10 Οκτ 2008

59 ~ Jean Jacques Rousseau: Σαν να είμαι εγώ

Κάποια μέρα, καθόμουν μόνος μου στο δωμάτιο που ήταν δίπλα στην κουζίνα και διάβαζα τα μαθήματά μου. Η υπηρέτρια είχε βάλει πάνω στην πλάκα τις χτένες της δεσποινίδος Λαμπερσιέ για να στεγνώσουν. Όταν ήρθε να τις πάρει, βρήκε μία με τα μισά της δόντια σπασμένα. Ποιος έφταιγε για τη ζημιά; Κανένας άλλος δεν είχε μπει στο δωμάτιο. Με ρωτάνε' τους λέω πως εγώ δεν την άγγιξα καν. Ο κύριος και η δεσποινίς Λαμπερσιέ αρχίζουν εν χορώ να με νουθετούν, να με πιέζουν, να με απειλούν' εγώ επιμένω πεισματικά στην αθωότητά μου. Οι ενδείξεις όμως εναντίον μου ήταν πολύ ισχυρές, και θεωρήθηκαν πειστικότερες από τις διαμαρτυρίες μου, παρόλο που δεν με είχαν ξαναδεί να λέω ψέματα με τόσο θράσος. Πήραν το θέμα πολύ σοβαρά' όφειλαν να το πάρουν. Η κακή πράξη, το ψέμα, το πείσμα θεωρήθηκαν όλα κολάσιμα. Αλλά η εκτέλεση της τιμωρίας δεν ανατέθηκε στη δεσποινίδα Λαμπερσιέ. Έγραψαν στον θείο Μπερνάρ, ο οποίος και ήρθε. Τον ξάδερφό μου τον βάραινε κι αυτόν κάποιο παράπτωμα εξίσου σοβαρό. Μας συμπεριέλαβαν στην ίδια τιμωρία. Ήταν φριχτή. Αν είχαν θελήσει να ανακόψουν μια για πάντα τις διεστραμμένες ορέξεις μου αναζητώντας το φάρμακο στην ίδια την ασθένεια, δεν θα είχαν βρει καλύτερη θεραπεία. Τις ξέχασα για πολύ καιρό. Δεν κατάφεραν να μου αποσπάσουν την ομολογία που ήθελαν. Όσες φορές κι αν με περιέλαβαν, σε όσο εφιαλτική κατάσταση κι αν με έφεραν, στάθηκα ακλόνητος. Καλύτερα να πέθαινα. Ήμουν αποφασισμένος γι' αυτό. Η βία δεν μπόρεσε να υποτάξει το σατανικό παιδικό μου πείσμα — γιατί έτσι αποκαλούσαν τη γενναιότητά μου. Τελικά, βγήκα από τη σκληρή αυτή δοκιμασία κατατσακισμένος αλλά θριαμβευτής.

Έχουν περάσει σχεδόν πενήντα χρόνια από τότε, και δεν υπάρχει φόβος να τιμωρηθώ ξανά γι' αυτό. Ε, λοιπόν, δηλώνω απερίφραστα, και μάρτυς μου ο Θεός, πως ήμουν αθώος, πως ποτέ δεν έσπασα, ποτέ δεν άγγιξα εκείνη τη χτένα, και πως ποτέ δεν μου πέρασε απ' το νου να κάνω κάτι τέτοιο. Μη με ρωτήσετε πώς έγινε η ζημιά. Δεν ξέρω και δεν καταλαβαίνω. Το μόνο που ξέρω στα σίγουρα είναι ότι εγώ ήμουν αθώος.

Φανταστείτε ένα παιδί συνεσταλμένο και υπάκουο στην καθημερινή ζωή, αλλά παράφορο, ανήμερο, χαλύβδινο στα πάθη, ένα παιδί που πάντα ακολουθούσε τη φωνή της λογικής, που όλοι του φέρονταν καλόκαρδα, δίκαια, στοργικά, που δεν ήξερε καν την έννοια της αδικίας, να υφίσταται για πρώτη φορά μια αδικία τόσο κατάφωρη, και μάλιστα από τους ανθρώπους που αγαπάει και εκτιμάει πιο πολύ. Φανταστείτε τη βίαιη ανατροπή των εννοιών! Τη σύγχυση στα αισθήματά του! Τον σάλο στην ψυχή του, στο μυαλό του, σε όλη εκείνη τη μικρή πνευματική και ηθική υπόσταση! Και λέω να τα φανταστείτε όλα αυτά, αν είναι δυνατόν, γιατί εγώ δεν νομίζω πως είμαι σε θέση να ξεδιαλύνω ή να βρω το παραμικρότερο νήμα στο τι συνέβαινε μέσα μου τότε.

Δεν είχα αρκετό μυαλό εκείνο τον καιρό για να καταλάβω πόσο καταδικαστικά ήταν για μένα τα φαινόμενα, ή για να έρθω στη θέση των άλλων. Έμενα στη δική μου, και το μόνο που καταλάβαινα ήταν η αγριότητα μιας φριχτής τιμωρίας για ένα κακό που δεν είχα κάνει. Τον σωματικό πόνο, όσο δυνατός κι αν ήταν, ούτε που τον ένιωθα' εκείνο που αισθανόμουν ήταν η αγανάκτηση, η οργή, η απελπισία. Ο ξάδερφός μου, κατηγορούμενος κι αυτός για μια παρόμοια υπόθεση, και έχοντας τιμωρηθεί για κάτι που είχε κάνει κατά λάθος σαν να ήταν εσκεμμένο, εξαγριώθηκε κι αυτός μαζί μ' εμένα και κατά κάποιον τρόπο συντόνισε το μένος του με το δικό μου. Πλαγιασμένοι μαζί στο ίδιο κρεβάτι, αγκαλιαζόμαστε με μια έξαλλη μανία, σφιγγόμαστε σπασμωδικά μέχρι που σκάγαμε, και όταν οι μικρές καρδιές μας ξαλάφρωναν λιγάκι και μπορούσαν να ξεσπάσουν, σηκωνόμαστε καθιστοί και φωνάζαμε εκατό φορές με όλη μας τη δύναμη: Carnifex! Carnifex!Carnifex!

Ακόμα και τώρα που γράφω γι' αυτό, μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Αυτές τις στιγμές δεν πρόκειται να τις ξεχάσω ποτέ, έστω κι αν ζήσω εκατό χιλιάδες χρόνια. Η πρώτη αυτή αίσθηση της βίας και της αδικίας χαράχτηκε τόσο βαθιά στην ψυχή μου, που οτιδήποτε σχετίζεται μαζί της μου ξαναφέρνει την πρώτη μου οργή. Κι αυτό το αίσθημα, όσο προσωπικό κι αν ήταν στην αρχή, έγινε τόσο αυθυπόστατο και αποσπάστηκε τόσο πολύ από κάθε ιδιοτέλεια, ώστε στη θέα ή στο άκουσμα της όποιας αδικίας, οποιοδήποτε κι αν είναι το θύμα της και οπουδήποτε κι αν συντελείται, γίνομαι πάντα πυρ και μανία, σαν να είμαι εγώ αυτός που την υφίσταται.
Zαν Ζακ Ρουσσώ (1712–1778)


* Το κείμενο είναι από το βιβλίο Οι Eξομολογήσεις
του Ζαν Ζακ Ρουσσώ
(2 τόμοι)
σε μετάφραση Αλεξάνδρας Παπαθανασοπούλου
εκδ. Ιδεόγραμμα, Ιαν.1997
* το πορτραίτο είναι από το site: ebooks.adelaide.edu.au

Ετικέτες ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα