15 Μαρ 2012

Διαμαρτυρία-απάντηση στα Μνημόνια, κατά την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
Με την Ποίηση ενάντια στην Κρίση
Προσυγκέντρωση
στις 12 το μεσημέρι μπροστά από το βιβλιοπωλείο Ιανός
Συν οδοιπορία προς το Σύνταγμα

ΔIA-ΜΑΡΤΥΡΙΑ
παγκόσμια ημέρα ποίησης
21 Μαρτίου 2012

όχι άλλη μια διαμαρτυρία,
αλλά
μια ΑΛΛΗ διαμαρτυρία

Επειδή μοιάζει ο χειμώνας να θέλει να εγκατασταθεί μόνιμα στις ζωές μας, αποτρέποντας τον ερχομό της άνοιξης.

Επειδή η απειλή μιας Έρημης Χώρας, γίνεται όλο και πιο πραγματική ως προοπτική μέλλοντος για τον τόπο μας.

Επειδή έχουμε κάθε λόγο να αμφιβάλλουμε αν η ποίηση μπορεί να γιορτάζει τη μέρα της, ακίνδυνα και αθώα, όταν γύρω μας καταρρέουν το δίκαιο, η πνευματική μας υπόσταση, η χώρα μας η ίδια. Θελήσαμε να συναντήσουμε εμείς την ποίηση και την άνοιξη, στους δρόμους της Αθήνας, να αναζητήσουμε στην αμηχανία, στον θυμό και στην απόγνωση που έχουν πια τα βλέμματα των συμπολιτών μας, την ελπίδα της Αντίστασης..

Ο Κύκλος Ποιητών, τα περιοδικά Poetix και Ποιητικά, οι εκδόσεις Μικρή Άρκτος και η αλυσίδα πολιτισμού IANOS καλούν ποιητές, συγγραφείς, ηθοποιούς, καλλιτέχνες, εκδότες αλλά και κάθε πολίτη σε συν οδοιπορία / δια-μαρτυρία, την Τετάρτη 21 Μαρτίου, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, με όπλο την Ποίηση ενάντια στην Κρίση.

Σας καλούμε όλες και όλους, σε μια ΑΛΛΗ διαμαρτυρία: στις 21 Μαρτίου συνθήματά μας ας γίνουν τα ποιήματα, αναφορά μας οι Ποιητές μας, πλακάτ μας οι στίχοι που μπορούν να γεννήσουν έναν άλλο στοχασμό, ένα άλλο μέλλον μέσα από το παρόν και το παρελθόν μας.

Μια διαδήλωση υπεράσπισης ενός Πολιτισμού που δεν κρίνεται από την Κρίση, που όταν μνημονεύεται απαντά, με το δικό του τρόπο, στα όποια Μνημόνια...

Εκδόσεις:
Αίσωπος
Αιώρα
Αλλότροπο
Απόπειρα
Αρμός
Αστάρτη
Βήτα
Γαβριηλίδη
Γκοβόστη
Gutenberg
Διάπλαση
Διάττων
Δίαυλος
Διήγηση
Δόμος
Δρόμων
Ελφίλ
Ενάλιος
Ερίννη
Εριφύλλη
Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος
Ζήτρος
Θεμέλιο
Ιδεόγραμμα
Ίδμων
Ίκαρος
Ιωλκός
Καρδαμίτσα
Καστανιώτη
Κέδρος
Κοάν
Μαΐστρος
Μεταίχμιο
Μπαρτζουλιάνος
Ν & Σ Μπατσιούλας
Νάρκισσος
Νεφέλη
Ολκός
Όπερα
Δ. Παπαδήμας
Παπαδόπουλος
Παπαζήσης
Παρουσία
Πατάκη
Περίπλους
Ι. Σιδέρης
Σμίλη
Σοκόλη
Ταξιδευτής
Τετράγωνο
Το Ροδακιό
Τυπωθήτω
Φιλιππότης
Χαραμάδα
Χρονικό
Ψυχογιός
Ωκεανός

Περιοδικά:
(δε)κατα
Εμβόλιμον
Κουκούτσι
Νέο Eπίπεδο
Πανδώρα
Πολίτες

Περιοδικά και εκδόσεις:
Μανδραγόρας
Οδός Πανός
Οροπέδιο
Πλανόδιον

Ελληνικό Ίδρυμα Ποίησης
Εταιρεία Συγγραφέων
κ.ά. - 21 Μαρτίου

14 Μαρ 2012

127 ~ Σιμόν ντε Μπωβουάρ: εξαιτίας αυτής της μοναξιάς...

* Γεννήθηκα στις 9 Ιανουαρίου 1908 σ' ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

*Πέρασα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Είχα τη μετάληψη μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.

Αν και η μητέρα μου με πήγαινε στη λειτουργία πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησία παρά μόνο για γάμους και κηδείες' χαμογελούσε όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

* Μέχρι τα 12-13 μου όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία. Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη' είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι... γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

Και τελικά σ' ένα σημαντικό θέμα πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου' όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε μ' έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία' μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα. Περνούσα τις διακοπές μου στη Λιμουζέν, σ' ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξεμένα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν' μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» — π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς — και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω. Μια ωραία ημέρα άρχισα να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ... Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μωπασάν, Μπουρζέ, Κλώντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

Δεν είχα καθόλου την εντύπωση ότι έκανα κάτι κακό, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει — με τον τρόπο μου — τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη — γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη — ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει. Ωστόσο ένα βράδυ στη Λιμουζέν έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ' αστέρια, άκουγα το κελάρισμα μιας κρήνης• το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική• ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ' ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ' εκείνον!

* Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δεν με κυρίευσε φόβος• είχα το παράδειγμα του πατέρα μου που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα σε κανένα- ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρε μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου• στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε• αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.
Simone de Beauvoir (1908-1986)




* τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενo
της Σιμόν ντε Μπωβουάρ "Πώς έγινα συγγραφέας"
είναι από την λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβρης '87
(αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία)
Μετάφραση: Κώστας Πολέτης

* φωτογραφίες: scoop.it, ecopolis.org, bookforum.com
biography.com, geocaching.com

30 Δεκ 2011

126 ~ Αργύρης Χιόνης: γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού

Το φίλο μου Χρίστο και την, εξίσου φίλη μου, σύζυγό του Τασία τους συνάντησα, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι τού 1991, όταν, καλεσμένος για το Συμπόσιο Ποίησης, βρέθηκα στην Πάτρα, μαζί με την σύντροφό μου Χρύσα Κοντοθεοδώρου.

Στην έξοδο τού κτηρίου, όπου έγιναν οι εισηγήσεις και οι αναγνώσεις, με πλησίασε ένας κύριος μετρίου αναστήματος, φρεσκοξυρισμένος, φρεσκοσιδερωμένος (η προσωποποίηση, μ' άλλα λόγια, της άκρας ευπρέπειας) που μου έδωσε το χέρι, λέγοντάς μου: «Είμαι ο Χρίστος Λάσκαρης». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη χειραψία' κόντεψε να μου λιώσει τα δάχτυλα. Το ίδιο θερμή, αλλά λιγότερο επικίνδυνη, ήταν και η χειραψία τής Τασίας, οι πρώτες κουβέντες τής οποίας ήταν: «Το βράδυ θα έρθετε, οπωσδήποτε, να φάμε μαζί στο σπίτι μας, στο Ρίο»... Αυτό το «οπωσδήποτε», που δεν έπαιρνε αντίρρηση, με τσάκισε. Είχαμε κατέβει στην Πάτρα με φίλους, με το ζεύγος Δημήτρη και Ελένης Χαρίτου (ο Δημήτρης, μάλιστα, με είχε μόλις παρουσιάσει) και το ζεύγος Νίκου και Ιωάννας Μοσχοβάκου, και ήταν αδύνατον να τους εγκαταλείψουμε. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα' θα έρθετε όλοι», μας αποστόμωσε η «φοβερή» Τασία και συμπλήρωσε: «Πάω τώρα να μαγειρέψω, θα είναι όλα έτοιμα στο πι και φι». Και ήταν, όντως, όλα έτοιμα στο πι και φι.

