σε λίγο, σ' ένα μόνο Άστέρι Αιώνιο Μυστικό!&lt;br /&gt;η Άννα Αγγέλου Σικελιανού&lt;br /&gt;ο Άγγελος Άννας Σικελιανού!&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TITcnQxq7oI/AAAAAAAAMac/kpR3_V5yGXU/s1600/Sikelianos_kai_Anna-.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5513774410884640386" style="FLOAT: left; MARGIN: 0px 10px 10px 0px; WIDTH: 186px; CURSOR: hand; HEIGHT: 144px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TITcnQxq7oI/AAAAAAAAMac/kpR3_V5yGXU/s400/Sikelianos_kai_Anna-.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Όταν μου 'δωσε για πρώτη φορά τ' όνομά του, μια γλυκιά ζάλη από περηφάνια για ό,τι μου εμπιστευότανε γέμισε όλη μου την ύπαρξη και φοβήθηκα για τ' αποτελέσματα, μα τώρα που μου το ξανάδωσε και πήρε κι εκείνος το δικό του από μένα, σαν να φόρεσα μιαν αρματωσιά που με προστάτεψε για πάντα από κάθε άλλη φιλοδοξία και προχώρησα άφοβα προς το θαύμα της ζωής που ετάξαμε στον εαυτό μας με πίστη, ευλάβεια κι αλήθεια!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαναγύρισε στην Αθήνα' θα χρειαστεί σε λίγο να τον ακολουθήσω κι εγώ για τις διατυπώσεις του διαζυγίου μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ζωή, που μου χάρισε έναν Άγγελο, μου ζήτησε απαράδεκτη πληρωμή όταν έπρεπε να καταθέσω πως ο Γιώργος μού φερνότανε άπρεπα. Πίστευα πως δεν θα μιλούσα ποτέ γι' αυτόν παρά για την καλοσύνη του, την ευγένειά του, την τιμιότητά του, τις γλυκές φροντίδες του και για το φαρμάκι που άθελά μας τον ποτίσαμε. Αλλά όχι, ένας γάμος δεν λύεται με παινάδια, πρέπει να μπεις στο ψέμα, στις δικολαβίες, για να πάρεις το συχωροχάρτι, κι ο Έρωτας κι ο Πόνος μπλέχτηκαν τότε σε μια ρίζα αξεχώριστη.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Άννα Σικελιανού (1904-2006)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;από το βιβλίο της Άννας Σικελιανού &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Η ζωή μου με τον Άγγελο&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Εστία, 1985&lt;em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: tanea.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-592480649263782972?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/592480649263782972/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=592480649263782972' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/592480649263782972'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/592480649263782972'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/09/100.html' title='100 ~ Άννα Σικελιανού: ο Έρωτας κι ο Πόνος μπλέχτηκαν σε μια ρίζα αξεχώριστη'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TISto1fiO7I/AAAAAAAAMaU/dC2__G194_Q/s72-c/AnnaSikelianou1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-242495225593497569</id><published>2010-08-03T17:49:00.005+03:00</published><updated>2010-10-06T01:23:27.932+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>99 ~ Μανόλης Πρατικάκης: Η πίστη στις αξίες των απλών πραγμάτων</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFguAiifq-I/AAAAAAAAMWU/kVayi8I3ERo/s1600/m_pratikakis-AUTOBIOGR_BLOG.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5501197531639426018" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 335px; CURSOR: hand; HEIGHT: 266px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFguAiifq-I/AAAAAAAAMWU/kVayi8I3ERo/s400/m_pratikakis-AUTOBIOGR_BLOG.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Το Μύρτος με γέννησε. Αυτός ο νωχελικός, αισθησιακός, διαυγής τόπος του Νότου, είναι η γενέθλια στιγμή. Μήνες πριν γεννηθώ γνώρισα το ρυθμό της θάλασσας. Η μάνα μου ξύπναγε στις αμμουδιές. Έγκυος ήταν. Την αυγή κοίταζα την αλετροπόδα (αστερισμός) να οργώνει το χωράφι μας στον ουρανό. Ήταν εκεί ο Νίκος και η Έλσα κι οι παλιές φωνές του καλοκαιριού. Ο πατέρας κάτω από το λουξ, με τον αμίαντο να φωσφορίζει σαν μικρός αστεροειδής στην κάμαρα. Κι η μητέρα ανοίγοντας πιέτες αισθημάτων με το υπομονετικό της σίδερο' κρατώντας τόμο υγρό τα μπλε του φύλλα... δεν έχει τέλος, είπε η μάνα, αυτή η τρελή θάλασσα που ξεφυλλίζεις. Δεν ήξερα σε ποια γραφή ν' αποκρυπτογραφήσω τα πουλιά' κι όλο ερχόταν χήνες μ' ένα χήνειο πέταγμα σε παιδικούς βιότοπους. Ψηλαφώντας σκαρμούς και κουπιά γνώρισα τα χέρια μου. Τα άλλα τα βρήκα σηκώνοντας το μεγάλο μπλε τραπεζομάντιλο της θάλασσας. Ναυάγια και χειρονομίες.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Τα καλοκαίρια οι άνθρωποι κοιμότανε στην αμμουδιά. Φαίνεται εκεί με συνέλαβαν οι γονείς μου. Το σπίτι μας πάνω στην άμμο και η Μάνα έγκυος. Γνώρισα το ρυθμό της θάλασσας πριν γεννηθώ. Δεν είναι μεταφορά, είναι κυριολεξία. Και αργότερα, παιδί, μέσα στη θάλασσα μεγάλωσα. Αυτή ήταν όλα μαζί τα παιγνίδια. Ακούγοντας τις αμέτρητες φωνές της έμαθα να μιλάω με τους τρόπους της πηγαίνοντας συχνά από την Αγία Γαλήνη στην Αγία Ταραχή κι αντιστρόφως. Όλο το φάσμα των ήχων και των αυτοδίδακτων ρυθμών (που θα 'λεγε ο Αισχύλος). Από τους ανεπαίσθητους ψιθύρους των φλοίσβων ως τα ουρλιαχτά της τρικυμίας. Με όλες τις παραλλαγές του γαλάζιου.&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Το Λιβυκό πέλαγος αποτέλεσε για μένα το μεγάλο πανεπιστήμιο Γλωσσολογίας. Εύφορος κήπος, με ανοιχτούς διαδρόμους, όπου γνώρισα τους περιπατητικούς φιλοσόφους. Και πρωτίστως βέβαια τους φυσικούς φιλοσόφους (Ηράκλειτο, Εμπεδοκλή, Παρμενίδη, Αναξαγόρα, Ξενοφάνη, Αναξίμανδρο) που είναι οι μεγάλοι μου έρωτες. Μαζί τους (αργότερα) κι εκείνα τα άλλα ασκητικά και αιθέρια «σύννεφα» της μακρινής Ανατολής... Άρα και τις μεταπτυχιακές μου σπουδές εκεί τις έκανα, στην ανοιχτή, γεμάτη στοχαστική διαύγεια φιλοσοφική σχολή της θάλασσας. Και ακόμη αργότερα σε κάποιες υπόγειες θαλασσινές σπηλιές. Γιουγκ και Φρόιντ και Σολωμό και Πάουντ και 'Ελιοτ και Βαλερί και Ρεμπό και τόσους άλλους εξερευνητές και «φρικιαστικούς» εργάτες. Όλοι δίνοντας στη φρίκη ρυθμό...&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Οι χωμάτινοι δρόμοι ήταν γεμάτοι παραστιές. Οι γυναίκες απλές και καταδεκτικές οικοδέσποινες, με πρόσωπα ακαλλώπιστα, όμως μιας άλλης ομορφιάς, ήταν εκεί και μαγείρευαν. Χαρά τους να φιλεύουν τους περαστικούς. Εκεί μαζεμένοι σε ένα ανθρώπινο πλησίασμα, αυθόρμητο κι αυτονόητο μέσα στη θέρμη του. Ένα πηγαίο σκηνικό. Ήταν εκεί αυτοπρόσωπη η ίδια η ζωή. ()ι φωτιές δημιουργούσαν μιαν ονειρική ατμόσφαιρα, θαρρούσες βάδιζες και προχωρούσες μέσα στα πορφυρώματα της νύχτας. Μεγάλες, γλυκές ζεστές παρέες σαν μια πολύμορφη οικογένεια, όλο το χωριό. Και στα χωράφια γραίες και νιες, σκυφτές εκεί από το χάραμα, πότιζαν και βοτάνιζαν. Θυμάμαι ακόμη τις φωνές των κατοικίδιων ζώων (άλογα, κατσίκες, πρόβατα, γαϊδούρια, κοκόρια). Ήταν η πρώτη ορχήστρα με βιολί και φλάουτο, με κιθάρα ή τσέλο, δίχως τσεμπαλίστα, που άκουσα (και που ακόμη ακούω). Όλα ήταν εκεί: πνευστά, κρουστά, έγχορδα. Ποτέ δεν μπήκα σε στάβλο με ζώα —αλήθεια τι υπέροχες ευωδιές— και να μην αισθανθώ πως έμπαινα σε φάτνη. Και κάθε που πήγαινε να βραδιάσει, ο πανύψηλος πλάτανος του Γερονυμάκη γινόταν ένα πολυώροφο ρομβοειδές ωδείο, ένα «μουσικό μέγαρο». Με κυκλικά «θεωρεία» που ανέβαιναν κλιμακωτά, με αρχιτεκτονική ακρίβεια και τέλεια «ακουστική». Ένας ανεκλάλητος ξενώνας σπουργιτιών σε εσπερινή όρχηση. Ένας μακρόσυρτος βακχικός ύμνος, πριν τον ύπνο, πυρπολούσε τ' αυτιά μας σα δροσερή πυρκαγιά. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFgsTdzMF5I/AAAAAAAAMWM/9gO8S13sodw/s1600/m_pratikakis-Autobiogr-BLOG.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5501195657761527698" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 235px; CURSOR: hand; HEIGHT: 354px" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFgsTdzMF5I/AAAAAAAAMWM/9gO8S13sodw/s400/m_pratikakis-Autobiogr-BLOG.