15 Οκτ 2015

172 - Ντίνος Χριστιανόπουλος: Παρακολουθούσα στην άκρη της αρβύλας μου μια χαριτωμένη ανεμώνα

Το Νοέμβριο του 1954 τελείωσα κανονικά τις φοιτητικές μου σπουδές στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και πήρα το πτυχίο μου με λίαν καλώς. Μου έμεναν ακόμα σαράντα πέντε μέρες μέχρι τις 15 Ιανουαρίου, που θα παρουσιαζόμουν στο ΚΕΝ Κορίνθου για να καταταχτώ ως νεοσύλλεκτος.

Η προσμονή της επικείμενης στράτευσής μου είχε αρχίσει να μου δημιουργεί ένα αίσθημα αυξανόμενης αναστάτωσης και υποδόριας μελαγχολίας. Δεν είχα φύγει ποτέ άλλοτε από το σπίτι μου και μου κακοφαίνονταν που θα το έχανα για να ζήσω μια ζωή ολότελα άγνωστη. Ήμουν ήσυχος, βέβαια, που είχα προλάβει να πάρω το πτυχίο μου, αλλά με στεναχωρούσε το γεγονός ότι, ενώ οι συμφοιτήτριές μου θα είχαν αρχίσει να διορίζονται, εγώ θα σπαταλούσα σχεδόν δύο χρόνια στο στρατό. Ο πατέρας μου τον πιο πολύ καιρό δε δούλευε, η μητέρα μου πότε πότε ξενοδούλευε, κάποιος θείος μου είχε αναλάβει τις σπουδές μου αλλά και μ' αυτόν δεν τα πήγαινα καλά, επιπλέον τα λίγα λεφτά που έπαιρνα από μια επιστημονική εργασία που μου είχε αναθέσει ο καθηγητής μου Λίνος Πολίτης κόντευαν να τελειώσουν, ενώ είχα σταματήσει και το μάθημα που έκανα σε ένα παιδάκι του δημοτικού και που μου απέφερε ψίχουλα. Όσο για τα λογοτεχνικά μου διαβάσματα και γραψίματα — είχα τυπώσει ήδη τρία ποιητικά βιβλία — δε μπορούσαν να με παρηγορήσουν ενώ η καρδιά μου είχε αρχίσει να μαυρίζει. Παρ' όλα αυτά θυμήθηκα να αφήσω λίγα λεφτά στη μητέρα μου για να μου αγοράζει τα «Άπαντα» του Παπαδιαμάντη, που τότε είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν σε φυλλάδια με την επιμέλεια του Γ. Βαλέτα.

Τίποτε απ' όλα αυτά που σας είπα δεν ήταν ευχάριστο. Κι όμως έκανα κουράγιο. Κι έτσι στις 13 Ιανουαρίου του 1955 αποχαιρέτησα τους γονείς μου — χωρίς να δεχτώ το χαρτζιλίκι που ήθελε να μου δώσει η μάνα μου — και, για να μην έχουμε δάκρυα στο σιδηροδρομικό σταθμό, προτίμησα να με συνοδεύσουν τρεις φίλοι μου (ο Γιάννης Μπαμπατζάνης, ο Θανάσης Χριστιανός και ο Σταύρος Θεοφανίδης) — κι αυτό ήταν όλο.

(Τα αισθήματα εκείνων των ημερών μού ενέπνευσαν, τρία χρόνια αργότερα, ένα ποίημα που το παραθέτω γιατί, αν και κάπως αδύνατο, με εξέφραζε τότε αρκετά:

ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΣΤΡΑΤΟ

Ξέρω κάτι παιδιά
που ξεκιναν για το στρατό
εφοδιασμένοι με συστατικά γράμματα βουλευτών
δάκρυα πικρά της μαμάς εναγκαλισμοί συγγενών

δώρα λουκούμια λουμινάλ σοκολάτες —
και χαιρετούν απ' το βαγόνι μελαγχολικά
με μια κρυφή αναστάτωση μέσα τους
γεμάτοι αβεβαιότητα για το επερχόμενο κακό,
ώσπου τα γράμματα να φέρουν αποτέλεσμα
οι ενέργειες του μπαμπά να τελεσφορήσουν
και γίνουν αξιωματικοί
στο ΝΑΤΟ

Μα είναι και κάτι άλλα παιδιά
απ' τα βουνά της Μακεδονίας απ' τα κατσάβραχα,
που ξεκινάν μ' ένα ζεμπίλι και το σακάκι στο χέρι
κα κει στο σιδηροδρομικό σταθμό
δεν έχουν άνθρωπο να τους ξεπροβοδίσει
μάνα να κλάψει, αδελφή να τους φιλήσει,
μόν' βρίσκουν κι άλλα παιδιά με ζεμπίλια
κι ενώνονται σιγά σιγά
και γίνονται μια συντροφιά
και παίρνουν όλοι μαζί ένα τραγούδι
(λες και ζητούν να ξεγελάσουνε τον εαυτό τους
πως παν σε πανηγύρι κι όχι στο στρατό...).


Στο τραίνο συνταξίδεψα με δυο συναδέλφους που θα κατατασσόμασταν μαζί. Στην Αθήνα χωρίσαμε προσωρινά• αυτοί θα πήγαιναν σε φιλικά σπίτια, εμένα θα με φιλοξενούσε ο φίλος μου και ποιητής Κάσσανδρος Σιβεριώτης. που είχε πάρει πτυχίο νομικής και ήταν ανθυποπλοίαρχος του βασιλικού ναυτικού. Με χαρά επέμενε να με φιλοξενήσει τα δυο τελευταία βράδια στο διαμέρισμα που νοίκιαζε στο Φάληρο. Είπαμε πολλά για τη Θεσσαλονίκη και την ποίηση. Όταν θέλησα να φορέσω τις πιτζάμες μου, που τις είχα φέρει μαζί μου, ο φίλος μου μού πρότεινε ξαφνικά να δοκιμάσω τη στολή του, γιατί είχε τη γνώμη πως θα μου πήγαινε. Εγώ βέβαια είχα τον καημό μου για την κατάταξη, αλλά δε μου φάνηκε κι άσχημη η ιδέα. Στο πι και φι ξεντύνομαι και φορώ τη στολή του ανθυποπλοίαρχου. Μου ήρθε κουτί• ήμουν λιγνός και μου πήγαινε μια χαρά. Εκείνη τη στιγμή ήρθε κι ή ωραία αρραβωνιαστικιά του φίλου μου, με είδε άναυδη και μου είπε: «Ντίνο, τι κούκλος που είσαι, ενώ ο δικός μου άρχισε να παχαίνει και με απογοητεύει».

[....] Την άλλη μέρα το πρωί συναντήθηκα με τους δυο συμφοιτητές μου και ταξιδέψαμε μαζί για την Κόρινθο. Και οι τρεις, κατηφείς. Πώς ταξιδέψαμε; Δε θυμάμαι. Δε θυμάμαι ούτε τον ισθμό ούτε την Κόρινθο. Ένα νέφος στην καρδιά μου τα σκέπαζε όλα.

Όταν φτάσαμε στην Κόρινθο, είχαμε μαζευτεί πάρα πολλοί υποψήφιοι νεοσύλλεκτοι, ίσως μερικές χιλιάδες. Και φυσικά, όχι μόνο από τη Θεσσαλονίκη αλλά και από όλα τα μέρη. Από Αθήνα και Θεσσαλονίκη ήμασταν εξ αναβολής λόγω σπουδών από τα άλλα μέρη οι άλλοι έρχονταν να υπηρετήσουν κανονικά. Ανηφορίσαμε ένα λοφάικι, όπου δέσποζε το ΚΕΝ Κορίνθου (Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσύλλεκτων). Εκεί στην είσοδο μάς υποδέχτηκε ένα μεγάλο πανώ που έγραφε ΚΑΛΩΣ ΗΛΘΑΤΕ ΣΤΟ ΚΕΝΚ. Διαφορετικά όμως μας τα ΄λεγαν οι αλφαμίτες της πύλης. Με αρκετή κακεντρέχεια μας έλεγαν «μη φοβάστε, ρε, ελάτε μέσα, σας περιμένει ή Καλλιόπη» (Καλλιόπη εννοούσαν την αγγαρεία για την καθαριότητα των αποχωρητηρίων).

Κάτω από τις ειρωνείες των αλφαμιτών (Άλφα Μι: Αστυνομία Μονάδος) περάσαμε την πύλη κι αρχίσαμε σαν τα πρόβατα να μην ξέρουμε πού να πάμε, τι να κάνουμε, ποιον να ρωτήσουμε. Έβλεπα πολλούς που είχαν κιόλας ντυθεί με στρατιωτικά κι άλλους που ήταν ακόμη με πολιτικά. Άλλοι είχαν κουρευτεί ήδη από την Κόρινθο γιατί δεν ήθελαν να τους κουρέψουν μέσα στο στρατόπεδο, κι άλλοι τριγυρνούσαν ακόμη με πολλά μαλλιά και κάποιοι τούς κορόιδευαν, κυρίως τους σγουρομάλληδες, και τους έλεγαν: «Κρατήστε και καμιά μπούκλα για ανάμνηση!» Με δυο λόγια, γινόταν της κακομοίρας (αυτή ήταν η πρώτη έκφραση που έμαθα απ' τη γλώσσα του στρατού).