Έτσι άρχισε η φιλία μας, γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού. Και, όταν στηλώθηκε το κορμί (το γαϊδουράκι της ψυχής, όπως τ' ονόμαζε ο Καζαντζάκης), ήρθε η ώρα του θαύματος' ο Χρίστος άρχισε ν' απαγγέλει, από στήθους, και να σχολιάζει αναρίθμητα ελληνικά και ξένα (σε μετάφραση αυτά) ποιήματα, αναφωνώντας, κάθε φορά που κάποιο τον ενθουσίαζε: «Είδες πώς τα λέει ο μπαγάσας;!». Και ο «μπαγάσας» ήταν άλλοτε ο Σεφέρης, άλλοτε ο Έλλιοτ, άλλοτε ο Καβάφης ή ο Πάουντ ή ο Καρυωτάκης ή... ή... ή...

[....] Ακριβώς ένα χρόνο μετά από εκείνο το αλησμόνητο βράδυ, παραιτήθηκα από τη θέση μου στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαταστάθηκα στο σπίτι που είχα, στο μεταξύ, οικοδομήσει στο Θροφαρί Κορινθίας, επί εδάφους Έλσας Λιαροπούλου, συζύγου, τότε, του εκλεκτού ποιητή, λογίου και εκδότη Γιάννη Πατίλη. Σημειωτέον ότι και η κυρία Λιαροπούλου, που ήταν ήδη, εκείνη την εποχή, εκλεκτή φιλόλογος, εξελίχθηκε, στη συνέχεια, σε εκλεκτή πεζογράφο.

Τι θέλω να πω μ' αυτό; Απλούστατα, ότι αυτό το έρμο κτήμα, αντί να περνά, φυσιολογικά, από αγρότη σε αγρότη, πέρασε από διανοούμενους σε «διανοούμενο», με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει, τώρα, ένα είδος επίγειου παραδείσου, δηλαδή ζούγκλα.
Aργύρης Χιόνης (1943-2011)



* το κείμενο είναι από το Οροπέδιο, τχ. 2
(Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού Νεμούτα Φολόης Ηλείας)
Χειμώνας 2006-2007

* φωτογραφίες: tovima.gr, flickr.com από kouk


Links:
- Aργύρης Χιόνης: Το ωραίο καλοκαίρι. Στο juke box, η ποίηση στο τραγούδι
- LIFO: 26.12.2011, εκτεταμένο αφιέρωμα
- Ναυτεμπορική: 27 Δεκεμβρίου 2011
- Το Βήμα: Το τελευταίο αντίο του Αργύρη Χιόνη
- wikipedia: Αργύρης Χιόνης

Ετικέτες ,

9 Δεκ 2011

125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ: είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

[O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.

Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.

Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»
«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.
«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»

Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»

Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»

Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες: Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...

Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»
«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.
«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.
«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»
«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»
«Όχι!»
«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»

Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.
«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.

Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.

Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.

Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.

Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.
«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.

Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.

Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.

Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»
«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.
«Και τι έργο είδαμε;»
«Τσάρλι Τσάπλιν.»
«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»
«Δεν έχω τίποτα.»
«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»
«Όχι.»

Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»
«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»
«Η αγαπημένη του Νταν.»
«Και ποιος είναι ο Ντάν;»
«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»
«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»

Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

Naguib Mahfouz (1911–2006)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενo είναι από το βιβλίο
του Ναγκίμπ Μαχφούζ Ο καθρέφτης μιας ζωής
(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εκδ. Ψυχογιός, 2001

* φωτογραφίες: midouza.net, faculty.uca.edu,
tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com

Ετικέτες , ,

21 Νοε 2011

124 ~ Γιάννης Τόλιας: ήταν ολάκερος ο κόσμος

- - - - - - - - Μόλις έπεφτε ο ήλιος
- - - - - - - - μια κόκκινη σκόνη σκαρφάλωνε κι έβαφε τα φύλλα της καρυδιάς
- - - - - - - - καθώς το κάρο του πατέρα άφηνε δυο λεπτές γραμμές
- - - - - - - - πάνω στο χώμα της αυλής
- - - - - - - - Τότε εμείς ακουμπούσαμε το ψωμί με το λάδι πάνω στο τραπέζι
- - - - - - - - και τρέχαμε γύρω του
- - - - - - - - Αυτός γελώντας άπλωνε τα χέρια του πάνω απ' τα κεφάλια μας
- - - - - - - - Oι παλάμες του γεμάτες αυλάκια από το μόχθο και το χρόνο
- - - - - - - - ήταν για μας ολάκερος ο κόσμος
- - - - - - - - Μέσα τους έβλεπες τους κάμπους με τα στάχυα
- - - - - - - - την ευλογία της άνοιξης
- - - - - - - - τη θλίψη του φθινοπώρου
- - - - - - - - Άκουγες το τραγούδι των σπαρτών
- - - - - - - - για το πρωινό αντάμωμα με τον ήλιο
- - - - - - - - Το γέλιο και το θρήνο του σπορέα
- - - - - - - - Τη σταγόνα της βροχής να σπαρταράει
- - - - - - - - πάνω στην πέτρα
- - - - - - - - Ο πατέρας λες και διάβαζε τα έκπληκτα μάτια μας
- - - - - - - - γελούσε πιο δυνατά
- - - - - - - - μας σήκωνε στην αγκαλιά του
- - - - - - - - κι ύστερα χανόταν στο βάθος του σπιτιού

- - - - - - - - Γυρίζοντας πίσω στο μισοτελειωμένο ψωμί
- - - - - - - - βλέπαμε λυπημένοι τη μέρα που ήρεμα ξεψύχαγε
- - - - - - - - Σίγουρο για τη δύναμη του
- - - - - - - - έπεφτε αβίαστα το σκοτάδι
- - - - - - - - κάνοντας τις σκιές να μεγαλώνουν
- - - - - - - - Τίποτα δεν του αντιστεκόταν
- - - - - - - - ακόμα και τα λουλούδια στη γλάστρα
- - - - - - - - έσκυβαν το κεφάλι νικημένα κι έκλειναν
- - - - - - - - Αργά το βράδυ πίσω από το παράθυρο
- - - - - - - - βλέπαμε έξω στην αυλή το κάρο
- - - - - - - - που φάνταζε σαν ένα παράξενο ακίνητο ζώο
- - - - - - - - Ακούγαμε το πάλεμα της γέρικης καρυδιάς
- - - - - - - - με τον άνεμο
- - - - - - - - Κλείναμε τα μάτια
- - - - - - - - Κρύβαμε πεφταστέρια κάτω από το μαξιλάρι
- - - - - - - - για όνειρα
- - - - - - - - και κοιμόμασταν.

