αυτοβιογραφικα

28 Σεπ 2009

82 ~ Μελίνα Μερκούρη: Ποτέ δεν διάβασα τίποτα

Ο πρώτος άντρας που αγάπησα ονομαζόταν Σπύρος. Ήταν υπερβολικά όμορφος, υπερβολικά γοητευτικός. Το στόμα του μύριζε γλυκύτερα απ' το στόμα οποιουδήποτε άντρα που γνώρισα ποτέ. Λάτρευα το αγκάλιασμά του, ένα αγκάλιασμα που ήταν αρωματισμένο με ροδόνερο και βασιλικό. Ήταν δυνατός. Ήταν ψηλός. Αγαπούσε τη γυναίκα του και την απατούσε. Αγαπούσε τους γιους του και τους φρόντιζε. Ένιωθε πάθος για μένα, κι αυτό έκανε τα παιδικά μου χρόνια πολύ ευτυχισμένα. Ο Σπύρος ήταν ο παπούς μου. Ήταν επίσης Δήμαρχος Αθηναίων επί τριάντα χρόνια.

Ο γιος του, ο Σταμάτης, ο πατέρας μου, ήταν επίσης προορισμένος για την πολιτική. Αλλά ακόμα κι όταν παντρεύτηκε στην προχωρημένη ηλικία των είκοσι δύο χρόνων με μια κοπέλα που ήταν είκοσι ενός, εξακολούθησε να ζει στο σπίτι του Μεγάλου Σπύρου και να κυριαρχείται από εκείνον. Ο Σπύρος ήταν η ανώτατη εξουσία. Όλοι ήμαστε σκλάβοι του αλλά ήταν μια γλυκιά σκλαβιά. [....] η μητέρα μου η Ειρήνη και η γιαγιά μου η Αμαλία, ήταν περιορισμένες στο σπίτι και στις χαρές του κεντήματος. Αν ποτέ έρριχναν μια λοξή ματιά σ' έναν άντρα, απειλούνταν με στραγγαλισμό ή και διώξιμο. Εξάλλου, κανένας Αθηναίος με λογική δεν θα τολμούσε να πλησιάσει μια γυναίκα της οικογένειας μας. Ο Μεγάλος Σπύρος είχε πιστόλια στο σπίτι. Αυτό ήταν γνωστό. Και ο πατέρας μου, όχι μόνο για έναν εντυπωσιακό κατάλογο από απιστίες αλλά και για το ανέμελο θάρρος του, ονομαζόταν «Ντ' Αρτανιάν».

Ακόμη και σαν παιδί αναγνώριζα το άδικο αυτών των διπλών κριτηρίων. Υπήρχαν πολλοί «Ντ' Αρτανιάν» στην Αθήνα, αλλά όχι αρκετές «Μυλαίδες». Αποφάσισα να γίνω η «Μυλαίδη» ή η Λαίδη Χάμιλτον ή η Μεγάλη Αικατερίνη, αλλά ασφαλώς να μην δεχθώ τη ζωή της μητέρας μου ή της γιαγιάς μου. Με λίγα λόγια, ήθελα ν' αλλάξω την εποχή. Αμφιβάλλω αν ήμουν εγώ υπεύθυνη γι' αυτό, αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένα. Ο παπούς με προστάτευε. Μ' έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Όλα μάς διασκέδαζαν κι όλοι μάς ζήλευαν. Ήμουν η αγαπημένη του και ήταν παράδεισος να' σαι η αγαπημένη του αγαπημένου τέκνου της Αθήνας. Ιδιαίτερα τις απόκριες. Τις Κυριακές της απόκριας, διασχίζαμε την Αθήνα μέσα σ' ανοιχτό αμάξι κι ο άρχοντας της πόλης συναντούσε το λαό του. Κι εγώ ήμουν εκείνη που καθόταν δίπλα του. Αλλά πρώτα, μια μικρή πρόβα. Κάθισε ίσια, με αξιοπρέπεια, με σιγουριά. Υποκλίσου με χάρη, δεξιά, αριστερά. Πολύ καλά! Πάμε!

[....] Ας μην ξεχάσω τους σωματοφύλακες του παπού Σπύρου. Ήταν θαυμάσιοι και χρήσιμοι — η Ελλάδα, δόξα τω Θεώ ήταν πάντα θερμή χώρα και η συνεχής επανεκλογή του Μεγάλου Σπύρου, του δημιουργούσε μερικούς εχθρούς. Οι σωματοφύλακές του ήταν οι πρώτοι σύντροφοι μου στα παιχνίδια. Μ' άφηναν να πιάνω τα πιστόλια τους και να φοράω τις σιδερένιες γροθιές τους...

Αν δεν έχω άλλο ρεκόρ, έχω ένα ρεκόρ που θα το διατηρήσω για πάντα. Κανένα παιδί σ' οποιοδήποτε εκπαιδευτικό σύστημα οπουδήποτε, δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει στη σχολική του καριέρα περισσότερα μηδενικά από μένα. Δεν ήταν ότι ήμουν εντελώς ηλίθια. Το σχολείο ήταν ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Ήταν ένα συνωμοτικό σχέδιο των ενηλίκων που είχε σκοπό να με βάλει με το ζόρι σε μια ομάδα μαζί με άλλα κακότυχα παιδιά με μοναδικό σκοπό να μου κοπανήσει στο κεφάλι πράγματα που μ' έκαναν να πλήττω μέχρι θανάτου. Κανένας δεν πήγε σε περισσότερα σχολεία, γιατί δεν πέταξαν κανέναν έξω από περισσότερα σχολεία. Ποτέ δεν μπορούσα να περάσω σ' ένα διαγωνισμό. Ποτέ. Στο τέλος όλοι οι δάσκαλοι μου υιοθετούσαν την ίδια τακτική. Από αγάπη για τον παπού μου ή από απελπισμένη ανάγκη να με ξεφορτωθούν, με προβίβαζαν στις μεγαλύτερες τάξεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αλλά για ν' αποφοιτήσω, είχα μπροστά μου τις απολυτήριες εξετάσεις.

Ήταν καταστροφή. Δεν ήξερα απολύτως τίποτα κι ο καθηγητής ήξερε πως δεν ήξερα τίποτα. Κοίταζα συνεχώς μια την άσπρη κόλλα, μια τον καθηγητή κι ύστερα ξανά την άσπρη κόλλα. Μετά από μια ολόκληρη ώρα η κόλλα ήταν ακόμα λευκή. Άφησα κάτω το μολύβι μου και σήκωσα ψηλά τα χέρια μου κάνοντας νόημα πως παραδίδομαι. Πράγμα παράξενο, ο καθηγητής μου χαμογέλασε με τρόπο γεμάτο αγάπη. Με πλησίασε. Μου έκανε μια ερώτηση σχετικά με γεωμετρία. Του είπα πως δεν ήξερα τίποτα. Κοίταξε πέρα, ύστερα με ξανακοίταξε και το χαμόγελο του έδειχνε περισσότερη αγάπη παρά ποτέ. Μου έκανε μια ερώτηση σχετικά με τη βυζαντινή ιστορία. Του είπα πως οι ερωτήσεις του δεν θα τον οδηγούσαν πουθενά. Πάλι κοίταξε αλλού και με ξανακοίταξε με χαμόγελο λατρείας. Τότε μάντεψα ξαφνικά τι κοίταζε κάθε φορά που έστρεφε τα μάτια του από μένα. Εκεί, πίσω απ' το τζάμι της πόρτας, στέκονταν ο Μίμης κι ο Κώστας. Με μάτια που φλέγονταν και τα πιστόλια τους τραβηγμένα, έδειχναν ποια ακριβώς τύχη περίμενε το δάσκαλο αν η Μελίνα αποτύχαινε στις εξετάσεις της.

... ...
Αν έχω δώσει την εντύπωση πως τα παιδικά μου χρόνια ήταν όλο γέλιο και διασκέδαση, επιτρέψτε μου να επανορθώσω αμέσως. Υπήρχε επίσης ένας ωκεανός από σκοτούρες. Η πρώτη μου συνάντηση με την απελπισία έγινε όταν ήμουν τριάμισι χρονών. Η μητέρα μου ανήγγειλε ότι θ' αποκτούσε ένα άλλο παιδί. Αμέσως αναγνώρισα ότι αυτή ήταν μια συνωμοσία εναντίον της ασφάλειας μου και της προνομιακής μου θέσης. Το μίσος κι ο θυμός μου δεν έμειναν ανεκδήλωτα. Έπαψα να μιλάω στη μητέρα μου και στον πατέρα μου. Ούτε καλημέρα ούτε καλησπέρα. Ούτε λέξη. Αλλά χρειαζόμουν ένα συνένοχο. Ποιον άλλον απ' τον παπού Σπύρο; Όπως το περίμενα, με κατάλαβε θαυμάσια. Πρότεινε να εφαρμόσουμε το σπαρτιατικό νόμο και με ρώτησε αν καταλάβαινα τι εννοούσε. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, αλλά τον κοίταξα ίσια στα μάτια κι είπα ναι. Όμως μου το εξήγησε. Αν το νεογέννητο ήταν κορίτσι κι αυτό φοβόμουν περισσότερο, τότε θα το στραγγάλιζε, θα τό' πνιγε, θα το εξαφάνιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κι αν ήταν αγόρι, δεν θά 'πρεπε να στενοχωριέμαι. Καθησυχασμένη, ξανάρχισα να λέω καλημέρα στη μητέρα μου.

Η τύχη το' φέρε να γεννηθεί το παιδί αρσενικό κι έτσι το κρατήσαμε. Τό 'βγαλαν Σπύρο. Τον δέχτηκα. Δεν είχα περιθώριο εκλογής. Η μητέρα μου τον αγαπούσε, η γιαγιά μου τον αγαπούσε, ο παπούς μου τον αγαπούσε, οι σωματοφύλακες τον αγαπούσαν, ο θείος Γιώργος τον αγαπούσε και τώρα που το ξανασκέφτομαι, είμαι σίγουρη πως κι ο πατέρας μου τον αγαπούσε αν και δεν βρισκόταν εκεί όταν έφτασε ο γιος του. Όχι, αυτή ήταν η δεύτερη κακοτυχία. Ο πατέρας μου ο Σταμάτης, ο «Ντ' Αρτανιάν», όταν η μαμά βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, τό 'σκασε με μια γοητευτική ηθοποιό, που είχε τα πιο όμορφα μάτια στην Αθήνα μετά από μένα. Ήταν σε δυσμένεια στο σπίτι, του πατέρα του. Δεν επιτρεπόταν σε κανένα ν' αναφέρει τ' όνομα του. Αλλά η γιαγιά Αμαλία τον επισκεπτόταν κρυφά. Αναγνώριζα πως η φυγή του πατέρα μου ήταν σοβαρή αλλά η αληθινή συμφορά ήρθε όταν η μητέρα μου, που είχε εγκαταλειφθεί, αποφάσισε να καταφύγει στο σπίτι της μητέρας της. Δεν νομίζω να γνώρισα ποτέ τόσο έντονη δυστυχία όσο τη μέρα που αφήσαμε το σπίτι του παππού. Η γιαγιά Λάππα ήταν καλή γυναίκα αλλά ήταν αυστηρή και απαιτούσε τάξη και σιωπή. Ο άντρας της είχε πεθάνει από άσθμα και στα πολλά χρόνια που τού 'κανε τη νοσοκόμα είχε συνηθίσει να μένει στο σπίτι. Κρατούσε τα παντζούρια μισόκλειστα. Ήταν νευρωτική σχετικά με τα χρήματα. Παρά ν' αγοράζει ρούχα προτιμούσε να ντύνεται σπάνια. Κυκλοφορούσε στα σιωπηλά σκοτεινά δωμάτια με μια αρχαία ρόμπα και παντόφλες. Το να πάμε από το σπίτι του παπού Σπύρου στο δικό της ήταν σαν να πηγαίναμε απ' το καρναβάλι στο μοναστήρι. Μόνο η σπλαχνική απόφαση της μαμάς να μ' αφήνει να πηγαίνω για φαγητό στον Μεγάλο Σπύρο κάθε μέρα μ' εμπόδισε να πάθω νευρικό κλονισμό.

Έπειτα χτύπησε η τραγωδία. Ο παπούς Σπύρος, ο ένας και μοναδικός, το πάθος μου, για να μην τον ξεπεράσει ο γιος του, ερωτεύτηκε μια άλλη γυναίκα. Το όνομα της ήταν Νανά, σαν τη Νανά του Ζολά και μου φαινόταν χίλιες φορές χειρότερη απ' τη Νανά του Ζολά. Μια παράξενη εκλογή. Ποτέ δεν διάβασα το Ζολά. Ποτέ δεν διάβασα τίποτα.

Το δέρμα της Νανάς ήταν άσπρο σαν το γάλα. Αυτό από μόνο του, στην Ελλάδα, ήταν πρόκληση απιστίας. Ήταν παχουλή, ήταν μικρόσωμη, όχι μικρόσωμη, αλλά κοντή. Αλλά ο Σπύρος την αγαπούσε και την έβλεπε όμορφη. Η γιαγιά μου η Αμαλία ένιωθε σχεδόν τόσο προδομένη όσο εγώ. Εκείνη η αξιαγάπητη γυναίκα που ήταν αξιαγάπητη και χαρούμενη κι έλεγε θαυμάσιες ιστορίες, δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει αυτό το φριχτό γεγονός. Όπως οι περισσότερες Ελληνίδες, είχε μάθει να συμβιβάζεται με τις απιστίες του άντρα της. Αλλά αυτή τη φορά ήταν ερωτευμένος. Αυτό ήταν άλλο ζήτημα. Τι έπρεπε να κάνει; Έγινε ένα συμβούλιο γυναικών. Η γιαγιά μου, η μητέρα μου, η γιαγιά Λάππα κι εγώ. Έγινε στο δωμάτιο της Αμαλίας. Καθίσαμε εκεί μπροστά σε ολόκληρες σειρές από περούκες που είχε φτιάξει μόνη της. Ήταν ο ιστός της Πηνελόπης της. Το συμβούλιο εξέφρασε ομόφωνα αντιπάθεια για τη Νανά, για όλους τους άντρες και, πάνω απ' όλα, για τον Σπύρο. Στην ηλικία του και στη θέση του! Στο κάτω κάτω ήταν ο Δήμαρχος της Αθήνας! (Η Αμαλία δεν τον έλεγε ποτέ «Σπύρο», αλλά πάντα «Δήμαρχε»). Το συμβούλιο πήρε γρήγορα μια απόφαση. Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που, στερώντας τον απ' τη στοργή και τη φροντίδα του, θα μπορούσε να τον κάνει να υποφέρει και να λογικευθεί. Αυτός ο άνθρωπος ήταν η Μελίνα, εγώ.

Ψηφίστηκε πως δεν θα έτρωγα πια μαζί του το μεσημέρι. Έπειτα η απόφαση άλλαξε. Θα έτρωγα μαζί του αλλά δεν θα του μιλούσα. Ούτε λέξη. Όχι ώσπου ν' αφήσει την πόρνη του, τη Νανά. Ο παπούς Σπύρος κατάλαβε αμέσως τη συνωμοσία. Αλλά ήταν καμωμένος από σκληρό μέταλλο. Αντιμετώπισε τη σιωπή μου με τη δική του. Ήταν ένας αγώνας θελήσεων. Υπήρξαν εβδομάδες καθημερινών γευμάτων κι ούτε λέξη δεν ειπώθηκε. Στην αρχή νόμισα πως ήθελε να δείξει πως η γυναίκα του σπιτιού δεν μπορούσε να του επιβάλει τη θέληση της. Έπειτα κατάλαβα πως ήταν βαθιά επηρεασμένος απ' τη Νανά. Ήμουν τρελή από ζήλεια.

Μια μέρα, μετά το συνηθισμένο σιωπηλό γεύμα, με πήρε σταθερά απ' το χέρι. Με οδήγησε σ' ένα δρόμο και σ' ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Εκεί ήταν ακόμη ένας σοφέρ κι οι σωματοφύλακες, ο Μίμης και ο Κώστας. Έδωσε διαταγή να ξεκινήσουμε. Τότε μόνο κατάλαβα πως ήταν ντυμένος μάλλον επίσημα. Αλλά δεν του έκανα καμιά ερώτηση. Προχωρήσαμε σιωπηλοί. Όταν απείχαμε μίλια απ' τη ν Αθήνα, ανήγγειλε ότι πηγαίναμε σε μια επίσημη εκδήλωση. Ένα καινούριο ξενοδοχείο έκανε εγκαίνια στην Κηφισιά, λίγο έξω απ' την Αθήνα. Δέχθηκα αυτή την εξήγηση χωρίς κανένα σχόλιο — σιωπηλά. Ύστερα λίγο πριν φτάσουμε στην Κηφισιά μου αποκάλυψε τους σκοτεινότερους σκοπούς του. Η Νανά θα πήγαινε στην τελετή κι εγώ έπρεπε να την χαιρετίσω ευγενικά. Τον κοίταξα με μίσος και ζήτησα να με γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Ο Μεγάλος Σπύρος διάταξε να σταματήσει το αυτοκίνητο. Έδειξε το δρόμο. Ο τρόπος του ήταν τόσο αποφασιστικός ώστε ούτε οι σωματοφύλακες δεν είπαν τίποτα. Το να βγει κανείς από ένα αυτοκίνητο είναι άχαρη δουλειά ακόμη και στην καλύτερη στιγμή. Τα κατάφερα με χάρη. Χωρίς λέξη απομακρύνθηκα κι άρχισα να βαδίζω αποφασιστικά προς την Αθήνα. Δεν σκέφτηκα τα πολλά χιλιόμετρα που θά'πρεπε να περπατήσω. Περπατούσα, γεμάτη θυμό και ζήλεια. Πέρασε πολλή ώρα ώσπου το αυτοκίνητο γύρισε για να με πάρει. Ο Μίμης άνοιξε την πόρτα και με τράβηξε στο μπροστινό κάθισμα.

Η δεξίωση στην Κηφισιά ήταν μεγάλη. Πολλοί επίσημοι ήταν εκεί. Μερικοί απ' αυτούς είδαν τη Νανά, ντυμένη στην πένα, νά 'ρχεται προς το μέρος μου και να μου προσφέρει το λευκό σαν γάλα χέρι της. Είδαν επίσης εμένα να μένω ακίνητη σαν άγαλμα και να την κοιτάζω ώσπου τράβηξε το χέρι της. Σ' όλο το δρόμο της επιστροφής προς την Αθήνα, ο Σπύρος καθόταν και με κοίταζε με τον τρόπο ενός άντρα που καταλαβαίνει τις γυναίκες. Κι ένιωσα ένα θαυμάσιο συναίσθημα πως ήμουν μεγάλη. Χωρίς να μιλήσει μου είπε: «Ζηλεύεις κι αυτό είναι φυσιολογικό». Χωρίς να μιλήσω του είπα: «Είσαι θυμωμένος μαζί μου κι έχεις το δικαίωμα να είσαι». Και πήρα το χέρι του. Πάντα μ' άρεσε ν' αγγίζω τις λεπτές γαλάζιες φλέβες του χεριού του. Με πήρε στην αγκαλιά του. Κι έτσι, σε μικρή ηλικία, οραματίστηκα για λίγο τι μπορούσε να είναι η αγάπη. Πάντως, είμαι υποχρεωμένη να προσθέσω πως δεν άφησε τη Νανά.
Μελίνα Μερκούρη (1920-1994)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
της Μελίνας Μερκούρη Γεννήθηκα Ελληνίδα, Ιούνιος 1995
* οι φωτογραφίες είναι από το το site
του Δημήτρη Λυμπερόπουλου (liberopoulos.gr)

12 Σεπ 2009

81 ~ Roberto Fernández Retamar: "Μια μέρα όπως όλες οι μέρες..."

Σηκώνομαι, ακόμα νύχτα, να πάω να φτιάξω τις ρόδες του αυτοκινήτου, που συνεχίζει να είναι χαλασμένο,
Και στην επιστροφή, όταν έχει ξημερώσει η ζεστή και όμορφη μέρα,
Προβαίνεις στο παράθυρο που βγάζει στον εξωτερικό διάδρομο, και μου χαμογελάς με τα μάτια σου ακόμα σκιασμένα απ' την αυγή.
Λίγο μετά, την ώρα που ετοιμάζομαι να πάω να κοιτάξω κάτι χαρτιά,
Σε βλέπω να φέρνεις κουβάδες γεμάτους νερό με τις κόρες μας,
Γιατί εδώ και μερικές μέρες δεν έχουμε νερό, και βγάνουμε από το λιγοστό που έχει η στέρνα του κτιρίου,
Και παρ' όλο που έχω φορέσει τη γκουαγιαμπέρα των συναντήσεων, κι έχω στο ένα μου χέρι το μαύρο βαλιτζάκι που δεν πρέπει να αποχωριστώ ποτέ,
Βοηθάω λίγο, με το άλλο χέρι, ενώ φτάνει το κόκκινο τζιπ,
Που καθυστερεί λίγο, και στο τέλος με παίρνει και φεύγουμε: εσύ με αποχαιρετάς με το χέρι.

Με αποχαιρετούσες κουνώντας το χέρι σου από αυτή την ίδια πολυκατοικία,
Αλλά όχι από αυτό το διαμέρισμα:
Τότε, πριν πάνω από είκοσι χρόνια, δεν είχαμε ένα μεγάλο σαν κι αυτό. Το δικό μας ήταν μικρό, και από εκείνο το μπαλκόνι που δεν έβγαζε στο δρόμο,
Αλλά που εγώ διέκρινα στο βάθος, όταν περνούσα βιαστικός, τα κρύα πρωινά για κείνα τα ατελείωτα μαθήματα εισαγωγής στο άπειρο,
Από εκείνο το μπαλκόνι στο βάθος, με αποχαιρετούσες κάθε μέρα με τη γαλάζια ρόμπα σου, που έχανε το χρώμα της όπως μια μελωδία.

Συλλογίζομαι αυτά τα πράγματα ενώ μιλάω για άλλα, στο κόκκινο τζιπ που μοιάζει με παιχνίδι,
Γιατί σήμερα κλείνουμε είκοσι δύο χρόνια παντρεμένοι,
Και μπορεί ακόμα και να το είχαμε ξεχάσει αν δεν έρχονταν οι μικρές (κοπέλες τώρα) την ώρα του μεσημεριανού φαγητού,
Με τα ωραία χρωματιστά χαρτόνια τους, με ένα τεράστιο 22 (και δεν ξέρω γιατί) δύο ξεπουπουλιασμένα φτερά παγωνιού,
Και πάνω απ' όλα με το φως του χαμόγελού τους.

Είναι αυτός ο καλύτερος τρόπος να γιορτάσουμε τα είκοσι δύο χρόνια του γάμου μας;
Ασφαλώς ναι: και όχι μόνο γιατί το βράδυ μπορεί να πάμε στο εστιατόριο "Μόσχα",
Όπου θα παραγγείλουμε μαύρο χαβιάρι και βότκα, και θα θυμηθούμε τη Μόσχα και τους φίλους της, αλλά και το Λένινγκραντ, το Μπακού, το Ερεβαν'
Αλλά πάνω απ' όλα θα γιορτάσουμε με μια μέρα όπως όλες οι μέρες αυτής της ζήσης,
Αυτής της μακριάς κιόλας ζήσης, όπου μοιραστήκαμε τόσα πράγματα:
Το θάμπος της ιστορίας και το θάνατο των μανάδων μας,
Δυο κόρες, εργασίες, βιβλία και ξένες χώρες,
Τον πόνο του χωρισμού και τη θύελλα της εμπιστοσύνης, της επιστροφής.
Ο ένας υπάρχει στον άλλο όπως η θερμότητα στη φλόγα,
Κι αν δεν μπορέσαμε να γίνουμε καλύτεροι,
Αν δεν μπόρεσες να μου ξεριζώσεις τον κραδασμό,
Είναι μόνο γιατί δεν μπορέσαμε.

Εσύ δεν είσαι η ωραιότερη γυναίκα του πλανήτη,
Εκείνη που το πρόσωπο της διαρκεί μία ή δύο εβδομάδες σ' ένα περιοδικό μόδας
Και που μετά χρησιμεύει για να τυλίξουμε ένα αβοκάντο ή ένα ζευγάρι παπούτσια να τα πάμε στον τσαγκάρη'
Εσύ είσαι σαν τη Δανάη του Ρέμπραντ που μας θάμπωσε στο Ερμιτάζ, και συνεχίζει να μας θαμπώνει:
Μια γυναίκα ούτε όμορφη ούτε άσχημη, ούτε νέα ούτε γριά, ούτε χοντρή ούτε αδύνατη,
Μια γυναίκα σαν όλες τις γυναίκες και σαν τον εαυτό της,
Που η βεβαιότητα της αγάπης της δίνει μια ανεξάντλητη λαμπράδα,
Και κάνει αυτό το χέρι που προτείνεται σαν ένα πουλί πετούμενο
Να πετάει ακόμα, πάντα σ' έναν αέρα που αναπνέεις εσύ.
Είσαι δυναμική και διάφανη σαν το νερό.
Παρ' ότι γνωρίζεις πολλά πράγματα από άλλες χώρες, άλλες γλώσσες, άλλα αινίγματα,
Ανήκεις στη γη μας με τέτοια φυσικότητα όπως οι ύφαλοι και τα σύννεφα.
Κι επειδή είσαι υπερήφανη σαν μια πραγματική πριγκίπισσα (δηλαδή, των παραμυθιών),
Ποτέ δεν το έδειξες περισσότερο από όταν, στα χρόνια των μεγάλων ελλείψεων,
Έμπαινες στην ουρά του εστιατορίου, από το χάραμα, για να σιτιστούν καλύτερα τα κορίτσια (μικρές, τότε).
Και με νηφαλιότητα διεκδικούσες τη θέση στον εξυπνάκια και στη γλωσσού.

Μια μέρα όπως όλες οι μέρες σ' αυτήν τη ζήση.
Δε ζητάω τίποτε περισσότερο. Δεν αγαπώ τίποτε περισσότερο.
Ίσαμε την ημέρα του θανάτου.
Ρομπέρτο Φερνάνδες Ρεταμάρ (1930)




* Το ποίημα Επέτειος (Aniversario) είναι από το δίγλωσσο βιβλίο
Roberto Fernández, Πέντε ελληνικά και άλλα ποιήματα
σε πρόλογο, εκλογή και μετάφραση του Ρήγα Καππάτου
εκδ. Εκάτη, 2009
* φωτογραφίες: pedroportal.com, lajiribilla.cubaweb.cu

Ετικέτες , ,

25 Αυγ 2009

80 ~ Γιώγια Σιώκου: Μέρες καλοκαιριού του '95

Καλοκαιριάτικο απομεσήμερο και στην αχλύ των ελαιώνων βάδιζα κάτω από τον πυρωμένο ήλιο με προορισμό το Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Στο Συμπόσιο Ποίησης 1995 παρουσιαζόταν, από τον καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, το πρώτο μου βιβλίο. Μόλις είχε εκδοθεί Ο εμπαιγμός των ειδώλων, μαζί με τα 70 συλλεκτικά βιβλία, και είχε ήδη προηγηθεί η πρώτη παρουσίασή του στο Γαλλικό Ινστιτούτο από τον διεθνολόγο Παναγιώτη Καραφωτιά, συγγραφέα και ποιητή, τότε διευθυντή του ΟΗΕ στην Ελλάδα, και τον χαράκτη Γιάννη Γουρζή, τον καλό μου συνάδελφό στην Τράπεζα της Ελλάδος, που το είχε κοσμήσει με τις ξυλογραφίες του. Μ' ένα σακ βουαγιάζ στον ώμο, βάδιζα μεγάλες αποστάσεις, από την εθνική οδό, όπου με άφησε το λεωφορείο, μέχρι το Πανεπιστήμιο. Θυμάμαι τον εαυτό μου ν' αναρωτιέται προς τι τόσες θυσίες, τόση ταλαιπωρία, τόσος πόνος. Απελπισμένη, κλαίγοντας, βάδιζα ολοένα, ολομόναχη, δίχως να γνωρίζω τι ήταν αυτό που μ' έσπρωχνε σ' αυτό το σκοπό, έχοντας στη σκέψη μου τα δυο αγαπημένα μου παιδιά που είχα αφήσει πίσω να τα φροντίζει ο πολυάσχολος σύζυγός μου, ενώ εγώ, η μάνα, τα είχα εγκαταλείψει. Αβάσταχτη ερημιά.

Έκλαιγα, έκλαιγα, μέχρι που έφτασα στα πρώτα σκαλοπάτια του Πανεπιστημίου. Σκούπισα τα δάκρυα και με αποφασιστικό βήμα τ' ανέβηκα και βρέθηκα στο αμφιθέατρο. Κι εκεί ένιωσα ότι κάτι εξαιρετικά σημαντικό είναι για μένα προδιαγεγραμμένο. Τώρα τα πόδια μου έτρεμαν. Σέρνοντας τα βήματά μου πήγα και κάθισα σε μία από τις τελευταίες σειρές. Ένα ρίγος διαπερνούσε όλο μου το κορμί και ιδρώτας αυλάκωνε το πρόσωπό μου...

Όταν το Συμπόσιο τελείωσε, είχα πια συνέλθει και ήμουν εντελώς καλά. Ο Μιχάλης Μερακλής είχε διαβάσει την εισήγησή του για το βιβλίο μου και μαζί πολλά ποιήματά μου. Στη σκέψη μου ήρθαν οι απαγγελίες της Τζένης και του Λυκούργου Καλλέργη από εκείνη την πρώτη παρουσίαση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, που είχε αναπάντεχα εξαιρετική επιτυχία. Είχα βιώσει δύο αξέχαστες εμπειρίες και τώρα επέστρεφα στην Αθήνα, ήρεμη κι ευτυχισμένη.

...στο τέλος του ίδιου καλοκαιριού, μου τηλεφώνησε ο εκδότης μου για να μου πει πως είχε φθάσει για μένα ένα γράμμα από την Νέα Υόρκη. Πήγα τρέχοντας, την ίδια μέρα, να το παραλάβω και κρατώντας το κλειστό στα χέρια μου, ερμήνευσα όλη τη ζωή μου δίχως να γνωρίζω τι γράφει. Το γράμμα ήταν από τον Αντώνη Δεκαβάλλε, επίσημο προσκεκλημένο του Συμποσίου, και διαβάζοντάς το συγκινήθηκα τόσο πολύ, που δεν το αποχωριζόμουν ούτε λεπτό, ακόμα και όταν κοιμόμουν. Από τότε, με τον σημαντικό ποιητή, και διακεκριμένο άνθρωπο των γραμμάτων, ξεκινήσαμε να αλληλογραφούμε, μέχρι που χάθηκε. Μου δώρισε τον πρόλογο στο δεύτερο βιβλίο μου, την Αναπαράσταση του Ανέφικτου, ένα βιβλίο αφιερωμένο στον Γιάννη Ρίτσο*, τον γίγαντα της λογοτεχνίας, που με έπεισε να ασχοληθώ σοβαρά με την ποίηση. Σαν ένδειξη απέραντης ευγνωμοσύνης προς τον Αντώνη Δεκαβάλλε, του αφιέρωσα το τέταρτο βιβλίο μου Σφυρήλατο μετάξι. Ο πρόλογός του είχε γίνει η αιτία να εκδοθεί η Αναπαράσταση του ανέφικτου, όπως μου εξομολογήθηκε ο τότε υπεύθυνος, για τους νέους συγγραφείς, συνεργάτης του εκδοτικού οίκου.

Τον Αντώνη Δεκαβάλλε δεν τον γνώρισα ποτέ από κοντά. Όμως με την αλληλογραφία τόσων ετών, είχα την τύχη να γνωρίσω έναν εξαιρετικά σημαντικό Άνθρωπο που τώρα φέγγει, πάμφωτος, στα βάθη των μεγάλων οριζόντων.
Γιώγια Σιώκου

Περισσότερα:
- Ο Αντώνης Δεκαβάλλες, στα Παρακείμενα
-
Ο Αντώνης Δεκαβάλλες, στο Μετά τιμής
-
Η Γιώγια Σιώκου, στο Γράμμα σε χαρτί
-
Η Γιώγια Σιώκου, στο Μετά τιμής
-
Το προσωπικό site της ποιήτριας

* Στο τελευταίο τεύχος (504 - Ιούλ. 2009) του διμηνιαίου περιοδικού
λόγου και τέχνης "Νέα Σκέψη", και υπό τον τίτλο "Ο πατέρας μου,
ο Γιάννης Ρίτσος
", δημοσιεύεται η συνέντευξη που παραχώρησε
η Έρη Ρίτσου στην Γιώγια Σιώκου, με αφορμή τις τιμητικές εκδηλώσεις
του Υπουργείου Πολιτισμού και του ΕΚΕΒΙ, στο πλαίσιο του "Έτους Ρίτσου.

Ετικέτες , ,

30 Ιουλ 2009

79 ~ Δήμος Σκουλάκης: πορεία προς την αυτοπεποίθηση

* Όταν ανακοίνωσα στον πατέρα μου την πρόθεση να πάω στην Καλών Τεχνών και να γίνω ζωγράφος, μου λέει: «Δηλαδή θα γίνεις ομοφυλόφιλος», επηρεασμένος από τον Τσαρούχη τον οποίο γνώριζε. Του είπα: Μα ο Παπαλουκάς δεν ήταν ομοφυλόφιλος. Και μου απαντά, «ναι αλλά θα πεινάσεις, σαν κι αυτόν. Ξέχασέ το, θα δώσεις στη Σχολή Ευελπίδων». Ενοχλήθηκε τόσο, που άρχισε να σπάει τα τελάρα που είχα στο δωμάτιο μου, να πετάει τα χρώματα στο πάτωμα, να τα πατάει. Κοίταγα τα πατημένα σωληνάρια. Σαν πτώματα ήτανε. Με πιάσανε τα κλάματα. Σκεφτόμουν έντονα την αυτοκτονία. Έλεγα πως αν δεν γίνω ζωγράφος, δεν έχει νόημα να ζω.

Η συμπαράσταση ήρθε από τη μάνα και κυρίως από τη θεία μου την Παπαστεφάνου. Κανόνισαν κι έφυγα για το Παρίσι. Εκεί έπαιρνα τότε τα χρήματα που μου έστελναν από τον φίλο της θείας μου, τον Κριστιάν Ντιορ. Μάλιστα με ρώτησε αν θέλω να γίνω σχεδιαστής μόδας, να πάω με τα άλλα παιδιά, να με διδάξει. Ανάμεσα στα «παιδιά» ήταν και ο Πιερ Καρντέν.

*...ήθελα ένα κοτλέ κοστούμι σαν του Μοντιλιάνι, είχα λίγα χρήματα, πήγα στον Πιερ Καρντέν, μου το έφτιαξε και δεν δεχόταν να πληρωθεί. Ήμουν ο πιο κομψός αδέκαρος στο Παρίσι... Γύριζα σε μουσεία, σκόρπαγα το χρόνο μου. Έπινα, φλέρταρα και καμιά φορά ζωγράφιζα. Συνόδευα τη μοναξιά μου με ποτό. Από τότε άρχισε η συνήθεια να πίνω.

Η πρώτη [μου εξάρτηση] ήταν με το μύθο των ανθρώπων. Όπως με τον Μοντιλιάνι που τον θεωρούσα μοναδικό ζωγράφο. Τελικά κατάλαβα ότι είναι καλός ζωγράφος, όχι ο μέγιστος. Τώρα με αγγίζουν μέχρι δακρύων αισθητικά ο Βαν Γκονγκ, ο Λωτρέκ. Ολοι οι καταραμένοι...

* η Ποπ Αρτ είναι μια ζωγραφική που με είχε αφήσει άναυδο. Την είδα κυρίως πολιτικά. Είμαστε τότε μια ομάδα αριστερών ζωγράφων, που δεν μας άρεσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Μας δημιουργήθηκε λοιπόν μια μεγάλη επιθυμία με την Ποπ Αρτ, αλλά και μια μεγάλη παρανόηση. Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβουμε ότι η Ποπ Αρτ δεν ήταν επαναστατική ζωγραφική, αλλά μια διαμαρτυρία στην κατανάλωση και παράλληλα υποστήριξη της κατανάλωσης... Επανάσταση στη ζωγραφική μπορείς να κάνεις με τη δουλειά σου. Αλλά επανάσταση στην κοινωνία με τη ζωγραφική δεν μπορείς να κάνεις.

* Ζωγράφιζα μέσα από τις φωτογραφίες, τα πολιτικά γεγονότα, μέχρι το 1967, όταν ήρθε η χούντα. Περνάω στην παρανομία, αναγκάζομαι να φύγω στο εξωτερικό και πρωταρχικό πλέον στοιχείο στη ζωή μου είναι να πέσει η δικτατορία. Πού καιρός, χώρος, λεφτά, μυαλό για ζωγραφική τότε. Απομακρύνομαι και από τα δύο κομμάτια του ΚΚΕ, το οποίο διασπάστηκε και ιδρύουμε το ΕΚΚΕ, από το οποίο αποχώρησα το '75.

* Το ποτό υπάρχει στη ζωή μου συνεχώς. Ξαναγυρίζω το 1977 οτο σκίτσο και τις εφημερίδες για βιοπορισμό. Θέλω να ζωγραφίσω, αλλά δεν τολμάω. Βλέπω έκθεση του φίλου και συμμαθητή μου Χρόνη Μπότσογλου, του Ψυχοπαίδη και άλλων, αρρωσταίνω, με πιάνουν τα κλάματα, πάω και μεθάω. Την ίδια εποχή γνωρίζω και τη σημερινή μου γυναίκα, την Αθηνά Ραπίτου, γεγονός πολύ καθοριστικό για μένα. Μια μέρα πάμε στο σπίτι του Μπότσογλου, όπου ανακαλύπτει η Αθηνά έργα μου που τα φύλαγε ο Χρόνης. Καταλαβαίνει ότι είμαι ζωγράφος. Δεν το έλεγα μέχρι τότε, το είχα θάψει μέσα μου, ένιωθα ότι είχα ξοφλήσει ως ζωγράφος. Μου έκανε δώρο ένα καβαλέτο, με στήριζε με κάθε τρόπο. Παράλληλα ο Μπότσογλου μου ζωγραφίζει το πορτρέτο. Ποζάρω, κάθομαι στον καναπέ, βλέπω την πίσω πλευρά του τελάρου, βλέπω το πινέλο να βγάζει τις χαράξεις και να στήνεται το έργο, δεν βλέπω τι ζωγραφίζει. Η μυρωδιά του χρώματος, η όλη διαδικασία, η εικόνα του να δημιουργεί εν θερμώ, με τρέλαιναν. Αυτή η διαδικασία έπαιξε κινητήριο ρόλο. Πριν τελειώσει το έργο του Χρόνη, τις ώρες που γυρίζω από την εφημερίδα το βράδυ, ως το πρωί προσπαθώ να ζωγραφίσω. Κάνω μια σειρά πίνακες που τους κατέστρεψα και καλά έκανα διότι ήταν κακοί. Αυτό επέτεινε τη δυσφορία, το αίσθημα ανικανότητας, την έλλειψη αυτοεκτίμησης. Πίνω υπερβολικά. Συνειδητοποιώ ότι είμαι αλκοολικός... άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα, τρεμούλες στα χέρια, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας. Βρισκόμαστε στο 1979. Στριφογυρίζω σαν τρελός στο ατελιέ και μου ήρθε σωτήρια στο μυαλό, τόσα χρόνια μετά, η ρήση του Τσαρούχη. «Βάλε ένα καθρέφτη απέναντι και φτιάξε τον εαυτό σου». Παίρνω ένα τελάρο, βάζω τον καθρέφτη απέναντι και βγαίνει η αυτοπροσωπογραφία μου. Τελειώνω τρεις η ώρα τη νύχτα. Δεν έχω τηλέφωνο, πηγαίνω σε ένα μπαρ, τηλεφωνώ στον Μπότσογλου και του λέω «Χρόνη, θέλω να έρθεις τώρα». Παίρνει ένα ταξί κι έρχεται. Μόλις βλέπει το έργο, λέει «το έσπασες το τσόφλι. Καλώς ήρθες στη ζωγραφική».