[....] H φύση της Κορίνθου ήταν απερίγραπτα ωραία και τα ξεμυτίσματα της άνοιξης με ξετρέλαιναν. Εκεί που καθόμασταν λ.χ. πάνω στα χόρτα κι ακούγαμε την πληκτική διδασκαλία που μας έκαναν τα διάφορα δεκανάκια, παρακολουθούσα στην άκρη της αρβύλας μου μια χαριτωμένη ανεμώνα, που την πρόσεχα στις εννιά το πρωί ως μπουμπούκι και στις δέκα είχε ανοίξει εντελώς και μου έδειχνε την ωραία καρδούλα της. Άλλο τόσο με συγκινούσαν και τα διάφορα ολοζώντανα και καταπράσινα αγκάθια, κυρίως η αρχαία άκανθα, που τα μεγάλα λογχωτά φύλλα της έμοιαζαν με της αγκινάρας και εξακτινώνονταν με τέλεια συμμετρία και ομορφιά. Αυτή την άκανθα δεν την είχα προσέξει ποτέ άλλοτε και τώρα την κοίταζα εκστατικός (την έβλεπα και καταλάβαινα τι θα πει ρυθμός) ενώ μερικοί με κορόιδευαν που την είχα κάνει ψώνιο με τα αγκάθια. Θυμήθηκα ότι απ' αυτή την άκανθα οι αρχαίοι Κορίνθιοι είχαν εμπνευστεί τον περίφημο κορινθιακό ρυθμό. Αυτό τον ρυθμό έπρεπε να βρεθώ στην Κόρινθο για να τον καταλάβω• ενώ όταν θαύμαζα τα υπέροχα κορινθιακά κιονόκρανα στους κίονες της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης μού έλειπαν οι ανάλογες προϋποθέσεις για να κάνω το συσχετισμό.

Αυτές οι πορείες στις εξοχές της Κορίνθου μου έδιναν μεγάλη χαρά, γιατί έβλεπα, παρατηρούσα και ζούσα τη φύση από πολύ κοντά. Στην αρχή, όταν βγαίναμε απ' το στρατόπεδο, ήμασταν αυστηρά συντεταγμένοι και, καθώς μας άκουγαν από τα τελευταία σπιτάκια της Κορίνθου, τραγουδούσαμε διάφορα πατριωτικά τραγούδια, όπως το «Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει», ή «Τα ρόδα, τα τριαντάφυλλα, της άνοιξης καμάρι» και δυο τρία άλλα. Μετά, όταν βγαίναμε εντελώς απ' την πόλη, χαλαρώναμε λίγο και τότε τραγουδούσαμε διάφορα φανταρίστικα τραγούδια, που ήταν σόκιν και πονηρά και ίσως να σώζονταν απ' την εποχή των βαλκανικών πολέμων. Αυτά τα τραγουδούσαμε με πολλή όρεξη γιατί νιώθαμε την ανάγκη να ξεσπάσουμε κάπως σεξουαλικά. Θυμάμαι μερικά στιχάκια:

Πίσ' απ' την παλιά στρατώνα
(τ' άκούς, κουμπάρα μ', τ' ακούς;)
αγαπώ μια κοπελιά
(κουμπαρούλα μου γλυκιά).

Όλοι μού λεν για να την πάρω
(τ' ακούς, κουμπάρα μ', τ' ακούς;)
μα είν' τα έξοδα βαριά
(κουμπαρούλα μου γλυκιά).


Το τραγούδι συνέχιζε με τα γούστα της κοπελιάς, που δεν ήθελε να παντρευτεί στρατιώτη αλλά

θέλει άντρα λοχαγό —
τον κακό της τον καιρό!


Δυστυχώς, τα άλλα δεν τα θυμάμαι. Κι όταν πια χορταίναμε και τα τραγούδια αυτά, και η πειθαρχία είχε χαλαρώσει εντελώς, το ρίχναμε στις συζητήσεις — όσοι τουλάχιστον ήμασταν διατεθειμένοι να συνεχίσουμε την πορεία (γιατί πολλοί κρύβονταν πίσω από τους θάμνους και, στην επιστροφή, επανέρχονταν στις τάξεις του στρατού!)

[....] O ανθυπολοχαγός Καραχάλιος, που μόλις είχε βγει από τη σχολή ευελπίδων, είχε αναλάβει την εκπαίδευσή μας στα όπλα. Μας μάθαινε το χειρισμό τους και κάνα­με μαζί του βολές. Εγώ φοβόμουνα τα όπλα και γι' αυτό στην αρχή δεν τα κατάφερνα καλά. Ό Καραχάλιος, είτε επειδή δε χώνευε τους πτυχιούχους είτε επειδή εγώ ήμουν αρκετά αδέξιος, με είχε πάρει με κακό μάτι και μπροστά σ' όλους με πρόσβελνε και μου κακομιλούσε. Δεν ξέρω όμως πώς έγινε και σιγά σιγά άρχισα να βελτιώνομαι από μό­νος μου. Ούτε ο ώμος μου τραντάζονταν πια, ούτε το όπλο μου αστοχούσε. Προσπαθώντας να γίνομαι όλο και πιο προσεχτικός, κατάφερα τελικά να βγω τρίτος από όλο το λόχο. Η χαρά μου δεν περιγράφονταν, και μάλιστα ο Καραχάλιος ήρθε και μου ζήτησε συγνώμη.

Και τώρα θα σας πω την ιστορία με τον υπολοχαγό. Ο Μπίλιας ήταν πάρα πολύ ωραίος, πολύ αρρενωπός και πολύ κομψός. Όλοι ήταν μαζί του γοητευμένοι, το ίδιο κι εγώ. Φαίνεται όμως ότι εμένα με υποψιάζονταν για τοιούτον. Δε μου έλεγε τίποτε αλλά με κοιτούσε αι­νιγματικά. Μια μέρα μ' έβαλε θαλαμοφύλακα μαζί με κάποιον Πειραιώτη μάγκα. Όταν έφυγε ο λόχος και μείναμε μόνοι, ο Πειραιώτης με πλησίασε και μου ρί­χτηκε κάνοντας διάφορες χειρονομίες. Εγώ αντέδρασα αμέσως και τον απείλησα ότι την άλλη μέρα θα τον έβγαζα στην αναφορά. Ήμουν τόσο κατηγορηματικός που ο μάγκας μαράθηκε. Αμέσως του πέρασε ο τσα­μπουκάς και τότε ξαφνικά τον ακούω να μου λέει ότι ο ίδιος δεν τα γουστάριζε αυτά αλλά τον είχε βάλει ο υπολοχαγός να μου ριχτεί για να διαπιστώσει, λέει, αν ήμουν γυναίκα! Έμεινα εμβρόντητος, δεν περίμενα να ακούσω τέτοια πράγματα. Τον συγχώρησα και αναγκάστηκα να μην τον βγάλω στην αναφορά γιατί αναφορά έπαιρνε ο ίδιος ο υπολοχαγός. Δεν ξέρω τι του είπε ο Πειραιώτης του Μπίλια αλλά από την άλλη μέρα ο υπολοχαγός έπαψε πια να με κοιτάζει. Τέτοια και χειρότερα φαίνεται πως γίνονταν πολλά.

[....] Η καθημερινή ζωή στο ΚΕΝΚ δεν ήταν για μένα και τόσο ρουτινιάρικη ή απελπιστική όσο ήταν για πολλούς άλλους. Άλλοι έκλαιγαν για τα χάλια τους και νοσταλγούσαν τον «πολιτικό τους βίο» (τι έκφραση!), άλλοι μούγκριζαν ή στέναζαν απ' τον καημό τους γιατί τους έλειπε η γυναίκα. Εγώ, χωρίς να ισχυρίζομαι πως καλοπερνούσα, όμως έκαμα ό,τι μπορούσα για να γεμίζω με χίλιους τρόπους τη ζωή μου. Είχα βρει αρκετούς συναδέλφους, με τους οποίους μπορούσα να κουβεντιάζω για λογοτεχνία. Παράλληλα αλληλογραφούσα με πολλούς και αξιόλογους λογοτέχνες στη Θεσσαλονίκη (κυρίως τον Τριαντάφυλλο Πίττα και τον Γιάννη Μπαμπατζάνη) και προπάντων στην Αθήνα (τον Κώστα Ταχτσή, την Ελένη Βακαλό, τον Δημήτρη Παπαδίτσα, τον Σταύρο Βαβούρη) και σε άλλα μέρη (τον Γιάννη Δάλλα). Επίσης κρατούσα κάθε μέρα ημερολόγιο, που το είχα αρχίσει το 1945 και το συνεχίζω μέχρι σήμερα.
Ντίνος Χριστιανόπουλος (1931)




*αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Ντίνου Χριστιανόπουλου Εγώ, φαντάρος στο χακί...
Εκδόσεις: Μπιλιέτο, Παιανία, 2003

*φωτογραφίες: η πρώτη είναι από το newpost.gr, η τελευταία από
το clickatlife.gr και οι φωτογραφίες εντός
του κειμένου είναι από το βιβλίο


links:
Ντ.Χρ.: «Πράξη ζωής», η απόρριψη του Βραβείου
Συνέντευξη
Ντ.Χρ.: Eίμαι εναντίον
Nτ.Χρ.: Ποιήματα
Θεσσαλονίκην ου μ' εθέσπισεν... (απόσπ.)
Νεκρή πιάτσα (απόσπ.)
Αποκούμπι

23 Ιουν 2015

171 ~ Τζακ Λόντον: ήμουν έτσι καμωμένος

Ήταν στο Ρένο της Νεβάδα, καλοκαίρι του 1892. Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες. Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη «πειναλέα» πόλη. Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.

Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες. Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο. Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου. Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει. Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας. Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.

«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα. Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα. Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο. Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε. Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη. Δε με πέτυχε. Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!

[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ. Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω. Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές. Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά. Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.

Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω. Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα. Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο. Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.

Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς. Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς. Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους. Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους. Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.

[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα. Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.

Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».

Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά. Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ». Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.

Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα. Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω. Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.

«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».

Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του. Εγώ περίμενα. Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.

Είχε δίκιο, φυσικά. Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.

«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι. «Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο. Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου. Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».

Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει. Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.

«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του. «Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».