- - - - - - - - Γιάννης Τόλιας (1956)



* Από το βιβλίο Γιάννης Τόλιας: Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι
[ποιήματα 1981-2011]
Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011
από την συλλογή: Μωβ Σημαία (1981 - εξαντλημένο βιβλίο)

Links:
- Γιάννης Τόλιας
- Εικονοποιήματα [Poems on pictures]
- Σχόλια επί σχολίων
- Μεταφράσεις
- ο Γιάννης Τόλιας στο γράμμα σε χαρτί

Ετικέτες , ,

3 Νοε 2011

123 ~ Γιάννης Ευσταθιάδης: τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι

Image and video hosting by TinyPic
Mέρες του '53 κάθε Κυριακή
ο πατέρας μου μ' έπαιρνε βόλτα
πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι μου
στην έρημη οδό Σταδίου

φυσούσε αεράκι τσουχτερό θυμάμαι
και δώσ' του τα δυο μου σημαιάκια
να κουνιούνται
και δώσ' του η μπαταρία
και τα φώτα να δουλεύουν

μεσημέρι για τα καλά επιστρέφαμε
μες στο παλτό μου εγώ κουκουλωμένος
το μπερεδάκι μου κατέβαινε ως τ' αφτιά
πάλι μας άνοιγαν το λουκέτο στη στοά
το αφήναμε στο υπόγειο
κι ύστερα σπίτι γρήγορα για φαγητό

μέρες του '53
και δεν ήξερα
δεν μπορούσα να νιώσω
πατρίδα μου
τον πόνο σου
τη δυστυχία και τη μοναξιά σου
την πίκρα των ανθρώπων σου
δεν πρόφταινα να διαβάσω
τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο
ποδηλατάκι

Γιάννης Ευσταθιάδης (1946)


* Από το βιβλίο Γιάννης Ευσταθιάδης, Ποιήματα 1975-1998
(συλλογή: Tα Ασπρόμαυρα, 1975)
Εκδόσεις: ύψιλον, 2004

* φωτογραφία: biblionet.gr


Ακόμα:
Γιάννης Ευσταθιάδης: [Λόγια περίεργα κοφτά μετρημένα],
στο γράμμα σε χαρτί


Ετικέτες , ,

16 Οκτ 2011

122 ~ Ναγκίσα Οσίμα: ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων

Εκείνη η Μέρα ήτανε μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού, όπου μια περίεργη σιωπή βασίλευε σ' ολόκληρη την Ιαπωνία. Ήμουν δεκατριώ χρονώ και πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Βρισκόμουνα στο σπίτι μου, στα προάστεια του Κυότο, κ' έπαιζα σκάκι μ' ένα φίλο. Το μεσημέρι σταματήσαμε το παιχνίδι κι ο φίλος μου πήγε να φάει σπίτι του, δυο τετράγωνα πιο κάτω απ' το δικό μου. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο να φας αλλού, έξω από το σπίτι σου, ή να καλέσεις κάποιον για γεύμα στο δικό σου. Σε λίγο ο φίλος μου γύρισε και ξαναπιάσαμε την παρτίδα που είχαμε αφήσει στη μέση. Το απόγεμα ο ήλιος συνέχιζε να καίει πυρωμένος σαν το πρωί, όμως τα γέρικα σπίτια του Κυότο διατηρούσαν μέσα την ισκιερή δροσιά τους. Εμείς ήμασταν σκυμένοι διαρκώς πάνω απ' τη σκακιέρα. Η σκακιέρα αυτή ήταν ένα ξύλινο κουτί που είχαμε γυαλίσει τη μια του πλευρά κι απάνω της είχαμε κολλήσει ένα φύλλο χαρτί που με το μολύβι το χωρίσαμε σε ασπρόμαυρα τετράγωνα.

Στη διάρκεια της παρτίδας του σκακιού, ο κόσμος άλλαξε. Συνέβη το Γεγονός. Μας είχαν διαβεβαιώσει πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί, κ΄εμείς τους είχαμε πιστέψει. Εκείνη την παρτίδα το σκάκι, την κέρδισα ή την έχασα; Ούτε που θυμάμαι. Όπως και νά 'χει το πράγμα, ακόμα κι αν την κέρδισα, τίποτα δεν αλλάζει. Η μητέρα μου άρχισε αμέσως να ετοιμάζεται για να πάει να βρει τη μικρή μου αδερφή, που την είχε στείλει στην εξοχή. Χρειάστηκε να ταξιδέψει μ' ένα τραίνο γεμάτο ως τα μπούνια, στριμωγμένη σα σαρδέλα σε κονσερβοκούτι, κρεμασμένη από μια πέτσινη χειρολαβή. Τη νύχτα την πέρασα μονάχος μου στο σπίτι. Άραγε, έφτιαξα τίποτα να φάω; Δε νομίζω. Μου φαίνεται πως δε βρήκα τίποτα φαγώσιμο στα ντουλάπια κ΄έμεινα ως το πρωί κουλουριασμένος στο κρεβάτι μου, ακίνητος και νηστικός.

Κάνοντας μια αναδρομή στα περασμένα, πιστεύω πως η νεότητά μου άρχισε Εκείνη τη Μέρα. Κι αν αυτό είναι αλήθεια, θα πρέπει να παραδεχτώ πως η νεότητα μου ξεκίνησε με πολύ παράξενο τρόπο: γεννήθηκε τη στιγμή που κατάλαβα ότι δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα, που να μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα πως ήταν αδύνατο να συμβεί.

Νόμιζα πως στην αυγή της νεότητάς του έπρεπε ο καθένας μας να είναι πιο πλούσιος σε ελπίδες. Πεθαίνοντας ο πατέρας μου, μου είχε αφήσει ένα σωρό βιβλία (όταν πέθαν' εκείνος, εγώ ήμουνα μόλις οχτώ χρονώ), κ' έτσι, σε μικρή ηλικία άρχισα να διαβάζω πολλά από τα κλασικά έργα της λογοτεχνίας. Είχα επιχειρήσει μάλιστα να διαβάσω και μερικές σελίδες από μια παμπάλαιη έκδοση του «Κεφαλαίου». Αν λοιπόν πιστέψουμε αυτά τα σοφά έργα, η νεότητα θεμελιώνεται πάνω στην ελπίδα και την αγνότητα. Η δικιά μου όμως ξεκίνησε απ' την αποτυχία. Ούτε ίχνος ελπίδας πουθενά.

Την επομένη, θυμήθηκα τα βιβλία μου και βάλθηκα να σκάβω το χώμα του κήπου μας. Αν και μικρός ο κήπος αυτός, ήταν στολισμένος με πέτρινους πυργίσκους και φυτεμένος όλος με γλυκοπατάτες. Σε μια γωνιά του άνοιξα λακο βαθύ κ' έθαψα ένα μεγάλο δοχείο που το γέμισα με βιβλία. Τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες μαζί με μερικά παλιά βιβλία τα 'στειλα εκεί που είχε καταφύγει η μικρή μου αδερφή. Όσα θεωρούσα πιο δικά μου και πιο πολύτιμα τα 'κρυψα μες στο δοχείο. Η κίνησή μου αυτή αποδείχτηκε απερίσκεπτη: καθώς το δοχείο ήταν διάβροχο, πολλά απ' τα βιβλία σάπισαν και καταστράφηκαν. Όταν ύστερ' από καιρό τα έβγαλα πάλι έξω, τα πτώματά τους ανέδιδαν μια βαριά και περίεργη μυρωδιά. Τα πέντε ή έξι επόμενα χρόνια, τα μόνα έντυπα που διάβαζα ήταν τα σχολικά εγχειρίδια και τα περιοδικά του μπέιζ-μπωλ. Δεν είχα λεφτά ν' αγοράζω βιβλια' το μόνο που έκανα, πότε-πότε, ήταν να κλέβω κανένα από τα βιλβιοπωλεία.

