ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

12 Ιουλ 2008

54 ~ Πέτρος Τατσόπουλος: ...υπάρχουν και χειρότερα

Ήθελα να βγω στον καθαρό αέρα. Πρέπει να ήταν έντεκα όταν έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Κατέβηκα στο ισόγειο. Κατηφόρισα προς τη Φωκίωνος Νέγρη. Προσπέρασα το δημοτικό μου σχολείο. Στο ύψος της Επτανήσου έστριψα αριστερά. Κατευθύνθηκα προς το παλιό μου γυμνάσιο. Στην οδό Χανίων.
...
Ένιωθα τρομερή έξαψη, καθώς προχωρούσα στο δρόμο, εκείνη τη νύχτα του Νοεμβρίου - μια έξαψη που επιθυμούσα το συντομότερο κάπου να τη διοχετεύσω, με κάποιον να τη μοιραστώ. Αυθόρμητα επέλεξα την τότε φιλενάδα μου, ένα συνομήλικό μου κορίτσι από τη Λακωνία, δίχως να πολυψειρίσω τις πιθανές παρενέργειες. Διέμενε μαζί με το θείο της και τη μητέρα του θείου της σ' ένα διαμέρισμα επί της οδού Χανίων, λίγο πιο κάτω από το παλιό μου γυμνάσιο. Παρέβλεψα ότι ο θείος της αγνοούσε το δεσμό μας και ότι η ώρα ήταν μάλλον περασμένη για δεκαεννιάχρονες Σπαρτιάτισσες. Παρέβλεψα τα πάντα. Της τηλεφώνησα από ένα θάλαμο να κατέβει στην είσοδο της πολυκατοικίας κι έπειτα πήγα γραμμή στο σπίτι της.

Εκεί, μέσα στην πολυκατοικία, μόλις ένα δυο μέτρα από την είσοδο, η φιλενάδα μου έμαθε το μεγάλο μυστικό. Δεν είχε συνέλθει ακόμη από την έκπληξή της, όταν αντίκρισε το θείο της να προβάλλει από την πόρτα του ασανσέρ. Ολοφάνερα ο θείος δεν έδειχνε ευδιάθετος.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε απότομα. «Γιατί μας ανησυχείς τέτοιαν ώρα;»
«Συγγνώμη για την ώρα» ψέλλισα. «Ήθελα να πω κάτι στην ανιψιά σας. Ειλικρινά, δεν ήθελα να σας ανησυχήσω».
«Τι πράγμα;» επέμεινε.

Προσπάθησα να διατηρήσω την ψυχραιμία μου.
«Συγγνώμη και πάλι. Θα προτιμούσα να μην σας το πω. Είναι άλλωστε κάτι που δεν έχει σχέση μ' εσάς».
Με κοίταξε παγερά. Θα έλεγε κανείς ότι είχα ξεστομίσει την πιο εξωφρενική παραδοξολογία.
«Είναι κάτι» επανέλαβε αργά αργά, στην προσπάθειά του να το κατανοήσει, «που αφορά την ανιψιά μου και δεν αφορά εμένα;»
«Φαντάζομαι ότι θα είναι ελάχιστα αυτά, τα πράγματα» τόλμησα να σχολιάσω «αλλά έτσι είναι. Συγγνώμη».
Αγνόησε παντελώς την τρίτη μου συγγνώμη στη σειρά. Μου έδειξε την εξώπορτα.
«Βγες έξω» πρόσταξε.
Υπενθυμίζω ότι δεν ήμουν μέσα στο διαμέρισμά του. Ήμουν απλώς μέσα στην πολυκατοικία. Μου μιλούσε εξ ονόματος ολόκληρης της πολυκατοικίας και, απ' όσο ήμουν σε θέση να γνωρίζω, δεν ήταν καν ο διαχειριστής.
«Κοιτάξτε» δήλωσα κατευναστικά «ειλικρινά, δεν θέλω να το τραβήξουμε».
«Βγες έξω αμέσως!»
«Εντάξει» συναίνεσα απρόθυμα «αφού επιμένετε... Σήμερα λοιπόν, απόψε, για πρώτη φορά στη ζωή μου, έμαθα πως είμαι υιοθετημένος».
Περίμενα να τον σοκάρω με την ευθύτητά μου και να του σπάσω τον τσαμπουκά. Αντ' αυτού μου έριξε ένα απλανές βλέμμα, λες και αυτή η παραδοξολογία ήταν πιο εξωφρενική και από την προηγούμενη.
«Κι εμένα» ρώτησε «τι με αφορά;»
Είμαι αδύναμος άνθρωπος. Ανέκαθεν ήμουν αδύναμος άνθρωπος. Δεν επισκέφτηκα ποτέ γυμναστήριο. Δεν ενόχλησα ποτέ τον παραμικρό μυώνα. Τότε μάλιστα - πάνε πια είκοσι οκτώ χρόνια- ήμουν και ασύγκριτα ελαφρύτερος. Κλαράκι στον άνεμο. Ένας μίσχος. Εξάλλου, παρότι διασκέδαζα όταν η Σίσι Σπέισικ, στην Kάρι, μετακινούσε με τη σκέψη της μαχαιροπίρουνα και τα κάρφωνε στις μοχθηρές συμμαθήτριές της ή όταν παρακολουθούσα τα αντίστοιχα καμώματα του Γιούρι Γκέλερ, δεν πίστεψα ποτέ στις ψυχοκινητικές σαχλαμάρες. Εντούτοις, εκείνη τη στιγμή, βρισκόμουν ένα μόλις βήμα, όχι πριν τις πιστέψω απλώς, αλλά πριν τις βάλω σ' εφαρμογή. Όλη η έξαψη της βραδιάς είχε συμπυκνωθεί και είχε συγκεντρωθεί στα ακροδάχτυλά μου. Ήμουν σίγουρος πως, έτσι και άγγιζα το θείο της φίλης μου, θα εκσφενδονιζόταν στον απέναντι τοίχο. Πρέπει να μετέδωσα και στο βλάκα ένα μέρος από αυτή την ενέργεια, διότι ενστικτωδώς άρχισε να οπισθοχωρεί προς το ασανσέρ. Καθώς οπισθοχωρούσε έντρομος, τον έλουζα με κάθε είδους βρισιές. Δεν ήταν κοινές βρισιές. Ήταν ο Αντίχριστος στα μεγάλα του κέφια. Θυμίζαμε σκηνή από τον Εξορκιστή. Όπως ήταν αναμενόμενο, σηκώσαμε την πολυκατοικία στο ποδάρι. Θορυβημένοι νοικάρηδες και ιδιοκτήτες κατέβαιναν στο ισόγειο και αντίκριζαν τον δαιμονισμένο. Κανένας δεν τολμούσε να με πλησιάσει. Στοιχίζονταν όλοι πίσω από το θείο. Αυτός ήταν ο Αϊ-Γιώργης που θα κάρφωνε το δράκο. Μόνο μια γριά γυναίκα κότησε να σταθεί στο πλάι του.
«Τι συμβαίνει, παιδάκι μου;»
Ο θείος την κοίταξε με απόγνωση.
«Μαμά, με είπε μαλάκα».