«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.

«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ. Α, σας ξέρω εσάς. Για δες με καλά. Δε χρωστάω σε κανέναν. Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον. Πάντα έβγαζα το ψωμί μου. Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης. Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος. Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι. Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.

Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».

Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα. Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)



Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου. Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία. Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό. Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος. Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά. Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε. Βγήκα «στο Δρόμο» γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν. Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο. Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος. Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.


*αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Τζακ Λόντον Ο δρόμος
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις: Τζιαμπίρης-Πυραμίδα, 1997

*φωτογραφίες: blog.dnevnik.hr, london.sonoma.edu, mikecornelison.com,
barbarakay.ca, fireworksbayarea.com, crisismagazine.com


links:
The Jack London Online Collection
Η ιστορία µιας άγνωστης ελληνικής µετάφρασης
Ο επαναστάτης συγγραφέας-κουρσάρος...

Ετικέτες , ,

26 Ιουλ 2014

170 ~ Τόλης Νικηφόρου: κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο

Image and video hosting by TinyPic
γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ' τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν' αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν' απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ' άσπρα σύννεφά της ν' ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ' τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ' το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

διαρκώς ν' αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ' όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

*
γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

Image and video hosting by TinyPic
και από μέσα άφθαρτο

ήταν ένα κοινό παλτό, τίποτα παραπάνω, ένα παλτό πλάι στην εξώπορτα αργά το μεσημέρι, όταν γυρνούσε ο πατέρας με τα σημάδια της ζωής στο πρόσωπο, ένα παλτό που στον βαρδάρη μας χωρούσε και τους δυο. και στις βαθιές του τσέπες, κάτι για κείνον που έψαχνε, πάντα κάτι για μένα. σαν το ζεστό παλτό θυμάμαι τον πατέρα μου, στην επιφάνεια κοινό και από μέσα άφθαρτο

*
γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος, με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου, γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο, γαλάζιο που με γέννησε, με φώτιζε και με σκοτείνιαζε, που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε, έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα

*
μια αγαθή σκιά, ένας ψίθυρος

καθόταν στη γωνιά της μαυροφορεμένη
κι έπλεκε
ξέφτια από κύματα
κόκκινα κεραμίδια σερπαντίνες
πολύχρωμες κλωστές από τα περασμένα

έπλεκε με τα μαλακά της δάχτυλα
κι άλλοτε στην κουζίνα
μου έπλενε το πρόσωπο
άλλοτε αναστέναζε βαθιά
πόσο έμοιαζα στην κάθε κίνηση
με τον πραματευτή παππού μου
που 'χε χαθεί στην πρώτη νιότη του

μια αγαθή σκιά ήταν η γιαγιά μου
ένας ψίθυρος
όπως το φως του πρωινού
δειλά σαν μπαίνει από τις χαραμάδες

μα όταν πάνω από πυκνές ρυτίδες
σήκωνε κείνα τα μάτια
ανάκατα με μπλε και πράσινο
άστραφτε ο ουρανός
άστραφταν οι μπαχτσέδες της Σωζόπολης


το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

απ' το μισάνοιχτο παράθυρο το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα, απελπισμένο, σαν κάτι να ζητούσε, σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια, όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του, αγνοούσα τη φωνή του, κι έμεινα εκεί αμίλητος να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει κάτω απ' την πόρτα στο δωμάτιο του βάθους

*
σαν μελωδία

μόνος στο σπίτι
με αυτοσχέδια παιχνίδια
ή με το βλέμμα έξω στην πλατεία
άκουγα το ρολόι να χτυπάει
μελωδικά τις ώρες στο σαλόνι
να αναγγέλλει ίσως την αρχή
στην περιπέτεια της ψυχής μου

τα έπιπλα, οι φωτογραφίες στον τοίχο
το παιδικό θαμπό μου βλέμμα
τιμούσαν σιωπηλά τη μελωδία
τ' ανεξιχνίαστα μυστικά του χρόνου

και πάλι μόνος μια ζωή αργότερα
ακούω κάθε τόσο το τικ-τακ
από ένα άλλο πιο κοινό ρολόι
ακούω ξαφνικά μια μουσική
σαν από τότε

ίσως να είναι αυτοί που αγάπησα
που αναδύονται στο φως σαν μελωδία
διάφανη, μαγευτική
εκστατική μέσα στον πόνο

η μία και μοναδική απάντηση
που επιτρέπει ο νόμος του θανάτου

*
αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια
και κάτω απ' το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως


το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσί του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσα μας η μικρή
το πρόσωπό της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ' το χαμόγελό της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

*
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το Ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες.
κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό Ωδείο
σε λεν Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

*
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

*
λονδίνο 1967-1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
[….]
γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιο σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου


μυστικά και θαύματα, 2

ξυπόλυτη κάτω απ' την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει, η Σοφία γέρνει και σκαλίζει το χώμα στη μεγάλη γλάστρα, κατάξανθος στα τρία και κάτι χρόνια του, ο Νικολίκος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του, ενώ ο πατέρας σοβαρός του ρίχνει κάπου κάπου μία έκπληκτη ματιά πίσω απ' την κυριακάτικη εφημερίδα, στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια, κόκκινοι σκίουροι γλυστράνε στο πεζούλι και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά δίπλα στα κάγκελα τα πέλματα και τ' άσπρα του μουσούδια. και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε, είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ, ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ σε κάποια μυστική διάσταση του χρόνου, κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα τα μάτια η μητέρα και τότε όλοι εμφανιζόμαστε μέσα σ' ένα γαλάζιο φως

*
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινό μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ' όνειρό μου
τα δάκρυα μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

*
βόλτα στις ράμπλας τ' ουρανού, 2

αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ' ουρανού κάτι παλιούς συμμαθητές να χαρτοπαίζουν, πίνοντας ξεροσφύρι τα κόκκινα και τα γαλαζοκίτρινα του Μαρκ Σαγκάλ. ξεχείλιζαν απ' τα σταχτοδοχεία τους κομήτες και διάττοντες και στη μεγάλη τρύπια τσόχα του πανάγαθου ήταν σκορπισμένα σοκολατένια σύννεφα από το ετοιμόρροπο μπακάλικο του γαλαξία, ο ένας άνοιγε με μακρινά ταξίδια, ο άλλος έμπαινε με τους παλιούς του έρωτες κι ακολουθούσε ο τρίτος μ' όλα της νιότης που δεν έζησε, είχα απομείνει έκθαμβος λες και ονειρευόμουνα καθώς ο Άκης σπινθηροβολούσε απ' τα ξανθά τσουλούφια του ως τα παράξενα κουάρκ στα τρίσβαθά του, ο Μπάκος έστρεψε επάνω μου εκείνα τα αφόρητα γλυκά του μάτια κι ο Στέργιος από πλάι δήλωσε, κούκος μονός, άργησες, ρε, και άφησες την ουτοπία να περιμένει, πιάσε ένα δορυφόρο απ' την κουζίνα κι άραξε, κι άπλωσε τα ποιήματα σου στο τραπέζι


λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ' αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης
μέσα στο κάθε κύτταρο μου ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει ο καθημερινός τριγύρω θάνατος
πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου
ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

*
Ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάζω εκστατικά πίσω απ' τις στάλες της βροχής ένα πολύχρωμο κόσμο
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα τη γειτονιά και τους φίλους την άνοιξη που θάρθει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τόλης Νικηφόρου (1938)

Image and video hosting by TinyPic

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε, για μένα θα τελειώσει, και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας, όταν το κάτι αυτό, το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει, στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

*τα αυτοβιογραφικά ποιήματα είναι από τα βιβλία:
- Ο πλοηγός του απείρου, Ποιήματα 1966-2002
εκδ. Νέα Πορεία, 2004
- Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας
εκδ. Μανδραγόρας, 2007
- Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα
εκδ. Μανδραγόρας, 2012
- ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
εκδ. Μανδραγόρας, 2013
- Φωτεινά παράθυρα
εκδ. Μανδραγόρας, 2014


*φωτογραφίες: η πρώτη είναι από το mandragorasmagazine.wordpress.com
οι υπόλοιπες από βίντεο του You Tube


Ακόμα:
o Τόλης Νικηφόρου
- στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο και
- στο γράμμα σε χαρτί

links:
- ο προσωπικός ιστοχώρος του ποιητή: τόλης νικηφόρου
- τα προσωπικά του blogs:
ο πλοηγός του απείρου
η γοητεία των δευτερολέπτων
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
μυστικά και ντοκουμέντα

- ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ερωτικά ποιήματα
- ένα ταξίδι, ένα βιβλίο TV100 - Ο Στέλιος Λουκάς συζητά με
τον ποιητή και συνοδεύει με την φυσαρμόνικά του
ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.

Ετικέτες , ,

5 Ιουλ 2014

169 ~ Πάμπλο Νερούδα: είμαι ποιητής της κακοκαιρίας, του κρύου λόγγου, και της βροχής

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, όπου, κάθε Δεκέμβρη με τις εξετάσεις, τα μαθηματικά μού είχανε γίνει εφιάλτης, βρέθηκα εξωτερικά έτοιμος για ν' αντιμετωπίσω το πανεπιστήμιο στο Σαντιάγο της Χιλής. Και λέω εξωτερικά έτοιμος, γιατί εσωτερικά είμουνα γεμάτος βιβλία, όνειρα και ποιήματα, που βομβούσαν στο κεφάλι μου σα μελίσσι έτοιμο να μεταναστεύσει.

Εφοδιασμένος με ένα τενεκεδένιο μπαούλο και με το απαραίτητο μαύρο κοστούμι του ποιητή, λιγνός και τροχισμένος σα μαχαίρι, μπήκα στην τρίτη θέση του νυχτερινού τρένου που θα μ' έφερνε στην πρωτεύουσα. Το ταξίδι διαρκούσε μια μέρα και μια νύχτα.