[....] Είπα πιο πάνω ότι από Εκείνη τη Μέρα έπαψα να διαβάζω βιβλία. Ασχολήθηκα με το μπέιζ-μπωλ, αλλά παρ' όλες μου τις προσπάθειες, έμεινα ο χειρότερος παίκτης της ερασιτεχνικής μας ομάδας. Το 'ριξα λοιπόν κι εγώ στο θέατρο' έγινα μέλος του θεατρικού ομίλου του σχολείου. Το παίξιμό μου ήταν φριχτό, όμως η ματαιοδοξία μου μ' έκανε να θεωρώ τον εαυτό μου ζεν-πρεμιέ. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, γράφτηκα στα νομικά, κι όχι στη φιλολογία. Πάσχισα — μάταια — ν' απομακρυνθώ από το φιλοσοφικό στοχασμό. Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να γίνω ένα σκέτο σώμα, μια σάρκινη ύπαρξη.

Με το που μπήκα στο πανεπιστήμιο, με κυρίευσε μια αδικαιολόγητη απελπισία. Είχα την εντύπωση πως η νεότητά μου είχε τελειώσει. Περίεργο. Σε μια ηλικία που, κανονικά, η νεότητα αρχίζει, εγώ ένιωθα πως η δικιά μου έπνεε τα λοίσθια. Τα μαθήματα δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον. Λεφτά δεν είχα. Και μολονότι διάλεξα τα νομικά, δε με θέρμαινε ο πόθος ν' ακολουθήσω καμιά σχετική σταδιοδρομία. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Μερικές φορές σκεφτόμουνα: «Ίσως να είμαι ιδιοφυΐα»' ωστόσο ήταν φανερό πως δεν ήμουν διάνοια. Για πέντε ολόκληρα χρόνια έζησα έτσι, κουρασμένος από τα πάντα. Μες στην τεράστια πανεπιστημιούπολη δεν ήξερα πού να πάω και πού να σταθώ, δεν είχα πού να στηριχτώ. Το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια τρελλή ταραχή, καθώς έβλεπα τη νιότη μου να σβήνει.

Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση, άρχισα ν' ασχολούμαι με το θεατρικό τμήμα του πανεπιστημίου• και από κεί, σιγά-σιγά, βρέθηκα μπλεγμένος για τα καλά στο φοιτητικό κίνημα της εποχής. Αγωνιζόμουνα μαζί με τους άλλους φοιτητές, και όταν αγωνίζεται κανείς, αναρωτιέται: Θα νικήσω; θα νικηθώ; Αργότερα, διάφορες ομάδες του κινήματος ξέφτισαν και σβήσαν. Ωστόσο, αν και νικημένοι, οι αρχηγοί αυτών των ομάδων υποστήριζαν πως είχανε νικήσει. Για ν΄αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους εφεύρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες, που δε μπορούσα να τις πιστέψω με τίποτα. Η ήττα είναι ήττα. Δεν υπάρχει λόγος να την αρνούμαστε. Όταν η σκέψη αυτή εδραιώθηκε στο μυαλό μου, ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων. Ή, για να μιλήσω με κάποια μεγαλαυχία, ένιωσα συνδεδεμένος με την ίδια την Ιστορία. Από κείνη τη στιγμή η απελπισία μου εξαφανίστηκε. Άφησα το πεπρωμένο μου στις ιδιοτροπίες της στιγμής. Δε φοβόμουν πια ούτε την ήττα, ούτε την αποτυχία, ούτε τη μοναξιά. Δεν επιδίωξα και δεν πήρα καμιά ηγετική θέση στη φοιτητική κοινωνία. Έλαβα μέρος στα κινήματα και στους αγώνες μόνο και μόνο γιατί το ήθελα.

Τότε ακριβώς έπεσα πάνω σ' ένα βιβλίο και σε μια φράση, που με σημάδεψαν. Το βιβλίο ήταν «Ο Μύθος του Σισύφου» του Καμύ. Η φράση ήταν του ποιητή Αχάσι, που είχε προσβληθεί από λέπρα: «Αν δε φλέγεσαι από μόνος σου, μην περιμένεις — όπως τα ψάρια που ζούνε στο βυθό — να υπάρξει φως από πουθενά». Η φράση αυτή, καθώς και η εικόνα του Σισύφου που σπρώχνει το βράχο ως την κορφή του βουνού και συνέχεια του ξανακυλάει, αντιστοιχούσαν απόλυτα στην εσωτερική μου κατάσταση εκείνης της εποχής.

Μολονότι οι φοιτητικοί αγώνες γνώριζαν αλλεπάλληλες ήττες και μολονότι στο θέατρο του πανεπιστημίου πήγαινα από αποτυχία σε αποτυχία, τα υπόλοιπα χρόνια των σπουδών μου πέρασαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Ακούγοντας το ανούσιο λογίδριο του Πρύτανη στην απονομή των πτυχίων αισθανόμουν σα να με είχαν πάρει στο κυνήγι με τις πέτρες. Από τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής, το μόνο που μου είχε μείνει ήταν η ζωηρή εικόνα της αποτυχίας.

Αυτή ήταν η μοναδική μου αποσκευή όταν πρωτομπήκα στο χώρο του κινηματογράφου. Εκεί, ξεκίνησε η δεύτερη νεότητά μου. Κι από κει αρχίζει μια μεγάλη, μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όπως είναι φυσικό, προχώρησα πάλι πηγαίνοντας από αποτυχία σε αποτυχία. Ωστόσο, είμαι μια χαρά• οι άνθρωποι που με γνωρίζουνε, το ξέρουνε αυτό πολύ καλά.
Nagisa Oshima (1932)




* Από την λέξη, τχ. 27, Σεπτέμβρης '83
* φωτογραφίες: davekehr.com, bookweb.kinokuniya.co.jp,
filmvideo.walkerart.org, movie-fan.jp,
masterlow.blog74.fc2.com, hanamiweb.com

Ετικέτες , ,

28 Σεπ 2011

121 ~ Τάκης Σινόπουλος: Η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου, μήτε και των γονιών μου μάνα

Τελικά με θρέψανε τρία ποτάμια. Ο Ερύμανθος (Ντουάνα), ο Λάδωνας, ο Αλφειός. Κάπου κοντά στ' Άσπρα Σπίτια και το Μπέλεσι τα ποτάμια σμίγουν, γίνονται Αλφειός που κυλάει έξω από τα Ολύμπια και παρακάτω χύνεται στη θάλασσα, κοντά στην Αγουλινίτσα - το χωριό που γεννήθηκα - το σπίτι που γεννήθηκα - η κυρία Ρούσα Βενέτα Σινοπούλου - ο καθηγητής κ. Γιώργης Σινόπουλος - τα κουνούπια της Αγουλινίτσας - το κρασί και το λάδι της Αγουλινίτσας - τα ψάρια και τα χέλια από τη λίμνη της Αγουλινίτσας - τώρα την ξέραναν, πάει κι αυτή.
==