*...διαπιστώνω μετά θλίψεως ότι έχω εμπόδιο το αλκοόλ. Πιστεύω ότι έχω ξοφλήσει, βουλιάζω σε μια κόλαση αυτοκαταστροφής. Καταφεύγω στο μπουκάλι. Δεν σταματάω [τη ζωγραφική]. Καταλάβαινα ότι δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο, ότι χωρίς ζωγραφική δεν υπάρχω. Αλλά για να κάνω ζωγραφική πρέπει να κόψω το ποτό. Με τη βοήθεια της γυναίκας μου και του ΚΕΘΕΑ αρχίζω έναν σκληρό αγώνα αποτοξίνωσης. Χρειάστηκαν τέσσερα επώδυνα χρόνια για να σταθώ στα πόδια μου. Τέλη του 1984, τελείωσε η ιστορία μου με το αλκοόλ. Δεν είναι τυχαίο πως κόβοντας το ποτό άρχισα σιγά σιγά να αγαπάω τον εαυτό μου και τους άλλους.

Τέλος του '84 εκθέτω εβδομήντα πορτρέτα στην «Ώρα». Έτσι άρχισε η πορεία στην αυτοπεποίθηση.
Δήμος Σκουλάκης (1939)


Δήμος Σκουλάκης: Ομόνοια (1997)

- για τον Δήμο Σκουλάκη εδώ

* Αποσπάσματα από συνέντευξη του Δήμου Σκουλάκη, στον Γιώργο Δουατζή.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κ της Καθημερινής - τ.170/3.9.2006
*η φωτογραφία είναι από το ίδιο τεύχος

Ετικέτες , ,

12 Ιουλ 2009

78 ~ Μέμος Μακρής: αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά

Έξι η ώρα το πρωί ο ήλιος που σκάει πέφτει μέσα στο δωμάτιό μου και με ξυπνάει. Σηκώνομαι από ένα κρεβάτι μαλακό και, αφού πλυθώ, κατεβαίνω και πηγαίνω κατ' ευθείαν στο ατελιέ μου, όπου ασχολούμαι με την τακτοποίησή του, δηλαδή τη μετατροπή του σε ατελιέ. Γιατί η orangerie είναι ένα κτίριο 10 Χ 4 με μια πλευρά όλο τζαμαρία με πορτοπαράθυρα τζαμένια, αλλά είναι λίγο καταστραμμένη, γιατί οι Γερμανοί την είχανε κάνει σταύλο. Επομένως θέλει μερικές επισκευές, τζάμια και λοιπά. Στις 7 ½ πηγαίνω καμιά πενηνταριά μέτρα πάρα κάτω, όπου είναι μια πισίνα (λίμνη) όπως αυτή του βασιλικού κήπου, και παίρνω το μπάνιο μου. Είναι αρκετά βαθειά ώστε να κολυμπάω. Στις 8.00΄ η γυναίκα, που ήτανε μαγείρισσα στον πρώην πυργοδεσπότη και μένει σε ένα από τα βοηθητικά σπίτια του κτήματος, με φωνάζει για το πρωινό που συνίσταται σε γάλα με καφέ, βούτυρο και ψωμί και φρούτα από τον κήπο. Μετά ξαναγυρίζω στο ατελιέ όπου εργάζομαι. Ένα κοριτσάκι, του περιβολάρη που έχει έρθει εν τω μεταξύ για να μου ποζάρει ως τις 11 ½, οπότε ξαναπαίρνω το μπάνιο μου και πηγαίνω και τρώγω καλομαγειρεμένο φαΐ. Μετά, αφού ξαπλώσω λίγο στο ωραίο κρεβάτι ή επάνω στη χλόη κάτω από πανύψηλες καστανιές, παίρνω το μπλοκ μου και γυρίζω στον κήπο και σχεδιάζω ό,τι βρίσκω μπροστά μου, κότες, κουνέλια, σαλίγκαρους, φύλλα καστανιάς, τοπίο, παιδιά. Στις 6 ½ ξαναγυρίζω να φάω και, αφού κάνω μια καλή βόλτα, γυρίζω στο δωμάτιό μου όπου διαβάζω (σκέψου το παθαίνω και αυτό) ως στις 9 ½' μετά ύπνος. Ελπίζω να ζηλεύεις. Δεν ξεύρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ζωή, για πόσο καιρό θα με αφήσει εκεί ο πυργοδεσπότης και πόσο καιρό ακόμα θα έχω λεφτά για να πληρώνω τη γυναίκα, η οποία είναι 72 χρονών (για να μη γίνει παρεξήγηση), για να μου δίνει αυτό το φαΐ που δεν το έκανα ποτέ στη ζωή μου. Καθώς βλέπεις αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά. Μόνο που αισθάνομαι λίγο μόνος. Τον μόνο άνθρωπο που βλέπω είναι ο περιβολάρης, η μαγείρισσα και τα δυο παιδάκια, του περιβολάρη, αλλά πάντως τουλάxιστο για λίγο καιρό θα μου κάνει καλό και η μοναξιά, γιατί την επιθυμούσα και γιατί έxω μια όρεξη για δουλειά τρομερή. Αν κατορθώσω να οργανωθώ καλά, βρω τα απαιτούμενα και μ' αφήσει και ο ιδιοκτήτης, θα πρέπει να βγάλω δουλειά. Εάν δεν βγάλω, τότε θα πει πως είμαι ένας ηλίθιος και σεις ακόμα περισσότερο που με στείλατε εδώ. - (20 Αυγ. 1947)
Μέμος Μακρής (1913-1993)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο Αγαπητή Τατιάνα
- εκδ. Ίκαρος, 2003
* φωτογραφίες: η πρώτη από το commons.wikimedia.org,
και η δεύτερη από το βιβλίο

Ετικέτες , ,

24 Ιουν 2009

77 ~ Λιλίκα Νάκου: η σωτηρία κι η περιπέτεια φανερώθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου.

Ταξίδι προς τα βόρεια
Ένα μεσημέρι με καλεί στο γραφείο του ο διευθυντής.
- Ακόμα εδώ είσαι; Πότε θα φέρεις τ' αρκουδάκι από τη Λαπωνία; Θέλω και ρεπορτάζ για τη Σουηδία, δεν είπαμε;
- Να φύγω, κύριε διευθυντά, αλλά με τι χρήματα; Θέλω να τακτοποιήσετε τις 2.800, τον τακτικό μου μισθό, που θα παίρνει εδώ ή μητέρα μου, και ξέχωρα το ταξίδι μου και τα έξοδα εκεί.
- Καλώς. Θέση τζάμπα σε βαπόρι θα σου εξασφαλίσω. Και κάτι θα πάρεις κι από δω. Τ' άλλα, όταν βγεις στο Γκότενμποργκ, στο λιμάνι, θα τα βρεις εκεί, σε τράπεζα. Σύμφωνοι;
- Σύμφωνοι, κύριε διεθυντά.

Καθώς έβγαινα από το γραφείο, συναντώ τον Νίτσο. Μου λέει:
- Βρε χαζή, έπρεπε να ζητήσεις προκαταβολή! Αν δεν σου στείλουν τα λεφτά εκεί που θα πάς, τι θα κάνεις;

Όπως φάνηκε ύστερα, είχε δίκιο όπως πάντα. Και μ' όλες τίς διαμαρτυρίες της μητέρας μου που δε συμφωνούσε γι' αυτό το ταξίδι, έφυγα. Ήταν, θυμάμαι, τέλη Μαΐου. Το βαπόρι που μου είχε βρεί θέση ο συνταγματάρχης, μετέφερε κάρβουνα κι ήταν του πνιγμού: παλιό, μικρό, βρώμικο. Η τουαλέτα ήταν αεροκρεμαστή στην άκρη του βαποριού, πάνω από τη θάλασσα. Έπρεπε να πιάνεσαι από δυο σίδερα, για να μη χάσεις την ισορροπία σου. Όχι για γυναίκες... Σωστό μαρτύριο. Το δεύτερο βάσανο ήταν ότι κουνούσε πολύ και μύριζε παστουρμά. Κατά τα άλλα ήταν περίφημα. Θαυμάσιος άνθρωπος ο καπετάνιος με τις φωτογραφίες των παιδιών του και της γυναίκας του ολόγυρα στην καμπίνα του:
- Γι' αυτά τα παιδιά και για τούτη τη γριούλα θαλασσοπνίγομαι, μου είπε και μου έδειξε τη φωτογραφία της μάνας του. Αμ, εσύ κοπέλα μου, γιατί ταξιδεύεις;
- Εμένα μ' αρέσει η δουλειά μου, το ελεύθερο ρεπορτάζ Υστερα κι εγώ έxω μάνα, σπιτικό και δεν είμαι πλούσια. Αν δεν εργαστώ, πώς θα ζήσουμε;
- Μπράβο, κοπέλα μου! Μόνο που θα κουνηθούμε στον Ατλαντικό. Παλιό και το καράβι! Και δεν μου λες, συνέχισε ο καπετάνιος, εκεί στο Γκότενμποργκ που θα σ' αφήσω, ξέρεις κανέναν, μήπως και σου συμβεί τίποτα;
- Τι να μου συμβεί, καπετάνιε; Δε θα μείνω εκεί. Θα πάω στον Βορρά, στη Λαπωνία. Ο συνταγματάρχης θέλει να του φέρω μιαν άσπρη αρκουδίτσα για τον ζωολογικό του κήπο.
Ο καπετάνιος γέλασε:
- Να του πεις να βάλει πρώτα εκεί μέσα τον εαυτό του! Τον ξέρω, δα, χρόνια τώρα τον συνταγματάρχη. Χρυσός άνθρωπος, αλλά λίγο βίδα! Άκου ιδέα να σε στείλει ταξίδι με τέτοιο βαπόρι! Έxεις περάσει ποτέ τον Βόρειο Ατλαντικό;

Δεν μου άρεσε καθόλου ο Ατλαντικός. Όλο θυμωμένος είναι και σκοτεινός. Πού η δικιά μας η Μεσόγειος! Όσο και να θυμώσει, μαύρη-μουτζούρα δεν γίνεται. Και να σε πνίξει, θα σε τυλίξει σε λιγάκι σε θαλασσιά ατλάζια. [....] Φτάσαμε τέλος πάντων στις θάλασσες του Βορρά. Κρύο, σκοτεινά τα νερά. Πλήθος θαλασσοπούλια ακολουθούσαν το καράβι που έμοιαζε σαν καρυδότσουφλο πάνω στον ωκεανό. Κοντεύαμε να φτάσουμε στο Γκότενμποργκ, το λιμάνι το ξακουστό της Σουηδίας με σπουδαίο Πανεπιστήμιο, με φάμπρικες μεγάλες, με 600.000 κατοίκους - απ' ό,τι μου είπε ο καπετάνιος. Λυπόμουν που θ' άφηνα τον καλό αυτό άνθρωπο. Είχαμε γίνει φίλοι. Και με το πλήρωμα είχα φιλίες. Παιδιά των νησιών μας τα περισσότερα, τα ένοιωθα σαν αδέρφια. Μου είχαν φερθεί πάντα με σεβασμό και συμπάθεια. Κανένα άτοπο αστείο, ούτε ένα πείραγμα πρόστυχο. Λυπήθηκα λοιπόν αφήνοντας το βαπόρι που μου φαίνονταν σαν ένα κομμάτι Ελλάδα.

Βρέθηκα ξαφνικά μοναχή στο Γκότενμποργκ. Γύρω μου κόσμος άγνωστος: ψηλοί, ξανθοί άνθρωποι άλλης ράτσας, μιλούσαν μια γλώσσα που μου φάνηκε πως συγγένευε με τα Γερμανικά. Με λύπη και κάποια αγωνία απομακρύνθηκα από το Ελληνικό καρβουνιάρικο βαπόρι. Ήταν μια σταλιά κι αυτό με την Ελληνική σημαιούλα του μπροστά στους άλλους γίγαντες του λιμανιού. Ο καπετάνιος μ' αποχαιρέτισε εγκάρδια και μου έδωσε γραπτές τις ημερομηνίες που θα ξαναπερνούσε από δω, για να γύριζα μαζί του πίσω στην Ελλάδα. Η πολιτεία του Γκότενμποργκ ήταν νοικοκυρεμένη, κατακάθαρη: πάρκα ωραιότατα ή μικρές πλατείες με λουλούδια, βρύσες, στέρνες και πάγκους. Παρατήρησα ότι οι άνθρωποι πού κάθονταν στα παγκάκια, νέοι-γέροι, διαβάζανε. Όλοι βάσταγαν ένα βιβλίο στο χέρι. Μου είχε συστήσει ο καπετάνιος μια μικρή πανσιόν, όχι μακριά από το λιμάνι. Την κρατούσε μια πρώην δασκάλα των Γερμανικών. Είχε ζήσει στην Αθήνα, κοντά σε κάποια οικογένεια, και γνώριζε Έλληνες. Η φράου Μπετίνα κουτσομιλούσε τα Ελληνικά. Μου έδωκε το φτηνότερο μοναχικό δωμάτιο που είχε. Ήταν καθαρότατο, όπως όλα στη Σουηδία. Ευθύς την άλλη μέρα, πέρασα από την τράπεζα να δω αν φτάσανε τα λεφτά, ώστε να εξακολουθήσω το ταξίδι. Ευγενέστατος ο υπάλληλος κυττά τα χαρτιά του, συμβουλεύεται τα τεφτέρια του, ρωτά έναν διπλανό του, με κυττάζει, ρωτά ξανά τ' όνομά μου μήπως γίνηκε κανένα λάθος, ρωτά τ' όνομα του αποστολέως. Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Έxει xάζι να μη στείλανε τα λεφτά! Τι θα γινόμουν δίxως πεντάρα στο Γκότενμποργκ καi πώς θα συνέxιζα το ταξίδι μου στη Λαπωνία; Στo τέλος μου λέει στα Γερμανικά:
- Δυστυxώς τα λεφτά δεν ήρθαν ακόμα. Περάστε αύριο!

Λες καί καταλαβαίνει την αγωνία μου ό άνθρωπος καί μου ξαναλέει με μαλακότερο τρόπο:
- Ε, ασφαλώς θαρθούνε αύριο. Ξαναπεράστε!

Αυτό το «ξαναπεράστε» πόσες φορές δεν τ' άκουσα! Δεκαπέντε μέρες στο Γκότενμποργκ, κάθε μέρα πήγαινα και ρωτούσα στην τράπεζα. Στο τέλος λαβαίνω από τον εκλεκτό συνάδελφο Παπαγεωργίου ένα γράμμα που μου έλεγε τα εξής: «Ναι μεν ο συνταγματάρχης έδωσε τα λεπτά να σου τα στείλουν, εκείνος όμως που τα παρέλαβε, τα έπαιξε στον Ιππόδρομο, και τα έχασε. Ο διευθυντής έγινε έξω φρενών, όταν το έμαθε, δεν πρόκειται όμως να σου στείλει άλλα. Κανόνισε την πορεία σου και γύρισε πίσω».

Ο καλός ο Παπαγεωργίου! Είχε την έννοια μου! Αλλά τι πορεία να κανονίσω; Τα λεφτά μου δεν με φτάνανε ούτε να πληρώσω την πανσιόν όπου έμενα! Ύστερα τι θα έτρωγα ώσπου να περάσει το Ελληνικό καράβι; Ζαλισμένη από τις σκοτούρες, πήγα και κάθησα σ' έναν πάγκο, σε κάποιο μικρό πάρκο. Στη μέση υπήρχε μια τεχνητή λίμνη. Γύρω-γύρω την πλαισιώνανε κάτι δεντράκια, σαν κλαίουσες. Μα ούτε το τοπίο έβλεπα, ούτε πιο πέρα, έναν μικρό πίδακα που στόλιζε το πάρκο. [....] Εκεί-δα λοιπόν που καθόμουν και κύτταζα έναν σκίουρο να πηδά σε κάποιο δέντρο, η σωτηρία κι η περιπέτεια φανερώθηκαν αναπάντεχα μπροστά μου.

Μια παράξενη ρεπόρτερ
Η σωτηρία παίρνει πολλές απροσδόκητες μορφές στα μάτια των απελπισμένων. Για μένα ήρθε σαν ένα σκυλάκι μ' αφτιά μεγάλα, μισόστραβο ακόμα, που πήγε γραμμή κι έπεσε, εκεί μπροστά μου, στη στέρνα του μικρού πάρκου. Αυθόρμητα, δίχως να το καλοσκεφτώ, τρέχω, σκύβω πάνω από την πεζούλα κι απλώνω το χέρι να το πιάσω, μα γλυστρώ και πέφτω στο νερό. Η στέρνα ήταν αρκετά βαθιά. Κολυμπώ και κρατώντας το σκυλί βγαίνω έξω. Γύρω μου είχαν μαζευτεί καμπόσοι άνθρωποι και χαζεύανε.

Ξαφνικά μπροστά μου παρουσιάζεται μια πανύψηλη αντρογυναίκα ακαθορίστου ηλικίας. Φορούσε ταγέρ αντρικά ραμένο. Η φούστα της - πριν γίνει της μόδας - έφτανε ίσαμε το γόνατο. Κομένο το μαλλί, κασκέτο στο κεφάλι, πίπα στο στόμα και μπαστούνι στο χέρι. Αρπάζει το σκυλάκι έτσι, βρεγμένο καθώς ήταν, στην αγκαλιά της. Με τ' άλλο της χέρι παίρνει καί σφίγγει το δικό μου τόσο δυνατά, που έμπηξα μια φωνή: με σακάτεψε! Και μιλώντας χοντρά μού συσταίνεται:
- Μις Ρίντ, δημοσιογράφος του «Νταίηλυ Εξπρές».
- Μιλώ άσχημα Αγγλικά, της λέω. Δεν μιλάμε Γαλλικά καλύτερα;
- Ω, γιές! μου κάνει. Κι εγώ θέλω να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Λογαριάζω να μείνω μόνιμα στη Γαλλία ως ανταποκρίτρια της εφημερίδας μου.

Ήθελε κουβέντα. Της λέω:
- Όπως βλέπετε, είμαι μούσκεμα από το νερό. Μένω δίπλα, να, σ' αυτό το δωμάτιο της μικρής πανσιόν. Να πάω ν' αλλάξω μια στιγμή και τα λέμε. Με περιμένετε;

Η μις Ρίντ με περίμενε κι άμα γύρισα, καθήσαμε στον πάγκο. Σκούπιζε με το κασκόλ το σκυλάκι της.
- Είναι σχεδόν τυφλό, μου λέει. Πάσxει από καταρράκτη. Θα του κάνω σύντομα εγxείρηση. Αγαπάτε τα ζώα; με ρώτησε.
Τη βεβαίωσα πώς ναι.
- Ε, τότε, η τύxη σάς έστειλε μπροστά μου!

Πριν όμως ανοίξουμε συζήτηση, της λέω ποια είμαι, βγάζω την ταυτότητα μου ως δημοσιογράφου και της διηγούμαι πώς βρέθηκα στο Γκότενμποργκ, να μη με πάρει για καμιά απατεώνισσα.
- Ολ ράιτ! λέει η μις Ρίντ. Τώρα θα σου πω κι εγώ ποια είμαι. Έχεις διαβάσει το βιβλίο του Ρίντ «Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο», για την επανάσταση της Ρωσίας; Ε, λοιπόν, είμαι αδερφή του συγγραφέα. Κι εγώ δημοσιογράφος. Γυρίζω τον κόσμο κάνοντας μεγάλα ρεπορτάζ που πρώτα δημοσιεύονται στην εφημερίδα μου κι ύστερα βγαίνουν σε βιβλία. Έχω γυρίσει τα περισσότερα μέρη της Αφρικής, έχω πάει ως τα μοναστήρια του Θιβέτ, στην Ασία. Τα βιβλία μού αποφέρουν πολλά χρήματα. Ακόμα και στον πόλεμο με τους Μάου-Μάου μ' έστειλε η εφημερίδα μου.

Ένοιωσα σαν ψύλλος μπροστά της. Κάτι νόμιζα πως είχα κάνει κι εγώ γυρίζοντας Γαλλία, Ιταλία, Ελβετία... Και με τι στερήσεις! Η εφημερίδα της την πλήρωνε καλά. Ενώ οι δικές μας! Όλο μιζέρια κι ο τόπος μας κι οι εφημερίδες μας με τους αχόρταγους ιδιοκτήτες! Ας είναι! Όλοι το ξέρουμε: φτωχός τόπος, όλα φτωχά. Η μίς Ρίντ λοιπόν εξακολούθησε:
- Άκουσε! Εγώ τώρα έχω σκοπό να γράψω ένα βιβλίο για τους Λάπωνες, για τη ζωή τους, τα έθιμα τους, για τις μαγείες που γνωρίζουν. Ξέρεις πως από μακριά μπορούν να κάνουν να ψοφήσει το μισό κοπάδι τάρανδοι κάποιου εχθρού τους; Με τι τρόπο; Αυτό ήθελα να μάθω. Έχω λοιπόν σκοπό να πάω στη χώρα τους, να τραβήξω απάνω, προς τον Μεγάλο Βορρά. Στο μεταξύ θα ήθελα να εξασκηθώ στα Γαλλικά. Τα μιλώ άσχημα, όπως ακούς. Θέλεις να γίνεις γραμματικός μου κι ό,τι γράφω να το μεταφράζεις στα Γαλλικά;
Λιλίκα Νάκου (1904-1989)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο:
Λιλίκα Νάκου, Το χρονικό μιας δημοσιογράφου
εκδ. Δωρικός, 1981
* φωτογραφία: viotikoskosmos.wikidot.com
* σκίτσο: culture.ana.gr

Ετικέτες , ,

08 Ιουν 2009

76 ~ Harold Norse: Δεν είμαι άνδρας

Δεν είμαι άνδρας. Δεν μπορώ να κερδίσω το ψωμί μου, παρά μόνο καινούργια πράγματα για την οικογένειά μου.
Έχω ακμή και μικρό πουλί.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν γουστάρω το ποδόσφαιρο, την πυγμαχία και τα αυτοκίνητα.
Μ' αρέσει να εξωτερικεύω την ευαισθησία μου. Μ' αρέσει ακόμα ν' αγκαλιάζω
το φίλο μου απ' τους ώμους.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν θέλω να παίξω το ρόλο που μου όρισαν - το ρόλο που έπλασαν
η Μάντισον Άβενιου, το Play Boy, το Χόλλυγουντ και ο Όλιβερ Κρόμγουελ,
η Τηλεόραση δεν υπαγορεύει την συμπεριφορά μου.

Δεν είμαι άνδρας. Κάποτε που πυροβόλησα έναν σκίουρο, ορκίστηκα πως δεν θα
ξανασκοτώσω. Έκοψα το κρέας. Η θέα του αίματος με αρρωσταίνει.
Μ' αρέσουν τα λουλούδια.

Δεν είμαι άνδρας. Μπήκα φυλακή επειδή εναντιώθηκα στην υποχρεωτική στράτευση.
Δεν τσακώνομαι όταν ένας "αληθινός" άνδρας μoύ επιτίθεται και με κράζει "αδελφή".
Απεχθάνομαι τη βία.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν έχω βιάσει ποτέ γυναίκα. Δεν μισώ τους μαύρους.
Δεν συγκινούμαι όταν η σημαία κυματίζει. Δεν νομίζω ότι πρέπει ή ν' αγαπώ
την Αμερική ή να την εγκαταλείψω. Νομίζω πως θα γελούσα μ' αυτό.

Δεν είμαι άνδρας. Ποτέ δεν είχα γονόρροια.

Δεν είμαι άνδρας. Το Play Boy δεν είναι το αγαπημένο μου περιοδικό.

Δεν είμαι άνδρας. Κλαίω όταν είμαι δυστυχισμένος.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν αισθάνομαι ανώτερος από τις γυναίκες.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν φοράω σπασουάρ.

Δεν είμαι άνδρας. Γράφω ποίηση.

Δεν είμαι άνδρας. Διαλογίζομαι πάνω στην ειρήνη και την αγάπη.

Δεν είμαι άνδρας. Δεν θέλω να σε καταστρέψω.

Σαν Φρανσίσκο, 1972

Χάρολντ Νορς (6 Ιουλίου 1916 - 8 Ιουνίου 2009)


Ετικέτες , ,

20 Μαϊ 2009

75 ~ Γιώργος Β. Μακρής: ...ονειρευόμουν τον παράδεισο, όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας.

Μέσα στο στήθος ένα αίσθημα ανακούφισης, που μου θυμίζει κάτι σαν καραμέλες μέντας και οδοντόκρεμες. Κι ένα πνεύμα σκωπτικό και κάπως σκληρό, αλλά δίκαιο, ευγνώμον, «που ήδη γνωρίζει», που σχεδόν κυμαίνεται ανάμεσα στη σκληρότητα και την τρυφερότητα. Είναι ένα αγαθό, μεγάλο κορίτσι. Θα πάμε μαζί για μπάνιο. Στα τραπεζάκια του «Ζώναρ'ς» φλυαρούμε ώρες ατέλειωτες.

Η Ζοζέτ μου έγραψε, ρωτώντας με, αν διατηρώ γι' αυτήν αισθήματα φιλίας, επειδή έχω καιρό να της γράψω, κι αν θα 'θελα να συνεχιστεί η σχέση μας, ή μήπως θα προτιμούσα ν' αρχίσει να με ξεχνάει. Της απαντώ, πως δεν έπαψα να την αγαπώ — και το πιστεύω. Πως δε θα 'θελα να χωρίσουμε, αλλά να ξορκίσω «το ξένο σώμα που την αλλοτριώνει», με άλλα λόγια τη συμβατικότητα και την παρανόηση. Ωστόσο αναρωτιέμαι, μήπως εκείνη είναι που νιώθει από την πλευρά της μια τέτοια ανάγκη. Προσθέτω στο γράμμα μου πως, σε μια τέτοια περίπτωση, δε θα 'θελα εγώ να την εμποδίσω, και πως είναι εντελώς ελεύθερη να αποφασίσει. Και πως εγώ πάντως, έχω πάρει την απόφαση να μη δημιουργήσω άλλον ερωτικό δεσμό, να μην έχω παρά εφήμερες σχέσεις, ακόμη κι αν μπω σε πειρασμό, ωσότου αυτός ο προβληματικός έρωτας να φανερώσει το αληθινό του πρόσωπο.

Στην Αθήνα η Ζοζέτ με κούρασε πολύ, αλλά:
1. Ελπίζω μια μέρα να καταλάβει.
2. Δεν θέλω να της επιβάλω εγώ αυτή την αναμονή.
3. Σιχαίνομαι τις τυπικές μονογαμικές σχέσεις και την πλαστή τους ταύτιση με τον έρωτα.
4. Θα ήθελα να διακόψει εκείνη από μόνη της, αν το θέλει, δίχως να μου το ζητήσει πλαγίως, αν, στο μεταξύ, δημιουργήσει μιαν άλλη σχέση, πιο ουσιαστική.
5. Κι όμως την αγαπώ, υπάρχει ακόμα μέσα μου όλη εκείνη η δευτερογενής επιθυμία, που γεννήθηκε μετά το πρώτο μας πλησίασμα. Όλ' αυτά δημιουργούν μια περίπλοκη, και αναμφισβήτητα τραυματική κατάσταση, κι ιδιαίτερα για κείνην, που δεν έχει και λίγα προβλήματα. Βέβαια, δεν ταυτίζεται τελικά με την πρώτη μου εικόνα, στην οποία συνεχίζω να ' μαι προσηλωμένος (στο όνειρο μάλλον, παρά στην πραγματικότητα, όπως διαμορφώθηκε). Ωστόσο θα την καταλάβαινα, αν με ξέχναγε' κι ακόμη, αν είχε άλλες σχέσεις, εφήμερες. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το αντιμετωπίζω σχεδόν με τρυφερότητα, κι όχι επειδή είμαι διεστραμμένος. Αν όμως κάνει μια επένδυνση σε άλλον, και μείνει κοντά μου από συνήθεια (αλλοτρίωση), ή από φόβο μη με πληγώσει, όχι' τότε θα φύγω. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα προτιμούσα να φύγει εκείνη. Ένα άλλο μαρτύριο: καταλαβαίνει άραγε τι εννοώ, όταν λέω πως την αγαπώ; Έχω πάντα μεγάλη δυσπιστία στα τυποποιημένα φερσίματά της, όσο κι αν η ένδειξη ότι πέρασε τη μεγάλη δοκιμασία, την προβάλλει συνεχώς στα μάτια μου σαν το ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ... [σημ: κενό στο χερόγραφο]

[....] Πειρασμός να της γράψω ότι, ναι, πρέπει ν' αρχίσει να ξεχνάει ό,τι έγινε, με την αίσθηση ότι ίσως έτσι να λυτρωθεί από ένα βάρος, καθώς άλλωστε κι εγώ (;).

Η γυναίκα που οραματίστηκα στην κάμαρη της Μαδουρής, μπορεί να είναι απαράλλαχτη η Ζοζέτ. Όμως δεν είναι. Δεν είναι καμιά. Από τη Ζοζέτ έχει την τάση του συνεχούς παιχνιδιού, κατάρα και ευλογία. Από τις άλλες, την τρυφερότητα που νιώθω γι' αυτές, και τη λύπη μου που είμαι ένας άνθρωπος αποσπασματικός, χαμένος στο επουσιώδες, εντελώς ανίκανος για το ουσιώδες, και που τις κομματιάζει κι αυτές.

Γιατί συχνά, θέλοντας να μείνουμε πιστοί σ' ένα δράμα, καταλήγουμε να κολλάμε σε ασημαντότητες.

Όχι, τίποτε απ' όλα αυτά δε σκέφτηκα στην ψηλοτάβανη κάμαρη της Μαδουρής. Η νύχτα κι οι ψιθυρισμοί των δέντρων έμπαιναν από τα ορθάνοιχτα παράθυρα, και μια ταχύρροη ουσία, που όλα τα εμπεριείχε —σαν εγγεγραμμένα— παρακαλούσε να βγει από τα όρια του πραγματικού, να ενωθεί και να συμφιλιωθεί με το σύμπαν, όπως κάνει ο σαμάνος από την κορυφή του δέντρου για την ψυχή του αρρώστου. Τότε, η κενή θέση θα πρέπει να 'ταν η θέση μιας γυναίκας που να συνοψίζει όλους τους τύπους των γυναικών, η θέση της οποιασδήποτε γυναίκας-συντρόφου, μες στη μαγεία και την αγωνία του κόσμου. Θα λυπόμουν που δεν ήρθε η Μαρία, θ' αγαπούσα τη Ζιζέλ, θα εξιχνίαζα το αίνιγμα της Ζοζέτ, που την αγαπώ (χωρίς αίνιγμα). Η Μαρία πρέπει να χορέψει στο μπαλέτο σε τρεις μέρες, μα κι αν δεν είχε αυτή την υποχρέωση, πάλι δεν θα 'ρχόταν μετά τον καβγά μας. Όταν εκείνη ήθελε να 'ρθεί, βρήκα κάποιο πρόσχημα ν' αναβάλω το ταξίδι στο «νησί», που υποτίθεται πως συμβολίζει άλλο πράγμα, κλπ.

Μα ποιος νομίζεις πώς είσαι; Και γιατί;

Οι βάτραχοι και τα τριζόνια, η σκάλα που τρίζει, κάτι γαβγίσματα μακρινά δώσαν τη μόνη απάντηση που αξίζει.

Αποκοιμήθηκα ξεκαρδισμένος στα γέλια, ξέροντας πως είμαι γελοίος, κι ωστόσο ευχαριστημένος με την κατάσταση αυτή. Αν η Μαρία βρισκόταν εδώ, θα ποθούσα το μελαχρινό καί λυγερό κορμί της• το νυχτερινό σπίτι θα γέμιζε από τις ερωτικές κραυγές μας.

Ακόμα και τη Μαρία (χμ!) θα την αγαπούσα, μέσα στην αγάπη μου για το σύμπαν, τόσο που να μην αγαπώ άλλην καμιά.

Κοιμήθηκα βαθιά, ολομόναχος, κι ονειρευόμουν τον παράδεισο, όπου δεν καταφέρνουμε να βρεθούμε, από βλακεία μας.

Ξαναβουτάω στη θάλασσα στις έξι το πρωί, ακριβώς την ώρα που ανατέλλει ο ήλιος. Ξεπλένομαι απ' όλα μέσα στο ΟΛΟΝ, και υπόσχομαι να είμαι ευτυχής... [1963;]
Γιώργος Β. Μακρής (1920-1968)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο, που είναι γραμμένο στα γαλλικά
και έχει μεταφρασθεί από τον Ε.Χ. Γονατά, είναι από το
κεφάλαιο: Σκέψεις - Φύλλα ημερολογίου, του βιβλίου
"Γραπτά Γιώργου Β. Μακρή"
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986
* οι φωτογραφίες είναι από το ίδιο βιβλίο


Links:
Γιώργος Β. Μακρής, στο χωρίς άλλη αναβολή
Γιώργος Β. Μακρής, στο Γράμμα σε χαρτί

Ετικέτες , ,

02 Μαϊ 2009

74 ~ Κωστής Παλαμάς: Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα

Τα παιγνίδια, που έπαιζα παιδί, σχεδόν όλα παιγνίδια δημιουργημένα μέσα στη μοναξιά, ρυθμισμένα μονάχ' από τη φαντασία. Τα παιγνίδια που γύρευα, που αυτοσχεδίαζα, που καλλιτεχνούσα, που αγαπούσα, και που μεθούσα μ' εκείνα. Τα έπαιζα καταμόναχος, φυλακισμένος μέσα στο σπίτι. Τα παιγνίδια μου, όσο κι αν είτανε πιο πολύ κοριτσιού, είχαν όλη του αρσενικού την ορμή, την πρωτοβουλία, την τρέλα. Γινόμουν αράδα αράδα, κατά την περίσταση και κατά τα κέφια μου, δεσπότης, ιεροκήρυκας, δημοδιδάσκαλος, καθηγητής, περιηγητής, γιατρός, στρατηγός, στρατιώτης, συνομιλητής, λιμαδόρος. Φλυαρούσα, ξεφώνιζα, κουβέντιαζα, ρητόρευα, λειτουργούσα, έψελνα, έδερνα, ανεβοκατέβαινα, αγωνιζόμουνα με τους καναπέδες και με τις καρέκλες, με τα βιβλία και με τα τραπέζια, έπιανα γνωριμίες και ξεσυνερίσματα με τους τοίχους, με τα ξύλα, με τα έπιπλα, με τα φουστάνια. Είχα δοσοληψίες με τα λουλούδια και με τις κοπριές, με τα μερμύγκια της γάστρας και με τα σαμάρια των γαϊδουριών' μόνο τους ανθρώπους γύρω μου δεν τους λογάριαζα. Το ρυθμό του κόσμου τον αναποδογύριζα. Οι άνθρωποι μου είτανε τα υλικά και τ' άψυχα' δεν καταδεχόμουνα να τα προσέξω. Οι ζωντανοί μου, όσοι είτανε για τους άλλους τ' άψυχα. Τον κεντιστό για μένα από την ξαδέρφη μου χαρτοφύλακα του σχολείου, που είχα για τα βιβλία μου, τον έκαμα δεσποτική μίτρα καί τον εφορούσα όταν έπαιζα: Με μια σύνοψη στο χέρι πρωτοστατούσα μεγαλόπρεπα σ' εκκλησιαστικές ιερουργίες. Τη στενή κάμαρα που βρισκόμουνα την έκανα διαδοχικά με το «γεννηθήτω φως» της φαντασίας μου, χωρίς καμιά διασκευαστική φροντίδα, την έκανα άγιο βήμα, νάρθηκα, άμβωνα, ιερό. Της εκκλησιάς αυτής είμουνα ο καντηλανάφτης, ο αναγνώστης, ο επίτροπος, ο διάκος, ο παπάς, ο επίσκοπος, ο ψάλτης, ο ενορίτης. Μαζί και αράδ' αράδα. Έπειτ' άλλαζα τη σκηνογραφία. Σ' ένα σεντούκι, απάνω μια καρέκλα κ' ένα τραπεζάκι. Η δασκαλοκαθέδρα. Έκανα την παράδοσή μου. Πρώτα ήσυχα και ακαδημαϊκά. Ύστερα δεν μπορούσα να βαστάξω. Τα μαθητούδια μου άταχτα και αμελή. Ξελαρυγγίζομουν για να τα φέρω στον ίσιο δρόμο. Τίποτε. Μ' έπνιγεν ο θυμός. Άρπαζα τη βέργα. Κατέβαινα, χυμούσα. Μοίραζα ξύλο αλύπητο, δεξιά και αριστερά. Εσείς, προσκέφαλα και στρωσίδια, τραπέζια και καθίσματα, πατώματα και γωνιές, σάλες και κατώγια, κι αν ακόμα υπάρχετε, ακόμα θα βογγάτε από το δάρσιμο.

Τη μανία του σκολειού την κράτησα και πολύ, έπειτ' από τα πρώτα μου παιδιάτικα παιγνίδια, του γυμνασίου αγόρι πια. Ξαλάφρωνα στο σπίτι από την πλήξη της γυμνασιακής παράδοσης μεταμορφώνοντάς τη σε παιγνίδι. Τον καθηγητή που μ' ενοχλούσε στην τάξη, τον έπαιζα στο σπίτι κ' είμουν ενθουσιασμένος. Μόνος πάντα. Κρατούσα κατάλογο μαθητών, έβαζα κλήρους, είχα πρόγραμμα, πότε παράδιδα Πλούταρχο, πότε Θουκυδίδη, πότε Θεόκριτο. Ακόμα τάχω στα μάτια μου τα βιβλία των δυο πρώτων, καλοδεμένα, με την έκδοσή τους από τους γερμανούς σοφούς και στη Γερμανία, τον τρίτο από τον Νεόφυτο Δούκα κ' εκδομένο και μεταφρασμένο, κείμενο και μετάφραση, όμοια δύσκολα, κι αμετάφραστα χωρίς τη συνδρομή του δασκάλου, και τ' αρχαία και τ' αρχαιόζηλα. Κάποιες εξηγήσεις του αδερφού μου που είτανε πια στην Αθήνα φοιτητής, τις είχα κληρονομήσει. Κι όσο πετούσα και καταφρονούσα τα δικά μου τα μαθητικά τετράδια, όταν είχα τετράδια, γιατί, συχνά δυστυχώς, τέτοιο κόπο δεν έπαιρνα, άλλο τόσο έσκυβ' απάνω στις εξηγήσεις του αδερφού μου, περίεργα και φροντισμένα. Αυτά είτανε τα καθηγητικά μου εφόδια, οι πηγές της σοφίας μου. Παράδιδα σε όλες τις τάξεις. Όλα τα μαθήματα. Εδώ ελληνικά, εκεί Ιστορία, αλλού ψυχολογία. Από όλα κάτι σκάμπαζα. Μόνο μαθηματικά δεν είχε το πρόγραμμά μου. Τα σιχαινόμουνα γιατί δεν τα ήξερα, ή δεν τα ήξερα γιατί τα σιχαινόμουνα; Ποιος ξέρει! Και τα δυο. Το μόνο πού θυμούμαι είναι πως κάποιος, δε γνωρίζω αν από το σπίτι μου ή από το σχολείο μου που με πρωτόβαλαν και που πηγαίναμε αντάμα αγόρια και κορίτσια (η ιστορία του σκολειού εκείνου βρίσκεται γραμμένη όσο παίρνει καθαρά σ' ένα ποίημα των «Τραγουδιών της Πατρίδος μου», του πρώτου μου βιβλίου του 1886' το ποίημα επιγράφεται «Το Σχολείον»), κάποιος μ' έδωκε μιας συμμαθήτρας μου, Αμαλία την έλεγαν, για να μου μάθη τα μαθηματικά. Μου έφερ' εκείνη μια πλάκα κ' επάνω σ' αυτή μού αράδιαζε νούμερα. Χαμένος κόπος. Κοίταζα περισσότερο την Αμαλία, από τα νούμερα.
Κωστής Παλαμάς (1859-1943)




* Το κείμενο είναι από την αυτοβιογραφία του Κωστή Παλαμά
Τα χρόνια μου και τα χαρτιά μου - κεφ: Τα παιγνίδια μου
Από τα Άπαντα του Κ.Π. των εκδόσεων Μπίρη, έκδοση που
πραγματοποιήθηκε με την επιμέλεια του "Ιδρύματος
Κωστή Παλαμά", το 1972

* φωτογραφίες: ekebi.gr, istoria.gr,
rizospastis.gr, kathimerini.gr

Ετικέτες , ,

16 Απρ 2009

73 ~ Ρώμος Φιλύρας: μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά...