Αυτό το μακρί τρένο, που τόσες φορές με ταξίδεψε, ασκεί ακόμη στη μνήμη μου μια παράξενη γοητεία. Είχε να διατρέξει ζώνες και κλίματα διαφορετικά, που μου 'διναν την εντύπωση ότι ταξίδευα σε πολλές χώρες διαδοχικά. Και μέσα στα βαγόνια της τρίτης θέσης μια ολόκληρη ζωή ξετυλιγόταν κάθε φορά μπροστά στα μάτια μου: Χωριάτες με μουσκεμένα πόντσος και καλάθια με πουλερικά και σιωπηλοί μαπούτσοι κατάκλυζαν όλους τους χώρους. Πολλοί είταν εκείνοι που ταξίδευαν χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο, κρυμμένοι κάτου από τα καθίσματα. Και ολόκληρη θεατρική παράσταση δινόταν οσάκις εμφανιζόταν ο ελεγκτής. Ένας αριθμός από δάφτους εξαφανιζόταν. Μερικοί σκεπάζονταν με τα πόντσα τους και πάνου τους αμέσως δυο επιβάτες προφασίζονταν ότι δήθεν παίζουν χαρτιά, χωρίς ποτέ αυτό το αυτοσχέδιο τραπέζι να κινήσει την προσοχή του ελεγκτή.

Από τα δάση τις δρεις και τις αροκάριες και τα σπίτια από χλωρό ξύλο της πατρίδας μου, μεταφερόμασταν στις λεύκες και στα χωματένια πλίθινα σπίτια του κέντρου της Χιλής. Παρότι έκαμα πολλές φορές αυτό το ταξίδι, πάει κ' έλα, από την επαρχία μου στο Σαντιάγο και αντίστροφα, ωστόσο πάντοτε αισθανόμουνα να πνίγουμαι, όταν βγαίναμε από τα μεγάλα δάση και αποχωριζόμασταν από τη μητρική αγκαλιά του ξύλου. Τα πλίθινα σπίτια, οι πόλεις με παρελθόν μού φαίνονταν γεμάτα αράχνες και σιωπή. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να είμαι ποιητής της κακοκαιρίας του κρύου λόγγου και της βροχής, που έκτοτε τα έχασα.

Ερχόμουνα συστημένος σε μια πανσιόν της οδού Μαρούρη αρ. 513. Δεν ξεχνώ αυτό τον αριθμό για κανένα λόγο. Ξεχνώ συνήθως όλες τις ημερομηνίες ακόμη και τα χρόνια, αλλ' αυτός ο αριθμός 513 μού χαράχτηκε έκτοτε στο κεφάλι μου από το φόβο να μη φτάσω ποτέ σ' εκείνη την πανσιόν και να χαθώ μέσα στη μεγαλόσχημη και άγνωστή μου πρωτεύουσα. Το δωμάτιό μου είχε και μπαλκόνι όπου καθόμουνα να βλέπω την αγωνία του κάθε βραδιού, τον ουρανό φασκιωμένο με πράσινο και κιννάβαρι, την κατάθλιψη των προαστιακών σπιτιών που απειλούντανε από την πυρκαγιά του.

Η πείνα που τράβηξα εκείνα τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής δεν περιγράφεται. Έγραψα περισσότερα πράγματα από όσα είχα γράψει μέχρι τότε, αλλά έφαγα πολί λιγότερο. Μερικοί από τους ποιητές που γνώρισα εκείνη την εποχή δεν άντεξαν τις αυστηρές δίαιτες της φτώχιας και πέθαναν. Ανάμεσά τους θυμάμαι κ' έναν ποιητή της ηλικίας μου, πολί ψηλότερο και ασχημότερο από εμέ. Ο λεπτός του λυρισμός, γεμάτος περιεχόμενο, διαπερνούσε τα αισθητήρια όργανα του κάθε ακροατηρίου που τον άκουε. Ονομαζόταν Ρωμαίος Μούργκα.

Μ' αυτόν τον Ρωμαίο Μούργκα, μια φορά, πήγαμε να διαβάσουμε στίχους μας σε μια γιορτή που θα γινόταν στην πόλη Σαν Μπερνάρντο, κοντά στην πρωτεύουσα. Πριν εμφανιστούμε στη σκηνή μια ατμόσφαιρα μεγάλου γλεντιού επικρατούσε. Ο κόσμος διασκέδαζε με την ψυχή του• η βασίλισσα των ανθεστηρίων ακολουθούμενη από την κατάλευκη και κατάξανθη αυλή της έκανε παρέλαση• οι λόγοι των προκρίτων του χωριού έδιναν κ' έπαιρναν και τα αμυδρώς μουσικά συγκροτήματα αυτής της περιοχής ενθουσίαζαν τους πάντες• όμως μόλις εμφανίστηκα στη σκηνή και άρχισα να απαγγέλλω τους στίχους μου, με την πιο παραπονιάρικη φωνή του κόσμου, όλα άλλαξαν: το κοινό εσκυθρώπασε, έβηχε, ξεστόμιζε καλαμπούρια, τέλος άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολι με τη μελαγχολική ποίησή μου. Μπροστά σ' αυτή την απαράδεχτη αντίδραση των βαρβάρων επίσπευσα το διάβασμά μου και παραχωρόντας τη θέση μου στο σύντροφό μου Ρωμαίο Μούργκα αποχώρησα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Βλέποντας το κοινό να βγαίνει στη σκηνή εκείνος ο μαντράχαλος Δον Κιχώτης δυο μέτρα ψηλός, με ρούχα σκούρα και φθαρμένα και να αρχίζει την απαγγελία του, με φωνή ακόμα πιο παραπονιάρικη από τη δική μου, δε μπόρεσε πια να συγκρατήσει την αγανάκτησή του και μαζικά ξέσπασε σε πρόγκα και γιουχαΐσματα: Ποιητές πεινάλες, πάρτε δρόμο και φύγετε, μας φώναζαν. Δεν άφισαν να πάει χαμένη η γιορτή τους.

Από την πανσιόν της οδού Μαρούρη αποσύρθηκα σα μαλάκιο που το σκάει από το κέλυφός του. Ξέφυγα απ' αυτή την κρυψώνα για να γνωρίσω τη θάλασσα, δηλαδή τον κόσμο. Η άγνωστη θάλασσα είτανε για με οι δρόμοι του Σαντιάγο που μόλις αντιλαμβανόμουνα πηγαίνοντας από το παλιό κτίριο του πανεπιστημίου στο απομονωτήριο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενα.

Ήξερα ότι οι προηγούμενές μου πείνες θα αύξαιναν με το καινούριο τόλμημά μου. Οι ξενοδόχισσές μου της πανσιόν, απόμακρα δεμένες με την επαρχία μου, μ' ευσπλαχνιζόντουσαν καμιά φορά και με φίλευαν με καμιά πατάτα ή κανένα κρεμμύδι. Αλλά είτανε δυνατό να υποχωρήσω: η ζωή, ο έρωτας, η δόξα, η ανεξαρτησία με καλούσαν. Ω, έτσι νόμιζα!

Το πρώτο ανεξάρτητο δωμάτιο που βρήκα και νοίκιασα είτανε στην οδόν Αργκουέλιες, κοντά στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Σε ένα παράθυρο αυτού του σκοτεινού δρόμου κρεμόταν μια πινακίδα: «νοικιάζουνται δωμάτια». Ο ιδιοκτήτης του σπτιού κατοικούσε στα μπροστινά δωμάτια. Είτανε ένας γκριζομάλλης άντρας με αριστοκρατική εμφάνιση, αλλά με μάτια που μου φάνηκαν αλλόκοτα. Είτανε πολιλογάς και ευφράδης. Εκέρδιζε τη ζωή του σαν κομμωτής κυριών, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο επάγγελμα που εξασκούσε. Οι πραγματικές ασχολίες του, καθώς μου εξήγησε, είτανε άλλες, πολί ανώτερες από τη δουλιά του και πολί υψηλές, αφορούσαν περισσότερο τον αόρατο κόσμο και το υπερπέραν.

Έβγαλα τα βιβλία μου και τα λίγα ρούχα μου από το μπαούλο, που με συντρόφευε από την Τεμούκω, και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι για να διαβάσω και να κοιμηθώ, υπερήφανος για την ανεξαρτησία μου και την τεμπελιά μου.

Το σπίτι δεν είχε εσωτερική αυλή παρά μόνο ένα χαγιάτη όπου έβγαζαν απειράριθμα κλειστά δωμάτια. Εξερευνόντας από το πρωί της άλλης ημέρας τη δαιδαλώδη του κατασκευή παρατήρησα ότι πάνου σ' όλους τους τοίχους και στο αποχωρητήριο ακόμη κρεμόντουσαν πινακίδες που έλεγαν λίγο πολί το ίδιο πράγμα: «Συμμορφώσου. Δε μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μας. Είσαι πεθαμένη». Προειδοποιήσεις ανησυχητικές που πλήθαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, στην τραπεζαρία, στους διαδρόμους, στα σαλονάκια.