Αυτό ήταν. Η οργή μεταμορφώθηκε μεμιάς σε ευφορία. Δάκρυα γέλιου ανέβλυσαν από τα μάτια μου. Ο άνθρωπος ήταν ευλογημένος. Πιο αδιαπέραστος κι από σιδηροπαγές σκυρόδεμα. Δεν θα πέθαινε ποτέ. Θα έτρεπε τον καρκίνο σε άτακτη φυγή. Θα ρύθμιζε τις αρρυθμίες. Ακόμα και τη δική μου διάθεση είχε καταφέρει να διορθώσει. Έφυγα από την πολυκατοικία του ανακουφισμένος. Τι υιοθεσίες και κουραφέξαλα; Πάντοτε θα υπάρχουν και χειρότερα.
Πέτρος Τατσόπουλος (1959)




* Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο
του Πέτρου Τατσόπουλου Η καλωσύνη των ξένων
εκδ. Μεταίχμιο, 2006
* Η πρώτη φωτογραφία είναι από μία τηλεοπτική εμφάνιση
του συγγραφέα τον Οκτώβρη του 2007, και η δεύτερη
είναι από το dramamafilmfestival.gr

Ετικέτες , ,

29 Ιουν 2008

53 ~ Κατερίνα Γώγου: Aγαπηθήκαμε, ε;

Ο αγαπημένος, ο φίλος, ο σύντροφος, ο άντρας μου, ο πατέρας της Μυρτώς. Κυρίες και κύριοι, πιτσιρικάδες, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, φίλοι, εχθροί, πολιτικοί: Ο Παύλος Τάσιος. Τρίτους ρόλους εγώ, με συμβόλαιο τιμής, άσχετα από τους όρους, τότε στη Φίνος Φιλμ. Η πρώτη ταινία μου, χωρίς σύμβαση, ήταν του Αλέκου Σακελλάριου. Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο. Ο Σακελλάριος με είχε ανακαλύψει σε κάποιο, πιθανά, μπουλούκι, τη Νένα Νέζερ θυμάμαι και τον Ζαζά. Ή σε καμιά ταβέρνα με ορχήστρα, εκείνες τις αρχαίες, σαν παιδί-τέρας τραγουδίστρια, που δεν ξέρω τι και πώς πια με είχε ανακαλύψει ο τραγουδιστής Γιώργος Λουκάς. Ο Σακελλάριος με βοήθησε. Και τον ευχαριστώ. Γυριζότανε τότε λοιπόν, με σκηνοθέτη τον Γιάννη Δαλιανίδη, η Ψεύτρα. Στην πρωταγωνίστρια δεν άρεσα ποτέ, παρόλο που δεν ήμουνα ξανθιά... Κάπου είχα αργήσει για πρόβα ή γύρισμα κι ήμουνα στο καμαρίνι, όπου ήμαστε στριμωγμένες αρκετές. Ήρθε λοιπόν ο βοηθός του Δαλιανίδη να με φωνάξει. Τον φωνάζανε Παυλάκη, ήτανε και πιτσιρικάς και μικροκαμωμένος. Δεν ξέρω, αυτό το Παυλάκης που άκουγα μου τη βάραγε άσχημα. Αρχή έρωτα; Δεν ξέρω. Κολλήσαμε χωρίς να πάρουμε είδηση και φιλιόμαστε ώρα, αλλά Δε μας ένοιαζε που μας περίμεναν. ΕΡΩΤΑΣ. Είχε πολύ ευγενική φυσιογνωμία κι εμένα μου άρεσε εκτός από τον Τζέιμς Ντην κι ο Μοντγκόμερυ Κλιφτ. Ο Παύλος μού έμοιαζε κάπου σαν συμπεριφορά στον Ντην, στο χάσιμο στον Κλιφτ. Είχα σοκαριστεί από τη δουλειά που έριχνε, δούλευε από τα χαράματα, ερχόταν αργά τη νύχτα, ήμαστε ερωτευμένοι, δεν κοιμόμαστε. Χαράματα, δουλειά πάλι. Μού 'λεγε πως δούλευε λαμόγια, έκανε δηλαδή πως ψωνίζει γραβάτες για να μασήσουνε οι περαστικοί. Μού 'λεγε για κάποια βάρκα, μού 'λεγε πως κοιμότανε σε ταράτσα, μου είπε πως την είχε κοπανήσει πιτσιρίκι να φύγει έξω απ' τα σύνορα και βέβαια Θεσσαλονίκη. Αγαπηθήκαμε, ε, Τάσιε;
Kατερίνα Γώγου (1940-1993)




* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στo mic.gr και είναι επιλογή
του Κώστα Γ. Καρδερίνη από το βιβλίο της Κατερίνας
Γώγου μέ λένε ΟΔΥΣΣΕΙΑ - εκδ. Καστανιώτη, 2002
* Φωτογραφίες: athens.indymedia.org, el.wikipedia.org

Ετικέτες , , , ,

16 Ιουν 2008

52 ~ Μελισσάνθη: Έγινα ποιήτρια για να σπαταλήσω τη συλλογή μου

...στην ηλικία των δέκα μου χρόνων δοκίμασα το πάθος του συλλέκτη για τα είδη γραφικής ύλης. Είχα συγκεντρώσει ένα μικρό θησαυρό από κόλλες διαγωνισμού, χαρακωμένες κι αχαράκωτες, τετράδια, κοντυλοφόρους, γομολάστιχες κ.τ.λ. κι ένοιωθα τη χαρά του συλλέκτη να τον βλέπω να μεγαλώνει. Ωσότου κάποια μέρα την ώρα που καμάρωνα τ' αποκτήματά μου, ένιωσα οξύτατα το αίσθημα της ματαιότητας να μου διαπερνά την καρδιά. Θα πέθαινα κάποιαν απρόβλεπτη στιγμή κι ο θησαυρός μου θα έμενε αχρησιμοποίητος σαν μια ειρωνεία. Προς τι λοιπόν αυτή η φροντίδα της συσσώρευσης; Έτσι βάλθηκα να τον σπαταλήσω το γρηγορότερο.
Mελισσάνθη [Ήβη Κούγια-Σκανδαλάκη] (1910-1990)

...
(Πόσο σοφός είν' ο πατέρας! Πόσα ξέρει!
Πόσην ασφάλεια νιώθει στο μεγάλο χέρι!
Τίποτε, αν το κρατή, στον κόσμο δεν φοβάται!..)