Προτού γεννηθώ, πριχού προετοιμασθή το άνοιγμα των ανοιχτοκαστανών γαλανών ματιών μου στο φως του ήλιου, στο φως του φεγγαριού και αστριών, στο φως του κόσμου, αισθάνομαι τώρα πως εσκιρτούσα στις φλέβες του καθαυτού πατέρα μου, σε μια γλυκεία, διαυγή κι ερωτική, λεβέντικη θερμή κι ιπποτική διάθεσι και στην γλυκόαιμη καρδιά και σάρκα της καθαυτό μάννας μου, με το συγκινητικώτερο παλμό και την πιο ένθεη μανία. Και λέω των "καθαυτό" πατέρα μου και μητέρας μου, γιατί προέρχομαι από το αίμα 15 πατεράδων και 22 μαννάδων πρώτης ποιότητος αίματος, δηλαδή Αυτοκρατορικού-Βασιλικού και άλλων τόσων, δευτέρας ποιότητος, δηλαδή μαρκησιακού, πριγκηπικού, δουκικού, κομητικού και τουρκαλβανικού.

Ήμουν νευρικός, μικρός, ιδιότροπος, ιδιόρρυθμος, αλλοπρόσαλλος, βερέμης, κλαψιάρης, παραπονιάρης, λιγόψυχος, ανυπόμονος, ατίθασσος, επίμονος, πεισματάρης.

- Τι είσαι τέλος πάντων! Μου είπε κάποτε μια σπάνια κυρία που είχα αγαπήσει κι αγαπώ πάντοτε, που την αγάπησα όσο τίποτ' άλλο στον κόσμο, με στοργή και πόνο, σαν αγαπημένη παρηγορήτρα, μ' άπειρη αγάπη κι έρωτα αιώνιο και που κάθε φορά τρέμω στην ενθύμησί της, μην τύχη και τη xάσω καμμιά μέρα για πάντα - ο μη γένοιτο. Βαθύτερα απ' όλες τις υπάρξεις του μικρού μου xωριού, μόλις ξύπνησα στην αίσθησι του κόσμου διαυγέστερα, έδεσα τη ζωή μου αυτή τη γυναίκα, αν κι ήρθε αργότερα απ' τη φαμίλια μου και απ' όλες τις άλλες αντρίκειες και γυναικείες υπάρξεις στη ζωή μου. Πλάι στη μάννα μου, που ενεψύχωσε, σα νεώτερή της, όλη τη στοργή για τη μέλλουσα ζωή μας. Κι είτε κοντά της, είτε μακρυά της, τους ίδιους παλμούς αισθάνομαι πάντα γι' αυτή κι αν έxω γίνει λίγο καρδιακός, είνε γιατί δεν είμαι πάντα κοντά της. Μπορεί η καλή μου να μη μ' αγαπά τόσο πολύ και πάντοτε, μπορεί ν' απασxόλησε το νου της με ματαιοδοξίες, όπως κι εγώ κάποτε, μα εγώ θα την αγαπώ πάντα στον αιώνα και μετά θάνατον. Σ' ένα μόνο νεύμα της εγώ υποκύπτω και σωριάζομαι δικός της και μόνο δικός της. Όλ' η ζωή μου είν' εκείνη! Μα ήταν κι άλλες, ήταν κι άλλοι που μ' αγαπούσαν.

Ήταν προ πάντων ο πατέρας μου, ο ξανθός λεβέντης, ο ωραίος ιππότης, ο αγνός ιδεολόγος, ο ειλικρινής άνθρωπος, ο λαμπρός Ελληνιστής, ο ευφράδης ρήτωρ, ο ενθουσιώδης πατριώτης, ο φίλαλλος, ο αλτρουϊστής, ο αυτοθυσιαζόμενος δια τους άλλους, ο γεμάτος αυταπάρνησιν, ο γλυκύς Βασιλάκης, xάρμα δι' όσους ήσαν εις θέσιν να τον εννοούν μέσα εις το στενόν επαρxιακόν περιβάλλον, αυτόν τον κυανόαιμον κι ευγενή, απόγονον όλων των Αυτοκρατόρων του Κόσμου, τον ανεπιτήδευτον, απλόν και αφελή, κάρφος διά τους εxθρούς του, λόγω της κυριαρxίας του επί των ψυxών των καλών και των κατακτήσεών του μεταξύ των γυναικών, η φήμη των οποίων έφθανε μέxρι των Αθηνών και υπερέβαινε και τα όρια της Ελλάδος, φθάνουσα μέxρι Λονδίνου και εκείθεν μέxρι των εσxατιών της Κίνας.
[....]
Ο καλός μου πατέρας μού 'λεγε, όταν ήμουν μικρός, εκνευρισμένος, παραπονιάρης και κλαυθμηρός:
- Τι σου λείπει; Δε μού 'λειπε τίποτα. Μού 'λειπε το Άγνωστο, εκείνο που ονειρευόμαστε να 'ρθη μια 'μέρα στη ζωή μας σαν ραγδαία βροχή ευτυχίας, σαν χαλάζι αφθονίας, πλούτου, σαν ξέσπασμα της ανυπομονησίας μας για το απροσδόκητο, που τάχα θα 'νε κάτι νέο, μία απόλαυσι δριμεία πνευματική, γιατί όταν ήμαστε παιδιά με όνειρα και φιλοδοξίες, δεν επιτρέπαμε στην αίσθησί μας να ομολογήση πως διψάμε τον έρωτα κι όχι την πνευματική κατάκτησι. Και που νά 'ξερα πως τα καλοκαιρινά μεσημέρια μου κι οι νυχτερινοί μου ύπνοι, ήταν γεμάτοι απόλαυσι...

Τώρα που ξύπνησα κι όλο ξυπνώ στην ενθύμησι των περασμένων, μακαρίζω την παιδική μου ευτυχία για την ανήσυχη ζεστασιά, τα χάδια της μητέρας μου και τόσων γυναικών κοντά της, που ήθελα όμως να 'νε πυκνότερη: Τόσο μού 'λειπε η απόλαυσι, τόσο δυνατό αίμα ήμουνα, τόση υπεραιμία ζάλιζε τα μελίγκια μου, τόση δίψα ηδονής ετάραζε, ταράζει και θα ταράζη το κορμί μου και το πνεύμα μου, ως που εντελώς να γεράσω.
[....]
Ό,τι με φλόγιζε περισσότερο στην παιδική, την εφηβική μου ηλικία και τώρα και πάντα, ήταν η προσήλωσι στη ρυθμική και στην έμμετρη δημιουργική εργασία: Το να γράφω ποιήματα, το να ριμάρω στίχους, ήταν, είνε και θα είνε ο μοναδικός στη ζωή μου προορισμός, η μόνη μου κατεύθυνσις και φιλοδοξία. Όταν ήμουν πιο μικρός, σε στιγμές ανόητες σκέψεως, έλεγα: Αν δεν γίνω εντός τριών ετών μεγάλος ποιητής, θ' αυτοκτονήσω!
Πολλοί καλοθεληταί ή κοτσομπόληδες, μοχθηροί ή αντίζηλοι, όπως θέλετε, περιγελούσαν τότε αυτή μου την κουταμάρα, αποδίδοντες εις ερωτικά ή άλλα ελατήρια τον αφορισμό μου: Πατούσαν και πατούν στην πήττα, γιατί ποτέ δεν βρέθηκα ή πιστεύω να βρεθώ στη ζωή μου σε τόσο θολή ψυχολογική κατάστασι, ώστε να αισθανθώ την ανάγκη ν' αφαιρέσω μόνος μου τη ζωή μου, εκτός αν βρεθώ πιεσμένος από δεινότατα περιστατικά και πάλι το αγαθό της ζωής θα 'χη αιώνιο για μένα το θέλγητρο του...
[....]
Ό,τι με εφλόγιζε στη ζωή μου, ήταν το να είμαι, αν ήμουν, αν μπορούσα να είμαι ή και να μπορούσα να γίνω, τελειοποιών ό,τι είχα μέσα μου ως «φυσικόν δώρον» στην υψηλότερα και ανωτέρα σημασία της λέξεως: «Ποιητής». Δεν εύρισκα μεγαλύτερον προορισμόν για τη ζωή ενός φωτισμένου, Διανοητικού ανθρώπου, από το να είνε, αν ήτο, δημιουργός, δηλαδή ποιητής, λυρικός υμνητής, ενθουσιώδης απολογητής της ζωής, του συναισθήματος και της συγκινήσεως, της χαράς, του πόνου, του έρωτος, του καϋμού και του θανάτου. Όλα, έλεγα μέσα μου, είν' ένα επάγγελμα, μία επιστήμη, εμπόριο, βιομηχανία, βιοπάλη, χρήμα και ύλη: Ό,τι μένει, ό,τι μας υψώνει επάνω από τα καθημερινά, ό,τι μας δονεί, μας συγκινεί, μας ενθουσιάζει, μας ρίχνει σ' έκστασι, μας συνεπαίρνει και μας ανεβάζει στα ύψη της αισθήσεως, είνε αυτό το ποσόν συγκεκινημένης και ευνοϊκής εις συγκίνησιν ουσίας, που έχουμε μέσα μας, δηλαδή εκείνο που λέγεται τάλαντον, επομένως η Τέχνη, ιδίως η θεία Ποίησις, ο Λόγος, που είνε «εν αρχή», όπως είπε κι ο Χριστός, η έκφρασις του συναισθήματός μας, η μετουσιωμένη σε ρυθμό και σε ήχο συγκίνησίς μας, το κρυφό μας αίσθημα ή μαράζι, η αγάπη μας, ο παλμός της ζωής μας.
Ρώμος Φιλύρας (1888-1942)


* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
Η ζωή μου εις το Δρομοκαΐτειον και άλλα αυτοβιογραφικά
(κεφ. Η παράδοξη αυτοβιογραφία μου) - εκδ. Καστανιώτη, 2007
* οι φωτογραφίες περιλαμβάνονται στο βιβλίο.

Ετικέτες , ,

01 Απρ 2009

72 ~ Τάσος Δενέγρης: είδα κάτι γκαζές ασυνήθιστα μεγάλες, άλλες θαμπές κι άλλες διάφανες.

Ήταν Μάρτης του 1942. Πείνα, Κατοχή. Χοντρή πείνα. Λίγο πριν από το μεσημέρι, ο πατέρας μου κι εγώ βγήκαμε απ' το σπίτι μας στους Αμπελοκήπους, διασχίσαμε τον μικρό κήπο με τα ελάχιστα λουλούδια γιατί ποιος είχε τότε όρεξη να καλλιεργεί λουλούδια, αν υπήρχε χώρος φύτευε πράγματα φαγώσιμα, όπως έκανε ο πατέρας μου που είχε φυτέψει ρόκα και κάρδαμο και ντοματιές. Άνοιξε λοιπόν τη βαρειά σιδερένια πόρτα, στρίψαμε δεξιά κι αρχίσαμε να περπατάμε. Τη σιδερένια πόρτα στην αναφέρω γιατί ήταν ασυνήθιστα βαρειά και συμπαγής για έναν τόσο μικρό κήπο αλλά και γιατί πολλές φορές στον ύπνο μου ακούω τον ήχο της, ένα χαρακτηριστικό τρίξιμο. Είχαμε να κάνουμε πολύ δρόμο κι ύστερα μην ξεχνάς πόσο ήμαστε εξαντλημένοι από την πείνα. Στην πρώτη γωνία, το πιο όμορφο σπίτι της περιοχής. Η έπαυλη ΠΥΡΡΗ. Τότε στεγαζόταν το Φρουραρχείο των Γερμανών. Ιστορικό κτίριο. Τον Δεκέμβρη του '44, έγινε Φρουραρχείο του ΕΛΑΣ. Ο κήπος είχε φοίνικες. Λίγο πιο κάτω, ήταν το Μαιευτήριο της Έλενας. Στο χώρο έξω από το Μαιευτήριο μαζευόμαστε πολλά παιδιά και παίζαμε μπάλα. Εκεί και τελείωνε η γνωστή περιοχή. Πέρα από αυτό το σημείο δεν είχα ποτέ ξεμυτίσει. Συνεχίσαμε λοιπόν στη Δεινοκράτους. Στα δεξιά μας κατέβαινε ο Λυκαβηττός. Τα δέντρα τότε ήταν για μένα πλάσματα ζωντανά που μιλούσαν μεταξύ τους αλλά και μαζί μου, έτσι ακολουθούσα τον πατέρα μου παραμιλώντας μέχρι που φάνηκε η Δεξαμενή. Στα δεξιά του δρόμου ήταν ένα ψιλικατζίδικο κι εκεί στη βιτρίνα του, καθώς χάζευα τα βάζα με τις χρωματιστές καραμέλλες, είδα κάτι γκαζές ασυνήθιστα μεγάλες, άλλες θαμπές κι άλλες διάφανες. Υπήρχαν όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί χρωμάτων. Έχασα τον μπούσουλα. Προσπαθούσα να δω ποιαν θα διάλεγα αν μπορούσα ν' αποκτήσω μία. Ο πατέρας μου, που είχε λιγάκι προχωρήσει, γύρισε να δει τι κάνω. Ήρθε στο πλάι μου, κατάλαβε που κατευθυνόταν το βλέμμα μου και με τράβηξε απότομα. Διασχίσαμε την πλατεία Δεξαμενής, κατεβήκαμε τα σκαλιά και βρεθήκαμε στην πλατεία Συντάγματος. Μου είναι δύσκολο να σου περιγράψω τη σκηνή που ακολουθεί. Το συναίσθημα παραμένει ζωντανό, η απεικόνισή του όμως χωλαίνει. Ίσως γιατί χάθηκαν οι λεπτομέρειες. Στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη ήταν κόσμος μαζεμένος, άντρες και γυναίκες, δεκαοχτώ, είκοσι χρονώ. Πολλοί απ' αυτούς κρατούσαν ελληνικές σημαίες που τις ανέμιζαν, ενώ σε λίγο άρχισαν να τραγουδούν τον Εθνικό Ύμνο. Αυτό ήταν που μου έκανε και τη μεγαλύτερη εντύπωση. Υπήρχε πολύς ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα. «Είναι 25η Μαρτίου», λέει ο πατέρας μου, «κι ήλθαν οι φοιτητές να καταθέσουν στεφάνια». Κοντοσταθήκαμε λίγο και κοιτάζαμε. «Θα στείλουν τους μπουραντάδες να τους διαλύσουν. Ίσως χυθεί αίμα», ξαναλέει. Με πήρε απ' το χέρι και συνεχίσαμε τη διαδρομή. Θυμάμαι τη μακριά, ατελείωτη μάντρα της Χωροφυλακής και τις σκοπιές στου Μακρυγιάννη. Κάποια στιγμή ξέφυγα απ' το χέρι του κι άρχισα να μένω πίσω. Ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό μου, κάτι δυσάρεστο και σχεδόν ασφυκτικό, που δεν μ' άφηνε να χαρώ τη διαδρομή ούτε να συγκεντρωθώ στα παιγνίδια πού έπαιζα στο μυαλό μου.

[...] στο σημείο που ο Λυκαβηττός κατεβαίνει μέχρι το δρόμο έδωσα δυο δρασκελιές κι ανέβηκα στην πλαγιά. Μερικά μέτρα πιο πάνω. Ακούμπησα σ' έναν κορμό κι άρχισα να τοξεύω, να παριστάνω δηλαδή τις κινήσεις που κάνει ο τοξότης. Παράλληλα έβγαζα ήχους ανακατεμένους με λέξεις ακατάληπτες, που υποτίθεται πως ήταν ξενικές. Αυτό κράτησε μέχρι τρία λεπτά. Άρχισα να κατεβαίνω τρέχοντας, κάνοντας κινήσεις ξιφομαχίας με το αριστερό, με το οποίο κρατούσα το φανταστικό μου σπαθί, σαν να άνοιγα δρόμο ανάμεσα σε πολυπληθείς εχθρούς. Ο πατέρας μου περίμενε πιο κάτω. [...] Το θεώρησε φυσικό ότι ένα παιδί βαριέται και θέλει να εκτονωθεί. Όσο για την παντομίμα, όπως την λες, ήξερε ότι επρόκειτο για τη μάχη του Azincourt 1415. [...] Από μικρός είχα μανία με την Ιστορία. Εκείνη τη χρονιά μου 'χε πέσει στα χέρια ένα παλιό γαλλικό βιβλίο Ιστορίας. Εγώ γαλλικά δεν ήξερα, αλλά το βιβλίο ήταν γεμάτο εικόνες. Μία από αυτές, πολύ εντυπωσιακή, απεικόνιζε μια μάχη κι από κάτω έγραφε Azincourt 1415. Ρώτησα τον πατέρα μου να μου εξηγήσει σχετικά κι εκείνος, αφού διάβασε το κείμενο, μου είπε πως επρόκειτο για μια μάχη που έγινε το 1415 στη βόρειο Γαλλία και ότι οι Άγγλοι με κόλπο νίκησαν τους Γάλλους. Δηλαδή παρέσυραν το βαρύ γαλλικό ιππικό σ' έναν βάλτο κι όταν άλογα και ιππότες κόλλησαν στη λάσπη, τότε Άγγλοι τοξότες, κρυμμένοι στα δέντρα απ' το απέναντι δάσος, τους έριξαν έναν καταιγισμό από βέλη. Επιτέθηκαν, στη συνέχεια, οι Άγγλοι πεζικάριοι και τους αποτελείωσαν. - Κι εσύ με ποιους ήσουν; ρωτάει ο Μάρκος. - Με τους Άγγλους, επειδή ανέτρεψαν τα προγνωστικά, αφού πολέμησαν 1 προς 5 και ενίκησαν. Στο γυρισμό λοιπόν, όταν φτάσαμε στον Λυκαβηττό, μου ήρθε στο νου μου το δάσος του Azincourt και θέλησα να παίξω τη μάχη σαν τελετουργία, για να μπορέσουμε κι εμείς να νικήσουμε αυτούς τους ξένους πανίσχυρους στρατιώτες που μας παίρνουν το ψωμί απ' το στόμα και δεν μας αφήνουν σε χλωρό κλαρί.
Τάσος Δενέγρης (1934-2009)


* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
SANTÉ - 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο
(Τάσος Δενέγρης: Η μάχη του AZINCOURT)

εκδ. ύψιλον/βιβλία, 1998
* φωτογραφίες: greece2001, news.thomasnet.com

= = = = = =

Ο ποιητής Τάσος Δενέγρης στον Σείριο
από τον Γιώργο - Ίκαρο Μπαμπασάκη
Βιβλιοθήκη Ελευθεροτυπίας - 13/03/2009
Η απώλεια να μας χτυπάει βάναυσα την πόρτα, και μόνο βάλσαμο να είναι η άγρα αναμνήσεων και η απόπειρα να γράψεις για τον φίλο που έφυγε. Τούτη τη φορά ήταν ο Τάσος Δενέγρης, ο ποιητής που μας κέρδισε μέσα από τα τεύχη τού τόσο πρωτοποριακού για την εποχή του περιοδικού «Πάλι», και αργότερα με τις συλλογές που εξέδωσε στα αξέχαστα «Τραμάκια», τα τόσο περίκομψα και πολύτιμα, στον Άκμονα, στον Καστανιώτη, στον Πατάκη, στο ύψιλον/βιβλία, τα άπαντά του: Μιλάει ο Αγριόχειρος, ποιήματα, 1952-2008. Λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του.

Κάναμε παρέα, και πάντα με εντυπωσίαζε με τη βαθιά τρυφερή φωνή του, με τη ροκ διάθεσή του, με τη βαθύνοιά του, που φρόντιζε να την εκφράζει με λιτά μέσα, με απλές λέξεις, μα καλοδιαλεγμένες, με μια σκυταλοδρομία από κοφτές φράσεις γεμάτες σημασία και πείρα. Βρεθήκαμε ν' απαγγέλλουμε μαζί ποιήματα του Νίκου Καρούζου, σε μιαν εκδήλωση προς τιμήν του μεγάλου μας ποιητή, και αναρρίγησα από τον τρόπο με τον οποίο ο Δενέγρης εξέφερε τους στίχους του: η ακρίβεια και η σαφήνεια αντάλλασσαν, στην απαγγελία του, χειραψίες με τη νύξη, με τον υπαινιγμό.