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Γνωρίζαμε την ακηλίδωτη παιδική φιλία που συνεχίζεται ως τα τώρα. Ο Μιχάλης, ο Φρίξος, ο Σταύρος, ο Μανόλης, ο Γιώργης, ο Γιάννης, ο Νίκος, ο Αποστόλης κι ο Κωστής. Κι ανάμεσα η νήσος Ερμιόνη, η Ρένα, η Ζωή, η Πόπη, η Ισμήνη, η Τούλα και το Κατερίνι. Και παρακεί της άλλης νοσταλγίας το Μαύρο και το Πλακωτό Χαράκι, το Ψαροχάρακο σε σχήμα δελφινιού στο κοντινό Καραβοστάσι. Με τα μικρά μας ονόματα χαραγμένα με κοφτερές πέτρες πάνω τους' η Καραβάγλα κι η Χορεύτρα και το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα, μέσα στον απέραντο εσπερινό της ανάμνησης . Παίζαμε στη λίμνη και τα πλατανάκια, λες είχαμε βγει έξω από τον αέρα του χάρτη, καθώς λύγιζαν αλλιώς οι καλαμιές. Παιδιά στην απόλυτη αμεριμνησία, δηλαδή στον παράδεισο. Γιατί από του παιδιού τη συνείδηση είναι απούσα η έννοια του χρόνου. Δεν έχει παρελθόν και το μέλλον του είναι ακόμη άκοπο από τη θάλασσα και τον ουρανό. Μονάχα το παρόν. Να ζεις μέσα στη ρευστή νωπογραφία του παρόντος, σ' αυτόν τον γήινο Ενεστώτα. Ως να επιστρέφει μια ολόκληρη τάξη παιδιών από σκασιαρχείο - μοναδικό προσχέδιο αιωνιότητας που εννοώ. Να γιατί είναι μόνο «Παιδός η βασιλεία» (ιδού πάλι ο προπάππους μου Ηράκλειτος). &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Αλλά παίζοντας εκεί στο άχρονο, οι γονείς μας μας φώναζαν και μας έμενε πάντα ένα παράπονο. Τι γρήγορα, τι γρήγορα μας φώναξαν από τον παράδεισο. Όπως και από τις φάμπρικες (ελαιοτριβεία) που χειμώνα τρυπώναμε στη ζεστή «πυρήνα», παρατηρώντας τ' άλογα να γυρνούν τις μεγάλες μυλόπετρες, γύρω από ένα ακίνητο κέντρο, έναν άξονα. Σ' ένα κύκλο ζωής, που με τρόπο μαγικό δεν μας είχε αρπάξει ακόμη στα γρανάζια του. Μόνο βλέπαμε, υφασμένοι στη μεγάλη παιδική λευκότητα (σα συννεφάκια μέσα στις μυρτιές) βλέπαμε τους μποξάδες να συνθλίβονται στην πρέσα. Και από εδώ το λάδι, από εκεί το ακάθαρτο ζουμί. Νομίζω εκεί, στο ελαιοτριβείο, μυήθηκα στο μυστήριο της αφομοίωσης και της μεταμόρφωσης. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Και μια μέρα μπρος στου Λιβυκού τα καθρεφτάκια (σ' αυτά τα σπασμένα φτερά) κάθησα να γράψω. Ήταν όλοι εκεί σε αόρατη σύσκεψη. Έγραψα εκείνο που κελάριζε από μια πηγή που αγνοούσα. Από τη Χορεύτρα τάχα ή τους Ανεφολάκκους; Έγραφα με όλα όσα με συνείχαν σε μια «ξεχασμένη» επαγρύπνηση. Κι είχαν ανάψει μόνα τους όλα τα φώτα. Όλα τα πνευστά της ορχήστρας. Όταν σηκώθηκα, ταπεινοί άγγελοι εξ Ανατολών μου είχαν βάλει μια άσπρη Λήκυθο στα χέρια, με την τέφρα των αγαπημένων μου νεκρών. Κι ήταν εκεί ανιόντες και φωνές από το μέλλον, και άλλα χρώματα του δειλινού. Κι άρχισα να ρίχνω το σπόρο στις αχνιστές ακλακές: σ' αυτό το ζεστό γέλιο της γης. Κι ήμουνα πίσω από δυο μαύρα ζώα. Από τα χέρια μου βγαίναν εργαλεία με την όψη χεριών που τα γύρευαν. Και λίγο λίγο ξεδιπλώθηκε το άροτρό μου. Το ένα μου χέρι θήλαζε την έχερη' το πόδι ξεχασμένο στης δροσιάς τα βάθη μάζευε μυστήριο' κι άρχισα να ρίχνω το σπόρο. Πουλιά πετούσαν πάνω από τα κεφάλια μας' κάτω από τα κινούμενα σκίνα τ' ουρανού: τα σύννεφα. Παράξενη αφθονία σαν χάρις, γιατί όσο έπαιρνα, η λήκυθος γέμιζε. Όσο έπαιρνα γέμιζε. Και τότε πάνω απ' των χωμάτων το σκαφτό γέλιο, με κεντρομόλους κύκλους, είδα, γύριζε το γεράκι στο κάλεσμα του γερακάρη. Στου καινούργιου στοχασμού το σχέδιο. &lt;em&gt;Όσον υπεκπροθέει έρις τόσον επίοι ηπιόφρων φιλότητος άμβροτος ορμή.&lt;/em&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Η Μητέρα μου επέστρεφε κατάκοπη το βράδυ από τους αγρούς' και όμως δεν ξεχνούσε ποτέ να μας φέρει ένα μάτσο αγριολούλουδα. Τη βλέπω ακόμη στο πορτάκι να στέκεται με τ' αμυγδαλωτά της μάτια, μ' εκείνο το αμυδρό απέριττο χαμόγελο, με τα ευκίνητα σαν πουλιά χέρια της να βγάζει το πρωί την άμμο και τα φύκια κάτω από τα παιδικά μας κρεβάτια. Γιατί τη νύχτα τα κύματα (και άλλοι αφροί αιγοπροβάτων από το μηρυκάζον πέλαγος) έμπαιναν στο παιδικό μας δωμάτιο, ως μέσα στα όνειρα (πάλι κυριολεκτώ). Ό,τι είμαι σήμερα το οφείλω σ' Εκείνη. Δεν άκουσα ποτέ από το στόμα της λόγο κακό για κανένα. Δεν ήξερε τι θα πει ψέμα, συκοφαντία, γκρίνια, ιδιοτέλεια. Μόνο καλοσύνη και αγάπη. Μόνο ειλικρίνεια και απέραντη επιείκεια για όλους και για όλα. Και όμως δεν πρόλαβε να δει ούτε μια δική μου γραμμή... &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Μας τραγουδούσε και μας νανούριζε, μαζί με την άλλη μάνα μας, τη θάλασσα. Διάβαζε Ουγκό, Κρόνιν, Τολστόι σε έναν τόπο που ήταν άγνωστη κάθε έννοια πνευματικότητας. Κι όταν έφυγε τόσο πρόωρα, ο πατέρας μου έγραψε ένα μακρύ μοιρολόι, που με άφησε άφωνο για το τι έκρυβε αυτός ο φαινομενικά αδιάφορος άνθρωπος. Το άφησε στο μνήμα της, 15 σελίδες που όλο κιτρίνιζαν, μα χάθηκε... ... ...&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Γεννηθήκαμε πλάι στα χαλάσματα, στο τέλος του πολέμου. Γκρεμισμένα σπίτια, απανθρακωμένες αποθήκες. Το Μύρτος, όπως και τα γύρω χωριά, είχαν παραδοθεί στις φλόγες του κατακτητή, λόγω σαμποτάζ των ανταρτών του Ποδιά. Παίζαμε με τα «τσέρκια» που βγάζαμε από τις αφημένες νάρκες των Ιταλών, δηλαδή παίζαμε με τα σύνεργα του θανάτου. Και όμως μέσα στην ένδεια δεν αισθανθήκαμε ποτέ φτωχοί. Υπήρχε μια αμεριμνησία, μια νωχέλεια ηδονική. Ένα αβάσταχτο άρωμα από λεμονανθούς και βιόλες. Στον Επιτάφιο του Αγίου Αντωνίου, εκ των υστέρων συνειδητοποιώ ότι στο καθελέτο (από το ρήμα κατεύδω = κατεβαίνω), στολίζαμε με άνθη, πιο πολύ έναν Άδωνη παρά ένα σύγχρονο Θεό. Τέτοια ήταν, μέσα στην παιδική μας αθωότητα, η ευφορία... ... ...&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Σκεπασμένοι «με το χρυσάφι του να μην έχουμε τίποτα». Του να χανόμαστε πάμπλουτοι μέσα στη φτώχεια μας. Θυμάμαι πάντα το χιούμορ και την οξυδέρκεια του Γ. Στεφανάκη, ανάπηρου πολέμου, μέσα στο περίπτερο. Χειμώνα καλοκαίρι εκεί, με τη φθαρμένη χλαίνη του και το περιπαικτικό χαμόγελο «μέσα στην πρόχειρη σπηλιά», πίσω απ' το αμπρί να μοιράζει σπίρτα και τσιγάρα στους νεκρούς φαντάρους του λόχου του. Θαμπά τζάμια με παλιές εφημερίδες. Σα νυχτώνει, ό,τι προλάβεις να κοιτάξεις στη λάμψη της φωτοβολίδας. Ύστερα τα νερά, η άμπωτις, τι σκοτεινή αφλογιστία η οπισθοχώρηση. Η μνήμη του μαύρη λαγκαδιά. Από την ωμοπλάτη του (έχει ένα θραύσμα όλμου), κυλάει σα βρυσούλα ολόκληρο το έπος της Αλβανίας.... &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Από εκείνο το πείσμα, από εκείνο το φρόνημα θαρρώ, έλκει την καταγωγή της η δική μου ποίηση, ο δικός μου στοχασμός. Η πίστη στις αξίες των απλών πραγμάτων. Των απλών ανθρώπων που με γαλούχησαν. Η αγάπη στο νερό, στις θαλασσινές αύρες (που ήταν οι πελαγίσιες μου φασκιές), στη σοφία των πουλιών και των κέδρων. Αλλά κυρίως εκείνο το φως. Απέραντο, τρυφερό, εκτυφλωτικό να φέγγει ως μέσα, να σκορπίζει και να ενώνει τα όντα. Να κάνει εύγλωττες τις πέτρες και τα σωθικά. &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Είπα και είπα ξανά και ξανά στην ψυχή μου: «Άμα δεν έχεις πάθος, θα κλωτσάει το σκαρί, θα τραυλίζουν οι αρμοί και τα ξύλα, αν ο νους σου δεν έχει του Ωκεανού τους τρόπους». &lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="justify"&gt;Αυτοί οι βράχοι, αυτές οι οσμές, ο αέρας και τα κύματα ήταν η μόνη μας κληρονομιά. Αυτοί οι φεγγίτες' αυτός ο έρωτας για το ανείπωτο». Από εδώ έρχομαι και από εδώ φεύγω, ως τα πέρατα της γης. Γονατίζω. Ανάβω ένα κερί μπροστά στο νυχτωμένο πέλαγος. Προσκυνώ τη μητρότητα των νερών.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Μανόλης Πρατικάκης (1943)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFgWqyq9QKI/AAAAAAAAMV8/RZ0E8PU5xgc/s1600/m_pratikakis_AUTOBIOGR_BLOG.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5501171869245325474" style="WIDTH: 335px; CURSOR: hand; HEIGHT: 269px" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFgWqyq9QKI/AAAAAAAAMV8/RZ0E8PU5xgc/s400/m_pratikakis_AUTOBIOGR_BLOG.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Το &lt;strong&gt;κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από &lt;strong&gt;Το Δέντρο&lt;/strong&gt; - τ.143/144, Αυγ. 2005&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Οι &lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt; είναι από την εκπομπή "Τιμής ένεκεν" της ΕΡΤ.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://poem-for-you.blogspot.com/2008/01/44.