Ξάφνου, του λέει εκείνο: "- Σαν θα μεγαλώσω..."
"- Τότε εγώ πια ένα φτωχός γεράκος θάμαι...
Δε θα μπορώ στα χέρια μου να σε σηκώσω,
και θα μου λες: ακούμπα πάνω μου να πάμε...

Σαν θάρχωνται για να σε παίρνουν έξω οι ξένοι,
μόνος στη σκοτεινή γωνίτσα μου θα μένω..."
"- Εγώ στην άμαξά μου πάντα θα σε παίρνω!"
λέει, έτοιμη η μικρή να κλάψη, κ' επιμένει.

Νιώθει μια τέτοια ανυπομονησία, σκάει,
θέλει μεγάλη, τώρα, γρήγορα να γίνη,
αν είναι δυνατόν την ώρα αμέσως κείνη,
για να του δείξη πόσο θα τον αγαπάη!..

Κι όπως θερμά τον σφίγγη το λιγνό χεράκι,
ο κουρασμένος νιώθει τόση εμπιστοσύνη!..
(Έγινε εκείνος τώρα το μικρό παιδάκι,
και ο προστατευτικός πατέρας είναι εκείνη...)

(Μελισσάνθη: Στη μνήμη του πατέρα μου)


* Το κείμενο και η φωτογραφία είναι από τη λέξη - τ.67, Σεπτ. '87
* Το ποίημα είναι από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας
του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη,

Ετικέτες , ,

3 Ιουν 2008

51 ~ Dylan Thomas: Αναμνήσεις απ' τα παιδικά χρόνια

Υπήρχε ένας άλλος κόσμος, όπου μαζί με τους φίλους μου συχνά περνούσαμε τις ώρες που δεν είχαμε σχολείο, τεμπελιάζοντας κάτω στην πλαγιά και στην ακτή που βλέπει στη θάλασσα του Ντήβον, με την ελπίδα να βρούμε χρυσά ρολόγια ή τον σκελετό από κανένα πλοίο ή κάποιο μήνυμα μέσα σ' ένα μπουκάλι που θα τόχε ξεβγάλει η παλίρροια. Κι ένας άλλος κόσμος, όπου συχνά περιπλανιώμασταν, σφυρίζοντας μέσ' στα στριμωγμένα δρομάκια, τα χωρίς κανένα ενδιαφέρον, σαν τα μπαγιάτικα σάντουϊτς του σταθμού. Τριγυρνούσαμε, στα επιβλητικά εργοστάσια γκαζιού και στα σφαγεία, προσπερνούσαμε τα μαυρισμένα αρχαία μνημεία και το μουσείο που θά 'πρεπε να βρίσκεται σε κάποιο μουσείο. Ή αποτραβιόμασταν, σ' ένα μέρος πού 'μοιαζε με γήπεδο του κρίκετ, πάνω στη φαλακρή και καρβουνιασμένη επιφάνεια της δημοσιάς ή παίρναμε το τραμ που κουνιότανε σαν ένα σιδερένιο ζελέ και κατεβαίναμε στην πλατφόρμα πού ήταν καρφωμένη μέσ' τη θάλασσα, για να σκαρφαλώσουμε, κρεμασμένοι επικίνδυνα πάνω στα πόδια του σκελετού της ή τρέχαμε μέχρι το τέρμα. Εκεί, άνεργοι ναυτικοί με τα μάτια στηλωμένα καρτερικά στή θάλασσα, μέσ' στα σκουφιά και τις κουκούλες τους, ψάρευαν καθισμένοι στην άκρη της παραλίας άνοστα ψάρια, μασώντας μέσ' στο στόμα, τα τσιμπούκια τους, που είχαν προ πολλού σβήσει.

Είμαι σίγουρος, ότι ποτέ δεν ξανάγινε τέτοια πόλη σαν τη δική μας, έτσι όπως μαλλώναμε με τους αλήτες, πάνω στους αμμόλοφους ή παρακινούσαμε ο ένας τον άλλον να σκαρφαλώσει πάνω στις σκαλωσιές, απ' τα γιαπιά που σύντομα τα ονομάσαμε "Λάβουρνα", ή "Οξυές". Είμαι σίγουρος, ότι ποτέ δεν ξανάγινε τέτοια πόλη με τη μυρωδιά απ' τα ψάρια και τις τηγανιτές πατάτες, τ' απογεύματα του Σαββάτου. Με τις προβολές του σινεμά τα Σαββατόβραδα, όπου ξεφωνίζαμε και γιουχαΐζαμε για τις τρεις πέννες μας. Με τα πλήθη στους δρόμους, τις διεθνείς νύχτες, με τα φτερά στα καπέλα τους. Με το πάρκο, το ανεξερεύνητο, γεμάτο θάμνους και μυστήριο, πάρκο του κόκκινου Ινδιάνου, όπου ο καμπούρης καθόταν ολομόναχος και τα δασάκια ήταν πλημμυρισμένα στα μπλε, με τους ναύτες. Οι αναμνήσεις απ' τα παιδικά μου χρόνια δεν έχουν σχολείο σαν το δικό μας, μ' εκείνη τη χαρακτηριστική μυρωδιά απ' τις γαλότσες, με την γλυκειά και αδέξια μουσική απ' τα μαθήματα πιάνου που έφτανε απ' το πάνω πάτωμα, κάτω στη μοναχική αίθουσα, όπου μόνο αυτοί που ήταν άτακτοι κάθοταν καμιά φορά κλαίγοντας, πάνω από περιλήψεις που δεν έγιναν ή οι τιμωρημένοι για μια μικρή αταξία, όπως το τράβηγμα των μαλλιών ενός κοριτσιού, την ώρα της γεωγραφίας ή το πονηρό τσίμπημα, κάτω απ’ το σχολείο, ήταν ένα στενό μονοπάτι, όπου μόνο οι μεγαλύτεροι και οι τολμηρότεροι έριχναν χαλίκια στα παράθυρα, μάλλωναν και καυχιότανε, λέγοντας ψέμματα για τις γνωριμίες τους:

«Ο πατέρας μου πήρε έναν σωφέρ»
«Ο πατέρας μου είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στη πόλη»
«Ο πατέρας μου είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος στην Ουαλλία»
«Ο πατέρας μου κρατάει στα χέρια του τον κόσμο»
Ντύλαν Τόμας (1914–1953)


* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός - τ. 4, Ιαν. 1982
σε μετάφραση Τάνιας Σαραφιανού

* Φωτογραφίες: filter.ac.uk, blog.eupoets.net

Ετικέτες , ,

22 Μαϊ 2008

50 ~ Damian Damianof: Μεγάλωνα χωρίς παιδικότητα


Αυτοβιογραφία

Γεννήθηκα σ' έναν ανατριχιασμένον αιώνα,
στη γη ήρθα κάπως ανεπίκαιρα - ακόμη
δεν ήξερα αυτό που "άνθρωπος" λένε, κ' είχα
δει κιόλας ανθρώπινο αίμα χυμένο' δεν είχα
ακόμη ανασάνει την ευφρόσυνη μέρα, και την είχαν
κιόλας οι κάλυκες των πολυβόλων σκοτεινιάσει.
Μια αμαρτωλή, Λιλή Μαρλέν τη λέγαν, είχε
αναλάβει να με κοιμίζη τα βράδια μ' ελαφρά τραγούδια.
Και μεγάλωνα χωρίς παιδικότητα, χωρίς παιγνίδια,
μέσα στης αεράμυνας το σύριγμα από τις σειρήνες,
και κανένας δε μπόρεσε ποτέ να τιθασέψη
την αγριεμένη, παιδιάτικη φωνή μου. Ξένα τζάμια
δεν έσπασα εγώ με σφεντόνες, καθώς οι συνομήλικοί μου,
εγώ 'μουν μόνο ένα παιδί με ματογυάλια, που 'χεν
άριστη επίδοση στο μάθημα της Ιστορίας. Όνειρο να 'ταν,
άραγε; Δε θυμούμαι! Αλλ' ήταν, τι 'ταν; Κρότος ήταν,
εκπυρσοκρότηση! Κοιμήθηκα παιδί και ξύπνησα άντρας:
ένας ομήλικός μου, στην πλατεία, νεκρός κειτόταν.
Σύντροφοι, πέστε μου, σύντροφοι με τα ματωμένα
μέτωπα, έχω κ' εγώ το δικαίωμα να τραγουδήσω
τη λευτεριά; Ένα παιδί με ματογυάλια
ήμουν μονάχα, όταν εσείς πεθαίνατε γι' αυτήν.

Νταμιάν Νταμιάνωφ (1935)


* Το ποίημα είναι από την Ανθολογία Βουλγαρικής
Ποιήσεως
του Άρη Δικταίου - Εκδ. Δωδώνη, 1971

Ετικέτες , ,

11 Μαϊ 2008

49 ~ Emile Michel Cioran: ...αλλά η νύχτα ήταν τέλεια.

Ίμπιζα, 31 Ιουλίου 1966. Τη νύχτα αυτή, τελείως ξύπνιος γύρω στις τρεις. Αδύνατον να μείνω άλλο στο κρεβάτι. Βγήκα να περπατήσω κοντά στη θάλασσα, σπρωγμένος από σκέψεις πιο σκοτεινές δε γίνεται. Και αν πήγαινα να πέσω από τον γκρεμό; Ήρθα εδώ για τον ήλιο, και δεν μπορώ να ανεχθώ τον ήλιο. Όλος ο κόσμος είναι ηλιοκαμμένος, πρέπει να μείνω άσπρος, χλωμός. Όσην ώρα έκανα κάθε λογής πικρούς συλλογισμούς, κοίταζα τα πεύκα, τα βράχια, τα κύματα που τα "επισκεπτόταν" το φεγγάρι, και ένιωσα ξαφνικά πόσο γερά ήμουν καρφωμένος πάνω σ' αυτό το όμορφο καταραμένο σύμπαν.

Ίμπιζα, 1η Αυγούστου 1966. Πέρσι, στο πικ-άπ που μου είχε δανείσει ο Φ., άκουσα ένα δίσκο που με καταγοήτευσε. Ήταν ένα ισπανικό τανγκό, να σου ξεσκίζει την καρδιά. Όταν επέστρεψα στο Παρίσι, προσπάθησα να ξαναθυμηθώ το ρυθμό και τη μελωδία. Αδύνατον. Ένα χρόνο μετά, ξαναβρίσκομαι στο ίδιο σπίτι. Την επομένη από την αφιξή μου, την ώρα του μεσημεριανού ύπνου, βλέπω στ' όνειρό μου ότι ακούω ένα τανγκό. Ξυπνώντας είχα ξαναβρεί το τανγκό μου.

...
Τη νύχτα αυτή, για να παρηγορηθώ που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, είπα στον εαυτό μου ότι, αν ο ύπνος μού είχε δοθεί όπως στους άλλους, δεν θα μπορούσα να αγκαλιάζω με το μάτι αυτά τα δέντρα με φόντο τον ουρανό και τα κύματα στο βάθος, ούτε θα μπορούσα να νιώθω μ' αυτόν τον τόσο οξύ τρόπο την ανομοιότητά μου με τα όντα, την απόλυτη μοναξιά μου ανάμεσά τους.