Κατοικούσα τότε Αγίας Αναστασίας 7, Περισσός. Το σπίτι περίπου ισόγειο, γωνία. Επάγγελμα γιατρός. Οικονομική κατάσταση, μετριότατη. Απασχόληση: η ποίηση κι όλα τα σχετικά. Και είναι Αύγουστος. Μεσημέρι Αυγούστου. Τα ψιθυρίσματα δύο ανθρώπων έξω από το παράθυρο, ο αέρας του Αυγούστου σηκώνει χώματα και σκόνη, οι απέναντι λεύκες στο μικρό κήπο σαλεύουν άσκημα, το κρεβάτι κακοφτιαγμένο, η ντουλάπα απέναντι από το κρεβάτι, ο σκοτωμένος ύπνος. Η σκόνη μιας Τετάρτης μεσημέρι - απομεσήμερο καλοκαιριού, βουλιάζεις στη ζέστη, διαλύεσαι. Το καλοκαίρι ένας καθρέφτης του κενού.
==

Σάββατο όλη τη μέρα με ψιλή βροχή, νυχτερινή περιπλάνηση στους έρημους δρόμους. Καταβύθιση σε θολά συναισθήματα, μνημονικές αναδρομές ανεξέλεγκτες, στο απροσδιοόριστο άπειρο-μηδέν, ή στο για μένα δεν υπάρχει τόποτα. Σκέψη μιας γρήγορης αυτοκαταστροφής, που ξύνει το μυαλό και φεύγει. Αργότερα επιστροφή στο σπίτι, στην αδιατάραχτη ησυχία. Μονάχα ένα λάθος τηλεφώνημα και τίποτ' άλλο. Ύστερα το βιβλίο, Borges, Blanchot, καμιά παρηγοριά. Η σόμπα, η παγωνιά του Μάρτη μήνα. Η Κυριακή την άλλη μέρα γιομάτη πνιγμένες κραυγές, ωστόσο άγριες απ' το πρωί ως το βράδυ. Ακατάπαυστα.
==

Από αρκετόν καιρό έχω κουφαθεί (ή μισοκουφαθεί) από το δεξί μου αυτί. Το αριστερό, για την ώρα δουλεύει καλά. Στις παρέες, στις συζητήσεις, στη δουλειά μου δεν έχω καμιά δυσκολία. Όταν όμως κοιμάμαι δεν ακούω πολλές φορές μήτε το τηλέφωνο, μήτε το ξυπνητήρι. Στο διάστημα της ημέρας δεν ξεχωρίζω τα λόγια της Μαρίας, όταν μου μιλάει από το άλλο δωμάτιο. Ωστόσο μου φαίνεται πως τώρα ακούω καλύτερα από πριν τις λεγόμενες "εσωτερικές" φωνές. Φαίνεται πως στο κορμί μου ανοίγονται καινούργιες διαρκώς / στοές ακοής. Έτσι το λέει κάπου η Ελένη Βακαλό.
==

Βράδυ ώρα 8 συνάντηση με τον κ. Άγγελο Τερζάκη, διευθυντή του περιοδικού "Εποχές", στο γραφείο του, 3ος όροφος, αριστερά προτού φτάσεις στην πόρτα του "Ταχυδρόμου". Χτυπάω με γωνία το δάχτυλο. Εμπρός. Μπαίνω. Χειραψία. Καθίστε. Κάθομαι. Το θέμα είναι ν' αναλάβω την κριτική της ποίησης στο περιοδικό, εναλλάξ ή ταυτόχρονα με τον κ. Κώστα Στεργιόπουλο. Όλα αυτά μετά την παραίτηση του Αλεξ. Αργυρίου. Ο κ. Τερζάκης σοβαρός - όπως πάντα. Στο "σοβαρός" περιλαμβάνεται και το "αγέλαστος". Διευκρινίζει ορισμένες λεπτομέρειες. Φροντίστε, λέει, αυτό, τούτο, εκείνο. Κατά τα άλλα είστε απολύτως ελεύθερος να διατυπώνετε τη γνώμη σας. Υποχρέωση καμία, προκατάληψη καμία. Ο κ. Τερζάκης σηκώνεται. Ευθυτενής. Από σήμερα κ. Σινόπουλε σας θεωρούμε ταχτικό συνεργάτη των "Εποχών". Χειραψία.
Χαίρετε.
Χαίρετε.
==

Προχτές τη νύχτα, ώρα 10, ταξίδι στον Πύργο με το λεωφορείο, για να ψηφίσω. Το λεωφορείο γεμάτο, πήχτρα. Γέλια, καυγάδες, φασαρία, φωνές. Έφτασα στον Πύργο χαράματα. Περπάτησα στους έρημους δρόμους, στο Σταθμό, στο Επαρχείο, στην Παλιόβρυση, στην Αγορά, στη γειτονιά τους Άι-Θανάση, Χαλικιάτικα, Κοκκινόχωμα. Ακατοίκητα σπίτια, πολλοί που φύγανε, περίεργες καταστάσεις, ανακατέματα στο βυθό της μνήμης.

Όταν βγήκε ο ήλιος πήγα και ψήφισα. Ύστερα στο σπίτι, κοιμήθηκα 2-3 ώρες, πολύ κουρασμένος. Μεσημέρι φαγητό στον Αγιαντρέα κι η θάλασσα ήσυχη να λάμπει στον ήλιο, απόγευμα ώρα 5 έφυγα. Έφτασα στην Αθήνα περίπου μεσάνυχτα. Κάθε ταξίδι εκεί κάτω ταυτόχρονα και ταξίδι στο παρελθόν. Ένας ολάκερος ξεχασμένος κόσμος έρχεται και συνωστίζεται στο προσκήνιο. Πολλή συλλογή, πολλή θλίψη και κάτι μικρά σπαράγματα, κάποτε βγαίνουν άγρια στην επιφάνεια.
==

Απόψε στο σπίτι έρχεται ο Σεφέρης με την Μαρώ. Κι ο Σαββίδης με τη Λένα. Κι ο Αργυρίου. Πρόχειρες κοφτές κουβέντες, ζωηρές, πράγματα μισοειπωμένα, άλλα αποσιωπημένα. Ο Σεφέρης δεν κάθεται. φυρίζει, κοντοστέκεται, κοιτάζει, ξανάρχεται, το μάτι του ψάχνει, σκαλίζει τα πάντα. Κοιτάζει τους πίνακες που έχω φτιάξει, ρωτάει. Δε λέει γνώμη καμία, παρατήρηση καμία. Κατεβάζω έναν πίνακα απ' το καρφί. Αυτός είναι για σας, του λέω. Ήτανε εκείνο το άλογο, το κεφάλι του βγαίνει παλεύοντας μέσα από ένα πλήθος ανάκατες φόρμες που δένουν το κορμί του αιχμάλωτο. Το κεφάλι είχε μια τρομαχτική προσπάθεια να ξεφύγει, μια δυνατή απόγνωση. Ο Σεφέρης έχει αλλάξει κουβέντα. Η βραδιά συνεχίζεται. Έφυγε νωρίς χωρίς να πάρει τον πίνακα.
==

Όσο θυμάμαι, η σιγουριά δεν ήταν μάνα μου (αυτό το κατάλαβα κάπως νωρίς) - μήτε και των γονιών μου η μάνα (πράγμα που το 'ξερα πολύ νωρίς).
Τάκης Σινόπουλος (1917-1981)


* Αποσπάσματα από το βιβλίο του Τάκη Σινόπουλου Νυχτολόγιο
Εκδ. Κέδρος, 1978

* φωτογραφίες και σκίτσο: yousouroum.gr, ekebi.gr,
zonews.gr


Links:
- Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος - Σπουδαστήριο Νεοελληνικής Ποίησης
- Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος: Aνθολόγιο
- IONIANET: Χρίστος Ρουμελιωτάκης: Μερικές σκέψεις, με αφορμή
τα 25 χρόνια από το θάνατο του ποιητή Τάκη Σινόπουλου