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Ο Μανόλης Πρατικάκης&lt;/u&gt; στο Μετά τιμής&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=08cy0S4NUNA"&gt;&lt;u&gt;&lt;strong&gt;ΕΡΤ, Τιμής ένεκεν:&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;&lt;strong&gt;Συνέντευξη&lt;/strong&gt;&lt;/em&gt;&lt;/u&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt; στον Δαυίδ Ναχμία&lt;/strong&gt; (2007)&lt;/em&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.tanea.gr/default.asp?pid=30&amp;amp;ct=19&amp;amp;artid=52616&amp;amp;enthDate=19012008"&gt;&lt;strong&gt;&lt;u&gt;"Ο καιρός δε λείπει ούτε περισσεύει"&lt;/u&gt;,&lt;/strong&gt; &lt;em&gt;&lt;strong&gt;στα ΝΕΑ&lt;/strong&gt; (19/01/08)&lt;/em&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathcolumns_1_13/09/2009_1287724"&gt;&lt;strong&gt;&lt;u&gt;Ο Μανόλης Πρατικάκης&lt;/u&gt;, &lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;στην Καθημερινή&lt;/strong&gt; (25/06/08)&lt;/em&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://stigmes.gr/pageflip/stigmes76/index.html?pageNumber=52"&gt;&lt;strong&gt;&lt;u&gt;"Ο νους κάθε αυθεντικού Κρητικού είναι ένας ανυπό-&lt;br /&gt;τακτος Αίγαγρος κι όχι μια αίγα που την αρμέγουν ασύστο-&lt;br /&gt;λα οι ξένοι"&lt;/u&gt;, &lt;/strong&gt;&lt;em&gt;&lt;strong&gt;στο κρητικό περιοδικό Στιγμές&lt;/strong&gt; (Ιούνιος 2004)&lt;/em&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-242495225593497569?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/242495225593497569/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=242495225593497569' title='2 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/242495225593497569'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/242495225593497569'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/08/99.html' title='99 ~ Μανόλης Πρατικάκης: Η πίστη στις αξίες των απλών πραγμάτων'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TFguAiifq-I/AAAAAAAAMWU/kVayi8I3ERo/s72-c/m_pratikakis-AUTOBIOGR_BLOG.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-9159352046976864174</id><published>2010-07-12T07:03:00.003+03:00</published><updated>2011-03-22T06:56:11.992+02:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΞΕΝΟΙ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΞΕΝΟΙ'/><title type='text'>98 ~ Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Είμαστε πάντα τυχεροί</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7jA3As0WI/AAAAAAAAMNg/jebhGsupd70/s1600/Hemingway8.JPG"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5494078199344976226" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 277px; CURSOR: hand; HEIGHT: 400px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7jA3As0WI/AAAAAAAAMNg/jebhGsupd70/s400/Hemingway8.JPG" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Εκείνη την περίοδο δεν είχαμε λεφτά για ν' αγοράζουμε βιβλία. Δανειζόμουν βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη &lt;em&gt;Σαίξπηρ και Σία&lt;/em&gt;, τη βιβλιοθήκη-βιβλιοπωλείο της Σίλβια Μπιτς, στον αριθμό 12 της οδού Οντεόν. Ήταν μια όαση χαράς πάνω σ' εκείνο τον παγωμένο, ανεμόδαρτο δρόμο, με μια μεγάλη σόμπα το χειμώνα, τραπέζια και ράφια με βιβλία, καινούργια βιβλία, πλάι στο παράθυρο, και στους τοίχους φωτογραφίες διάσημων συγγραφέων, πεθαμένων και ζωντανών. Οι φωτογραφίες έμοιαζαν όλες με απλά στιγμιότυπα, κι έτσι ακόμα και οι πεθαμένοι συγγραφείς έδειχναν στ' αλήθεια ζωντανοί. Η Σίλβια είχε ένα ζωηρό, καλοσμιλεμένο πρόσωπο, μάτια καστανά, αεικίνητα σαν των μικρών ζώων και χαρωπά σαν των μικρών κοριτσιών, και κυματιστά καστανά μαλλιά χτενισμένα πίσω, ώστε να μην κρύβουν το φίνο μέτωπο της, και κομμένα σε μια ίσια γραμμή ακριβώς κάτω από τ' αυτιά, παράλληλη με το γιακά του βελούδινου καφέ σακακιού που φορούσε. Είχε όμορφα πόδια, ήταν καλοσυνάτη, χαρωπή και πονετική και λάτρευε τ' αστεία και το κουτσομπολιό. Κανένας από τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει δεν μου φέρθηκε ποτέ τόσο άψογα όσο εκείνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ντρεπόμουν πολύ την πρώτη φορά που μπήκα στο βιβλιοπωλείο και δεν είχα μαζί μου αρκετά χρήματα για να γραφτώ στη δανειστική βιβλιοθήκη. Εκείνη μου είπε ότι μπορούσα να πληρώσω την προκαταβολή όποτε είχα τα λεφτά, μου έφτιαξε μια κάρτα και μου επέτρεψε να πάρω όσα βιβλία ήθελα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχε κανένα λόγο να με εμπιστευτεί. Δεν με γνώριζε και η διεύθυνση που της είχα δώσει, οδός Καρντινάλ Λεμουάν 74, δεν θα μπορούσε να είναι πιο αόριστη. Όμως εκείνη ήταν απολαυστική, γοητευτική και εγκάρδια και πίσω της, στον τοίχο, από το πάτωμα ίσαμε το ταβάνι και συνεχίζοντας ως την πίσω αίθουσα που έβγαζε στην εσωτερική αυλή του κτηρίου, υπήρχαν ατέλειωτα ράφια γεμάτα από το θησαυρό της βιβλιοθήκης της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξεκίνησα από τον Τουργκένιεφ, παίρνοντας και τους δύο τόμους των Σημειώσεων &lt;em&gt;ενός κυνηγού&lt;/em&gt;, καθώς κι ένα από τα πρώτα βιβλία του Ντ. Χ. Λόρενς, το &lt;em&gt;Γιοι και εραστές&lt;/em&gt;, αν θυμάμαι καλά. Έπειτα η Σίλβια μου είπε να πάρω κι άλλα βιβλία, αν ήθελα. Διάλεξα το &lt;em&gt;Πόλεμος και ειρήνη&lt;/em&gt; σε έκδοση Κονστάνς Γκαρνέτ και το &lt;em&gt;Ο παίκτης και άλλα διηγήματα&lt;/em&gt; του Ντοστογιέφσκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δεν θα ξαναπεράσετε και πολύ σύντομα, αν είναι να τα διαβάσετε όλα αυτά&lt;/em&gt;», είπε η Σίλβια.&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Θα περάσω για να σας πληρώσω&lt;/em&gt;», είπα. «&lt;em&gt;Έχω κάποια χρήματα σπίτι μου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δεν το εννοούσα έτσι&lt;/em&gt;», είπε. «&lt;em&gt;Μπορείτε να πληρώσετε όποτε σας βολεύει&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7ksD2xYrI/AAAAAAAAMNw/4hOeV3v29v4/s1600/Hemingway5-.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5494080041038996146" style="FLOAT: right; MARGIN: 0px 0px 10px 10px; WIDTH: 213px; CURSOR: hand; HEIGHT: 282px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7ksD2xYrI/AAAAAAAAMNw/4hOeV3v29v4/s320/Hemingway5-.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;«&lt;em&gt;Ο Τζόις πότε περνά αποδώ&lt;/em&gt;;» ρώτησα. «&lt;em&gt;Όταν περνάει είναι συνήθως αργά το απόγευμα&lt;/em&gt;», είπε. «&lt;em&gt;Δεν τον έχετε δει ποτέ&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τον έχουμε δει στου Μισό, να τρώει με την οικογένεια του&lt;/em&gt;», είπα. «&lt;em&gt;Αλλά δεν είναι ευγενικό να κοιτάζεις τους ανθρώπους όταν τρώνε, και στου Μισό είναι πολύ ακριβά&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τρώτε σπίτι&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τώρα ναι, τις περισσότερες φορές&lt;/em&gt;», είπα. «&lt;em&gt;Έχουμε καλή μαγείρισσα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δεν υπάρχουν εστιατόρια κοντά στη γειτονιά σας, έτσι δεν είναι&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Όχι. Μα πώς το ξέρετε&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ο Λαρμπό ζούσε εκεί&lt;/em&gt;», είπε. «&lt;em&gt;Του άρεσε πολύ, αν και είχε αυτό το μειονέκτημα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Το πιο κοντινό, καλό και φτηνό μέρος για να φάει κανείς βρίσκεται κοντά στο Παντεόν&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Δεν την ξέρω αυτή την περιοχή. Εμείς τρώμε σπίτι. Να περάσετε καμιά φορά με τη γυναίκα σας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Περιμένετε να δείτε πρώτα αν θα σας πληρώσω»,&lt;/em&gt; είπα.&lt;em&gt; «Πάντως, σας ευχαριστώ πάρα πολύ&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Μη διαβάζετε και πάρα πολύ γρήγορα&lt;/em&gt;», είπε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σπίτι μας στην οδό Καρντινάλ Λεμουάν ήταν ένα διαμέρισμα δύο δωματίων, χωρίς ζεστό νερό και τουαλέτα, πέρα από έναν κοινόχρηστο αντισηπτικό θάλαμο, διόλου άβολο για κάποιον που ήταν μαθημένος στα εξωτερικά ξύλινα αποχωρητήρια του Μίτσιγκαν. Ήταν ένα πρόσχαρο, ευχάριστο διαμέρισμα, με θαυμάσια θέα, με καλό στρώμα και σούστες στο άνετο κρεβάτι μας στο πάτωμα και με πίνακες της αρεσκείας μας στους τοίχους. Όταν έφτασα εκεί με τα βιβλία, μίλησα στη γυναίκα μου για το υπέροχο μέρος που είχα ανακαλύψει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Πάντως, Τέιτι, πρέπει να περάσεις απόψε κιόλας να πληρώσεις&lt;/em&gt;», είπε.