Σκέφτηκα επίσης ότι το δράμα μου προερχόταν από τη δίψα μου να ζήσω όπως όλος ο κόσμος και από την ανικανότητά μου, την αδυναμία μου μάλλον, να το καταφέρω. Όταν τα νεύρα, το στομάχι, το συκώτι σου - και πάει λέγοντας - είναι σμπαράλια, δεν βγαίνεις απ' την τρύπα σου ή αποφεύγεις τον ήλιο, τον αέρα, τη θάλασσα, που όλα μαζί δεν μπορεί παρά να αποβούν θανάσιμα για μένα αν θέλω να τ' απολαύσω. Γιατί δυστυχώς αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω, με το συνηθισμένο αδιόρθωτο πάθος μου,

Η πρώτη μου σκέψη όταν σηκώθηκα απ' το κρεβάτι μέσα στη νύχτα ήταν να πάω να πέσω απ' τον γκρεμό στη θάλασσα. Αλλά η νύχτα ήταν τέλεια, και χωρίς ψεγάδι' έτσι απλά με γέμισε.
Εμίλ Σιοράν (1911- 1995)


Η ήττα μου δεν συνίσταται στο ότι είμαι μόνος
..........αλλά στο ότι αισθάνομαι μόνος



* Το κείμενο αποτελεί μέρος από το Τετράδιο της Ταλαμάνκα
Δημοσιεύθηκε στην Λέξη - 164/165, Αύγ.2001
σε μετάφραση Βαρβάρας Χατζάκη
*Φωτογραφίες: sibiul.ro, poezie.ro, cioran.com

Ετικέτες ,

1 Μαϊ 2008

48 ~ Krzysztof Kieślowski: Ό,τι είναι καλό φθίνει και πεθαίνει.

* [Κατάγομαι] από μια ταπεινή οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός και δούλευε στην οικοδομή. Η μητέρα μου ήταν υπάλληλος. Γεννήθηκα το 1941, μία δύσκολη περίοδο. Στα δεκαέξι χάνω τον πατέρα μου από φυματίωση. Όταν ήμουν μικρός ταξιδεύαμε πολύ. Στην αρχή ήταν οι συχνές μετακινήσεις του πατέρα μου, μετά η διαμονή του σε σανατόρια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησα τις συνήθειές μου: τα τραίνα, τα έπιπλα πίσω μας, τους φίλους που αποκτούσα και μετά τους έχανα. Ποτέ δεν γνώρισα παππούδες. Δεν έχω πραγματικές ρίζες. Κάποια στιγμή μέτρησα τις μετακομίσεις μας: 40...

* [Μικρό παιδί για σινεμά] δεν είχα χρήματα. Πολλές φορές όμως με άλλους πιτσιρικάδες σκαρφαλώναμε στη στέγη του κινηματογράφου και από μια τρύπα κοιτούσαμε το κοινό. Τον υπόλοιπο καιρό διάβαζα. Στα δεκαπέντε μου είχα διαβάσει όλους τους κλασικούς.

* Πήγα σε αρκετά σχολεία με την ελπίδα μιας υποτροφίας. Ήταν τόσο απελπιστική η έλλειψη χρημάτων, που πήγα σε μια σχολή πυροσβεστών στο Wroclaw, μόνο και μόνο επειδή είχαμε δωμάτιο κι ένα μικρό μισθό. [Δεν ήθελα να γίνω πυροσβέστης] Ο πατέρας μου μ' έβγαλε από εκεί. Πήγα τελικά σε κανονικό σχολείο. Σχεδόν μια ολόκληρη χρονιά. Ένας καθηγητής, πραγματικό φόβητρο για όλους, με κάλεσε μια μέρα κι, αφού έριξε μια ματιά στις σημειώσεις μου της χημείας, μου είπε: "Κισλόφσκι καλύτερα θα έκανες να έμενες πυροσβέστης!". Oρκίστηκα να μην ξαναβρεθώ ποτέ σε τέτοια περιφρονητική κατάσταση. Ποτέ. Ήταν ένα σημείο ρήξης στη ζωή μου. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Έγραψα σε ένα μακρυνό θείο, διευθυντή σε μια σχολή θεάτρου, που δίδασκαν θεατρικές τεχνικές. Έτσι άρχισα να σπουδάζω σκηνογραφία. [Δε με ενδιέφερε] αλλά είχα μια μικρή επιδεξιότητα: μπορούσα να τοποθετώ μια σκάλα και να κρατώ ένα πινέλο, αυτό ήταν όλο. Κρίμα: αν είχα πάρει μαθήματα ξυλουργικής, θα ήξερα σήμερα να ενώσω δυο σανίδες σε ευθεία γωνία, πράγμα για το οποίο είμαι ανίκανος. Αντίθετα ξέρω να βάφω ένα διαμέρισμα. Μπορώ να είμαι χρήσιμος καμιά φορά.

[Ο κινηματογράφος είναι άχρηστος] τελείως. Ίσως για λίγη συγκίνηση... αλλά τι είναι μπροστά σ' ένα τραπέζι; Ένα τραπέζι είναι κάτι το σοβαρό. Μια μέρα, μια νεαρή μού είπε ότι η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" την έκανε να καταλάβει τι είναι η ψυχή... Ίσως ο κινηματογράφος, μια δουλειά δύσκολη και χρονοβόρα, νε είναι χρήσιμος για τέτοια πράγματα... Ίσως. Στην πραγματικότητα δεν έχω καμιά επιλογή: δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο, ούτε καν να ενώσω δυο τάβλες. Έτσι κάνω κινηματογράφο.

Εκείνα τα χρόνια. γύρω στο '60-'62, ήταν πολύ ευνοϊκά για το θέατρο στην Πολωνία. Δεν ήθελα να κάνω σκηνογραφία, αλλά να βλέπω θέατρο. Κάθε μέρα κι ένα εκπληκτικό έργο. Μετά συζητήσεις όλη τη νύχτα... Dürrenmatt, Brecht... Έπειτα δοκίμασα τη σχολή κινηματογράφου του Λοντζ, αλλά δεν με δέχτηκαν. Πήρα μια μικρή δουλειά ενδυματολόγου και το αστείο είναι πως δούλευα με ηθοποιούς τους οποίους τώρα παίρνω στα έργα μου. ... Ξαναέδωσα εξετάσεις στην σχολή του Lodz κι απέτυχα για δεύτερη φορά. Θυμάμαι τη μητέρα μου στο σταθμό να κλαίει κάτω από την βροχή: τότε είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξανασυνέβαινε άλλη αποτυχία. Την τρίτη φορά πέτυχα... Από το 1964 ως το 1968 παρακολούθησα τη σχολή του Lodz. Εκεί ανακάλυψα τον Ρενουάρ, τον νεορεαλισμό, τον Όρσον Γουέλς και τον μοντέρνο αγγλικό κινηματογράφο, που λατρεύω. Ακόμα τον Κεν Λόουτς, τον Μπο Βιντερμπεργκ... Ήταν η εποχή που ο κινημαοτογράφος μπορούσε να αλλάξει τη ζωή. Μιλούσαμε, παθιαζόμασταν, πολλές φορές τσακωνόμασταν ακόμα. Αυτή η εποχή δεν υπάρχει πια. Να τι αποδεικνύει την θεωρία μου: ό,τι είναι καλό φθίνει και πεθαίνει. Ό,τι αρχίζει καλά, τελειώνει άσχημα. Ό,τι αρχίζει άσχημα τελειώνει ακόμα πιο άσχημα.

* Είμαι 50 χρονών και θα ήθελα να σταματήσω να δουλεύω. Θα συνεχίσω βέβαια, αλλά μου αρέσει να λέω πως θα μπορούσα να σταματήσω... Δουλεύω "Τα τρία χρώματα", ένα σύνολο σε τρία κεφάλαια: Το ένα στα κόκκινα, το άλλο στα λευκά, το τελευταίο στα μπλε. Είναι μια τριλογία που μιλά για θέματα συνδεδεμένα με τα χρώματα της γαλλικής σημαίας. Αυτό σημαίνει πολύ ξεκάθαρα: ισότητα, ελευθερία, αδελφοσύνη. Τι σημαίνουν όλα αυτά σήμερα; Για μας, για σας, για εμένα; Τι είναι η ελευθερία, τι είναι η ισότητα, τι είναι η αδελφοσύνη; Να τρία ερωτήματα που θέσαμε στους εαυτούς μας, ο συνεργάτης μου κι εγώ. Δεν πιστεύω πως θα βρούμε απάντηση.
Κριστόφ Κισλόφσκι (1941-1996)



* Το κείμενο είναι αποσπάσματα από δύο συνεντεύξεις του Κισλόφκσι
στα γαλλικά κινηματογραφικά περιοδικά STUDIO και PREMIERE.
Aναδημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός - τ. 58, Νοε. 1991,
σε μετάφραση Νίκου Ε. Καββαδία και Έφης Νιάρου
*Φωτογραφίες: kinema.uwaterloo.ca, en.wikipedia.org,
luminarieart.com

Ετικέτες , ,

20 Απρ 2008

47 ~ Ζυράννα Ζατέλη: Μας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα

* Τα [παιδικά μου χρόνια τα] πέρασα κάτω από ένα μεγάλο βουνό - στα μάτια μου τότε πολύ μεγάλο, το δικό μου "Μαγικό Βουνό" -, σε μια επαρχία καμιά πενηνταριά χιλιόμετρα έξω από τη Θεσσαλονίκη, βορειοανατολικά, με το όνομα Σοχός. Οικοκυρά η μάνα μου, έμπορoς ο πατέρας μου. Το τοπίο ήταν αγροτικό, γενναιόδωρο, θυμάμαι στις ίδιες αναλογίες ανθρώπους και ζώα, σπίτια και χωράφια, πολλές καστανιές, πολλές καρυδιές, πολλά καπνοχώραφα, πολλές μπόρες, πολλές ξέρες. Αλλά και πολλές κινηματογραφικές ιστορίες, στην κυριολεξία, αφού ο πατέρας μου είχε σινεμά στην αγορά, από το 1952 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Μπορώ δηλαδή να πω άφοβα ότι τα παιδικά μου χρόνια μoιράστηκαν εξίσου ανάμεσα στον καθαρό αέρα του βουνού και σε εκείνη τη σκοτεινή "θαυματουργή" αίθουσα όπου παρακολουθούσα με κατάvυξη όλα τα έργα της εποχής. Όσα μας φέρνανε τουλάχιστον.

* ...λίγο-πολύ όλη η οικογένεια δουλεύαμε στο σινεμά. Η μάνα μου αλάτιζε κι έψηνε τα σπόρια στο σπίτι, η μια αδελφή μου ήταν στο ταμείο, η άλλη εκτελούσε χρέη ταξιθέτριας, ο αδελφός μου βοηθούσε τον μηχανικό και πουλούσε τα σπόρια και τις λεμονάδες στα διαλείμματα κι εγώ βοηθούσα τον αδελφό μου. Το παρατσούκλι μου εκείνο τον καιρό ήταν "σινεματζού". Για παρατσούκλι μάλλον τιμητικό.

* Στο σπίτι ήμουν η μικρότερη, το στερνοπαίδι, κι αυτό μου έδινε κάποια προνόμια, υποτίθεται, ή με απήλλασσε από κάποιες υποχρεώσεις - όπως το να μη με παίρνουν στα χωράφια, να μην κάνω βαριές δουλειές - που εγώ όμως τότε το θεωρούσα ότι μάλλον δεν με υπολογίζουν. Σηκώνονταν, φέρ' ειπείν, εκείνοι στις τρειs τη νύχτα να πάνε να μαζέψουν τα καπνά κι εγώ σηκωνόμουν από τις δύο και περίμενα σε μιαν άκρη στην αυλή, με καρδιοχτύπι, μπας και με πάρουν "κατά λάθος" μαζί τους. Συνήθως με ξαπόστελναν πάλι μέσα, μου λέγανε να τ' αφήσω αυτά, αλλά καμιά φορά μού κάναν το χατίρι και με παίρνανε. Θυμάμαι εκείνες τις οδοιπορίες μες στη νύχτα, στο πρώτο πρώτο χάραμα, σαν κάτι συναρπαστικό, κάτι που μου έδινε αξία, με "γέμιζε", αν και για κείνους ήταν εξόντωμα να το κάνουν αυτό κάθε πρωί όλο το καλοκαίρι για χρόνια ολόκληρα. Περπατούσαν και σκουντουφλούσαν από τη νύστα, ενώ εγώ εκστασιαζόμουν με τις κραυγές της κουκουβάγιας ή με το πώs στεκόταν στα δυο πισινά της πόδια η vυφίτσα. Ο καθένας με τον πόνο του. Όταν μεγάλωσα λίγο βέβαια άρχισα να σκουντουφλώ κι εγώ πότε πότε.

* [Στο σχολείο], νομίζω πως δεν μου ήταν δύσκολο να ξεχωρίσω. Όχι επειδή ήμουν καμιά πεντάμορφη ή πανέξυπvη, μα επειδή... τι να πω; ήμουν μάλλον αφηρημένη και δεν με απασχολούσε - απ' όσο μπορώ να ξέρω - ούτε το να ξεχωρίσω ούτε το να μην ξεχωρίσω. Τύχαινε να είμαι καλή σε κάποια πράγματα, π.χ. στις εκθέσειs που έγραφα σε δημοτικό και γυμνάσιο, αλλά ήμουν και πολύ "αδύνατη", ή απλώs τεμπέλα, σε κάποια άλλα, στην αριθμητική, στη γεωμετρία, στη φυσική. Πίστευα ότι αυτά είναι "ψυχρά" πράγματα, πως δεν έχουν να μου πουν πολλά. Αργότερα άλλαξα γνώμη και πλέον μου αρέσει πολύ να ακούω μαθηματικούς και φυσικούς και αστροφυσικούς να λένε τα δικά τους. Μπορεί να μην καταλαβαίνω τι ακριβώς ακούω, πάντως κάτι πιάνω από διαίσθηση.

* ...έδινα εξετάσειs από το δημοτικό στο γυμνάσιο και στην ερώτηση του καθηγητή πόσα γραμμάρια έχει το χιλιόγραμμο πελάγωνα. Κι όσο πιo πολύ μού το τόνιζε και το συλλάβιζε - "Το χι-λι-ό-γραμ-μο, παιδί μου, πόσα γραμ-μά-ρι-α έχει" - τόσο πιο πολύ τα έχανα και κοίταζα απελπισμένη μια το πάτωμα, μια αυτόν, μια το ταβάνι. Όχι πως δεν σκέφθηκα να του πω και χίλια - εδώ του είχα πει τους πιο απίθανους αριθμούς -, μα μου φαινόταν πως είναι ...πολύ εύκολο, δηλαδή παγίδα, πως το έκανε επίτηδες για να με μπερδέψει, να με δοκιμάσει Κάποια στιγμή βέβαια είπα και το "χίλια" κι ο άνθρωπος ανέπνευσε. "Άρα και n σαραvταπoδαρoύσα πόσα πόδια έχει;" με ρώτησε ως επιστέγασμα. "Σαράντα" τoυ είπα με την πρώτη.

* ...θυμάμαι να γράφω "πράματα" απ' όταν σχεδόν θυμάμαι τον εαυτό μου, έχω καθαρή την εικόνα εκείνη της παιδίσκης και αργότερα έφηβης να καταγίνεται σκυμμένη και με μυστικότητα πάνω από κάποιο χαρτί. Άλλωστε, έμειναν και κάποια τεκμήρια, μερικά μαθητικά τετράδια μου από το 1958 έωs το 1963, εφτά ωs δώδεκα ετών τότε, όπου από την πίσω μεριά έγραφα τα δικά μου, κάτι φανταστικές ιστοριούλες. Εκείνο το φοβερό καλοκαίρι μάλιστα με τα παιδιά που πέθαιναν στην Μπιάφρα από τηv πείνα - 1966 ήταν; 1967; -, εμένα με είχε πιάσει μεγάλη προκοπή. Κάτω από τη μεγάλη ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός τέτοιου παιδιού που έκοψα από τον "Ταχυδρόμο" τηs εποχής και κόλλησα στον τοίχο - πελώρια και συγκλονιστικά τα μάτια του να με κοιτούν κατάματα, τα έχω ακόμα μπροστά μου -, έπιασα "στα σοβαρά" να γράψω ένα μυθιστόρημα! Γέμισα δυο πεvηvτάφυλλα σπιράλ τετράδια, που τα κρατάω ακόμη καταχωνιασμένα κάπου. Το μυθιστόρημα είχε να κάνει με παιδιά γενικότερα - αδέλφια και παραδέλφια από διάφορους γάμους - και με το 'ξαφνικό" του θανάτου. Ήταν, ας πούμε, μια ναΐφ εκδοχή των "Λύκων" που θα άρχιζα να γράφω είκοσι χρόνια αργότερα, ένα θέμα παρμένο στη βάση του από την ίδια την οικογένειά μου, και δη εκείνη του παππoύ μου από τη μεριά του πατέρα μου. Τα τετράδια τα άνοιξα μια-δυο φορέs, έριξα μια περίφοβη ματιά και τα ξανάκλεισα, τα ξανακαταχώνιασα. Με πονούν να τα κοιτώ, αλλά και δεν μου κάνει καρδιά να τα πετάξω γιατί η παιδική ηλικία όταν μεγαλώνουμε είναι ένας "παράδεισος" που δεν αντέχεται, μας πονάει με τρόπο μοναδικό παρά μας χαροποιεί. Mας μαχαιρώνουν ήσυχα αυτά που πέρασαν για πάντα, είτε καλά ήταν είτε κακά. Προς τι να ταράσσουμε μια τέτοια "ησυχία"; Κάνω το μαχαίρι πένα και πορεύομαι, αλλιώs δεν βγαίνουν πουλιά, όπως θα έλεγε κι ο πατέραs μου. Το βασικό το αίσθημα άλλωστε δεν περνάει, αλλάζει τον εαυτό του, μετασxnματίζεται, μεταμορφώνεται, μα σαν ουσία δεν περνάει, κι έχει πολύ να κάνει μ' εκείνο που "πρωτογνωρίσαμε", Ο καθένας το αντανακλάει και το αναπαράγει με τον τρόπο του.

* Ήταν μια μεγάλη ευχαρίστηση, μια ηδονή να γράφω, που ούτε ήξερα από πού έρχεται και πού με πάει. Κάπως σαν τα πουλιά που κελαηδούν στα δέντρα. Το συγγραφιλίκι άρχισα να το φαντάζομαι γύρω στα είκοσι πέντε μου, μετά την πρώτη μετανάστευσή μου στην αλλοδαπή, αλλά και πάλι δειλά, με κάποιο φόβο ή αμηχανία, κι αφού είχα γεμίσει ουκ ολίγα τεφτέρια με ιστορίες και διάφορα, που δεν έδειχνα σε κανέναν. Όλοι οι φίλοι μου τότε μυρίζονταν ότι με κάτι καταγίνομαι, κάτι γράφω - με λέγαν "μυρμήγκι" -, αλλά τι και πώς κανείς δεν ήξερε. Η μuστικoπάθειά μου ήταν σχεδόν παροιμιώδης. Κι όταν πια άρχισα να το παίρνω απόφαση ότι αυτός είναι ο δρόμος μου, για κάποιον λόγο δεν ήθελα να βγάλω βιβλίο πριν τα τριάντα τρία μου. Όπερ και συνέβη. Από μικρή στο "αμάρτημα", αλλά στην αγορά αφού μετάλαβα την πρώτη ωριμότητα.