Έκανε ένα από κείνους τους κρύους χειμώνες του Σαντιάγο της Χιλής. Η αποικιακή κληρονομιά τής Ισπανίας άφισε τη χώρα μου ανυπεράσπιστη απέναντι στη φυσική τραχύτητα, χωρίς μέσα και βολές για ν' αντιστέκεται στο κρύο και στη ζέστη. (Πενήντα χρόνια υστερότερα απ' αυτό που διηγούμαι, ο Ιλίας Έρεμπουργκ μου έλεγε ότι ποτέ δε δοκίμασε τόσο κρύο όσο στη Χιλή, αυτός που ερχόταν από τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας). Ο χειμώνας εκείνος είχε μπλαβίσει τα τζάμια. Τα δέντρα των δρόμων ετουρτούριζαν από την παγωνιά. Τα άλογα των παλιών αμαξιών έβγαζαν σύγνεφα ατμούς από τα ρουθούνια τους. Είταν η χειρότερη στιγμή για να ζήσω σ' αυτό το σπίτι και μάλιστα ανάμεσα σε σκοτεινούς υπαινιγμούς για το υπερπέραν.

Ο σπιτονοικοκύρης μου, coiffeur pour dames και αποκρυφιστής, μου εξήγησε με ηρεμία, ενώ με κοιτούσε βαθιά στα μάτια με τα τρελλά τα δικά του.
— Η γυναίκα μου η Χαρίτω, πέθανε πριν τέσσερεις μήνες. Η μεταθανάτια αυτή περίοδος είναι πολί δύσκολη για τους πεθαμένους. Δε μπορούν να συνηθίσουν το θάνατο και εξακολουθούν να συχνάζουν στα ίδια μέρη όπου ζούσαν πριν από το θάνατό τους. Εμείς δεν τους βλέπουμε. Πρέπει όμως να τους δώσουμε να καταλάβουν, ότι δεν πρέπει να πιστεύουν ότι μείναμε αδιάφοροι στο χαμό τους και να τους πείσουμε να μην υποφέρουν γι' αυτό. Για τούτο κ' εγώ τοποθέτησα στη Χαρίτω αυτές τις πινακίδες, που θα της δώσουν ευκολότερα να καταλάβει τη σημερινή της κατάσταση και για να βάλει καλά στο μυαλό της ότι είναι μακαρίτισσα.

Όσο και να τον άκουα πειθήνια, ο αλλόκοτος αυτός σπιτονοικοκύρης μου, είχε τη γνώμη ότι είμουνα υπερβολικά ζωηρός. Άρχισε να επιτηρεί τις εισόδους και τις εξόδους μου, να μου κανονίζει ποια γυναίκα θα με επισκεφτεί, να κατασκοπεύει τα βιβλία μου και την αλληλογραφία μου. Αν τύχαινε να μπω στο δωμάτιό μου απρόοπτα, συναντιόμουνα πάντοτε με τον αποκρυφιστή, που έψαχνε στα περιορισμένα μου έπιπλα, ελέγχοντας τα φτωχά πράγματα που πρόσφατα είχα αγοράσει.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να ψάξω μέσα στη βαριχειμωνιά, αψηφόντας την ταλαιπωρία τής αναζήτησης μέσα από τους παγωμένους δρόμους, να βρω ένα καινούριο κατάλυμα, όπου θα στέγαζα την απειλούμενη ανεξαρτησία μου. Το βρήκα λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι που κατοικούσα, μέσα σε ένα πλυντήριο. Το 'βλέπε κανείς με το πρώτο ότι εκεί η καινούρια σπιτονοικοκυρά μου δεν είχε καμιά σχέση με το υπερπέραν. Μέσ' από κρύες εσωτερικές αυλές, με συντριβάνια φραγμένα, που η υδάτινη μούχλα εκάλυπτε με στέρεα πράσινα χαλιά, εκτείνονταν μερικοί κήποι παρατημένοι. Στο βάθος αυτών των κήπων βρισκόταν ένα δωμάτιο με ταβάνι στρωτό και πολί ψηλό, με παράθυρα ανοιγμένα πάνου από τις μεγάλες πόρτες, που μεγάλωναν στα μάτια μου την απόσταση ανάμεσα στο έδαφος και την οροφή. Στο σπίτι λοιπόν αυτό και σ' αυτό το δωμάτιο έμεινα τελικά.

Όσοι από μας τους φοιτητές είμασταν ποιητές εκάναμε μια ζωή πολί άτακτη. Εγώ βέβαια υπεράσπιζα όσο μπορούσα τις επαρχιακές συνήθειες, εργαζόμενος στο δωμάτιό μου, γράφοντας διάφορα ποιήματα την ημέρα και πίνοντας ατέλειωτα φλιτζάνια τσάι. που έψηνα μόνος μου. Αλλά δεν έμενα αδιάφορος στην πολιτάραχη ζωή των συγγραφέων της εποχής μου που διεξαγόταν έξω από το δωμάτιό μου και στους δρόμους και που ασκούσε πάνω μου τη δική της γοητεία. Οι συγγραφείς του καιρού εκείνου δε συχνάζαμε στα καφενεία αλλά στις μπιραρίες και στις ταβέρνες. Οι συζητήσεις και οι στίχοι πήγαιναν κ' ερχόντανε μέχρι τα ξημερώματα. Οι σπουδές μου πήγαιναν κ' έρχόντανε κι αυτές, αλλά πίσω.

Η εταιρία των σιδηροδρόμων προμήθευε στον πατέρα μου για την εργασία του στις μεγάλες κακοκαιρίες μια κάπα από τσόχα γκρίζα που δε χρησιμοποιούσε ποτέ. Εγώ λοιπόν αυτή την κάπα σκέφτηκα να τήνε κάμω ρεγάλο στην ποίηση. Τρεις ή τέσσερεις ποιητές ακόμη άρχισαν να χρησιμοποιούν όμοιες κάπες με τη δική μου, που απλούστατα πήγαινε από χέρι σε χέρι. Αυτό το χρησιδάνειο προκαλούσε την αγανάκτηση του καλού κόσμου καθώς και άλλου όχι τόσο καλού. Είταν η εποχή του ταγκό, που έφτανε στη Χιλή όχι μόνο με τους κανόνες του και τις κιθάρες με τις «πένες», τα ακορντεόν του και το ρυθμό τους, αλλ' ακόμη και με μια συνοδεία καθάρματα που πλημμύρισαν τη νυχτερινή ζωή και τις γωνιές μας όπου μαζευόμασταν τα βράδια. Ο κόσμος αυτός της αλητείας, χορεύτριες και αγαπητικοί, δημιουργούσε ζητήματα γύρω από τις κάπες μας και τη ζωή μας. Οι ποιητές όμως αντιστεκόμασταν με σταθερότητα.

Εκείνη την εποχή απόχτησα την ανέλπιστη φιλία μιας απερίγραφτης χήρας, με τεράστια γαλανά μάτια που αχνά σκοτείνιαζαν στην ανάμνηση του πρόσφατα πεθαμένου συζύγου της. Ο σύζυγος αυτός υπήρξε μυθιστοριογράφος, έγινε όμως περισσότερο γνωστός από την ωραία του εμφάνιση. Και οι δυο τους αποτελούσαν ένα παροιμιώδες ζευγάρι, εκείνη με μαλλιά ξανθά σταρένια, τέλειο σώμα και μάτια που θύμιζαν τη βαθιά γαλάζια θάλασσα, εκείνος πολί ψηλός, αθλητικός, με εξαίσιο παράστημα. Τζάμπα όμως όλ' αυτά: Ο μυθιστοριογράφος εκμηδενίστηκε από τη φυματίωση. Μια φυματίωση που την έλεγαν καλπάζουσα. Από τότε είχα σκεφτεί ότι η ξανθή γόησσα δεν είτανε καθόλου ξένη με το κακό που βρήκε το σύντροφο της. Η προπενικιλινική εποχή με το καλπάζον άρμα της υπέρμετρης ερωτικής ιδιοσυγκρασίας της θεάς Αφροδίτης άρπαξαν απ' αυτό τον κόσμο τον αείμνηστο μυθιστοριογράφο.

Επειδή συνδέθηκε μαζί μου η ωραία χήρα δεν χωρίστηκε από τα πένθιμα φορέματά της, μαύρα μεταξωτά και βιολετί, που την έκαναν να φαίνεται σαν ένας χιονάτος καρπός τυλιγμένος σ' ένα φλοιό πένθους. Ο φλοιός λοιπόν αυτός ένα βράδι γλύστρησε στο δωμάτιο μου στο βάθος του πλυντηρίου και μπόρεσα να ψαχουλέψω το χιονάτο καρπό, να τον διατρέξω μαλακά ολόκληρο με τα χέρια μου και να διαπιστώσω ότι τσουρούφλιζε. Έφτανε στο τέλος της η περίπτυξή μας όταν κάτω από τα μάτια μου εκείνη έκλεισε τα βλέφαρα της και φώναξε: «Ω, Ρομπέρτο, Ρομπέρτο!», αναστενάζοντας ή κλαίγοντας με αναφυλλητά. (Είχα την εντύπωση ότι διεξαγόταν μια ιεροτελεστία. Η ιέρεια έκανε έκκληση στο χαμένο Θεό πριν να παραδοθεί σε μια καινούρια λατρευτική πράξη).

Εντούτοις και παρά την ακόρεστη νεότητά μου η χήρα μού φάνηκε υπερβολική. Οι επικλήσεις της γινόντανε κάθε μέρα και περισσότερο επείγουσες και η μανιώδης καρδιά της με οδηγούσε αργά αργά αλλά σίγουρα σε μια πρώιμη εξαφάνιση. Ο ερωτάς σε τέτιες δόσεις δεν είταν σύμφωνος με τον υποσιτισμό μου. Και ο υποσιτισμός μου γινότανε ολοένα και περισσότερο δραματικός.
Pablo Neruda (1904–1973)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Πάμπλο Νερούδα
Η ζωή μου (Απομνημονεύματα)
- μετάφραση: Α.Ι. Λιβέρης
- εκδόσεις: Αλκαίος, 1975

*φωτογραφίες: poetryireland.ie, pinterest.com,
poesia.about.com, neruda.uchile.cl,
article.wn.com, theguardian.com


Ακόμα:
ο Πάμπλο Νερούδα στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Link:
Universidad de Chile: La vida del poeta - Cronología

Σημ: Στην αναδημοσίευση του αποσπάσματος διατηρήθηκε η ορθογραφία, η σύνταξη, και η στίξη της πρωτότυπης μετάφρασης, πλην του πολυτονικού, όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε κάθε ανάρτηση των Αυτοβιογραφικών με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου είναι προφανές ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.

Ετικέτες , ,

16 Ιουν 2014

168 ~ Μάρω Δούκα: Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια

Ο βιβλιοθηκάριος, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στα Χανιά, κατέβαζε από το ράφι το μυθιστόρημα που του είχα ζητήσει, πρόσεξε το, μου έλεγε, δεν έχουμε πολλά αντίτυπα, μη σημειώσεις τίποτα απάνω, μη τσαλακώσεις τις σελίδες. Τον καθησύχαζα, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω τι σημαίνει «αντίτυπο», πήγαινα να καθίσω κοντά στη σόμπα, έξω ψιλόβρεχε. Άνοιγα προσεκτικά το χαρτόδετο βιβλίο και επιβιβαζόμουν στο ποταμόπλοιο. Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια και με το πενηντάφυλλο ριγωτό τετράδιο, όπου αντέγραφα τις ωραίες φράσεις. Κάθε Σάββατο απόγευμα, αυτή ήταν η μοναδική μου διασκέδαση.

Παραμονές Χριστουγέννων, περπατώντας, όπως συνήθιζα, με το κεφάλι σκυφτό, βρήκα, έξω από το βιβλιοπωλείο του Αδαμόπουλου ένα κατοστάρικο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήπα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα τον Βραχόκηπο του Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο δικό μου βιβλίο. Κάτω από το μαξιλάρι μου για χρόνια, διάβαζα, λίγο, προτού να σβήσει η μάνα μου το ηλεκτρικό,και έμενα έπειτα να σκέφτομαι στα σκοτεινά, ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Πόλεμο στους άπιστους! Άπιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Φοιτήτρια στην Αθήνα άρχισα σιγά σιγά να αποκτώ τα δικά μου βιβλία. Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, τα υπογράμμιζα και τα αποστήθιζα, κουβαλώντας τα από μετακόμιση σε μετακόμιση. Θα είχα μαζέψει καμιά σαρανταριά, όταν τον Αύγουστο του '67 που με συνέλαβαν, τα κατάσχεσαν οι αστυνομικοί. Και βρέθηκα, έπειτα από την αποφυλάκιση μου, με το μοναδικό βιβλίο που είχε γλιτώσει το πλιάτσικο, Το τέλος της μικρής μας πόλης.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Ίσως για να εξηγήσω την κατοπινή σχέση μου με το βιβλίο. Το αγόραζα, όπως αγοράζεις κάτι που το έχεις στερηθεί. Και ταυτοχρόνως το αντιμετώπιζα σαν κάτι δικό μου και πολύτιμο που κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να το χάσω ή να μου το αρπάξουν. Για χρόνια έντυνα όλα τα βιβλία μου με μπλε κόλλα και τους κολλούσα ετικέτες για να μοιάζουν με σχολικά, ελπίζονττας ότι θα ξεγελάσω έτσι τους αστυνομικούς, εάν συνέβαινε να μπουκάρουν πάλι χαράματα, για να με συλλάβουν.
Μάρω Δούκα (1947)



...κι αυτή η αίσθηση ότι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, διαπλέω με ποταμόπλοιο τον κόσμο, με ακολουθεί πάντα.

*απόσπασμα από το κείμενο που έγραψε η Μάρω Δούκα
για το αφιέρωμα "πώς να διαβάζουμε"
του περιοδικού διαβάζω, τχ. 359 - Ιανουάριος 1996

*φωτογραφίες: tanea.gr, patakis.gr, enet.gr

ακόμα:
η Μάρω Δούκα
- στο γράμμα σε χαρτί, και
- στη Βιβλιονέτ

(το υπόλοιπο κείμενο, στα σχόλια)

Ετικέτες , ,

27 Μαΐ 2014

167 ~ Νίκος Καζαντζάκης: χωρίς να κερδίσει ο Θεός...

Τρεις μέρες έμεινα σ' ένα Μοναστήρι απάνω από το Λιβυκό πέλαγο. Μου άρεσε πάντα η ασύχρονη ζωή του Μοναστηριού, ο παλαιικός ρυθμός που το κυβερνάει, οι καλόγεροι με τα πονηρά ή νυσταγμένα μάτια, με τις τρουλωτές ή αδειανές κοιλιές, με τις χοντρές χερούκλες που πότε κρατούν το κλαδευτήρι ή την τσάπα και πότε το Άγιο Δισκοπότηρο. Μου άρεσε η μυρωδιά του λιβανιού, τα τερερίσματα στην εκκλησιά τα ξημερώματα κι ύστερα όλοι μαζί να δρομώνουμε στο μεγάλο παχνί, στην Τράπεζα, που μύριζε ταγκό λάδι και ξινίλα. Και το βράδυ οι σιγανές κουβέντες στην ταράτσα του Μοναστηριού κι οι βαριές σιωπές, γεμάτες από το μακρινό αντίλαλο του κόσμου.

[....] Τη μέρα που ήταν να φύγω, είχα πάει, πριν ξημερώσει, στον όρθρο• λαχτάριζα ν' ακούσω το μονότονο μελωδικό τερέρισμα των καλόγερων στο Θεό' και τα παθητικά λόγια, γεμάτα συντριβή, που βρήκαν οι παμπάλαιοι πιστοί να καλημερίσουν το Θεό, πρωί πρωί, πριν να ξημερώσει: Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω. Εδίψησέ σοι η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου, εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω... Στάθηκα σ' ένα στασίδι πλάι στο παράθυρο απ' όπου έβλεπα κάτω μακριά το Λιβυκό πέλαγο, κάτασπρο ακόμα μέσα στην πρωινή πάχνη, απέραντο, έρημο, να φτάνει ως πέρα στις ζεστές αμμούδες της Αραπιάς... Τα πουλιά μαζί με τους καλόγερους ξυπνούσαν κι είχαν αρχίσει να τερερίζουν κι αυτά και να χαιρετούν το φως' η κορφή του κυπαρισσιού στη μέση της αυλής είχε κιόλα φωτιστεί, μα ακόμα τα φύλλα τηδ πορτοκαλιάς δίπλα του ήταν βυθισμένα σε βαθυπράσινο σκοτάδι. Ο σημαντάρης είχε τελέψει το γύρο του στα κελιά, είχε ξυπνήσει τους καλόγερους κι έβγαζε τώρα μπαίνοντας στη μεσοσκότεινη εκκλησιά το πισωκαλύμμαυκό του και κρεμούσε πλάι στην πόρτα το ξύλινο σήμαντρο• έτσι που φωτίστηκε όρθιος στο κατώφλι, έλαμψαν τα κορακάτα σγουρά γένια του και τ' απολυτά μαλλιά του στις πλάτες. Αψηλός, μαυριδερός, ξεχείλιζε νιάτα• κρίμα ένα τέτοιο κορμί να μην του 'ναι γραφτό ν' αγκαλιάσει γυναίκα και να κάμει παιδιά• θα ομόρφαιναν οι γιοι κι οι θυγατέρες του τον κόσμο.

Κι εκεί που διαλογίζουμουν τι χάνει ο κόσμος χωρίς να κερδίσει ο Θεός, μια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα, μαυρομαντιλωμένη, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά της. Ο γούμενος χτες μου 'χε πει πονηρά χαμογελώντας να μη σκανταλιστώ που θα 'ρθει αύριο από ένα κοντινό χωριό μια νιόπαντρη να ζητήσει να πει την ευκή στο νιογέννητο της, να μην το πιάνει το μάτι• γιατί 'ταν, λέει, πολλά όμορφο και της το μάτιαζαν οι σμιχτοφρύδηδες.

Στάθηκε πλάι στην πόρτα με το κεφάλι γερμένο και περίμενε να τελέψει ο όρθρος και να ζυγώσει ο γούμενος με την αγιαστούρα του.
Ο αγέρας μού φάνηκε άλλαξε, ανακατώθηκαν τα βαριά καλογερίστικα χνότα με την ανάσα της γυναίκας, γάλα θαρρείς μύρισε η εκκλησιά και δαφνόλαδο από τα νιολουσμένα μαλλιά τής νιόπαντρης. Κι η νυσταγμένη φωνή τού γούμενου ζωντάνεψε• κι ίσια ίσια εκείνη τη στιγμή έψελνε το χαρμόσυνο τροπάρι: Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου... Μετακουνήθηκαν οι καλόγεροι από τα στασίδια τους, στράφηκαν, έριξαν λοξή ματιά κατά την πόρτα, δυο τρείς άρχισαν να βήχουν. Ο σημαντάρης ζύγωσε τη γυναίκα, κάτι της είπε στο αυτί, κι εκείνη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, προχώρεσε δυο βήματα και κάθισε στο τελευταίο στασίδι προς την πόρτα. Ένιωθες, έχασαν οι ψυχές την ησυχία τους κι όλοι πια οι καλόγεροι, κι εγώ μαζί τους, βιαζόμαστε να τελέψει ο όρθρος.

Ο ήλιος τώρα είχε προβάλει, γέμισε η αυλή φως, μπήκαν οι λοξές αχτίδες στην εκκλησιά κι έλαμψαν τ' αγία κονίσματα και τα πρόσωπα και τα χέρια των καλόγερων' κατέβηκαν όλοι από τα στασίδια, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, αναστέναξαν όλοι, ο όρθρος είχε τελειώσει.