&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Σίγουρα&lt;/em&gt;», απάντησα. «&lt;em&gt;Να πάμε μαζί. Και μετά να κάνουμε κι έναν περίπατο στο ποτάμι, στην προκυμαία&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ας περπατήσουμε στην οδό Σηκουάνα, να δούμε όλες τις γκαλερί και τις βιτρίνες των μαγαζιών&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Σύμφωνοι. Οπουδήποτε μπορούμε να πάμε, και μετά να σταματήσουμε σε κάποιο καινούργιο καφέ, όπου δεν θα ξέρουμε κανέναν και κανείς δεν θα μας ξέρει, να πιούμε ένα ποτό&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ή και δύο&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Και μετά να φάμε κάπου&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Α, όχι. Μην ξεχνάς ότι έχουμε να πληρώσουμε τη βιβλιοθήκη&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Θα γυρίσουμε σπίτι και θα φάμε εδώ, θα κάνουμε ένα υπέροχο γεύμα και θα πιούμε Μπον, από το συνεταιρισμό που βλέπεις απ' το παράθυρο ακριβώς εκεί, με τις τιμές του Μπον έξω στη βιτρίνα. Και μετά θα διαβάσουμε και μετά θα πάμε στο κρεβάτι και θα κάνουμε έρωτα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Και ποτέ δεν θ' αγαπήσουμε άνθρωπο περισσότερο απ' όσο αγαπάμε ο ένας τον άλλο&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Όχι. Ποτέ&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Τι εξαίσιο απόγευμα, τι υπέροχο βράδυ! Ας φάμε, όμως, τώρα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Πεινάω πολύ&lt;/em&gt;», είπα. «&lt;em&gt;Δούλευα ακόμα και στο καφέ, πίνοντας έναν café crème&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Πώς πήγε, Τέιτι&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Μια χαρά, νομίζω. Ή μάλλον έτσι ελπίζω. Τι έχουμε για φαγητό&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ραπανάκια, νόστιμο foie de veau με πουρέ και αντίδια σαλάτα. Και μηλόπιτα&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Και θα πάρουμε όλου του κόσμου τα βιβλία να διαβάσουμε, κι όταν πηγαίνουμε ταξίδι θα τα κουβαλάμε μαζί μας&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Θα 'ταν έντιμο αυτό&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Φυσικά&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Έχει και Χένρι Τζέιμς&lt;/em&gt;;»&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Φυσικά&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Ω Θεέ μου&lt;/em&gt;!» είπε. «&lt;em&gt;Είμαστε τυχεροί που το ανακάλυψες αυτό το μέρος&lt;/em&gt;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«&lt;em&gt;Είμαστε πάντα τυχεροί&lt;/em&gt;», είπα, χωρίς, ο ανόητος, να χτυπήσω ξύλο. Και να σκεφτεί κανείς ότι υπήρχε παντού ξύλο στο διαμέρισμα για να το χτυπήσεις.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#6666cc;"&gt;&lt;em&gt;Ernest Miller Hemingway (1899-1961)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7j314HChI/AAAAAAAAMNo/6HRy8xpEZrg/s1600/Hemingway9-.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5494079143933315602" style="WIDTH: 375px; CURSOR: hand; HEIGHT: 299px" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7j314HChI/AAAAAAAAMNo/6HRy8xpEZrg/s400/Hemingway9-.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Το &lt;strong&gt;κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από το αυτοβιογραφικό βιβλίο&lt;br /&gt;του Έρνεστ Χέμινγουέι &lt;strong&gt;Μια κινητή γιορτή &lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Καστανιώτη, 2004&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;Μετάφραση: &lt;strong&gt;Σταύρος Παπασταύρου&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt;&lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt; jfklibrary.org, szepseg.com&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;- &lt;a href="http://authorsandwriterstooktheirownlives.blogspot.com/2010/07/46.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Θα νιώθω τρομερά μόνος&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;χωρίς άλλη αναβολή&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-9159352046976864174?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/9159352046976864174/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=9159352046976864174' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/9159352046976864174'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/9159352046976864174'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/07/98.html' title='98 ~ Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Είμαστε πάντα τυχεροί'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://4.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TD7jA3As0WI/AAAAAAAAMNg/jebhGsupd70/s72-c/Hemingway8.JPG' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-806493527796961311</id><published>2010-06-24T11:00:00.002+03:00</published><updated>2010-08-03T17:43:49.002+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>97 ~ Ρένα Χατζηδάκη: θυμάμαι μια γεμάτη ελπίδα εποχή</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCpz_OVNIiI/AAAAAAAAMIY/RSNXl1e4DlQ/s1600/RenaXatzidaki-.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5488326625920360994" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 320px; CURSOR: hand; HEIGHT: 307px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCpz_OVNIiI/AAAAAAAAMIY/RSNXl1e4DlQ/s320/RenaXatzidaki-.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt; .... υπήρξα εκ γενετής πολιτική κρατούμενη. Της Γκεστάπο, εννοώ. Από την κοιλιά της μάνας μου, μάλλον, που την κρατούσαν οι Γερμανοί ως όμηρο στις φυλακές της Αγιάς, κοντά στα Χανιά. Είμαι, λοιπόν, παιδί της Κατοχής και του πολέμου. Ο πατέρας μου βρέθηκε τότε στο Μαουτχάουζεν, η οικογένειά μου σκόρπισε, τα σπίτια χάθηκαν. Ήρθα και μεγάλωσα στην Αθήνα, όπου κυρίως έχω ζήσει, αλλά σε μια συνεχή και επώδυνη παλινδρομική σχέση με την Κρήτη, την πατρίδα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Μπήκα με πολύ ενθουσιασμό στο αριστερό κίνημα, ενιαίο τότε, στα φοιτητικά μου χρόνια, αν και δεν εντάχτηκα ποτέ στο κόμμα, τότε, ή σε κανένα κόμμα αργότερα. Θυμάμαι το Σύλλογο Κρητών Σπουδαστών, όπου ακούσαμε τον «Επιτάφιο» και όπου γνώρισα ανθρώπους που γίναμε και είμαστε μέχρι σήμερα στενοί φίλοι. Θυμάμαι την περηφάνια μου για τη συνεργασία μου με την «Πανσπουδαστική» και την «Επιθεώρηση Τέχνης», λαμπρά περιοδικά μιας γεμάτης ελπίδα εποχής. Θυμάμαι το ξύλο που έφαγα, έξω από την πανεπιστημιακή λέσχη, στο συλλαλητήριο που κάναμε για τον Λουμούμπα - καμιά εικοσαριά, όχι παραπάνω, φοιτητές, και καμιά εκατοστή αστυνομικοί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; Ήταν ακριβώς η εποχή που ανακαλύπταμε τον καλό κινηματογράφο στις κινηματογραφικές λέσχες, με το αρχείο Καβάφη που είχε φέρει και είχε αρχίσει να παρουσιάζει στην Αθήνα ο Σαββίδης, με τις διαλέξεις του Σεφέρη, το «Τρίτο οτεφάνι» του Ταχτσή και το περιοδικό «Πάλι». Με τους εξαίσιους δίσκους του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, την «Όμορφη Πόλη» και τη «Μαγική Πόλη», με τον Τσίρκα, που είχε έρθει στην Αθήνα και μου 'λεγε επί χρόνια πόσο καλότυχη ήταν η πρώτη κριτική για την τριλογία του (δική μου, στην «Πανσπουδαστική»), το «Φορτηγό» του νεαρού Σαββόπουλου και τόσα άλλα. Ήταν μια εποχή αυθεντική στις αναζητήσεις της, πριν από το σταρ-σίστεμ, μια ωραία ζωντανή εποχή, μια ευκαιρία που χάθηκε, για την Ελλάδα, εννοώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Η αισιοδοξία της εποχής είχε και την ανόητη πλευρά της. Οι εφημερίδες την απέκλειαν [την δικτατορία], ακόμα και την παραμονή της. Το ίδιο περίπου ήταν το συμπέρασμα σε μια σύναξη του επιτελείου της «Επιθεώρησης Τέχνης», που έγινε στα γραφεία της, στις 19 ή 20 Απριλίου. Θυμάμαι που παρακολουθούσα αμίλητη το Δεσποτίδη (που τον είχα βαφτίσει «στρατηγό») και τον Πορφύρη να λένε ότι πρέπει να στηρίξουμε το δοκίμιο, τη δημιουργία δοκιμίου, ότι πάσχουμε σ' αυτόν τον τομέα, και σκεφτόμουνα συνεχώς «Μα αφού θα γίνει δικτατορία - ή μήπως δεν γίνει;».