Και πριν από μερικές εβδομάδες, ένας κοινός μας φίλος να μου τηλεφωνεί και να με πληροφορεί ότι ο Τάσος Δενέγρης έφυγε για τους λειμώνες του ουρανού, πήγε εκεί να συναντήσει τους ποιητές που λάτρεψε. Κι εγώ να τον θυμάμαι πάντα ολοζώντανο, με το μελαγχολικό του βλέμμα και το μόνιμο μειδίαμα του ανθρώπου που έχει ζήσει πολλά και ξέρει καλά τον κόσμο. Να τον θυμάμαι πρωτίστως ως ποιητή αλλά, συνάμα, και ως έξοχο, ανεπίληπτο μεταφραστή του Μπόρχες, και του Τζον Ντος Πάσος, και του Κορτάσαρ, και του Οκτάβιο Πας. Να τον θυμάμαι επίσης ως πρωταγωνιστή στην τόσο άρτια ποιητική ταινία «Σχετικά με τον Βασίλη» του Σταύρου Τσιώλη, στα 1986, στον κινηματογράφο «Έλλη». Κι ακόμα να τον θυμάμαι ως συνταξιδιώτη του ποιητή Θάνου Σταθόπουλου σ' ένα περιπετειώδες ταξίδι-προσκύνημα στο παλιό καλό Βερολίνο. Ο Τάσος Δενέγρης, γεννημένος το 1934, έφυγε από τούτο τον κόσμο στις 9 Φεβρουαρίου του 2009, και τον αποχαιρέτησαν οι φίλοι του στις 11 Φεβρουαρίου, στο Πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών. Ας θυμηθώ και πάλι την αγάπη του για τις γάτες, που τόσο τις τίμησε στην ποίησή του, ας θυμηθώ την αρχή από το Ποίημα Αχαλίνωτο, του 1996:
«Κι εγώ που ενόμιζα στο καφενείο
Πως το ποίημα
Ό,τι θέλω το κάνω
Σε ρυθμούς το υπάγω
Και σε ήχους εξαίσιους
Της ελληνικής
Αντιλήφθηκα ξάφνου
Πως εκείνο με πάει
Απ' εδώ κι από εκεί».

[....] Μετακινούμενος με ποιητική άνεση ανάμεσα στη μελαγχολία της καθημερινότητας και στην ανάταση ενός χρόνου που εκτείνεται πέρα από κάθε ορατό ορίζοντα, ο Δενέγρης επανακαθορίζει το νόημα των στιγμών, τις ανατέμνει και τις εμπλουτίζει ώστε να είναι ανθεκτικές απέναντι στην αναπότρεπτη φθορά. Τα ποιήματά του είναι ταυτοχρόνως φωτογραφίες και τραγούδια.

Ασπρόμαυρες φωτογραφίες και βραχνές μελωδίες των μπλουζ και του ροκ. Κι έτσι ανθίστανται κι αυτά στο βουητό του καταρράκτη του χρόνου, συνιστώντας το πνεύμα της άμυνας και την άμυνα του πνεύματος.

Ετικέτες , ,

14 Μαρ 2009

71 ~ Μυρτιώτισσα: Ο γιος μου

Δεν ήμουνα καθόλου ευτυχισμένο παιδί, μήτε κι ύστερα στα πρώτα νιάτα μου. Φαινόμουν ήρεμη, λιγομίλητη κι υποταγμένη, ποτέ δε σήκωνα κεφάλι. Ωστόσο η καρδιά μου βρισκόταν σ’ αιώνια αναταραχή. Πολύ συχνά αποτραβιόμουν σε μιαν απόμερη γωνιά κι έκλαιγα δίχως να ξέρω το γιατί. Ο πατέρας μας, άνθρωπος πνευματικός με άπειρες γνώσεις, είχε αφοσιωθεί στη μεγάλη μας αδερφή, τη δίδασκε μαζί με τον αδερφό μας και τους μιλούσε για ένα σωρό ωραία πράγματα.

Εγώ δε λάβαινα μέρος σ’ αυτή την πνευματική πανδαισία, γιατί ήμουνα ως φαίνεται πολύ μικρή ακόμα για να τα καταλαβαίνω όλα εκείνα. Μα και τα λίγα που άκουγα που και που από μακριά, δίχως καλά να τα νιώθω, πρόσθεταν μιαν ανησυχία στην πρόωρα πονεμένη μου ψυχή. Κι έτσι μεγάλωνα δίχως χαρά. Κείνη την ξεγνοιασιά των παιδικών χρόνων πολύ λίγο τη χάρηκα. Μόνο σαν πήγαμε στην Κρήτη όπου διορίστηκε ο πατέρας μας γενικός πρόξενος της Ελλάδας, πέρασα δυο χρόνια μια ζωή χαρούμενη κι ελεύθερη μέσα στη φύση. Εκείνη την ευτυχισμένη εποχή ζωγραφίζει το ποίημά μου “Η Συκιά”.

Μεγάλωνα λοιπόν δίχως ν’ αλλάζει μέσα μου τίποτα. Σκυθρωπή, αμίλητη, δυσάρεστη.

[....] Λάβαινα μέρος εδώ κι εκεί σε κάτι ερασιτεχνικές παραστάσεις αρχαίων δραμάτων κι αργότερα πάλι σε καλύτερο και καλλιτεχνικότερο επίπεδο με τον καταπληχτικό Χρηστομάνο. Λέγανε πως είχα ταλέντο, μα δε μ’ άφησαν να το καλλιεργήσω. Έπειτα βιαστικά, σα να με είχαν πάρει τα χρόνια, με πάντρεψαν. Είναι ωστόσο βέβαιο πως εγώ προετοίμασα στο γιο μου το δρόμο που τον πέρασε αργότερα τόσο θριαμβευτικά, γιατί ως την ώρα που τον γέννησα, το μόνο πράγμα που μ’ απασχολούσε, το μόνο που πρόσεξα στο Παρίσι, σε κείνη τη μεγαλούπολη που πήγα μετά το γάμο μου, ήταν το θέατρο.

Ο γάμος μου στάθηκε άτυχος. Εγώ η ίδια δέχτηκα να παντρευτώ έναν ξάδερφό μου που είχε έρθει τότε απ’ το Παρίσι για να μας δει και τον προτίμησα απ’ όλους τους νέους που γνώριζα. Δεν τον αγάπησα, όμως έλεγα πως το συγγενικό μας αίμα θα έσμιγε σιγά σιγά και τις ψυχές μας. Είχα άδικο. Όσο καλός κι αν ήταν, ευγενικός, μορφωμένος, όσο κι αν αγάπησε και φρόντισε κι αυτός όπως μπορούσε για τη μόρφωση του παιδιού μας, στο βάθος έμεινε ξένος για μένα. Αγαπούσε ωστόσο κι αυτός πολύ το θέατρο και με βοήθησε στο Παρίσι να πηγαίνω και ν’ ακούω τα μαθήματα που έδιναν φτασμένοι ηθοποιοί στην επίσημη Δραματική Σχολή του Κράτους. Οι καλύτερές μου ώρες ήταν εκείνες που περνούσα σ’ εκείνη την αίθουσα. Έξω όμως απ’ αυτό η ζωή μου ήταν μια διαρκής νοσταλγία για την Ελλάδα κι έγραφα ολοένα ατέλειωτα γράμματα στους δικούς μου για να βρίσκομαι έτσι κάπως κοντά τους. Ώσπου μια μέρα, ξαφνιασμένη, έντρομη, κατάλαβα πως θα γινόμουνα μητέρα!

Μητέρα, εγώ που ακόμα δεν είχα γνωρίσει τον εαυτό μου, που πάλευα με τα σκοτάδια μου, που δεν ήξερα καλά καλά που βάδιζα, τι ήμουνα, τι έπρεπε να κάνω για να δημιουργήσω κάτι και να ρίξω λίγο φως στη ζωή μου, εγώ ν’ αναλάβω τέτοια τρομερή ευθύνη να δώσω ζωή σ’ άλλην ύπαρξη, να πλάσω με την πνοή μου ένα άλλο πλάσμα, να το στηρίξω, να τ’ αγαπήσω; Ένα δέος με είχε κυριέψει κι ενώ γύρω μου οι άλλοι χαίρονταν γι’ αυτό, εγώ αναμετρούσα τις μέρες και παρακαλούσα το Θεό να με πάρει μαζί με την αγέννητη ψυχούλα που χτυπιόταν μέσα μου. Να φύγουμε, να φύγουμε μαζί απ’ τον άχαρο αυτόν κόσμο, να πάμε αλλού, οπουδήποτε αλλού, να φύγουμε! Και δίχως να το νιώθω άρχισα να συμπονώ αυτό το κάτι που ζούσε από μένα μέσα μου και που θα ’φευγε κι αυτό μαζί μου για κάπου αλλού…

Ωστόσο δεν πέθανα και το παιδί γεννήθηκε στην Αθήνα που πήγα για να είμαι κοντά στη μητέρα μου. Ήταν ένα αγοράκι γερό, ολοστρόγγυλο. Σαν το πρωτόπιασα στα χέρια μου δεν ήξερα τι να το κάνω. Όλο φοβόμουνα πως άθελά μου θα του ’κανα κακό. Τ’ αγάπησα αμέσως; Δεν το ξέρω. Μου γεννούσε τόσο παράδοξα συναισθήματα! “Αυτό, έλεγα, φαίνεται πως θέλει να ζήσει και να τη χαρεί τη ζωούλα του, δεν είναι σαν εμένα”. Και περνούσε ο καιρός.

Μια μέρα, τότε που είχε πρωταρχίσει να περπατά, γύρισε ξάφνου και με κοίταξε. Με κοίταζε κι όλο σφιγγότανε πάνω μου. Μου φάνηκε σα να ’θελε να μου πει: “Από σένα περιμένω να με ζήσεις. Κρύψε με στην αγκαλιά σου, βοήθησέ με, αγάπα με. Είμαι τόσο αδύναμο!” Ένα λαχτάρισμα ένιωσα τότε και μια πρωτόγνωρη χαρά! “Σ’ αγαπώ, παιδί μου” του ’λεγα και του ξανάλεγα κι εκείνο μου χαμογελούσε.

Κείνη τη μέρα κατάλαβα πως ήμουνα πια δεμένη αδιάσπαστα μαζί του κι ακόμα πως απ’ αυτό το παιδί κρεμόταν όλη η κατοπινή μου ζωή.
Μυρτιώτισσα (1881-1968)
(Θεώνη Δρακοπούλου-Παππά)




Και λατρεύω τους ίσκιους! μες σ’ αυτούς -ποιος το ξέρει-
κάποια νύχτα αν δε 'γγίξω του παιδιού μου το χνάρι,
κι όλο τότε το αίμα της καρδιάς να ξοδέψω
μες στην πλέρια σιωπή, κάτω απ’ τ’ άσπρο φεγγάρι!


* Το κείμενο είναι από τον ιστότοπο για την Μυρτιώτισσα
επιμέλειας Λάκη Φουρουκλά
(ακολουθείστε το link για την συνέχεια)
* φωτογραφίες: perizititi.gr και
Nεοελληνική Εικονιστική Προσωπογραφία

Ετικέτες , ,

28 Φεβ 2009

70 ~ Δημήτρης Μυράτ: ...ανέσυρα τη Ζωή μου και τους την έδωσα

Βρισκόμαστε στην Πόλη με το θίασο Μαρίκας-Κυβέλης το 1934, μαζί με το ζεύγος Τσαγανέα, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε στα παρασκήνια ο Γιώργος Βιτσώρης. Τον στριμώξαμε σ' ένα καμαρίνι με τον Τσαγανέα και με το τσιγκέλι τού αποσπάσαμε την ομολογία πως ήρθε να δει τον αρχηγό του που κρυβότανε στην Πρίγκηπο κι έφευγε το άλλο βράδυ.

Πέσαμε στα πόδια του. Ο Χρήστος ήταν οργανωμένος τροτσκιστής, εγώ όχι, αλλά ο Βιτσώρης γνώριζε τον απέραντο θαυμασμό μου για τον μεγάλο άνδρα και το κύριο προσόν του χαρακτήρα μου -δεν ξέρω δα αν έχω κι άλλα;- είναι η μπέσα' ίσως επειδή ρέει πολύ αρβανίτικο αίμα στις φλέβες μου. Τον παρακαλέσαμε να μας πάρει μαζί του. Τελικά πείσθηκε, αφού πρώτα του δώσαμε το λόγο μας πως δεν θα μας ξεφύγει κουβέντα, ακόμα και στους πιο δικούς μας. Θα συναντιόμαστε χαράματα την άλλη μέρα στην προκυμαία του Γαλατά. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Η σκέψη πως θα συναντούσα μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του αιώνα, μου 'φέρνε χτυποκάρδι να μου σπάσει την καρδιά. Λίγα γραπτά του, είχα διαβάσει σε ελληνικές μεταφράσεις, την Προδομένη Επανάσταση, μια έξοχη μονογραφία του Λένιν, μερικά άρθρα, και είχα θαυμάσει τη σαφήνεια με την οποία εξέθετε τις ιδέες του και την εμβρίθεια των κειμένων του. Στη διάρκεια του αμυντικού πολέμου των Μπολσεβίκων, ζήτησε να του στείλουν απ' τη Μόσχα στο Κόκκινο Τραίνο τα άπαντα του Αισχύλου, για να ξεκουράζει το κουρασμένο του μυαλό μόλις είχε λίγον καιρό!

Σχεδόν πρίν φέξει βρεθήκαμε στην προκυμαία με τον Τσαγανέα. Στην καθορισμένη ώρα εμφανίστηκε ο Βιτσώρης μέσα στο σύθαμπο της αυγής και μας δήλωσε ταραγμένος πως η επίσκεψη πρέπει να ματαιωθεί. «Αν τύχει και γίνει καμιά απόπειρα τις επόμενες μέρες της επίσκεψής σας, θα μπείτε στον κατάλογο των υπόπτων. Και τότε δεν την γλυτώνετε. Ήταν επιπόλαιη η υπόσχεση που σας έδωσα». Καταλάβαμε. Αναμετρήσαμε τον κίνδυνο και τρομάξαμε. Όχι μόνο για μας, αλλά και για τον ίδιο τον Βιτσώρη. Τον ξεπροβοδίσαμε λυπημένο μέχρι το παποράκι, χάνοντας μια μοναδική εμπειρία στη ζωή μας. Δεν ξαναείδα τον Βιτσώρη. Έμαθα πως στον πόλεμο βρέθηκε στο Παρίσι και πιάστηκε απ' την Γκεστάπο. Πέθανε στις φυλακές, απ' την καλοπέραση φαντάζομαι. Οι φουκαράδες οι τροτσκιστές από παντού χτυπιόντουσαν!

Τα χρόνια πέρασαν. Κάποιο απογεματάκι εμφανίστηκε η Νίτσα Τσαγανέα στο σπίτι μας στα Πατήσια μ' ένα παλικάρι καμιά εικοσιπενταριά χρονώ, που κρατούσε αγκαλιά ένα μεγάλο βιβλίο τυλιγμένο σ' εφημερίδες. Κλειστήκαμε στο γραφείο του πατέρα μου και η Νίτσα μού σύστησε τον νέο: «Ο Δήμος». «Δήμος τι;» ρώτησα. Έγινε μια μικρή παύση και η Νίτσα επανέλαβε με νόημα: «Ο Δήμος». Κατάλαβα.Ήταν το ψευδώνυμο της παρανομίας. Ο Δήμος ξετύλιξε απ' τις εφημερίδες το βιβλίο και μου το 'δωσε. Ήταν η αυτοβιογραφία του Τρότσκυ Η ζωή μου, σε αγγλική μετάφραση. Μου εξήγησε το σκοπό της επίσκεψής του. Το κόμμα, το τροτσκιστικό, με παρακαλεί να μεταφράσω ένα πολυσέλιδο κεφάλαιο που μου είχαν σημαδέψει. Δέχτηκα πρόθυμα και ρίχτηκα στη δουλειά, διαβάζοντας ταυτόχρονα το αφάνταστα ενδιαφέρον βιβλίο.

Ήρθε ξαφνικά η 4η Αυγούστου και όλα άλλαξαν. Άργησα να μάθω πως ο Δήμος πιάστηκε απ' τους πρώτους και κάπου τον πήγανε, στην Ακροναυπλία ή στο Καλπάκι, άλλη μια επιβεβαίωση της ανέντιμης συκοφαντίας πως οι τροτσκιστές ήταν στην υπηρεσία της Γενικής Ασφάλειας. Φαντάζομαι την κατάπληξη των φανατικών σταλινικών, όταν αποκαλύφθηκε, μετά το θάνατο του, φυσικά, πως ο Στάλιν είχε διατελέσει για ένα μικρό διάστημα, πριν από την επανάσταση, έμμισθο όργανο της Οχράνα, της μυστικής τσαρικής αστυνομίας!

Πέρασαν τα χρόνια της Κατοχής. Και σαν ήρθε η Απελευθέρωση, με πληροφόρησαν οι Τσαγανέηδες -παίζαμε πάντα στον ίδιο θίασο με το εξαίρετο θεατρικό ζευγάρι- πως ο Δήμος βγήκε απ' τίς φυλακές και θα 'ρθουνε μιαν απ' αυτές τις μέρες να παραλάβουνε το βιβλίο και τη μετάφραση, πού είχα βέβαια από καιρό έτοιμη. Καλώς να 'ρθούν. Όμως σε λίγες μέρες οι καλοί φίλοι, μου 'φεραν τα θλιβερά μαντάτα. Ο Δήμος, με την αποχώρηση των Γερμανών, βρέθηκε πάλι λεύτερος και γύρισε στους γονιούς του που τον είχανε ξεγράψει, στο Περιστέρι. Κάηκε το πελεκούδι στη γειτονιά εκείνο το βράδυ. Συγγενείς και φίλοι μαζεύτηκαν στο φτωχικό σπιτάκι να γιορτάσουνε το γυρισμό του νεκραναστημένου. Και τα χαράματα, σαν είχαν όλα καταλαγιάσει μπήκαν στο σπίτι κάτι λεβέντες της ΟΠΛΑ, άρπαξαν τον Δήμο που έκανε εννιά χρόνια στα μπουντρούμια για τις μαρξιστικές του πεποιθήσεις, τον πήγανε σε κάποια χωματερή και τον σφάξανε!

Πέρασαν πάλι τα xρόνια. Κι όσο μεγαλώνεις, περνάνε ακόμα πιο γρήγορα. Ένα βραδινό ήρθαν στα Πατήσια και με ζήτησαν δυο παλικάρια. Είxαμε τότε κυβέρνηση Πλαστήρα. «Ήρθαμε να σας παρακαλέσουμε να μας επιστρέψετε το βιβλίο που σας είxε δώσει ο Δήμος. Ερxόμαστε απ' το κόμμα» (εννοούσαν το τροτσκιστικό). Άρxισε τότε μια ατέλειωτη συζήτηση. Έλεγα πως ύστερα από τόσα xρόνια το βιβλίο είxε περιέλθει στην ιδιοκτησία μου, πως δεν έβλεπα στα χέρια τους καμιά εξουσιοδότηση, κι αυτοί ανέπτυσσαν τα δικά τους επιxειρήματα, που έφτασαν να γίνουν ελαφρώς προσβλητικά, οπόταν, ξαφνικά, ο ένας απ' τους δύο άλλαξε τακτική: «Εντάξει, θα σας πούμε κάτι που εμείς δεν το πιστεύουμε, αλλά σεις, απ' όσα έxουμε ακούσει, ανήκετε στην ιδανιστική φιλοσοφία και το πιστεύετε. Νομίζετε πως η ψυxή του Δήμου θα είναι ευxαριστημένη με την πράξη σας; Να κατακρατάτε ένα βιβλίο που ανήκει νόμιμα στο κόμμα για το οποίο έδωσε τη ζωή του

Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου. Η αγάπη μου στο βιβλίο με μετέβαλε σε κοινό κλέφτη. Τους άφησα εκεί που στεκόντουσαν, πήγα στη βιβλιοθήκη, ανέσυρα τη Ζωή μου, γύρισα και τους την έδωσα. Μου είχαν βρει την αχίλλειο πτέρνα μου!
Δημήτρης Μυράτ (1908-1991)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
Δημήτρης Μυράτ "Οψέ οι μύλοι των θεών"
εκδ. Καστανιώτη, 1998
* οι φωτογραφίες είναι από το ίδιο βιβλίο

Ετικέτες , ,

16 Φεβ 2009

69 ~ Οδυσσέας Ελύτης: ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο...