(αναδημοσίευση από την Αυγή/28.5.2006)
- yousouroum.gr: Τάκης Σινόπουλος "Ο καιόμενος"

Ετικέτες , ,

10 Σεπ 2011

120 ~ Ινιάτσιο Μπουττίττα: Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν

Τη ζωή μου θα 'θελα να τη γράψω τραγουδώντας' ξεκούρδιστη όμως η κιθάρα μου και η φωνή μου βραχνιασμένη... Βέβαια, καλύτερα να τραγουδάς άσχημα παρά να κλαις ωραία, μα τι να κάνω; Να ζητήσω τη βοήθεια του Πανάγαθου; Έτσι έκανε η παραμάνα που με βύζαξε: έκλεινε την πόρτα, άναβε το καντήλι, με ξάπλωνε στο κρεβάτι κι άρχιζε την προσευχή. «Κύριε, σώσε την ψυχή μου, δώσε μου την υγεία, τον άρτο τον επιούσιο, το κρασί το νερό τ' αλάτι, και μη ξεχάσεις το πιπέρι». Γύριζε σε μένα: «Ιγνάτιε, ξαναπές το». Εγώ το ξανάλεγα και κείνη συνέχιζε: «Κύριε, κράτησέ με μακρυά από πειρασμούς, από θανάσιμα αμαρτήματα, από την όψιμη πείνα κι απ' τους κακούς γειτόνους». Εγώ το ξανάλεγα, και κείνη: «Κύριε, η νύχτα είναι μεγάλη, μη μ' αφήνεις μόνη. Έτσι κι έρθει ο διάβολος, θα κλέψει το παιδί μου». Το ξανάλεγα κι έτρεμα.

Μια ώρα, δυο ώρες με προσευχές' ο άνεμος έμπαινε σαν τη σαΐτα από τις χαραμάδες κι ο γάτος στη γωνιά μιαούριζε παραπονιάρικα. Οι προσευχές εκείνες σπαρταράνε ακόμα στη μνήμη μου. Συνέχισα να τις επαναλαμβάνω κάθε βράδυ, χωρίς να πιστεύω πως θα φτάσουν στον ουρανό, ούτε πως το ψωμί και τη δουλειά τα στέλνει ο Κύριος. Νόμιζα πως μιλούσα στα πουλιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος να με πάρει ο ύπνος, έπρεπε να πω τις προσευχές εκείνες και ύστερα να σταυροκοπηθώ. Ήταν σα να μου είχε κολλήσει κάποιο κακό συνήθειο.

[....] Άρχισα στα δεκαπέντε: ήμουν όμορφος στα δεκαπέντε, πίσω απ' τον πάγκο του μπακάλικου, παιδί για θελήματα, χτενισμένος όμως με τη μόδα και με άσπρη ποδιά. Άρεσα στις γυναίκες. Μπαίνανε στο μαγαζί: «Εκατό γραμμάρια τυρί». Έκοβα το τυρί, έκοβα το σαλάμι κι έκοβα τα χέρια μου. Έχω ακόμη τα σημάδια. Κοίταζα τις κυρίες, όχι το μαχαίρι. Λάθευα στο βάρος και στο μέτρο. Στα χρόνια εκείνα για να βρεις γυναίκα, έπρεπε να 'χεις αρματωμένους εφτά καραμπινιέρους για περίπολο.

[...] Την σελήνη του μέλιτος την πέρασα με μια γρηά θρήσκα που έβλεπε οράματα. Την ηλικία δε σας τη λέω. Πόσα πράγματα δε μπορούμε να πούμε! Ούτε ότι ήταν παρθένα. Οι λέξεις φτάνουνε μέχρι το στόμα, μασημένες, κι ύστερα γλυστράνε στην κοιλιά. Την έλεγαν Δόννα Ευτυχία, ένα όνομα για ευχές. Ερχόταν με ακρίβεια, τα μεσάνυχτα, σαν ξυπνητήρι και με μια οικογενειακή φίλη στην αγκαλιά: τη γάτα. Εγώ στεκόμουν πίσω απ' την πόρτα, άκουγα το μιαούρισμα και άνοιγα. Η γάτα ήταν η ρουφιάνα αλλά δεν το ήξερε. Πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να δίνουν λογαριασμό για τα όσα κάνουν; Ότι ο νόμος τις καταδικάζει; Ότι ο άντρας αν τις πιάσει τις σκοτώνει; Ανάμεσα στις γάτες δεν υπάρχουν αυτές οι μπερδεψιές. Ούτε γίνονται εγκλήματα για λόγους τιμής. Δίνουν ραντεβού στις στέγες' η γάτα καταφθάνει με βήματα μετρημένα, ήρεμη: αστροφεγγιά στον ουρανό! Ο γάτος την περιμένει' νοτίζει τα μουστάκια του με τη γλώσσα, σηκώνει τη φούντα της ουράς και κάνει ουράνιο τόξο. Η γάτα ήταν συνένοχος δίχως να το ξέρει' επειδή, περνώντας το δρόμο η Δόννα Ευτυχία, αν τύχαινε να συναντήσει κάποιον, τη δικιολογία την είχε έτοιμη: μου 'φυγε η γάτα. Πήραν τα μυαλά της αέρα! Και τη χτυπούσε με το δάχτυλο στο κεφάλι. Ο περαστικός το πίστευε: εκείνη συνέχιζε να μαλώνει τη γάτα και ύστερα έμπαινε. Έμπαινε με τη γάτα.

Η γάτα, σε ξένο σπίτι, μιαούριζε, τρόμαζε τα ποντίκια. Περισότερο όμως τρόμαζα εγώ. Μην ξεχνάτε ότι η Δόννα Ευτυχία ήταν οραματιζόμενη. Έβγαζε τα ρούχα της, έσβηνε το φως και κουβέντιαζε με τους άγιους. Ένας διάλογος με μια φωνή. Τα λόγια δε μπορούσες να τα καταλάβεις. Μου 'λεγε πως ζητούσε συγχώρεση απ' τα πλάσματα τ' ουρανού, πως ήταν θανάσιμο αμάρτημα να σκανδαλίζεις ένα παιδί. Η συγχώρεση της παραχωρούνταν κάθε βράδυ. Το ίδιο και σε μένα. Εκείνη το έλεγε και με τα χέρια μου έκανε το σημείο του σταυρού. Μου έδινε την άγια ευλογία.

[...] Τις πρώτες ανακαλύψεις, τις έκανα μικρό παιδί, χωρίς σχολειά και δάσκαλους. Δεν έκανα κριτική, δεν προχωρούσα σε βάθος. Περίμενα να πήξει το μυαλό μου. Όταν ο πατέρας μου, έλεγε: «Όποιος σπλαχνίζεται τους άλλους ρίχνει τη σάρκα του στους σκύλους», δεν καταλάβαινα το νόημα που είχαν τα λόγια εκείνα. Έλεγε ακόμη: «Έμεινα ορφανός και ποτέ κανένας δε μου 'δωκε ένα κομμάτι ψωμί. Μ' ανάστησε η μάνα μου με την ανάσα της». Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος' κι εγώ αργότερα κατάλαβα πως τα βάσανα διαστρεβλώνουν τα αισθήματα και αποχτηνώνουν τον άνθρωπο. Έβλεπα την αδικία χαραγμένη στα πρόσωπα των φτωχών, στα γυμνά πόδια κάθε μικρού παιδιού, στη ζωή των μεροκαματιάρηδων που ξεκινούσανε χαράματα μ' ένα ξεροκόμματο κι ένα κρεμύδι, και γύριζαν τ' απόβραδο σέρνοντας τα ποδάρια. Θυμάμαι: μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας και μου ζήτησε ένα άδειο κουτί. Δεν τον κοίταξα στο πρόσωπο, γιατί διαφορετικά θα καταλάβαινα. Τον είδα ύστερα να περνάει με το κουτί στο κεφάλι. Κουβαλούσε στο κοιμητήρι ένα κοριτσάκι. Ήταν ο πατέρας: ένας νεκρός που συνόδευε μια νεκρή.

Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν. Ακόμη όμως δεν ήταν ο σοσιαλισμός.
Ignazio Buttitta (1899–1997)



Οι σημερινοί ποιητές
-στον Cesare Zavattini

Ποιητή στρατευμένο με λένε για να με προσβάλλουν
λες και δεν φοράω πουκάμισο
ρούχα στο κορμί και παπούτσια στα πόδια.
Λες και δεν τρώω ψωμί για να κρατιέμαι ολόρθος
λες και δεν πέφτω για ύπνο το βράδυ με την κοιλιά γεμάτη.

Πρόβατο δίχως μαλλί και γάιδαρο δίχως ουρά
θα μ' ήθελαν: της φύσης έκτρωμα.
Γιατί τέτοιοι είναι οι σημερινοί ποιητές,
πουλιά δίχως κελάηδημα
πουλιά τυφλά με τα φτερά τους μαδημένα;
έχουν τον κόσμο να θερίσουνε
κι αυτοί σταχολογάνε μέσα στο άδειο στήθος τους.

Ανύπαντροι κι αντάμα χήροι φάλτσοι οργανοπαίχτες
ψάχνουν να βρουν την αρμονία σε μια μόνο χορδή της κιθάρας.
Και δεν ξέρουν ότι ο ποιητής είναι θαλασσινός
που ψαρεύει με την απόχη, πως είναι κυνηγός πουλιών
με τα δίχτυα του κάθε εποχή στημένα.
Κι ούτε καταλαβαίνουν πως η ποίηση
έχει τις ρίζες της στη γη και τα κλωνιά ανθισμένα
απλωμένα στον άνεμο σαν τα χέρια τ' ανθρώπου.

Ποιητές αστράτευτοι, σας χαιρετώ'
τον κουρνιαχτό μαζέψτε!
"Μοναξιά και αγιότης" είναι τα λόγια σας'
η αλήθεια όμως σήμερα και πάντα,
μένει ανάμεσα στους ανθρώπους.

απόδοση: Θόδωρος Ιωαννίδης

* Το κείμενo και το ποίημα είναι από το βιβλίο
Ignazio Buttitta, Ο ποιητής ανάμεσα στους ανθρώπους
Απόδοση και επιμέλεια: Θόδωρος Ιωαννίδης
Εκδόσεις: Εγνατία, χ.χ.

* φωτογραφίες: magnumphotos.com


Link:
- Φωτογραφικό άλμπουμ του ποιητή από τον
Ferdinando Scianna (στο Magnum Photos)

Ετικέτες , ,

2 Αυγ 2011

119 ~ Κώστας Γανωτής: Με πήρε η νύχτα, μαζί και οι ήττες μου

Σάρκα ανυπεράσπιστη πάνω στα άπληστα της λαγνείας χέρια, ατμόσφαιρα θολή, καπνός και σκόνη από πιάτα σαν τις καρδιές σπασμένα, με άρπαξαν και με άφησαν σε εκείνη του Βόλου την περιοχή που λέγεται Νεάπολη, παραμονή Πρωτοχρονιάς του '72, λίγο πριν αλλάξει η χρονιά.

Κακιά χρονιά, η χώρα παγωμένη, δικτατορία. Αργούσε να βγει η ψυχή της την τελευταία της εκείνη νύχτα, λες κι ένιωθε πως η χρονιά που ερχόταν κουβάλαγε στις πλάτες της το Πολυτεχνείο και θα την έσβηνε στην θύμηση των επερχόμενων για πάντα. Γι' αυτό σαν να συμφώνησε θαρρείς με το αφεντικό του «Blow up» και μας ξεπόρτισε κακήν κακώς την τελευταία της νύχτα, για ένα δεκάρικο παζάρι. Και βρέθηκα με τον Μανώλη, με τα γαλάζια εκείνα τα σατέν πουκάμισα, με τους γιακάδες τους ταράτσες να φτάνουν ίσα επάνω μέχρι τα αφτιά και να σκεπάζουν σχεδόν τις πλάτες, εκείνος με το αρμόνιο σε μια βαλίτσα και εγώ με το μπάσο ξεβράκωτο στην αγκαλιά, σαν λες μικρό μου αδελφάκι, να το προστατέψω απ' το κρύο, σε ένα σημείο κοντά στην έξοδο του Βόλου προς Αγχίαλο, προς την Αθήνα, που λέγεται Μπουρμπουλήθρα. Φιλόξενη όμως η καρότσα του φορτηγού. Μαλλιά λουσμένα, μακριά, όσο γινόταν τότε, μαύρα καμπάνα παντελόνια, σακάκια πολυκαιρισμένα, ψηλοτάκουνα παπούτσια, επισκευασμένα. Είπαμε καλή χρονιά στα πρώτα σπίτια του χωριού, στον οδηγό του φορτηγού και καληνύχτα στην πρώτη εκείνη επαγγελματική μα και της ζωής μας ήττα.

Προσωρινά ακυρώθηκε το εισιτήριο προς την φαντασμαγορική ζωή για εμάς τους παρίες της κλειστής ζωής του χωριού. Από την άλλη κιόλας μέρα για τον Μπάρμπα Μήτσο, τον παλιό εκείνο γεροδεμένο τσουβαλά, που επέμενε στα ζωνάρια τα φαρδιά, κάθε που μας αντίκριζε στην αγορά ήμασταν για εκείνον η Πόπη και η Καίτη. Μόνο τα δυο αυτά ονόματα έλεγε είτε μας αντίκριζε μόνους είτε με τους άλλους δυο της παρέας στις αδέσποτες περιπλανήσεις μας μέσα στην αγορά. Ο Μανώλης αδιαφορούσε, ο Λευτέρης ο «σγουρός» το διασκέδαζε, εμένα με εκνεύριζε, ο Γιώργος ο «γερμανός» χαμογελούσε. Μας έκραζε από μακριά, ανεβάζοντας πρώτα το γείσο της τραγιάσκας του, που πάντα έχασκε μόρτικα προς τον ουρανό, ακόμα πιο ψηλά, στην κορυφή του άσπρου του κεφαλιού και έπειτα έσιαζε κοροϊδευτικά το σακάκι που ποτέ δεν το φόρεσε από τα μανίκια, μόνιμα το είχε ριχτό στους ώμους, καλύπτοντας τις φαρδιές του σαν πλατφόρμα πλάτες.

Τεντιμποϊσμός και ό,τι αυτό σήμαινε τότε, ήταν το στίγμα της Χωροφυλακής για εμάς. Πολύ αργότερα έμαθα πως στον φάκελο μου έγραψαν ως χαρακτηριστικό μου, «Ρέπει προς τέρψιν».

Επιπρόσθετος όμως βραχνάς ήταν και ότι ο Μανώλης ήταν γεννημένος στην Τασκένδη. Γυμνασιόπαιδο ακόμη εγώ της 5ης στον ένδοξο Νηρέα, καραβοκύρης όμως στις προθέσεις μου δεν ήταν να γίνω. Μελλοντικοί καπεταναίοι μόνο πήγαιναν στο ιδιωτικό Γυμνάσιο αυτό και τύποι απροσάρμοστοι, αδέσποτοι σαν και του λόγου μου που από όλα τα ιδιωτικά του Βόλου είχαν εκδιωχθεί.