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Δεν νομίζω ότι με «μύησε» κανείς [στην αντίσταση]. Βρέθηκα μάλλον αβίαστα και φυσικά στην οργάνωση, όπως και όλοι οι τότε φίλοι και συναγωνιστές. Αλλωστε είχαμε πολύ ενθουσιασμό και πατριωτισμό, ελάχιστη όμως έως καθόλου συνωμοτικότητα. Θυμάμαι μια φορά, το καλοκαίρι του '67, παιζόταν σ' ένα κινηματογράφο τέχνης το «Πεθαίνοντας στη Μαδρίτη». Βρήκα θέση μόνο στην πρώτη σειρά και είδα όλο το έργο σχεδόν ανάσκελα και με δάκρυα στα μάτια. Το κοινό περιλάμβανε σχεδόν ολόκληρο το Π.Μ., εν σώματι. Αν έκανε ντου η Ασφάλεια εκείνο το βράδυ, λέγαμε στο διάλειμμα, θα μας έπιαναν όλους και θα ησύχαζαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; Έγινα μέλος [στο Π.Μ.] το Μάιο του '67 και μ' έπιασαν στις 10 Οκτωβρίου, αφού είχα αποχωρήσει, επειδή είχα διαφωνήσει με την προσπάθεια να το διεκδίκησει το Κ.Κ.Ε. Η μητέρα μου ήταν τότε στη Γαλλία και μου είχε στείλει ένα πλαστό διαβατήριο. Εγώ όμως δεν ήθελα να φύγω και να βρεθώ απελπισμένη σε καφενεία του Παρισιού, και μολονότι δεν είμαι φύση ηρωική, επειδή ήθελα να τα έχω καλά με τον εαυτό μου υπαρξιακά, είπα, αν με πιάσουν θα το αντιμετωπίσω. Έγινε, λοιπόν, τότε ένα ξήλωμα, είπαν κάποια ονόματα, είπαν φαίνεται και το δικό μου, και βρέθηκα στη Μπουμπουλίνας, όπου έμεινα 43 μερόνυχτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ένας κόσμος παράλογος, βίας και απόλυτου κακού, ένας άλλος πλανήτης. Ένιωθες τελείως ανυπεράσπιστος, χωρίς τις συνήθεις αξίες που μας επιτρέπουν να ζούμε ανθρώπινα. Ένας κόσμος εφιαλτικός, αφού εκτός των άλλων η προσπάθεια ήταν να μην εμπιστεύεται κανένας κανέναν. Πέρα από αυτά, η ίδια η εμπειρία της σύλληψης και της κράτησης, το ίδιο το βίωμα, ήταν βίωμα θανάτου, έστω και συμβολικού. Πολλοί από μας ήρθαν κοντά στην αποπροσωποποίηση - την τρέλα - την αποσωματοποίηση. Χάσαμε πολιτικές ψευδαισθήσεις, δικαιώματα που τα θεωρούσαμε αυτονόητα. Και δεν μιλάω για όσους έχασαν τότε ή αργότερα τη σωματική τους ακεραιότητα ή και την ίδια τους τη ζωή. Γιατί αυτό είναι το φοβερό: Στις συνθήκες αυτής της βίας, αισθάνεσαι εσύ, ο αθώος, ότι χάνεις για πάντα την αθωότητά σου, ότι λερώνεσαι από την προσβολή του σώματος, το αίμα και τον ιδρώτα, τα δικά σου ή των άλλων, εσύ ότι είσαι ο ένοχος για τα βασανιστήρια και τους εξευτελισμούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν ανακριτές ήταν ανίκανοι, γιατί δεν ήταν σε θέση να κάνουν, να καταλάβουν κάτι προφανές. Μόνο αν έλεγες κάτι συγκεκριμένο το αξιοποιούσαν. Με ανέκριναν πάντα νύχτα, δεν με χτύπησαν. Ήταν νύχτες που δεν κοιμόμουνα, περιμένοντας να με πάρουν. Είχες να παλέψεις με πολλά πράγματα. Ο φόβος ο προσωπικός, η απερίγραπτη εμπειρία ν' ακούς τα βασανιστήρια των άλλων. Εκείνο όμως που σύντομα κατάλαβα, ήταν η στήριξη εκείνων που βρίσκονταν στην ίδια θέση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; Για ένα διάστημα [ήμουν] μόνη. Έπειτα με ανέβασαν στο τέταρτο πάτωμα, σ' ένα διάδρομο, με μια άλλη, και προς το τέλος, πριν με στείλουν στις φυλακές Αβέρωφ, σ' έναν κανονικό θάλαμο, με περισσότερες. [Εκεί} ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Ανδρέας Λεντάκης, ο Γιώργος Κουπαρούσος - συνολικά 40-50. Μετά, στις φυλακές Αβέρωφ, ως κρατούμενη, όπου έμεινα περί τους 4 μήνες ως το Μάρτιο του '68, οπότε μ' άφησαν με πενταετή αναστολή ποινικής δίωξης, όπως και άλλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στις γυναικείες φυλακές Αβέρωφ ήταν άλλο το κλίμα που επικρατούσε. Υπήρχαν κανόνες, υπήρχαν ωράρια, ένας καθημερινός ρυθμός. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, μετά τον απόλυτο τρόμο της Ασφάλειας, μπορέσαμε, όσο και να φαίνεται παράδοξο, να αισθανθούμε υπαρξιακή ελευθερία και να βρούμε μια δημιουργικότητα, να οργανώσουμε τη καθημερινή μας ζωή, με ώρες όπου ζωγραφίζαμε, διαβάζαμε ποιήματα δυνατά, οργανώναμε θεατρικές παραστάσεις - μια αυτοσχέδια θεραπευτική κοινότητα θα την ονόμαζα σήμερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήμαστε κάπου 40-50 πολιτικές. Οι μισές περίπου νεαρής ηλικίας 18-30 χρόνων, ήρθαμε σ' επαφή με τις ποινικές, συνδεθήκαμε σε ορισμένες περιπτώσεις προσωπικά, οργανώσαμε κάποιες κοινές εκδηλώσεις με πόρνες, διαρρήκτριες, φόνισσες, νεαρές που παίρνανε ναρκωτικά, με ανθρώπους δηλαδή της πιάτσας, ζωντανούς, πλούσιους, πονεμένους, κατακερματισμένους, που τη φωνή τους την ξανακούσαμε και μετά στο έξοχο περιοδικό «Της φυλακής» που έβγαλε η Κατερίνα Ιατροπούλου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/span&gt;Εκεί, στη φυλακή [έγραψα την "Κατάσταση πολιορκίας"]. Ποιήματα έγραφα πάντοτε. Αλλά δεν δημοσίευα συχνά. Το έγραψα όντας ερωτευμένη, σαν ένα ερωτικό γράμμα. Έγραψα συνολικά πέντε ενότητες και τις διοχέτευσα έξω. Οι δύο χάθηκαν, οι άλλες τρεις είναι αυτές που μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης, στου οποίου τα χέρια έπεσαν τυχαία από κάποιο κοινό φίλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt; [....] Με τη μεταπολίτευση έλπισα για ένα διάστημα ότι θα γινόταν πραγματική αποχουντοποίηση, πήρα μάλιστα και προσωπικά μέρος σε δύο προγράμματα αποχουντοποίησης σε δημόσιους οργανισμούς. Τη μια φορά κινδύνεψα να πάω φυλακή για συκοφαντική δυσφήμιση (του χουντικού), και την άλλη με απέλυσαν κακήν κακώς, αφού είχαν ξαναρχίσει να με παρακολουθούν ανοιχτά. Εντέλει, καθώς περνούσαν τα χρόνια το πήρα απόφαση - σταδιακά, είναι η αλήθεια και με μεγάλη δυσκολία - ότι δεν μπορούσα να έχω πια πολιτική δραστηριότητα, είτε με τα προδικτατορικά, είτε με άλλα σχήματα που δεν με ικανοποιούσαν, και αφιερώθηκα έκτοτε στον πολιτικό - και πολιτιστικό - μικρόκοσμο της καθημερνής μου δουλειάς και ζωής.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;Ρένα Χατζηδάκη (1943 – 2003)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TDBXAnuc-EI/AAAAAAAAMKQ/LBCjYFhhVQA/s1600/RenaXatzidaki4.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5489983613940070466" style="WIDTH: 360px; CURSOR: hand; HEIGHT: 279px" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TDBXAnuc-EI/AAAAAAAAMKQ/LBCjYFhhVQA/s400/RenaXatzidaki4.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;font-size:85%;color:#999999;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Το &lt;strong&gt;κείμενο&lt;/strong&gt; είναι από συνέντευξη της Ρένας Χατζηδάκη στον &lt;strong&gt;Δημήτρη Γκιώνη&lt;/strong&gt;.&lt;br /&gt;Δόθηκε για την Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και δημοσιεύθηκε στις 21 Απρ. 1991.&lt;br /&gt;Αναδημοσιεύθηκε στην &lt;strong&gt;Οδό Πανός -&lt;/strong&gt; τ.128, Απρίλιος 2005&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3366ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; Οι &lt;strong&gt;φωτογραφίες&lt;/strong&gt; είναι από το ίδιο τεύχος της οδού Πανός.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Link:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://allilografia.blogspot.com/2010/07/blog-post_14.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;Επιστολή της Λιλής Ζωγράφου στην κόρη της, Ρένα Χατζηδάκη&lt;/u&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-806493527796961311?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/806493527796961311/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=806493527796961311' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/806493527796961311'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/806493527796961311'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/07/97.html' title='97 ~ Ρένα Χατζηδάκη: θυμάμαι μια γεμάτη ελπίδα εποχή'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCpz_OVNIiI/AAAAAAAAMIY/RSNXl1e4DlQ/s72-c/RenaXatzidaki-.