...από μικρό παιδί αγαπούσα τη λογοτεχνία και ανακατευόμουνα με τα βιβλία. Κάποτε, μια παράξενη διαίσθηση με έκανε να σκέπτομαι ότι ένα άλλο στρώμα, βαθύτερο, κάτω από το στρώμα των φαινομένων, αποτελούσε την αληθινή ζωή. Και ότι η περιγραφική, η λογική τάξη του λόγου, όπως τη συναντούσα στα μυθιστορήματα που διάβαζα τότε, δεν κατόρθωνε πάντοτε να την αποδώσει. Αλλά ότι υπήρχε μια εντελώς διαφορετική χρήση της γλώσσας, που την έλεγαν λυρική και ότι αυτή είχε τη δύναμη να πλησιάζει και ν' αποκαλύπτει την πραγματικότητα στη βαθύτερη ουσία της, ήταν ένα πράμα που μήτε καν το υποψιαζόμουνα. Χρειάστηκε να περάσει καιρός. Είχα τελειώσει πια το γυμνάσιο, όταν, μια μέρα, ένα τυχαίο γεγονός με έφερε σε επαφή με μερικά από τα καλύτερα έργα συγχρόνων ευρωπαίων ποιητών. Είπα, ένα τυχαίο γεγονός. Αλλά η τύχη, όπως κατάλαβα αργότερα, για έναν ποιητή τουλάχιστον, δεν είναι η απλή σύμπτωση, αλλά το φανέρωμα μιας δύναμης που ο αόρατος μηχανισμός της μας διαφεύγει.

[....] Ως τη στιγμή που έπιασα την πέννα, η προσωπική εμπειρία μου ήταν εντοπισμένη σ' έναν πολύ συγκεκριμένο φυσικό χώρο, που ήταν ο χώρος του Αιγαίου. Ολόκληρη η κατασκευή μου άλλωστε, και η αγωγή μου μπορώ να πω, ήταν νησιωτική - γι' αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχα γεννηθεί στην Κρήτη. Μέσα μου έκλεινα, σαν σε σπόρο, τη μνήμη μιας ατέλειωτης σειράς προγόνων από τη Λέσβο. Και είχα περάσει όλα τα μυθικά καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων σ' ένα μικρό νησί του Αργολικού, απ' αυτά που είχανε παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση. Μέσα σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο, ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, ήτανε φυσικό ν' αποκτήσει μιαν εντελώς ιδιότυπη ευαισθησία. Η φαντασία μου αποθησαύριζε εικόνες που αργότερα, όσο μεγάλωνα, έμελλαν να πάρουν μέσα μου προεκτάσεις άλλες, αισθητικές, ψυχικές και ηθικές ακόμη. Ακρογιάλια έρημα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού' μουράγια με παλιά σκουριασμένα κανόνια' όρμοι παρθένοι κι ανέγγιχτοι, γεμάτοι από τη μυστική ζωή των ψαριών' κήποι κλειστοί και κρεμασμένοι πάνω από τον παφλασμό των κυμάτων' νύχτες που μυρίζανε δεντρολίβανο και ξεχειλίζανε από μυριάδες τριζόνια... Κι αυτά όλα, κατοικημένα από απίθανα πλάσματα, από μυθικές μορφές γυναικών με μακριά μαλλιά και διάφανα σώματα, που κρατούσαν κι έφερναν στα χέρια τους μιαν άλλου είδους αγνότητα. Αυτή ίσως που αντιστοιχούσε στο τοπίο και έλειπε από τη ζωή γύρω μου. Μιαν αγνότητα από ολοκληρωμένες αισθήσεις, που καθαγίαζε ό,τι είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε ταπεινό ή χυδαίο, και που δεν ξεχώριζε το ιδανικό από την ύλη.

Από κει άρχισε να κεντρίζει το ενδιαφέρον μου ο μυστικός μηχανισμός των μεταμορφώσεων που έκλεινε σε λανθάνουσα κατάσταση η πραγματικότητα, και που μόνον η φαντασία μπορούσε ν' αποκαλύψει.
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το
περιοδικό η λέξη - τ.164/165, Αύγ. 2001
* οι φωτογραφίες είναι από το περιοδικό χάρτης,
τ.21/22/23, Νοε.1986

Ετικέτες , , ,

02 Φεβ 2009

68 ~ Μαξίμ Γκόρκι: ...βλέπω τη μύτη του παπουτσιού να κοπανάει το στήθος μιας γυναίκας

Ένα απόγεμα όπως έμπαινα στην κουζίνα άκουσα τη μητέρα μου να βγάζει μια σπαραχτική κραυγή:

— Ευγκένυ, σε παρακαλώ, σε ικετεύω...
— Βλακείες, έλεγε ο πατριός μου.
— Αχ! ξέρω πως πηγαίνεις σπίτι της!
— Και λοιπόν;

Για λίγες στιγμές σωπάσανε και οι δυο, ύστερα η μητέρα μου μέσα στο βήχα της φώναξε:
— Κανάγιας που είσαι!

Άκουσα το Μαξίμωφ να τη χτυπάει και έτρεξα στο δωμάτιο. Πεσμένη στα γόνατα η μητέρα μου, ακούμπαγε με τη ράχη και με τα χέρια της σε μια καρέκλα αγκομαχώντας, με το κεφάλι ριγμένο πίσω, φούσκωνε το στήθος της και τα μάτια της γυαλίζανε με μια τρομαχτική λάμψη. Ο άντρας της καλοντυμένος με καινούρια στολή της έδινε κλωτσιές με τη μπότα του στα στήθια της. Αρπάζοντας απ' το τραπέζι ένα μαχαίρι με χερούλι από κόκαλο σκαλισμένο με ασήμι, που κόβαμε το ψωμί, το μόνο ενθύμιο που είχε μείνει απ' τον πατέρα μου, θέλησα να το μπήξω με όλη μου τη δύναμη στην κοιλιά του κακούργου. Ευτυχώς η μητέρα μου πρόφτασε να σπρώξει το Μαξίμωφ, η λεπίδα γλίστρησε στο ύφασμα, το ξέσκισε και μόνο τον γρατζούνισε λίγο. Ο πατριός μου έβαλε άγριες φωνές και βγήκε τρέχοντας απ' το δωμάτιο, με το χέρι στην κοιλιά του. Η μητέρα μου μ' έπιασε, με σήκωσε ψηλά και μουγγρίζοντας, με πέταξε με δύναμη στο πάτωμα και έπεσε απάνω μου με όλο το βάρος της. Απελευθερώθηκα απ' το Μαξίμωφ, που ξαναγύρισε στο σπίτι.

Αργότερα το βράδυ, όταν, μ' όλα αυτά ο άντρας της βγήκε, η μητέρα μου ήρθε και με βρήκε πίσω απ' τη σόμπα, με πήρε στην αγκαλιά της και με φίλησε κλαίγοντας:

— Συχώρεσέ με! Δεν είχα δίκηο! Αχ! μικρούλη μου! Πώς τόλμησες; Με μαχαίρι!

Πολύ ειλικρινά, και καταλαβαίνοντας πολύ καλά το νόημα κείνων που έλεγα, της δήλωσα πώς είχα σκοπό να σφάξω τον πατριό μου και να σκοτωθώ μετά. Και νομίζω πως θα τόχα κάνει ή τουλάχιστον θα είχα δοκιμάσει. Και τώρα ακόμη βλέπω, εκείνη την απαίσια στιγμή, το μακρύ πόδι και το σειρήτι που ξεχώριζε στο ύφασμα του παντελονιού. Βλέπω κείνο το πόδι που ταλαντεύεται, βλέπω τη μύτη του παπουτσιού να κοπανάει το στήθος μιας γυναίκας. Πολλά χρόνια υστερότερα ο δύστυχος Μαξίμωφ πέθανε μπροστά στα μάτια μου σ' ένα νοσοκομείο. Μου είτανε παράξενα συμπαθητικός τότε και έκλαψα βλέποντας τα όμορφα σαστισμένα μάτια του να θολώνουν και να σβύνουν. Μα κι' αυτήν ακόμα την πονεμένη ώρα, με την ψυχή γεμάτη από μιαν ανείπωτη αγωνία, δε μπόρεσα να ξεχάσω πως ο άνθρωπος αυτός είχε δώσει κλωτσιές στη μητέρα μου.
Maxim Gorky (1868-1936)
(Aleksey Maksimovich Peshkov)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
Μαξίμ Γκόρκυ, Τα παιδικά χρόνια της ζωής μου -
εκδ. Λογοτεχνική Μορφωτική Εταιρεία
σε μετάφραση Σ. Βήτα

* φωτογραφίες: 21stcenturysocialism.com, pro.corbis.com

Ετικέτες , ,

18 Ιαν 2009

67 ~ Ted Hughes: Σίγουρα είχαμε σχεδιάσει μια ημερήσια εκδρομή...

Ο κουνελοκυνηγός

Ήταν Μάης. Πώς είχε αρχίσει; Τι
μας έκανε ευέξαπτους; Ποιο τέχνασμα
της λεπίδας του φεγγαριού μας είχε βάλει, πρωί πρωί,
να σκοτωνόμαστε; Τι είχα κάνει; Είχα,
κάπως, παρερμηνεύσει. Απροσπέλαστη
στη μοχθηρή μανία σου, πέταξες
βιαστικά τα μωρά στ' αμάξι, ξεκίνησες. Σίγουρα
είχαμε σχεδιάσει μια ημερήσια εκδρομή,
κάπου στην ακτή, μια εξερεύνηση -
κι έτσι άρχισες να οδηγείς.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .Θυμάμαι
ότι σκέφτηκα: Θα κάνει κάτι παλαβό. Κι άνοιξα απότομα
την πόρτα και πήδησα μέσα, πλάι σου.
Έτσι πήγαμε δυτικά. Δύση. Στα δρομάκια της Κορνουάλης.
Θυμάμαι μιαν ανακωχή να σιγοβράζει
καθώς κοιτούσες, με σιδερένιο πρόσωπο,
κάποια μακρινά τοπία καταιγίδας
κάποιου απόκοσμου πολέμου. Απλώς
βημάτιζα δίπλα σου, κουβαλούσα τα μωρά,
περίμενα να επιστρέψεις στη φύση.
Προσπαθήσαμε να βρούμε την ακτή.
Τα 'βαλες με την ιδιωτική αγγλική μας πλεονεξία
που έφραζε όλες τις προσβάσεις στην ακτή,
κρύβοντας τη θάλασσα απ' τους δρόμους, απ' όλο το εσωτερικό.
Επέκρινες τις ρυπαρές ακτές της Αγγλίας όταν έφτασες εκεί.
Εκείνη η μέρα ανήκε στις μανίες. Έψαξα το χάρτη
για να βρω τις φάρμες και τα ιδιωτικά βασίλεια.
Εν τέλει μια είσοδος. Ήταν δροσερή μέρα,
μέσα Μαΐου. Κάπου αγόρασα φαΐ.
Διασχίσαμε ένα λιβάδι και φτάσαμε στο ανοιχτό
γαλάζιο ανέμισμα της θαλασσινής αύρας. Ένας γκρεμός με σχοίνα,
βατομουριές, στενές κοιλάδες με βελανιδιές. Βρήκαμε
μια αετοφωλιά, ακριβώς κάτω απ' την κορυφή του γκρεμού.

Μου φάνηκε τέλεια. Καθώς τάιζες τα μωρά,
το γερμανικό σου σκυθρώπιασμα σε πλαισίωνε σαν περικεφαλαία,
αμετάφραστο. Καθόμουν αμήχανος.
Ήμουν μια μύγα έξω απ' το παράθυρο
του οικιακού μου δράματος. Αρνήθηκες να κάτσεις εκεί
τεμπελιάζοντας, το μισούσες αυτό.
Τούτο το επίπεδο, ανεμοδαρμένο πιάτο δεν ήταν ωκεανός.
Έπρεπε να φύγεις κι έφυγες. Κι
ήρθα ξοπίσω σου, σαν σκύλος, κατά μήκος της κορυφής,
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . στην άκρη του λιβαδιού,
μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές που τις σβάρνιζε ο αέρας -
και βρήκα μια παγίδα.
Χάλκινο σύρμα που έλαμπε, χορδή καφετιά, ανθρώπινο τέχνασμα,
αχρησιμοποίητη. Δίχως λέξη
τη διέλυσες και την πέταξες στα δέντρα.

Έμεινα άναυδος. Πιστός
στους θεούς της χώρας μου, είδα
την ιερότητα των παγίδων να βεβηλώνεται.
Είδες στομωμένα δάχτυλα, αίμα στις παρωνυχίδες,
να σφίγγουν ένα μπλε κύπελλο. Είδα
τη φτώχια του χωρικού να κερδίζει μια πένα,
γεμίζοντας το κυριακάτικο κατσαρόλι στιφάδο. Είδες στραγγαλισμένους
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .. . . αθώους
με μωρουδίστικα μάτια, είδα ένα ιερό
αρχαίο έθιμο. Είδες τη μια παγίδα μετά την άλλη
και προχώρησες μπροστά, τραβώντας τις
και πετώντας τις μ' ορμή στο δάσος. Σ' είδα
να ξεριζώνεις τα επισφαλή, πολύτιμα δενδρύλλια
της κληρονομιάς μου, δικαιώματα εκμετάλλευσης, κερδισμένα με κόπο,
με απαγχονισμούς και εξορίες
για να ζούμε από τη γη. Ούρλιαξες: «Δολοφόνοι!»
Έκλαιγες με οργή
που καμιά σχέση δεν είχε με τα κουνέλια.Ήσουν κλειδωμένη
σε κάποιο θάλαμο, ασθμαίνοντας για οξυγόνο,
όπου δεν μπορούσα να σε βρω, ή να σ' ακούσω πραγματικά,
πόσο μάλλον να σε καταλάβω.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Σ' εκείνες τις παγίδες
είχες πιάσει κάτι.
Είχες πιάσει κάτι μέσα μου,
κάτι νυκτόβιο και άγνωστο σε μένα; Ή ήταν
ο καταδικασμένος, ο βασανισμένος σου εαυτός που έκλαιγε
κι ασφυκτιούσε; Ό,τι κι αν ήταν αυτό,
'κείνα τα τρομερά, υπερευαίσθητα
δάχτυλα των ποιημάτων σου έκλεισαν γύρω του και
το ανάστησαν. Τα ποιήματα, σαν σπλάχνα καπνισμένα,
μαλάκωσαν μέσα στα χέρια σου.

Τεντ Χιουζ (1930–1998)




* Το ποίημα είναι από το βιβλίο Τεντ Χιουζ, Γράμματα γενεθλίων -
εκδ. Μελάνι 2005
σε μετάφραση Γιάννη Αντιόχου

*
φωτογραφίες: thejulyproject.co.uk, dorschgallery.com

Ετικέτες , ,

05 Ιαν 2009

66 ~ Pier Paolo Pasolini: Προσδίδω μεγάλο κύρος σε αυτόν που έχω μπροστά μου, χωρίς να κάνω καμιά απολύτως διάκριση

* Το βουτυρόπαιδο και το υποπρολεταριάτο
...Ήμουν δυστυχώς ένα βουτυρόπαιδο. Ο πατέρας μου αξιωματικός η μητέρα μου δασκάλα. Μεγάλωσα στην Βόρεια Ιταλία στο Φρίουλι. Μετά πήγα στην Ρώμη και γνώρισα έναν άγνωστο κόσμο. Τον κόσμο του υποπρολεταριάτου. [....] Εγώ, λοιπόν, το βουτυρόπαιδο, έφτασα στη Ρώμη... και έμεινα κατάπληκτος, εμβρόντητος... από την εμφάνιση του κόσμου που δεν γνώριζα. Μου κινήθηκε το ενδιαφέρον γι' αυτόν τον κόσμο... όπως συμβαίνει με όλα όσα με εντυπωσιάζουν βαθιά. Οι ποιητές μιλούν γι' αυτό που τους συμβαίνει. Οι ποιητές μιλούν γι' αυτά που τους εντυπωσιάζουν. [....] Σ' αυτό το σπίτι έμεινα τρία χρόνια. Εδώ έγραψα το πρώτο μου βιβλίο «Τα παιδιά της ζωής». Είναι μια απάντηση σε όλους αυτούς που λένε... ότι ήρθα στις συνοικίες της Ρώμης για τουρισμό. Έζησα εδώ γιατί ήμουνα πάρα πολύ φτωχός. Ήρθα από το Φριούλι και ήμουνα άνεργος. Έμεινα στη Ρώμη ένα χρόνο ψάχνοντας για δουλειά. Αργότερα βρήκα μια δουλίτσα σε ένα σχολείο. Στο Τσιαμπίνο, πολύ μακριά από εδώ. Δούλευα για 27.000 λιρέτες το μήνα. Έζησα από κοντά τη ζωή στις συνοικίες της Ρώμης. Έγραψα το βιβλίο «Τα παιδιά της ζωής» και την ποιητική συλλογή «Οι στάχτες του Γκράμσι». Έκανα μια ποιητική ανθολογία στην Ιταλική διάλεκτο. Και μια ανθολογία με λαϊκά ποιήματα. Δούλεψα πολύ εκείνη τη χρονιά. Βλέπετε, η πραγματικότητα σας μιλάει. Βλέπετε αυτούς τους στίχους; Σπίτια που τα έχτισαν οι εργάτες με τα χέρια τους. Είναι χαρακτηριστική συνοικία. Δεν είναι σαν τις συνοικίες του υποπρολεταριάτου. Οι συνοικίες που περιγράφω στα βιβλία και στις ταινίες είναι συνοικίες που κατασκεύασε ο φασισμός... σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους φτωχούς.

[....] Πήγαινα να δώσω μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο, όταν ένιωσα κάτι παγερό στην πλάτη και το κεφάλι. Διαπίστωσα ότι ήταν άσπρη μπογιά. Γύρισα και είδα μια ομάδα νεαρών φασιστών γύρω μου. Μαζί μου ήταν ο Νινέτο και τ' αδέλφια του. Εγώ ξεμονάχιασα έναν, αυτοί τους άλλους. Οι δύο δέχτηκαν αργότερα επίθεση με αυτοκίνητο. Αυτός που χτυπούσα εγώ το 'βαλε στα πόδια. Τον κυνήγησα για ένα χιλιόμετρο. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να μου γλιτώσει... ανέβηκε πάνω σε ένα σταματημένο τραμ, ανέβηκα και γω κι εκείνος άρχισε να με κλωτσάει. Επειδή είδε ότι ούτε με τις κλωτσιές μου ξέφευγε, βγήκε από την μπροστινή πόρτα του τραμ. Έκανα το ίδιο και συνέχισα να τον κυνηγώ. Ξαφνικά τον έχασα, είχε μπει μέσα σε ένα γκαράζ που είχε, φαίνεται, δύο πόρτες και έτσι ξέφυγε. Έτσι έχει το επεισόδιο με τους φασίστες. [....] Δύο, νομίζω, ότι είναι οι λόγοι που εξηγούν την αγάπη μου, την άνεση μου με τον χώρο του υποπρολεταριάτου. Ο ένας είναι ψυχολογικός. Εγώ, και να θέλω, δεν μπορώ να κάνω διακρίσεις. Είτε έχω μπροστά μου ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, είτε έναν ταπεινό σκουπιδιάρη, είναι το ίδιο. Κι αυτό από μια παιδική συστολή, πιστεύω. Συχνά δυσκολεύομαι να μιλήσω στον ενικό σε σκύλο, αυτή τη συστολή την έχω όχι μόνο με ανθρώπους... αλλά με κάθε ζωντανό πλάσμα. Προσδίδω μεγάλο κύρος σε αυτόν που έχω μπροστά μου, χωρίς να κάνω καμιά απολύτως διάκριση. Όλα τα ζωντανά πλάσματα που έχω μπροστά μου... είναι σχεδόν πάντα μητέρες και πατέρες. Ο δεύτερος λόγος είναι ιστορικός... λιγότερο διασκεδαστικός αλλά εξίσου σημαντικός.