Ακόμα ταυτότητα στα χέρια μου δεν είχα. Ο Μανώλης λόγω φρονημάτων, εγώ λόγω αδιαφορίας. Βρέθηκε δουλειά στο γκρουπ μέσω Βολιώτη μάνατζερ που δρούσε στην Αθήνα. Μεγάλο ξενοδοχείο στην Λεμεσό της Κύπρου για το καλοκαίρι. Θα πληρωνόμασταν σε λίρες. Ετοιμάσαμε ο Μανώλης και εγώ τα χαρτιά για τις ταυτότητες, να βγουν τα διαβατήρια και περιμέναμε.

Εγώ θα εγκατέλειπα το φοβερό αυτό Γυμνάσιο, ο Μανώλης το σιδηρουργείο. Μια καθημερινή του Μάρτη του '73, είχαμε φτάσει πια στο 1973, δυο τύποι κουστουμάτοι ήρθαν και με έβγαλαν από την τάξη του Νηρέα. Έξω, στην Ερμού περίμενε «η μαυρομύτα», το ασφαλίτικο. Μου κόπηκαν τα πόδια. Είχα ήδη τριετή αναστολή από δικαστήριο για ένα τράκο με κλεψιμέικο μηχανάκι. Στο ιδιαίτερο γραφείο που με έβαλαν δεν είπαν λόγια, βρυχήθηκαν σαν λυκόσκυλα, έριξαν μάπες λέγοντας μόνο πως εγώ ένα γυμνασιόπαιδο δεν έπρεπε να σταματήσω το Γυμνάσιο και να ακολουθήσω τον φίλο μου Μανώλη, ούτε τον κορνετίστα που είχαμε στο γκρουπ. Αυτός ήταν σεσημασμένος, μου είπαν, κλέφτης και παιδεραστής. Ο φίλος μου εγκληματίας κομουνιστής κι εγώ ένας τεντιμπόης κλεφτοκοτάς που έπρεπε να συμμορφωθεί. Πολύ αργότερα πήρα ταυτότητα όπως και διαβατήριο. Χάλασε η δουλειά της Κύπρου και αυτή ήταν η δεύτερη μας ήττα.

= =

«Στο σταθμό του Μονάχου» τραγούδαγε ο Κάρολος κι όταν έφτανε στην στροφή που έλεγε «Δίπλα μου λαγοκοιμάται ένας χίπης μεθυσμένος», έδειχνε εμένα. Ήμασταν πια γιος με πατέρα. Ντρεπόμουνα όμως για τον κυρ-Γιώργο, τον ταχυδρόμο, τον φυσικό μου πατέρα, που είχε άλλα όνειρα για μένα. Δεν έκανα όμως τίποτα γι' αυτό και αυτό ήταν που με έσπρωξε την πύλη του Άδη να βρω, από το αφοπλιστικό εκείνο βλέμμα του, το όχι αυστηρό, για πάντα να κρυφτώ.

Και έτσι με πήρε η νύχτα, μαζί και οι ήττες μου, πια σβάρνα.

= =

Ένα από εκείνα τα σούρουπα που είχαν γίνει πλέον τότε πρωινά μου, στην παραλία του Βόλου, στην αξέχαστη «Μινέρβα», είδα σημαδιακή για μένα από τότε εικόνα. Σμάρια σμάρια κάποιους της Αθήνας φοιτητές με κολλητούς της δικής μου της σειράς μαθητές να συνομιλούν με ένταση. Δεν είχα κάτι καλύτερο να κάνω κι έστησα αφτί. «Μαλάκες, γίνεται πόλεμος», μασημένα τους άκουσα να λένε. «Βαράνε όπου βρουν, το κέντρο είναι Βιετνάμ». Μπερδεύτηκα, δεν είχα ιδέα για τι μιλούσαν. Η νύχτα μου έκρυβε πολλά από τα κοινωνικοπολιτικά. «Μια η Νομική», άκουσα μετά από λίγο, «και τώρα το Πολυτεχνείο. Έχουν λυσσάξει τα καριόλια οι φασίστες». «Θα μας φάνε», είπε κάποιος που συμπτωματικά διασταυρώθηκαν τα βλέμματα μας. Σκιάχτηκα καθότι ήδη φοβικός, ήμουν ανίδεος κι ίσως το σκιάξιμό μου να το είδε εκείνος σαν να αγρίεψα με τα λεγόμενα του. Ώρες είναι να μου την πέσουν είπα και σηκώθηκα να φύγω. Πληρώνοντας τον σερβιτόρο, το θρυλικό Αλέκο τον ρώτησα τι ώρα ήταν και πόσο είχε ο μήνας. «Πέντε ακριβώς», μου είπε με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, «κύριε. 16 Νοεμβρίου του 1973».

= =

Δεκαεπτά Νοεμβρίου του '78. Απόγευμα στον αυλόγυρο του Πολυτεχνείου για να οσμισθώ από κοντά ό,τι δεν είχα ζήσει. Τα χνάρια στα μαλλιά μου πάλι από αμερικάνικο κούρεμα ήταν νωπά. Είχε όμως λήξει η εικοσάρα φυλακή αντί Αεροδικείου, που είχα φάει για πλαστογραφημένη έξοδο. Με είχε καρφώσει ένα καρακόλι, που μου το έπαιξε στην πύλη φίλος. Παραμένω όμως ακόμη εύπιστος στις καλές προθέσεις των γύρω.

Φόραγα ένα μοντγκόμερι σκούρο μπλε και είχα την κουκούλα του στο κεφάλι, όχι μόνο γιατί κρύωνα, αλλά κυρίως γιατί τότε που περίσσευαν τα μακριά μαλλιά το κεφάλι μου θα ήταν τσαμπουκάς σαν λες κακοβαμμένη γλάστρα. Εκείνη φόραγε τζιν και ήταν ενθουσιώδης και ωραία. Μου ζήτησε να βγάλω και έβγαλα την κουκούλα. Γέλασε. Μου έσφιξε το μπράτσο και προχωρήσαμε βαθύτερα στην ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα των δίκαιων αιτημάτων.

= =

Το δίφραγκο που έστριψα πατώντας το με την δεξιά παλάμη μου πάνω στο γόνατο, έστρεξε με την κορώνα του να μην μπω για πρόβα μέσα στο μαγαζί, μα να σηκωθώ και να φύγω όσο γινόταν μακρύτερα, να εξαφανιστώ, να χαθούν από τα μάτια μου τα μπουζουξίδικα μαζί με τα συνεπακόλουθα και τις συνήθειές του.

Όλοι οι δρόμοι είχαν συγκλίνει πια μέσα μου και ως προορισμό μου δείχνανε την Αθήνα...
Κώστας Γανωτής (1956)


* Το κείμενo είναι απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Κώστα Γ. Γανωτή Περιμένοντας τον Λάκη Ρα
Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2009

* φωτογραφίες: screenshots, ethnos.gr,
musiccorner.gr, antixisi.gr


Ακόμα:
- ΕκΠΟΙΗΣΗ 1.
- Η παρουσίαση του βιβλίου "Περιμένοντας τον Λάκη Ρα
- Κώστας Γανωτής: Άνθρωποι μόνοι - Mama mia
- zelig on drugs blog: κώστας γανωτής μόνο στον απόλυτο
μετεωρισμό το θαύμα της ζωής κάνει την παρουσία του υπαρκτή

Ετικέτες , ,