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-7916764294902564893</id><published>2010-06-06T15:58:00.000+03:00</published><updated>2010-07-04T12:51:38.255+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>96 ~ Νικηφόρος Βρεττάκος: Στο χαρτί εμπιστευόμουν τα μυστικά μου</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCclMTCLTOI/AAAAAAAAMHI/hz53ckcu82E/s1600/NikiforosVrettakos1.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5487395564172299490" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 230px; CURSOR: hand; HEIGHT: 296px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCclMTCLTOI/AAAAAAAAMHI/hz53ckcu82E/s400/NikiforosVrettakos1.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt; 5.6.1962&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Τι είναι αυτός ο μακρύς μονόλογος, που νοιώθω μέσα μου σήμερα το πρωί και που φαντάζομαι πως θάπιανε πολλά φύλλα χαρτιού αν τον έγραφα; Αλήθεια, είναι στιγμές που νοιώθω μια περίεργη αγάπη για το άσπρο αυτό ριγωμένο χαρτί, που το χέρι μου ακουμπά πάνω του και η ψυχή μου υπαγορεύει. Σα να αποθέτω πάνω του ένα μέρος από τον εαυτό μου και προσέχω και αγαπώ το μέρος που τον αποθέτω, όπως αγαπάει κανείς ένα κομμάτι γης που το φυτεύει με δέντρα ή με λουλούδια. Αγαπώ αυτό το χαρτί σαν ένα κομμάτι γης και περισσότερο από ένα κομμάτι γης, γιατί γίνεται ένα με την ψυχή μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γι' αυτό κι' αγοράζω πολύ χαρτί μην τυχόν και μου λείψει σε καμμιά στιγμή κι' αρχίσει το χέρι μου και τρέμει και δεν ξέρω τι να τον κάνω τον εαυτό μου, όπως σήμερα που νοιώθω μέσα μου πολύ νερό, πολλές κουβέντες και το χαρτί μοιάζει με τη σκαμμένη πέτρα, μοιάζει με το λίκνο, μοιάζει με τη λήκυθο, μοιάζει με τη σπηλιά που καταφεύγει ένα άγριο ζώο για να γεννήσει, μοιάζει με το σπάργανο. Αυτή την αγάπη την ένοιωθα αλλά δεν την είχα σκεφτεί κι' ακόμη δεν είχα σκεφτεί πως αυτό το χαρτί στάθηκε η μεγάλη συντροφιά της ζωής μου. Αντικρυζόμουνα μαζί του, ιδίως το πρωί, αντικρυζόμουνα τη νύxτα, κάθε μέρα αντικρυζόμουνα και κανείς άλλος, ομολογώ, δεν με είδε να xαμογελώ ή να κλαίω κατά τη διάρκεια της συντροφιάς ή της συνεργασίας μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανατρέχω στο παρελθόν, ανατρέχω στα παιδικά μου χρόνια. Ήμουνα δώδεκα χρονών, καλοκαίρι, κατοικούσα σε μια μοναξιά. «Τι να σου φέρω γιε μου από το χωριό», μού 'λεγε η μητέρα μου. «Χαρτί». «Πάλι χαρτί;» Κι' έσκυβα πάνω του, όπως σκύβει κανείς πάνω σ' ένα αγαπημένο πρόσωπο. Ο αέρας κουνούσε τη φλόγα του λυχναριού, σκιές σάλευαν στο χαρτί και το αγαπούσα χωρίς να το 'χω σκεφτεί κι' έπρεπε να το αγαπώ και να το 'χω σκεφτεί, αφού σ' αυτό μόνον εμπιστευόμουν τα μυστικά μου, σ' αυτό, όχι στη μητέρα μου, όχι στ' αδέρφια μου, όχι σε κανέναν άλλο, όχι στους φίλους μου, που δεν ήταν τότε παρά λουλουδάκια, περαστικά σύννεφα, θάμνοι, μικροί σκαραβαίοι και πασχαλίτσες.&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#ccccff;"&gt;&lt;span style="font-size:180%;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;6-7-1962&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Όλες αυτές τις μέρες το χέρι μου, δεν έμεινε μακρυά από το χαρτί. Κάθε τόσο ακουμπούσε πάνω του, το θώπευε αναποφάσιστο. Κάτι έβρισκε να διορθώσει, να αλλάξει μια λέξη, να προσθέσει μια λέξη. Ωστόσο δεν άρχιζε κάτι άλλο. Κινιόταν όπως το εκκρεμές. Δεν σταμάτησε, δεν αποσύρθηκε, δεν του έλειψε η φωτιά. Καμμιά φορά η σιωπή, το xαμόγελο, υποτάσσουν το xέρι, το πείθουν να συμμετάσχει κι' αυτό στις σιωπηλές ζυμώσεις της προπαρασκευής. Μιας προπαρασκευής που και τότε, κατά τη διάρκειά της, δεν σταματάει τίποτα. Το καμίνι εξακολουθεί να καίει, το αίμα διοχετεύεται κανονικά, το αίμα εξακολουθεί να καίγεται κανονικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μικρή φλόγα, όπως συμβαίνει κάποτε με μερικές καμινάδες, σαλεύει στο χρόνο.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-size:180%;color:#ccccff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#9999ff;"&gt;8-10-1962&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Χτες βράδυ άκουγα χτύπους μέσα μου. Χτύπους ζωντανού πλάσματος. Είχα την εντύπωση πως κάτι ήταν κοντά σε μια πόρτα, έτοιμο να βγει και την εντύπωση πως εγώ ο ίδιος ήμουν μπροστά σε μια πόρτα που θα άνοιγε. Η λέξη φως επανέρxονταν στο μυαλό μου, ή καλλίτερα το φως επανέρxονταν μέσα μου σαν αίσθηση που αναγκαστικά έπειτα γίνονταν λέξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φως: η κορυφαία του χορού των λέξεων της ψυχής μου, που ζητούσε να συνδεθεί με τις άλλες λέξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθισα αρκετή ώρα στο πάρκο, μόνος, χωρίς να νοιώθω την ψύχρα, προσηλωμένος σ' αυτό που γίνονταν μέσα μου. Οι φυλλωσιές των δέντρων κρέμονταν πάνω μου, η νύχτα ήταν προχωρημένη. Σηκώθηκα όρθιος. Ένοιωθα ελαφρύς κι' ένοιωθα την ψυχή μου νάχει ανυψωθεί μέσα μου. Οι κινήσεις της μου θύμιζαν τις κινήσεις του ευλύγιστου γερακιοϋ πάνω από τον Ταΰγετο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια νύχτα ακόμη, μια μέρα ακόμη, θέλεις να σου εμπιστευτώ κάτι; Μου φαίνεται πως οι νύχτες μου και οι μέρες μου δεν κόβονται από το χρόνο μου.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;color:#9999ff;"&gt;&lt;em&gt;Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCcleMisqnI/AAAAAAAAMHY/NNpnTPwcyDg/s1600/NikiforosVrettakos2.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5487395871667300978" style="WIDTH: 400px; CURSOR: hand; HEIGHT: 285px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCcleMisqnI/AAAAAAAAMHY/NNpnTPwcyDg/s400/NikiforosVrettakos2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;από το βιβλίο του Νικηφόρου Βρεττάκου &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;"Ενώπιος ενωπίω"&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Τρία φύλλα, 1991&lt;em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: mani.org.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Περισσότερα:&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://www.mani.org.gr/poiisi/vretakos/vret/vrettakos.htm"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;ο Νικηφόρος Βρεττάκος&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;mani.org.gr&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- &lt;/span&gt;&lt;a href="http://allilografia.blogspot.com/2010/06/blog-post_13.html"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;u&gt;&lt;b&gt;ο Νικηφόρος Βρεττάκος&lt;/u&gt;, στο &lt;em&gt;Γράμμα σε χαρτί&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-7916764294902564893?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/7916764294902564893/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=7916764294902564893' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/7916764294902564893'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/7916764294902564893'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/06/96.html' title='96 ~ Νικηφόρος Βρεττάκος: Στο χαρτί εμπιστευόμουν τα μυστικά μου'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TCclMTCLTOI/AAAAAAAAMHI/hz53ckcu82E/s72-c/NikiforosVrettakos1.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-6163720711145893652</id><published>2010-05-19T22:37:00.000+03:00</published><updated>2010-07-04T12:47:03.479+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ ΕΛΛ.'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΛΟΓΟΤΕΧΝΕΣ'/><title type='text'>95 ~ Κική Δημουλά: Τα κόκκινα παπούτσια</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TBedBRaUowI/AAAAAAAAMGY/qGQtav8LR9A/s1600/Dimoula5.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5483023716526105346" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 289px; CURSOR: hand; HEIGHT: 400px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TBedBRaUowI/AAAAAAAAMGY/qGQtav8LR9A/s400/Dimoula5.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;Έχουμε πάνω από μία ώρα που δοκιμάζουμε παπούτσια. Άσπρα. Αστραφτερά, χαρωπά, ανθισμένα παπούτσια. Πασχαλιάτικα. Παιδικά. Τέσσερα πόδια γεύονται κατά κόρον το "καινούργιο" και το "αλλιώτικο", δοκιμάζοντας και απορρίπτοντας ό,τι δεν τους αρέσει, με το αιτιολογικό, αυτό με στενεύει... αυτό μου είναι μεγάλο... αυτό μου είναι μεγάλο και με στενεύει. Εγώ και ο υπάλληλος έχουμε κυριολεκτικά γονατίσει μπροστά σ' αυτά τα πόδια, προσπαθώντας να εντοπίσουμε πού κείται το μεγάλο δάχτυλο, πού κείται το ψεύδος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι άξαφνα, μέσα από ένα κουτί, κάνει τη μοιραία εμφάνιση ένα ζευγάρι κόκκινα κοριτσίστικα παπαρουνένια παπούτσια, μ' ένα κόκκινο παιγνιδιάρικο κουμπάκι στο πλάι, αυτό που πιο πολύ έκαμε την καρδιά μου να σπαρταρήσει, να μικρύνει, να γίνει καρδιά παιδική, να ξανααισθανθεί. Ιπποτικά αμέσως φέρεται ο καιρός, παραμερίζει, για να 'ρθει μπροστά μία σκονισμένη ιστορία, παλιά, πάλι με παπούτσια, με τα πρώτα παπούτσια που μ' έκαμαν να κλάψω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάσχα και πάντως μια εποχή που όλα ονομάζονταν "δύσκολα". Τα πράγματα δύσκολα, οι μέρες δύσκολες, η ζωή δύσκολη. Και τότε ακριβώς ήταν που αξίωσα ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια.&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Θα την πάω στο Μοναστηράκι, στον πατριώτη μου το μαστρο-Κούλη... Θα μας φτιάξει κάτι που να 'ναι γερό και συφερτικό&lt;/em&gt;, ενέδωσε με τα πολλά ο πατέρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα κόντευε Μεγάλη Βδομάδα που με πήρε ένα απομεσήμερο να πάμε στο μαστρο-Κούλη. Οι νοικοκυρές ανέμιζαν στα παράθυρα, έπλεναν τζάμια. Καθώς τα 'τριβαν με κομμάτια εφημερίδας, εκείνα έτριζαν, κι άστραφταν σα στα παράθυρα να κρέμονταν κλουβιά με τιτιβίζοντα χελιδόνια, και ήλιοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απερίγραπτο ήταν το πόσο σφιχτά με κρατούσε από το χέρι ο πατέρας μου στις λιγοστές εξόδους μας, στους λιγοστούς περιπάτους μας. Σα να του 'χα ξεφύγει και να 'τρεχε χρόνια να με πιάσει. Και σα να με είχε πιάσει μόλις εκείνη τη στιγμή. Όμως, αυτή τη φορά, ήταν τόσο ευχάριστο αυτό το σφίξιμο. Σαν το εύθυμο εκείνο σφίξιμο που σου κάνουν τα καινούργια παπούτσια την πρώτη μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν με ρωτούσε κανείς πώς πήγαμε στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη, από πού περάσαμε, εγώ θα του 'λεγα, περάσαμε... περάσαμε... από κάτι κόκκινα παπούτσια, ύστερα πήραμε ένα μακρύ δρόμο κόκκινα παπούτσια, στρίψαμε μετά από κάτι άλλα κόκκινα παπούτσια, και φτάσαμε! Μα σα βρέθηκα στο μαγαζί του μαστρο-Κούλη ξέβαψε όλο το κόκκινο χρώμα κι όλη η χαρά από το όραμά μου. Από την πόρτα με πήρε μια χοντρή βαριά μυρουδιά πετσιού και προβιάς, έπεσε μέσα της η αναπνοή μου και πνίγηκε. Χάμω, σκουπίδια, σπάγγοι, καρφάκια, ένας λόφος με λογιώ λογιώ κατσούφικα κοψίδια δέρματα. Μια χοντρή βελόνα, σα μεγάλο καρφί, ανεβοκατέβαινε βαριεστημένη και στριγγλή και γάζωνε ένα εφιαλτικό παπούτσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα δήμιος εμφανίστηκε ο μαστρο-Κούλης, αναμερίζοντας μιαν αυλαία από κρεμάθες χοντροπάπουτσα, αντρικά τα πιο πολλά, τα κορδόνια τους τρεμούλιασαν σα νευρικά μουστάκια, και κάτω από τη χοντρή λαστιχένια τους σόλα σπαρτάραγε το κακόμοιρο το όνειρο μου. Κι αφού είπανε, χρόνια και ζαμάνια, ψυχρά κι ανάποδα, και αφού τώωωρα η Αργυρούλα, μπήκε στο θέμα πια ό πατέρας μου:&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Και τώρα, μαστρο-Κούλη, ας πάμε στο προκείμενο!&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Με τούτο το "προκείμενο" πήρα να ελπίζω. Φαντάστηκα πώς το "προκείμενο" μπορεί να 'ταν ένας άλλος δρόμος, ένα άλλο μαγαζί, το «καλό» μαγαζί του μαστρο-Κούλη.&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Από δω η κόρη&lt;/em&gt;, συνέχισε ο πατέρας μου, &lt;em&gt;ό,τι θυμάται χαίρεται! Της θυμήθηκαν κόκκινα παπούτσια. Έχεις να μας δώσεις τίποτα κατάλληλο;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και πριν προφτάσω ν' ακούσω την απάντηση, η πατούσα μου βρέθηκε καθηλωμένη πάνω σ' ένα βρομόχαρτο, κι από πάνω της ολόκληρος ο μαστρο-Κούλης, όλα τα χοντροπάπουτσα, να τη ζουλάνε μη και ξεφύγει. Πιο απειλητικό, το βάρος της λέξης "μπόλικα! μπόλικα", που σφυροκοπούσε ο πατέρας μου. Ένα κουτσομόλυβο σύρθηκε σαν κατσαρίδα γύρω γύρω της ενώ ο πατριώτης έλεγε:&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;θα γίνουν αθάνατα!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανησύχησα.&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Δε θέλω αθάνατα, κόκκινα θέλω,&lt;/em&gt; ψέλλισα.&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Θέλε!&lt;/em&gt; αγρίεψε ό μαστρο-Κούλης, κάτι συνεννοήθηκε ιδιαιτέρως με τον πατέρα μου, και φύγαμε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ίσως σου κακοφανεί, μαστρο-Κούλη, αν τύχει και διαβάσεις αυτή την ιστορία, αλλά κι εγώ τι σου χρώσταγα να περάσω μια τόσο μαύρη Λαμπρή; Τι παπούτσια ήταν εκείνα που μου 'φτιαξες; Κόκκινα δε σου είπα πως θέλω; Γιατί σώνει και καλά μουσταρδιά; Και γιατί τόσο χοντρό λάστιχο, βρε μαστρο-Κούλη; Τάνκς ήμουνα; Κι όλα αυτά καλά. Αμ' εκείνο το κόκκινο κουμπί, στο Θεό σου, τι το ήθελες και το έμπηξες; Από πού ως πού κόκκινο κουμπί; Α, προτιμούσα να με γελάσεις παρά να με ξεγελάσεις. Έσκασα στο κλάμα.&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Βρε αχάριστο,&lt;/em&gt; φώναζε η μάνα μου, &lt;em&gt;κι αν δεν είναι κόκκινο, είναι προς το κόκκινο... Τι παραπάνω θες; Δεν έχει κόκκινα κουμπιά; Άρα κόκκινα είναι.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναγκάστηκα να πειστώ. Και τι το περίεργο; Μήπως τώρα που λέμε «αναπνέουμε, άρα ελπίζουμε», το ίδιο δεν είναι; Κι ανήμερα το Πάσχα, στη λειτουργία της Αγάπης, με κρατάει πάλι ο πατέρας μου από το χέρι, κατηφορίζουμε για την εκκλησία. Εγώ με τα κόκκινα κουμπιά μου, αυτός με την κατάνυξη του, Χριστός Ανέστη σιγοψέλνει. Μπορώ να θυμηθώ και το παραμικρό της σκηνής εκείνης, ακόμα και τις στάλες από τα κεριά της Αναστάσεως στα πεζοδρόμια και στα μαρμάρινα σκαλιά, την αυστηρή παλάμη του πατέρα μου που με ζούλαγε ολόκληρη μέσα της, το πρόσεχε μην πέσεις, το δεν καταλαβαίνω γιατί εννοείς να ξεκινάς πάντα με το αριστερό, διόρθωσε το βήμα σου, άλλαξε το βήμα σου. Τα θυμάμαι όλα, και τους μικρούς μου πήδους κάθε τόσο για να βγει το δεξί μπροστά και να πάει το αριστερό πίσω, όλα, ακόμα και το πόσο μου μύρισαν οι πασχαλιές που αγόραζε μια γυναίκα σκυμμένη στο παράθυρο από έναν πλανόδιο ανθοπώλη.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;— Άλλαξε το βήμα σου, ξανάπε ο πατέρας μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εκείνη τη φορά έγινε το κακό. Πάνω στο πήδημα μπερδεύτηχαν τα πόδια μου, κι είδα το ένα κουμπί να διαγράφει μια κόκκινη τροχιά και να εξαφανίζεται. Τι κλάμα και τι ψάξιμο ήταν εκείνο; &lt;em&gt;Δάκτυλος του Σατανά, δάκτυλος του Σατανά&lt;/em&gt;! έτριζε τα δόντια του ο πατέρας μου, καθώς έψαχνε χωρίς αποτέλεσμα, καθώς με άκουγε να κλαίω «ασεβώς». Δεν είμαστε πια για εκκλησία, «&lt;em&gt;χρειάζεται καρδίαν καθαράν&lt;/em&gt;», και πήραμε πάλι τον ανήφορο. Μπρος εκείνος, με τα χέρια διπλωμένα πίσω στη μέση, να λέει, &lt;em&gt;με κόλασες! με κόλασες!,&lt;/em&gt; πίσω εγώ, σα μονοσάνταλη, να κλαίω, να κλαίω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μάνα μου, άμα άκουσε τι συνέβη, είπε μόνο:&lt;br /&gt;&lt;em&gt;— Τι λες... Κάτι τρέχει στα γύφτικα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μα καθώς με είδε να πετάω τα παπούτσια και να την ακολουθώ ξυπόλυτη και κλαίγοντας, τα έβαλε με τον πατέρα μου:&lt;br /&gt;— &lt;em&gt;Και συ ευλογημένε, πώς στην ευχή έψαξες; Με τα δικά μου τα μάτια; Ολόκληρο κουμπί!&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αλλά εκείνος είχε κιόλας ριχτεί με όλο του το είναι στην κάθαρση. Είχε πάρει μια Σύνοψη κι έψελνε, μουρμουριστά, μασουλιστά, με λοξό κάπως το κεφάλι και το χέρι κοντά στο στόμα, κάπως σα να εξιστορούσε με συντριβή στο αυτί του Κυρίου το πώς τον «κόλασα».&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Θέλω το ολόκληρο κουμπί μου&lt;/em&gt;, έλεγα τώρα εγώ μέσα στους οδυρμούς μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- &lt;em&gt;Τι λες εκεί... Κάτι τρέχει στα γύφτικα,&lt;/em&gt; επανέλαβε η μάνα μου φουρκισμένη.&lt;br /&gt;Και φορώντας μου τα παπούτσια με το ζόρι, με έσπρωξε βίαια στήν ξώπορτα, να πάω να παίξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λίγα βήματα πιο πέρα στεκότανε η φιλενάδα μου η Πόπη. Με κοίταζε. Εγώ κόλλησα στον τοίχο, σήκωσα το 'να μου πόδι, και το 'κρυψα πίσω από το άλλο. Και στεκόμουνα έτσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τώρα, γονατισμένη ακόμα, λες και προσκυνούσα, αναπολώντας την τούτην την ανάμνηση, προσπαθώ να καταφέρω τη μικρή ν' αγοράσει αυτά τα παπούτσια. Τα κόκκινα.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;- Σου είπα, θέλω γόβα άσπρη!&lt;br /&gt;- Μα τα κόκκινα είναι πιο πρακτικά.&lt;br /&gt;- Δεν τα θέλω για πρακτικά, τα θέλω για ευχαριστήσιμα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και αποφασίζω. Και τα άσπρα και τα κόκκινα. Προηγουμένως τα εξετάζω προσεχτικά, δοκιμάζω να ιδώ, είναι καλά στερεωμένο το κουμπάκι τους, μην την ξαναπάθω. &lt;em&gt;«Αθάνατα»,&lt;/em&gt; βεβαιώνει ο υπάλληλος. Και φεύγω, έχοντας επιτέλους αποκτήσει ένα πραγματικό κόκκινο ζευγάρι παπούτσια, πασχαλιάτικο δώρο στα περασμένα μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σ' αυτό τον κεντρικό δρόμο, που φράζεις τη μύτη και το στόμα σου να μη σε πνίξουν τα καυσαέρια, είναι τρέλα να ισχυριστείς ότι μυρίζουν πασχαλιές. Και όμως, εμένα μου μύρισαν.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;&lt;span style="font-family:georgia;font-size:130%;"&gt;Κική Δημουλά (1931)&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TBebqvjS0MI/AAAAAAAAMGQ/KLk1U5Nkw1g/s1600/Dimoula6.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5483022229968179394" style="WIDTH: 199px; CURSOR: hand; HEIGHT: 260px" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TBebqvjS0MI/AAAAAAAAMGQ/KLk1U5Nkw1g/s400/Dimoula6.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;από το βιβλίο της Κικής Δημουλά &lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;"Εκτός σχεδίου"&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;εκδ. Ίκαρος, 2004&lt;em&gt;&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt; &lt;/strong&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Φωτογραφίες&lt;/strong&gt;: artissimo.gr, stoabibliou.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.os3.gr/arhive_afieromata/gr_afieromata_kiki_dimoyla.html"&gt;&lt;b&gt;&lt;u&gt;Αφιέρωμα του "Ως3" στην Κική Δημουλά,&lt;br /&gt;μετά βιογραφικού σε πρώτο πρόσωπο&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt; &lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/3067707983090892674-6163720711145893652?l=k-m-autobiographies.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/feeds/6163720711145893652/comments/default' title='Σχόλια ανάρτησης'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=3067707983090892674&amp;postID=6163720711145893652' title='0 σχόλια'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6163720711145893652'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/3067707983090892674/posts/default/6163720711145893652'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://k-m-autobiographies.blogspot.com/2010/05/95.html' title='95 ~ Κική Δημουλά: Τα κόκκινα παπούτσια'/><author><name>Κατερίνα σ-Μ.</name><uri>http://www.blogger.com/profile/03242508418340000410</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='32' height='32' src='http://img443.imageshack.us/img443/5334/paug2006kw0.jpg'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/TBedBRaUowI/AAAAAAAAMGY/qGQtav8LR9A/s72-c/Dimoula5.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-3067707983090892674.post-948369497262113448</id><published>2010-05-01T17:55:00.000+03:00</published><updated>2010-07-04T12:45:50.657+03:00</updated><category scheme='http://www.blogger.com/atom/ns#' term='ΕΛΛΗΝΕΣ'/><title type='text'>94: Χάρις Αλεξίου: τώρα τον δρόμο μου τον βρήκα</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/S_W60ZD8BWI/AAAAAAAAMEQ/PjVrG2ONMrM/s1600/alexiou2.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5473486331382072674" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 354px; CURSOR: hand; HEIGHT: 343px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/S_W60ZD8BWI/AAAAAAAAMEQ/PjVrG2ONMrM/s400/alexiou2.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;strong&gt; Η μπαλάντα της Ιφιγένειας&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με πήρες κάποτε απ' το χέρι και δε σε ρώτησα που πάμε&lt;br /&gt;Σου 'πα "με σένα δε φοβάμαι", μάνα καλή, μάνα μου έρμη.&lt;br /&gt;Εσύ τον άντρα σου είχες χάσει, κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου&lt;br /&gt;και τότε μάνα, καλέ μάνα, τότε σε βάφτισα αρχηγό μου.&lt;br /&gt;Κλείδωσες δυο φορές το σπίτι, μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη.&lt;br /&gt;Σαν τα κοράκια πέσαν όλοι, έτσι όπως σ' είδαν φοβισμένη&lt;br /&gt;Κι ακόνιζα, παιδάκι πράμα, τα νύχια μου και το μυαλό μου&lt;br /&gt;με μια τρεμούλα, μ' ένα φόβο, μη γκρεμιστεί ο αρχηγός μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια όπως το χρώμα στη βατίστα&lt;br /&gt;στην οικοκυρική μοδίστρα, κι ο αδερφός μου στα καράβια.&lt;br /&gt;Η Ελλάδα πήγαινε κι ερχόταν κι έγινε ο τρόμος καθεστώς σου,&lt;br /&gt;φοβήθηκα μη σε τσακίσουν και τότε έγινα αρχηγός σου.&lt;br /&gt;Και πάνω που άρχιζα να ορίζω, ήρθε η αγάπη να με ορίσει&lt;br /&gt;και μπλέχτηκα στ' αλισβερίσι - οι αγάπες μ' έβαλαν στη μέση.&lt;br /&gt;Κι εσύ νοιαζόσουν μη πονέσω, μ' αυτές δε βλέπαν τον καημό σου&lt;br /&gt;κι όλες στο μάτι είχαν βάλει να ρίξουνε τον αρχηγό σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όταν με πήρε το τραγούδι ήμουν το στόμα των απόρων,&lt;br /&gt;έγινα στόχος των εμπόρων και θύμα της πολυγνωσίας.&lt;br /&gt;Πήγαν να τρίξουν τα θεμέλια - δεν ήταν τ' αύριο πια δικό μου -&lt;br /&gt;τότε ξανάπλωσες το χέρι και σε ξανάκανα αρχηγό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα χαμένη εγώ στους ήχους, και λυτρωμένη εσύ χορεύεις -&lt;br /&gt;η μόνη εσύ που με πιστεύεις σαν σου μιλάω μεσ' στα τραγούδια&lt;br /&gt;Τώρα αγαπώ μα δεν ορίζω, τώρα δεν ψάχνω να 'βρω δίκια -&lt;br /&gt;τώρα το δρόμο μου τον βρήκα, γκρεμίστηκαν τ' αρχηγιλίκια.&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:georgia;"&gt;&lt;span style="font-size:130%;"&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="color:#6666cc;"&gt;Χάρις Αλεξίου (1950)&lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/S_W7VkrbaRI/AAAAAAAAMEY/9Y_0T6vwtvc/s1600/alexiou5.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5473486901436180754" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; WIDTH: 277px; CURSOR: hand; HEIGHT: 400px; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://1.bp.blogspot.com/_RMVezBUByRM/S_W7VkrbaRI/AAAAAAAAMEY/9Y_0T6vwtvc/s400/alexiou5.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;div align="right"&gt;&lt;span style="font-family:verdana;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;&lt;span style="color:#3333ff;"&gt;*&lt;/span&gt;&lt;/strong&gt; &lt;/span&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;Το&lt;strong&gt; αυτοβιογραφικό τραγούδι &lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=1GJdYvqf0No&amp;amp;feature=youtube_gdata"&gt;&lt;b&gt;&lt;u&gt;H μπαλάντα της Ιφιγένειας&lt;/u&gt;&lt;/b&gt;&lt;/a&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;είναι από το άλμπουμ &lt;strong&gt;Εμφύλιος έρωτας&lt;/strong&gt; (1984)&lt;br /&gt;&lt;span style="color:#999999;"&gt;&lt;span style="font-size:85%;"&gt;&lt;strong&gt;Φωτογραφίες: &lt;/strong&gt;&lt;a href="http://www.youtube.com/watch?v=s_MQXgxJ7VE&amp;amp;feature=related"&gt;&lt;u&gt;YouTube (Kalavrytinos)&lt;/u&gt;&lt;/a&gt;, clubs.pathfinder.gr&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;/div&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-