[......] Στις ταινίες μου... μιλάω για τη δική μου δουλειά, δεν υπάρχουν συνεχόμενα πλάνα. Ποτέ! Υπάρχουν ελάχιστα γενικά πλάνα. Και ποτέ δεν γίνεται σύνδεση. Μοντάζ δύο γενικών πλάνων. Ή δύο μέσων πλάνων... χαρακτηριστικό των ρεαλιστικών ταινιών. Στις ταινίες μου υπάρχει κάτι ακόμα. Επικρατούν... λέγεται αυτό; (διαρκούν) τα γκρο-πλάν. Δεν χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν ζωντάνια. Αλλά μάλλον ιερότητα. Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους δεν είναι η ελπίδα, αλλά η απελπισία. Με την εξαφάνιση της ελπίδας... χάνεται και η αγάπη για τον μέσο άνθρωπο. Αγαπούν τον ήρωα. Τον άνθρωπο - εξαίρεση. Εγώ είμαι σαν τον γλύπτη. Το πορτραίτο των ανθρώπων των συνοικιών της Ρώμης... ή κάποιου άλλου ανθρώπου... δεν είναι κάτι κομψό και οικείο... αλλά είναι τεράστιο άγαλμα. (από γαλλικό ντοκυμανταίρ που προβλήθηκε στην ΝΕΤ - απόδοση: Κούλα Καφέτζη, Σοφία Στεργιοπούλου)

* Ο Αλέκος Παναγούλης και ο αγώνας των φοιτητών
20 Nοεμβρίου, 1968 - Ο Παναγούλης πρόκειται να τουφεκιστεί κι εγώ δεν μπορώ ούτε κατά διάνοια ν' ανεχτώ κάτι τέτοιο. Βρίσκομαι κλεισμένος σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου δέσμιος υποχρεώσεων, μελλοντικών σχεδίων, κ.λπ., όμως συνάμα κυριευμένος από ένα περίεργο αίσθημα νευρικότητας εξαιτίας της ανικανότητας μου ν' αντιδράσω. Είναι αλήθεια ότι τις τελευταίες δεκαετίες μου συνέβη συχνά να ζυμωθώ με τον κόσμο και «ν' αποφασίσω» κι εγώ ανάμεσα σε κραυγές διαμαρτυρίας σαν αυτές που σήμερα τόσο εντυπωσιακά και βίαια εκτινάζονται ψηλά μέχρι τον ουρανό του Τορίνο. Πολλές φορές υπέφερα κι ένιωθα να σκίζονται τα σπλάχνα μου από αγωνία και θυμό, όμως ποτέ πριν δεν μου συνέβη να νοιώσω έτσι όπως σήμερα. Τι το ειδικό έχει αυτή η καταδίκη εις θάνατον; Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω. Μου 'ρχονται στο νου μονάχα κάτι κοινοτοπίες όπως π.χ.: είναι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί τώρα ξαφνικά φαίνεται το ποτήρι αυτό γεμάτο μέχρι το χείλος ώστε να ξεχειλίσει. Βεβαίως ανέκαθεν αναρωτιόμουν αν το ποτήρι της υποταγής και της καρτερίας μας μπορούσε να έχει απύθμενη χωρητικότητα. Και βρίσκομαι τώρα να κρατώ εγώ ένα ποτήρι ξέχειλο χωρίς καθόλου να διαθέτω την εμπειρία κάποιου που έχει φτάσει στα όρια της ανοχής. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα γι' αυτό που λέω από την περίπτωση του Παναγούλη...

21 Νοεμβρίου, 1968 - Ανοίγω την εφημερίδα, που μου πέρασαν από τη χαραμάδα της πόρτας. «Λιγοστεύουν οι ελπίδες για τον Παναγούλη». Όμως γιατί λιγοστεύουν»; Διότι ο Παναγούλης ελπίζει να πεθάνει. Μα τέτοιες υπάρχουν ήδη «πολλές ελπίδες» για τον Παναγούλη. Όμως έτσι κάνει λάθος ο ίδιος γιατί δεν ξέρει πώς να είναι ήρωας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αναγνωρίζεται ήρωας είναι ταυτοχρόνως ο εξορκισμένος, ο αποδιοπομπαίος.
Είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο το να απαιτείται η αγιότητα των άλλων για να διατηρήσουμε εμείς ήσυχη τη συνείδηση μας τη στιγμή που όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν άγιοι. Όταν συνειδητοποιήσουμε τι είναι τους καθαγιάζουμε, τους αγιοποιούμε. Η καθαγίαση τους ξεχωρίζει από τους άλλους, τους απομονώνει, τους κατηγοριοποιεί και τους καθιστά ακίνδυνους και κάπως κωμικούς και σχηματοποιημένους.
Η αυταρχική κοινωνία δημιουργεί μόνη της τους ήρωες της και μετά τους τοποθετεί στο πάνθεον της. Ο Παναγούλης είναι ήρωας. Οι συνταγματάρχες είναι σκληροί. Κι όλα πάνε μια χαρά. Εγώ από ανθρωπιά και μόνο δεν μπορώ να ανεχθώ το θάνατο του. [....] Εξ αποστάσεως κάθε φωνή διαμαρτυρίας στην πλατεία γίνεται με τις άλλες ένα. Γιατί η απόσταση διορθώνει, φιλτράροντας αδιάφορα μέσα στον χώρο, την αίσθηση εκείνων των κραυγών, τη χαώδη τους συμβατικότητα και την όποια βαρβαρότητα τους. Έτσι όλες τους γίνονται οδυνηρές, μυστηριώδεις, σαν να προέρχονται από έναν άλλον κόσμο, άλλους καιρούς. Και να, εξαιτίας της απόστασης οι κραυγές των διαδηλωτών, πέρα από το ότι είναι όλες τους όμοιες στον παρόντα χρόνο, είναι επίσης ίδιες με εκείνες τις άλλες του παρελθόντος. Αυτές κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι οι κραυγές των παλιών φασιστών ή και των λησμονημένων σήμερα παρτιζάνων (στην ανεκδιήγητη άνοιξη του '45).
Τελικά από ψηλά βλέπω ότι το Τορίνο δεν έχει αλλάξει. Οι μακροί του δρόμοι xάνονται μέσα στην γνωστή, κάπως ομιxλώδη, ατμόσφαιρα των ωραίων ψυxρών ημερών και πάνω σ' αυτά τα σκούρα, επίπεδα και αυστηρά οριοθετημένα οικοδομικά συγκροτήματα, τα σχεδιασμένα αχνά μέσα στην αύρα υπάρχει σαν μέσα σε μια γάζα το γαλάζιο, ένα καταραμένο γαλάζιο (δειλό, κυνικό σημάδι μιας άμωμης και ανέγγιχτης σύλληψης του χρόνου. Ο ουρανός και η φύση εκφράζουν μια αντίθεση που γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρή μαζί μ' εκείνες τις κραυγές που ολοένα και περισσότερο γίνονται οι κραυγές κάθε τόπου, κάθε καιρού). Αραγε αυτοί οι φοιτητές που αγριοφωνάζοντας σκορπίζουν παντού πανικό να διαδηλώνουν υπέρ του Παναγούλη; Η παράξενη κραυγή τους που φτάνει ως εδώ κατά κύματα σαν από τα μακρινά βάθη του χρόνου ή μέσα από την καρδιά μιας μέρας μπορεί να εμπεριέχει την διαμαρτυρία εναντίον της δολοφονίας του; Ναι, είναι η μοναδική ελπίδα. Ο κόσμος όλος συρρικνωμένος σ' ένα πράγμα πολλαπλασιάζεται πολλές φορές επαναλαμβάνοντας το ίδιο αίσθημα.

23 Νοεμβρίου, 1968 - Δεν μπορώ να καταλάβω αυτό τον αγώνα των φοιτητών να απαιτούν να πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους μέσα στις σχολές. Και γιατί μέσα; Γιατί δεν συνεχίζουν τις συγκεντρώσεις τους στις πλατείες, στους κήπους, ή στις σοφίτες; Γιατί απαιτούν και αποσπούν από τους «ανωτέρους» αυτή την ελευθερία και μάλιστα την εξασφαλίζουν σε χώρους οι οποίοι από τη φύση τους δεν είναι χώροι ελευθερίας; Αυτό που έχω να πω εδώ είναι ότι όποιος διεκδικεί την ελευθερία του μετά [όταν την έχει] δεν ξέρει τι να ην κάνει. Σκέφτομαι λοιπόν ότι οι φοιτητές θα 'πρεπε να αγωνιστούν όχι για να κερδίσουν την αυτονομία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων τους: τουλάχιστον όχι μόνο γι' αυτό. Αλλά κυρίως για να πετύχουν να αποτελούν μέρος πραγματικά σημαντικό της κοινής γνώμης. Το λέω αυτό γιατί - όπως ήταν τελικά αναμενόμενο - στην πραγματικότητα δεν ήταν οι ίδιοι αλλά η άλλη κοινή γνώμη, η επίσημη, που συνετέλεσε στη διφορούμενη απόφαση για τη ζωή του Παναγούλη (την επ' αόριστον αναβολή της θανατικής εκτέλεσης).

* Τα κατά Ματθαίον πάθη
Ήμουν φιλοξενούμενος στην Φίλο Χριστιανική Κοινότητα της Ασσίζης την οποία άλλωστε επισκέφθηκα και μετά, περισσότερο από μια φορά, εφόσον ήταν μια πόρτα πάντοτε ανοιχτή γι' ανθρώπους σαν κι εμένα. Ήταν 2 Οκτωβρίου 1962 και επρόκειτο να φθάσει από το Λορέτο ο πάπας Ιωάννης XXIII, ο πρώτος πάπας που έβγαινε από το Βατικανό κι ερχόταν να προσευχηθεί στο κοιμητήρι του Φτωχούλη για την προσεχή Σύνοδο.
Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι και μου άρεσε ν' αφουγκράζομαι την πόλη που έβραζε από φωνές και βήματα, διψούσε από περιέργεια και ικανοποίηση. Άκουγα χιλιάδες ποδοβολητά στους δρόμους να ηχούν. Συλλογιζόμουν εκείνο τον γλυκύτατο χωρικό Πάπα που είχε στρέψει τις καρδιές προς μια ελπίδα η οποία φαινόταν τότε απλησίαστη και προς την οποία ήταν ανοιχτές οι πύλες της Παναγίας των Ουρανών, έτσι καθώς πήγαινε να συναντήσει κλέφτες κι εγκληματίες. Ήταν οπλισμένος μονάχα με την απέραντη φιλευσπλαχνία του.
Ακόμη κι εγώ αισθάνθηκα για μια στιγμή την ανάγκη να σηκωθώ, να τρέξω να πάω να τον συναντήσω, να τον δω από κοντά και να τον κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια. Ενώ όμως οι κωδωνοκρουσίες βούιζαν στο κεφάλι μου ξαφνικά η επιθυμία μου να τον δω εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι αν μ' έβλεπε ο κόσμος θα γινόταν τρομερό πανδαιμόνιο και θα μπορούσαν να με κατηγορήσουν ότι βρήκα την ευκαιρία να κάνω εύκολη διαφήμιση.
Εφόσον δεν αισθανόμουν καθόλου άσωτος υιός για πολλούς αυτή η συμπεριφορά μου θα ήταν μια κακόγουστη σκηνή.
Απλωσα ενστικτωδώς το χέρι στο κομοδίνο και πήρα την Καινή Διαθήκη που υπάρχει σε όλους τους ξενώνες και ξεκίνησα να διαβάζω από την αρχή, δηλαδή από το πρώτο εκ των τεσσάρων Ευαγγελίων, αυτό του Ματθαίου. Κι από την πρώτη σελίδα έφτασα μέχρι την τελευταία - το θυμάμαι πολύ καλά - από αντίδραση, σχεδόν αμυνόμενος, αλλά και με ικανοποίηση, για τον έξω θόρυβο της πόλης στη γιορτή. Τελικά κλείνοντας το βιβλίο ανακάλυψα ότι ανάμεσα στην πρώτη οχλοβοή και στις τελευταίες κωδωνοκρουσίες που ξεπροβόδιζαν στην αναχώρηση του τον προσκυνητή Πάπα, είχα διαβάσει ολόκληρο αυτό το έντονο μα συνάμα γαλήνιο, το τόσο εβραϊκό και μαχητικό κείμενο που είναι ο λόγος του Ματθαίου.
Και παλιότερα μου είχε περάσει πάλι από το νου να κάνω μια ταινία πάνω στα Ευαγγέλια όμως αυτή η ταινία γεννήθηκε σ' εκείνο το χώρο, εκείνη τη μέρα, εκείνες ακριβώς τις στιγμές. Κατάλαβα επίσης ότι πέραν της διπλής υποβλητικότητας - της ανάγνωσης μου από τη μια και της έξωθεν ηχητικής υπόκρουσης από την άλλη, με τις φωνές και τις κωδωνοκρουσίες -υπήρχε ήδη στο μυαλό μου ο πραγματικός πυρήνας και το προσχέδιο του σεναρίου. Συνεπώς ο μοναδικός στον οποίο θα μπορούσα ν' αφιερώσω την ταινία δεν ήταν άλλος από τον Πάπα Ιωάννη. Και γι' αυτό την αφιέρωσα στην αγαπημένη του «σκιά». Στην σκιά του που είναι η επιβλητική φτώχεια της πίστης και όχι το αντίθετο της. - (απόδοση: Θ. Φωσκαρίνης)
Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975)




* Τα κείμενα είναι από το αφιερωματικό τεύχος της Οδού Πανός -
Νο.130
, Οκτ. 2005

* φωτογραφίες: pasian.it, georgiamada.splinder.com


* για τον Π.Π.Π., ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αλέξανδρος Παναγούλης και
ο Γιώργος Χρονάς

* H Μαρία Κάλλας στον Π.Π.Π.
* Περισσότερα για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι
από το blog Gay Βιβλιογραφία στα Ελληνικά:

(1),(2), (3), (4), (5), (6), (7), (8)

Ετικέτες , , ,

23 Δεκ 2008

65 ~ Λένα Πλάτωνος: Aπό το ανοιχτό παράθυρο

* Τον Μάνο Χατζιδάκι τον βάζω δίπλα στον φυσικό πατέρα μου Γεώργιο Πλάτωνα. Ο καθένας με τον τρόπο του με μύησε στη μουσική και τους το χρωστώ. Με τον Μάνο Χατζιδάκι πρωτοσυναντήθηκα όμως πολύ πιο νωρίς από τη "Λιλιπούπολη", έστω και εν αγνοία του. Το πρώτο τραγούδι που έπαιξα στο πιάνο σε ηλικία τεσσάρων ετών ήταν το "Γαρίφαλο στ' αφτί". Ηρθαν τελικά έτσι τα πράγματα που γνωριστήκαμε και προσωπικά.

* Τη γραφή της μουσικής μου εντελώς αντικειμενικά τη θεωρώ προωθημένη. Και το λέω τελείως αντικειμενικά. Αλλωστε όταν είχαν βγει κάποιοι δεν τα είχαν δεχτεί. Όπως δεν με είχαν δεχτεί και όταν με παρουσίασε ο Μάνος Χατζιδάκις στους μουσικούς κύκλους της εποχής. Γεγονός που τα μετέπειτα χρόνια έφερε αναστάτωση στην πορεία μου. Ο Μάνος όμως ήταν πάντοτε απρόβλεπτος και ανατρεπτικός. Η μουσική και το τραγούδι όμως δεν χρειάζεται να είναι ανατρεπτικά και απρόβλεπτα. Υπάρχουν και για να απαλύνουν τον πόνο της ψυχής».

* Μου είχαν κάνει πρόταση την οποία στην αρχή δεν αποδεχόμουν. Είχα αναρωτηθεί τότε ότι έναν τόσο μεγάλο και κλασικό ποιητή, όπως ο Κώστας Καρυωτάκης, πώς θα τον κάνω εγώ τραγούδια. Ερχόταν η άνοιξη, ήταν μεσημέρι και εντελώς συμπτωματικά, καθώς είχα ανοιχτό το παράθυρο - έμενα τότε σε ένα δώμα κάπου στον Λυκαβηττό -, ακούγονταν οι μακρινές φωνές μιας παρέας παιδιών που έπαιζαν μπάλα. Και έτσι το πρώτο τραγούδι που έφτιαξα είχε τις ιαχές των παιδιών, αν και λέγεται "Βράδυ". Τελικά η όλη δουλειά ήταν καλότυχη».
Λένα Πλάτωνος (1951)


(Η Λένα Πλάτωνος στον Γιώργο Σκίντσα. Από Το ΒΗΜΑ, 30/03/2003)
* φωτογραφία: rizospastis.gr

Ετικέτες , ,

20 Δεκ 2008

64 ~ Sylvia Plath: Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά

Daddy

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει -
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος
Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να 'μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι' αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο
,Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο -
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου 'πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Σύλβια Πλαθ (1932-1963)

Image Hosted by ImageShack.us

* από το βιβλίο Sylvia Plath, ποιήματα - εκδ. Κέδρος, 2003
σε μετάφραση Κατερίνας Ηλιοπούλου και Ελένης Ηλιοπούλου
(το ποίημα είναι από τη συλλογή Ariel)
* φωτογραφίες: news.bbc.co.uk, smith.edu

Ετικέτες , ,

06 Δεκ 2008

63 ~ Χάρης Βλαβιανός: ...τόση αγάπη να γίνεται χώμα

Pentimento

[...]
Έζησα πλάι της.
Συγγένεια σημαίνει θάνατος.
Ο μόνος μας δεσμός
ένας πίνακας του Προσαλέντη,
τα σερβίτσια Βοημίας του Σικελού
—από τρίτο γάμο—
κι ένα στρογγυλό τραπέζι από όνυχα'
τίποτα δηλαδή.
Κάθε μέρα προσπαθούσα να γράψω τρεις στίχους
που η αντοχή τους
να υπερβαίνει τη δική μου,
ενώ εκείνη, αδιαφορώντας για ό,τι είχα διαφυλάξει
μέσα στις αναθυμιάσεις της οικογενειακής αρμονίας,
κυνηγούσε το θείο βρέφος
σε μιαν Αίγυπτο χωρίς θεό.

Δεκαοκτώ χρόνια στο έλεος αυτής της γυναίκας.
Δεκαοκτώ χρόνια κουβαλώντας έναν ξένο θάνατο.
Η Αγγλία ήταν ένας ελιγμός,
ο μόνος ευφυής ελιγμός στη ζωή μου.
Η λογοτεχνία, το Κολλέγιο του Λώρενς,
οι γοτθικές χαριτολογίες,
όλα μια πρόφαση.
Έπρεπε να σπάσει το συμβόλαιο αίματος,
το αποπνικτικό αυτό μη
της μητρικής τερατουργίας.
Η πτώση αυτή δεν είχε τέλος.
Οι απολογισμοί ήταν ανώφελοι.
Γιατί είναι δύσκολο να μιλάς
και ταυτόχρονα να συγκεντρώνεις
την προσοχή σου αλλού,
σ' αυτό που σκέφτεσαι πραγματικά
που ακούγεται μέσα σου πνιχτά
ψιθυριστά
σαν να ζητάει συγγνώμη που δεν έχει πεθάνει.

Τι παράξενο μια λέξη να σβήνει το χρώμα
και η αγάπη, τόση αγάπη, να γίνεται χώμα.


* * *

Oxford Blues

II
"Ο ποιητής του κολλεγίου; Ο τρελός του χωριού
πιο σωστά." (Ούτω πως o Τσάρλι.)
Το ερώτημα έπαψε να υφίσταται
από τη στιγμή που κατέφθασε o Μάρτιν
—ένα χωριατόπαιδο απ' το Λάνκαστερ
που μπορούσε να στέκεται όρθιος στο μονόξυλο
και με το κοντάρι στο χέρι
ν' απαγγέλλει μπαλλάντες του Καβαλκάντι στα ιταλικά!

"Εσύ δεν είσαι ο Έλληνας;
Μπορώ να δανειστώ τη γραφομηχανή σου;
Έχω να παραδώσω σε τρεις ώρες μια εργασία
για τα αττικά συμποτικά τραγούδια:
ουδέ καλάς σοφίας εστίν χάρις...
as they say my dear... Haris"
Τη στιγμή που του την έδινα
ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι.
Γύρισα στο δωμάτιο μου
κι άρχισα να διαβάζω Σιμωνίδη με λύσσα.

V
Ήταν o πρώτος μου συμφοιτητής
που διάβασε τα άγουρα στιχάκια μου.
Ο Άνταμ, ο scholar της παρέας,
που η βραδυγλωσσία του τον εμπόδιζε
να παίρνει μέρος στις συζητήσεις μας
για την virtù του Μακιαβέλλι
— και την άλλη, την αμφιλεγόμενη,
της πρώην φιλενάδας του Πήτερ.
Ο Άνταμ με τον τέλειο γραφικό χαρακτήρα
που η Εδέμ του βρισκόταν
κάπου ανάμεσα στο λεξικό του Liddell & Scott
και τον Σοφοκλή του Murray
Χωρίς αμφιβολία o επόμενος Regius Professor of Greek.
Η πρώτη και καλύτερη μέχρι σήμερα κριτική
των ποιημάτων μου ήταν η δική του:
"Μου αρέσει πολύ, μου αρέσει πολύ
αυτό το-το-το"

Χάρης Βλαβιανός (1957)

* από το βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού Adieu
Εκδ. Νεφέλη, 1996
* φωτογραφία: mic.gr

Ετικέτες , ,