Έβαλε ο γούμενος το πετραχήλι του, πήρε την αγιαστούρα, πίσω του ο σημαντάρης κρατούσε το σιγλί με τον αγιασμό. Στάθηκε η γυναίκα στην πόρτα, φωτίστηκε όλη• είχε τώρα αναμερίσει τη μαύρη μπόλια της, φάνηκε ολόκληρο το πρόσωπό της. Σήκωσε τα μάτια, κοίταξε το γούμενο, που 'χε αρχίσει να λέει την ευκή, ακουμπώντας την απαλάμη του στο κεφαλάκι του μωρού' κι ύστερα κάρφωσε τη ματιά της στο σημαντάρη. Ανείπωτη γλύκα είχαν τα μάτια της, μεγάλα, μαύρα, θλιμμένα• θυμήθηκα τα μάτια της Πορταΐτισσας στη Μονή των Ιβήρων' η ίδια γλύκα, η ίδια αγωνία της μάνας για το γιο της.

Άξαφνα το μωρό άρχισε να κλοτσάει τα ποδαράκια του και να κλαίει• κι η μάνα, για να το αρνέψει, ξεκούμπωσε το μπολκάκι της, έβγαλε το βυζί της, αρπάχτηκε το μωρό από τη ρώγα και σώπασε. Ποτέ δε θα φύγει από το νου μου η στιγμή ετούτη• έλαμψε στρογγυλός, χιονάτος ο κόρφος τής νιόπαντρης, μύρισε πιο δυνατά τώρα ο αγέρας γάλα κι ανάλαφρη πολύ μυρωδιά ίδρωτα. Πίσω από τους ώμους της γυναίκας απλώνουνταν, καταγάλαζο τώρα, το Λιβυκό πέλαγο. Μια στιγμή η γλώσσα τού γούμενου μπερδεύτηκε• μα γρήγορα νίκησε μέσα του ο Θεός, και τέλεψε, χωρίς να ντροπιαστεί, την ευκή.

Ζύγωσα στην αυλή το σημαντάρη• μ' έβαλε ο Πειρασμός να του μιλήσω, μα δεν ήξερα τι να του πω...
- Πάτερ Νικόδημε... άρχισα.
Μα αυτός γρηγόρεψε το βήμα και μπήκε στο κελί του.

Ύστερα από μια ώρα, πεζός όπως μου άρεσε, μπήκα πάλι στο δρόμο.

Πόσα χρόνια πέρασαν; Σαράντα; Πενήντα; Το Μοναστήρι έσβησε από το νου μου και στη θέση του λάμπει μονάχα, άσπρο, στρογγυλό, αθάνατο, απάνω από το Λιβυκό πέλαγο, το στήθος της μάνας.
Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)




*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Νίκου Καζαντζάκη
Αναφορά στον Γκρέκο
Έκδοση: Αθήνα, 1961 (Ελένης Καζαντζάκη)

*φωτογραφίες: lifo.gr, entertainment.in.gr

Link:
lifo.gr, 26.10.2013 Αφιέρωμα: Νίκος Καζαντζάκης


1 www.kairatos.com.gr
2 tovima.gr
3 mfa.gr
4 entertainment.in.gr
5 koutipandoras.gr
6 lifo.gr
www.tanea-london.net
7 pinterest.com
8 lifo
10 lifo

Ετικέτες , ,

8 Μαΐ 2014

166 ~ Νικόλαος Τωμαδάκης: Η Σύγκλητος λυπείται στερουμένη… κ.λπ.


«Όριον ηλικίας 65ον»

Το έγγραφον αφίχθη ταχυδρομικώς
αρκούντως καθυστερημένον.
Ο μακρόστενος φάκελος με γραμματόσημον
μιας και ημισείας δραχμής,
ανέγραφε το πρώτον
τον νέον τίτλον “ομότιμος” και περιείχε
το αναμενόμενον αναγκαιότατον στοιχείον
διά την συνταξιοδότησιν.
Το Σύνταγμα επιτάσσει
την έξοδον της υπηρεσίας μετά το 65ον
(ωρκίσθημεν να είμεθα
εις τους νόμους ευπειθείς) και εφόσον
η χρονολογία του Μητρώου δεν μετεβλήθη
διά δικαστικής ή άλλης αποφάσεως,
εγενόμεθα “εκτός”, ενώ ταχέως
εξελέγησαν οι “εντός” διαδοχοί μας.

Το έγγραφον (ο τύπος του είναι κοινός
δι’ όλους τους εξερχομένους),
επί τη απαλλαγή από των καθηκόντων
μετά πολλών φιλοφρονήσεων:
“Η Σύγκλητος λυπείται στερουμένη… κ.λπ.
κι ελπίζει…”!
Η δακτυλογράφος το αντέγραψεν επιμελώς
κι εφέτος, ως και άλλοτε
είχε πράξει διά τους πολυειδώς
εξερχομένους λόγω ορίου.
Ο αρμόδιος το υπέγραψε προθύμως,
το έθιμον ετηρήθη ευγενώς.

Βεβαίως θα ήθελαν να έγραφαν κάπως πιο ξηρά: “Επί τέλους απηλλάγημεν από…”,
αλλ’ υπερίσχυσεν η συνήθεια και ο τύπος.

Η συνήθεια η οποία θα επικρατήση
ασφαλώς κι όταν οι υπογράψαντες,
εν υγεία και ευκλεία πολλή,
υπερβούν κι εκείνοι το 65ον έτος.

Νικόλαος Τωμαδάκης (1907-1993)

Image and video hosting by TinyPic

* από την Μηνιαία Έκδοση του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών εδώ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Δημοσίευση της 7ης Ιουλίου, του 2011

*φωτογραφίες: greekencyclopedia.com, istorikathemata.com

από τον ιστότοπο "εδώ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ":
σατιρικό στιχούργημα που εμπνεύσθηκε, πριν από περίπου 40 χρόνια
(τον Σεπτέμβριο του 1972), ο καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας
Νικόλαος Τωμαδάκης (1907-1993), με αφορμή τη συνταξιοδότησή του,
ή μάλλον τον τρόπο της κοινοποίησής της. Το στιχούργημα αυτό
–περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ποιήματα», όπου και άλλοι στίχοι
του αείμνηστου καθηγητή αναφερόμενοι στη ζωή μέσα στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών– έχει εμφανείς καβαφικές επιδράσεις, καθώς ο Τωμαδάκης
χρησιμοποιεί εδώ τη λεπτή ειρωνεία για να σατιρίσει, όχι χωρίς
πικρία και με μια δόση αυτοσαρκασμού, τη στιγμή που ένας καθηγητής
πληροφορείται επισήμως την αφυπηρέτησή του από το Ίδρυμα.


Ετικέτες , ,

18 Απρ 2014

165 ~ Κωνσταντίνος Τσάτσος: το πρώτο μάθημά μου για την αρχοντιά

Θα 'μουνα δέκα χρονών. Το καλοκαίρι, όταν τέλειωνα το σχολείο κατέβαινα στο ισόγειο δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, όπου και με έβαζαν να αντιγράφω δικόγραφα. Για τις τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μια δραχμή.

Καθισμένος σ' ένα από τα γραφεία των βοηθών χάζευα πού και πού τους πελάτες, κάθε λογής, πού μπαινόβγαιναν.

Ένα πρωινό ήρθε ένας λεβεντόγερος με κάτασπρη φουστανέλλα. Οι φουστανελλάδες ακόμη τότε δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είδα τους βοηθούς δικηγόρους να σηκώνονται και να του κάνουν μιαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.

Ο πρώτος βοηθός που φαίνεται να τον γνώριζε καλά, έπιασε κουβέντα μαζί του. Και μια στιγμή τον ρωτάει: «Και τώρα, μπάρμπα Μήτρο, πόσων χρόνων είσαι;» Και ο μπάρμπα Μήτρος, με τ' όνομα Δημήτριος Μαλαμούλης που είχε εν τω μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, του απαντάει μονολεκτικά... «Δύο». Δηλαδή εκατόν δύο. Από τα εκατό είχε αρχίσει νέα αρίθμηση.

Βγήκε εν τω μεταξύ ο πατέρας μου. Τον οδήγησε στο μέσα γραφείο τα είπανε με αυτόν και το γιο του, ένα λεβέντη εβδομηνταπεντάρη, και όταν βγήκαν στο δωμάτιο που βρισκόμουν και εγώ, πρώτα με σύστησε και ύστερα μου ανήγγειλε ότι θα πάμε την Κυριακή να επισκεφθούμε τον Μαλαμούλη στο χειμαδιό του, κάπου στον Ωρωπό.

Από κουβέντα δεν έπαιρνε ο μπάρμπα Μήτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τους βοηθούς τού πατέρα μου κι εμένα είχα το αίσθημα ότι μας έβλεπε σαν μικρό κοπάδι αρνάκια. Μικρό, διότι ό Μαλαμούλης είχε απάνω από 3000 αρνιά και κατσίκια, στα Άγραφα το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα ορεινά της Αττικής.

Την Κυριακή, όταν φθάναμε στον τόπο όπου είχε στήσει τα τσαντήρια του, των παιδιών, των εγγονών και των δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οι καθιερωμένες μπαταριές και μετά μαζευτήκαμε στο μεγάλο τσαντήρι του Γέρου. Είχα μαζί μου, νέο εικοσάχρονο, τον δάσκαλό μου Basset, αυτόν που έκανα πρόσωπο στους «Διαλόγους σε μοναστήρι». Αυτός που δεν χόρταινε να θαυμάζει.

Σε λίγο σταύρωσε ο Γέρος το πρώτο ψωμί. Και οι γυναίκες, αμίλητες και φασαρεμένες μοίραζαν τα κοψίδια, αρνάκι, κατσικάκι, όλα τα αγαθά. Θυμάμαι ακόμη τις βεδούρες τα γιαούρτια. Ο γέρο Μαλαμούλης, στη μέση καθισμένος σταυροπόδι, μέσ' στις άσπρες βελέντζες, τα επόπτευε όλα και έδινε στις γυναίκες και στους παραγιούς προσταγές.

Όταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Οδύσσεια» τον γέρο Μαλαμούλη τον ταύτιζα μέσ' στη φαντασία μου με τον Νέστορα, όταν δέχονταν τον Τηλέμαχο.

Καθώς ήμουν καθισμένος πλάι στον πατέρα μου τον ρώτησα ψιθυριστά: «Qu'est-il ce vieux;». «C'est un grand seigneur» μου απαντάει o πατέρας μου και αυτός ψιθυριστά. Και γυρίζοντας αργότερα το λόγο στα ελληνικά: «Να καταλάβεις τι είναι αρχοντιά».

Ήταν το πρώτο μάθημά μου για το μέγα τούτο ηθικό αγαθό: την αρχοντιά.

Αργότερα, μεγάλος σ' ένα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα έναν άλλο πιο νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στο πρόσωπό του ξανασυνάντησα αυτό που είχα γνωρίσει παιδί στο πρόσωπο του Μαλαμούλη: την αρχοντιά. Το σταύρωμα του καρβελιού από αυτόν ήταν μια ιεροπραξία.

Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνιας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων. Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δεν μπορώ — ίσως αδυναμία μου — με μια φράση να την ορίσω την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντώ κάποιον που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε ααυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων.

Έχομε άρχοντες κατά την νομικήν έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες που έχουν αρχοντιά.
Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)

Image and video hosting by TinyPic

*  από την Ευθύνη, τχ. 169 / Ιανουάριος 1986
* φωτογραφίες: presidency.gr, ascsa.edu.gr, agp.archeio.gr

Ετικέτες , ,

31 Μαρ 2014

164 ~ Χρόνης Μπότσογλου: Η εμπειρία του βιωμένου χώρου

Η ζωή είναι πολύ φτωχή για να μην είναι αιώνια, λέει ο Μπόρχες. Τη δική μου αιωνιότητα τη ζω με τη συνείδηση που έχω αποκτήσει, ονειροπολώντας ανάμεσα σε λαμπρά μνημεία του παρελθόντος και μια ανιαρή καθημερινότητα. Γι αυτό θα αναφερθώ στη μοναδική εμπειρία μιας μικρής νυχτερινής στιγμής που έζησα στο χώρο του λιοτριβιού του Γιώργου Ελευθεριάδη, το οποίο είχα μετατρέψει σε ατελιέ και δούλευα τα καλοκαίρια από το 1977 μέχρι το 1986, στην Πέτρα της Λέσβου.

Αύγουστος μήνας, προς το τέλος του, η μέρα μίκρυνε πολύ, κλείδωσα και πήγα να συναντήσω τους άλλους που άρχισαν τα ούζα στην πλατεία. Ο καιρός έχει ψυχράνει αρκετά και ξέχασα τη ζακέτα μου στο χώρο του σαπουναριού όπου δούλευα —το σαπουναριό είναι ο επάνω χώρος του λιοτριβιού— αναβάλλω να πάω να την πάρω, όμως όσο νυχτώνει, νιώθω να κρυώνω περισσότερο. Στο τέλος με στέλνει η Ελένη με το ζόρι. Το χώρο τον γνωρίζω σαν να είναι σπίτι μου. Άνοιξα, ο διακόπτης του ηλεκτρικού είναι δίπλα στο κλειστό φύλλο της πόρτας, αλλά διστάζω, γιατί στη σχισμή υπάρχουν αραχνοφωλιές και παράτησα τον αναπτήρα μαζί με τα τσιγάρα στο τραπέζι. Βιάζομαι να τελειώσω. Είμαι σίγουρος για το χώρο, κι ας μη βλέπω τίποτα. Το τσιμεντένιο πεζούλι, μέσα από την πόρτα, μια δρασκελιά, μετά ένα μικρό, χαμηλό σκαλί, κανονικά θα έπρεπε να ήταν τρία, αλλά θα έκλειναν το χώρο της δουλειάς. Κατεβαίνω. Σαν να συνηθίζω το σκοτάδι και παρόλο που άφησα την πόρτα ανοιχτή, τα φώτα του δρόμου δε φτάνουν να φωτίσουν αυτό τον Άδη. Οι ασπρισμένοι τοίχοι στο βάθος, πάνω από την τζαμαρία που χωρίζει τον πίσω χώρο, στο πατάρι του μεσοπατώματος μόλις που διακρίνονται. Λίγο αριστερά να αποφύγω τους πάγκους με τα φίλτρα. Μετά το βαρέλι στενεύει το πέρασμα, να προσέξω μην ακουμπήσω και λερωθώ. Άλλα τρία βήματα, δίπλα το αυλάκι, μπροστά στη σκάλα ένας σωλήνας χάνει νερό και έχει δημιουργηθεί λασπουριά, το τσουπί που ρίξανε πάνω έχει μουλιάσει, μεγάλο βήμα λοιπόν για το πρώτο σκαλί. Τα ποντίκια χαρχαλεύουν εκεί δίπλα, δε φαίνεται να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Δε με νοιάζουν τα ποντίκια. Το επόμενο βήμα στο τρίτο σκαλί, γιατί το δεύτερο είναι ξεκολλημένο. Έφτασα στο διάδρομο του μεσοπατώματος. Παρόλο που έχω απλωμένα και τα δύο χέρια μπροστά από τα μούτρα μου, ένας αραχνοϊστός μού κόλλησε στο κούτελο, η αφή του μου δημιουργεί μια αίσθηση φρίκης. Τέσσερα βήματα και δεξιά η απότομη σκάλα που ανεβάζει στο χώρο του σαπουναριού. Είναι πολύς ο καιρός που έπαψε να λειτουργεί σαν τέτοιο, γι' αυτό και ο χώρος είναι εντελώς άδειος, στρωμένος απ' άκρη σ' άκρη με τσουπιά που τα απλώσανε μετά το πλύσιμο τους να στεγνώσουν, αφού βγήκε το λάδι και της φετινής σοδειάς.

Έπειτα από το σκοτάδι... Μα πού βρέθηκα ξαφνικά; Σαν να πέρασα σε άλλη διάσταση... Μέσα στον αχανή ενιαίο χώρο με τα χτισμένα παράθυρα από τις τρεις μεριές ανοιχτά —και μάλιστα τα περισσότερα να λείπουν, εντελώς κατεστραμμένα, απομένουν μονάχα τα παράθυρα της όψης από τη μεριά της θάλασσας— υπήρχε ένα φως, σαν από φεγγαρόφωτο! Έξω η σκοτεινή βοή του κύματος, νύχτα ασέληνη. Από πού έφεγγε αυτό το φως; Μήπως η θάλασσα που έσκαγε στα κράσπεδα του δρόμου, που τη χωρίζει από το λιοτρίβι, αντανακλούσε με τρόπο μυστηριακό εκεί μέσα το φως του ήλιου που ολημέρα τη ζέσταινε; Ή μήπως ξεχάστηκε απ' το απομεσήμερο, όταν οι αχτίδες της δύσης ανάβουν τα ντουβάρια μέχρι μέσα; Ήταν κάτι που δεν μπορούσα λογικά να εξηγήσω, όπως στα θαύματα! Το φως, εγκλωβισμένο σ' εκείνο τον κλειστό χώρο, έκανε τους τοίχους να φωσφορίζουν και να μεταβάλλουν συνέχεια τα σχήματα τους, ενώ τα χτισμένα με τούβλα παράθυρα μοιάζαν πόρτες που κάθε μια άνοιγε σ' έναν τόπο μυστικό. Σκεφτόμουν ότι μετά τον Άδη εδώ ήταν το Καθαρτήριο όπου όφειλα να εγκαταλείψω όλες τις εκδοχές του καλού και του κακού, αναζητώντας μόνο την ενότητα του εαυτού μου...

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Συνήλθα μόνο όταν άκουσα να με φωνάζουν απ' έξω.
Χρόνης Μπότσογλου (1941)



Θα πρέπει να ήμουνα στο γυμνάσιο (εξατάξιο). Δε θυμάμαι πού το διάβασα, είναι όμως από τα πράγματα που παίξανε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησής μου, μια επιλογή η οποία καθόρισε τη σπουδή στην τέχνη μου. Είχα διαβάσει ότι ο Μπέρναρντ Σο σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Εγώ είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, όμως δεύτερης κατηγορίας». Κάπως έτσι το κατάλαβα. Με απασχόλησε το τι εννοούσε, με βασάνισε πολύ, πολλά χρόνια. Και αποφάσισα ότι εγώ θα γίνω πρώτης κατηγορίας, χωρίς να με νοιάζει αν θα μείνω μικρός καλλιτέχνης.


*απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μπότσογλου
Το χρώμα της σπουδής
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

*φωτογραφίες: gkakourouchroni.com, enet.gr,
popaganda.gr, epsilonartgallery.blogspot.com

*πίνακες: poemsgolitsis.blogspot.com,
ebooks.edu.gr, e-go.gr


links:
- tovima.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Πίσω από το είδωλο
(συν/ξη στην Σόνια Ζαχαράτου. Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τχ. 483
- kathimerini.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Ταλέντο είναι η ικανότητα επιλογής
(της Γιούλης Επτακοίλη)
- Βιβλιοθήκες Ε.Ε.Ι.: Χρόνης Μπότσογλου - Η ζωή και το έργο του
- popaganda.gr: Χρόνης Μπότσογλου: «Μνήμη είναι ο τρόπος που ζούμε τα πράγματα»
(της Λίνας Ρόκου)

Ετικέτες , ,