* Θα μπορούσα να πώ [ότι μού άρεσε να παρατηρώ] τα πάντα, ήμουν ακόρεστη σ' αυτό, ήμουν και διακριτική ωστόσο. Βέβαια είχα, και έχω, τις προτιμήσεις μου, τις εμμονές μου, κι αυτές είναι για κείνα τα αδιόρατα που γλιστρούν απ' το μάτι, ενώ τα έχουμε αιχμαλωτίσει, ή εκείνα που δεν τα πιάνει εύκολα η γλώσσα' αυτά - και οι προεκτάσεις τους - μ' ενδιαφέρουν περισσότερο, με αυτά μοχθώ και αγάλλομαι. Συμφωνώ πάντως μ' εκείνο που λέει ο Μαρκές ότι δεν υπάρχει τίποτα σ' αυτόν ή στον άλλον κόσμο που να είναι άχρηστο για έναν συγγραφέα. Μια παροιμία λέει πως μπέης γίνεσαι, παλικάρι γεννιέσαι. Για τον συγγραφέα - ον μισομαγικό, μισομεθοδικό - θα έλεγα πως γεννιέται και γίνεται εξίσου.

* Υπήρξαν τρεις "μοιραίοι" δάσκαλοι [στη ζωή μου]. Η δεσποινίς Καλλιρρόη στην Α' Δημοτικού, ο κύριος Αμπατζίδης στην τελευταία τάξη του Λυκείου, μα θα σταθώ τώρα στον τρίτο. Ήμουν δεκαπέντε ή δεκάξι ετών και στο πρώτο μαθητικό εξάμηνο πήρα στα μαθηματικά κάτω από τη βάση. Ανέκαθεν αδύνατη στα μαθηματικά, αλλά αυτό δεν είχε ξαναγίνει, να μην πιάσω ούτε τη βάση, και μου ήρθε πολύ βαρύ. Έφυγαν λοιπόν όλα τα παιδιά απ' το σχολείο, έφυγαν και οι καθηγnτές, κι εγώ κάθισα σε μια γωνία στις σκάλες κι έβαλα τα κλάματα. Πώs θα πάω σπίτί, πώs θα πω, τι θα κάνω; Μαύρη απελπισία μ' έδερνε. Ήρθε κοντά μου τότε ένας καθηγητής - είχε ξεμείνει φαίνεται - και με ρώτησε τι έχω. Του είπα, "Εσύ κλαις βρε Αννούλα. που μας δίνεις τόση χαρά με τις εκθέσεις που γράφεις "μου είπε, "που κάvειs τις ωραίες σκέψεις και μας τις κοιvωvείς;". Με μάγεψε ο λόγos του, με αναπτέρωσε. Συνέχισα να κλαίω, αλλά από συγκίνηση. Άσε που δεν πίστευα ότι μπορούσε να μιλάει έτσι ένας ολόκληρος καθηγητής σε μια μαθήτρια. Έχω να τον δω και να τον ακούσω από 'κείνα τα περίεργα κι αλησμόνητα χρόνια, το όνομά του Θανάσης Νικόλτσος, φιλόλογος. Εύχομαι να είναι πάντα καλά.

* Από μικρή είχα μια στενή σχέση με την "κρυμμένη ζωή" του ύπνου. Από ένστικτο, μα και χάρη σε μια υπερήλικη γιαγιά μου ή στην ίδια τη μάνα μου - κυρίως όταν γέρασε κι αυτή -, που συχνά με ρωτούσαν τι όνειρα είδα τη νύχτα που πέρασε. Τα άκουγαν σαν να τα διάβαζαν, σχολίαζαν κάτι ή και τίποτα, πάντως μου κληροδότησαν αυτή τη συμπάθεια ή το δέος για τα όνειρα. Ό,τι κι αν γίνει, έλεγα - και το λέω ακόμα -, εγώ το βράδυ θα ονειρευτώ, θα "φύγω". Είναι για μένα η πιο οικεία, η πιo προσφιλήs terra incognita. Πολλές φορές, όταν έρχομαι σε αδιέξοδα, κυρίωs αναφορικά με το γράψιμο, έχω την αίσθηση πωs θα βοηθηθώ - έμμεσα βέβαια, υπαινικτικά - από κάποιο όνειρο. Και σπανίως διαψεύδομαι. Επωφελούμαι από τουs "τρόπους" του ονείρου, όπως επωφελείται κανείς από έναν καλό δάσκαλο που διαπρέπει στην αφάνεια. Εδώ που τα λέμε, είναι η πιo αναφαίρετη ταυτότητά μαs.

* [Φοβία...] Δεν ξέρω αν ήταν φοβία ακριβώς, μα και τι άλλο ήταν δεν μπορώ να πω. Όταν ανέβαινα ή κατέβαινα εκείνη την ξύλινη μεγάλη σκάλα στο σπίτι μας, κυρίως από το σούρουπο και μετά. Πριν φτάσω στη μέση, όλα άλλαζαν, νόμιζα πωs μια "σκιά" με κυνηγάει και τσακιζόμουν να προλάβω ν' ανέβω ή να κατέβω πριν με πιάσει! Κράτησε καιρό αυτό, ίσως και χρόνια. Απορώ ακόμα πώς δεν έσπασα τα μούτρα μου καμιά φορά, πώς τη γλίτωσα. Τη φέρνω στη σκέψη μου εκείνη τη σκιά όπως αν πρόκειται για κάποιο ζωντανό πρόσωπο. Δεν μου είναι πλέον καθόλου εχθρική ή απειλητική. Αλλά το ρίγος, ρίγος.

* [Αν ήταν δυνατόν να ξαναγυρίσω σ' εκείνη την εποχή, δεν θα ήθελα ν' αλλάξω] παρακαλώ τίποτα. Ούτε και θα ήθελα ακριβώς να ξαναγυρίσω, δεν βρίσκω νόημα σε τέτοιες σκέψεις ή υποθέσεις. Φρονώ πως δεν υπάρχει "χρυσό ψαλίδι" για ό,τι ήταν όπως ήταν και μας μίλησε όπως μας μίλησε. Η "χρυσή πένα", αν υπάρχει, είναι μια άλλη ιστορία.
Ζυράννα Ζατέλη


* Το κείμενο είναι από συνομιλία, της Ζυράννας Ζατέλη με την
Ευγενία Φακίνου. Δημοσιεύθηκε στο ΒΗΜΑgazino - τ.202, 29/8/2004
*Φωτογραφίες: perizitito.gr, greekbooks.gr, greece2001.gr,
tovima.dolnet.gr

Ετικέτες , ,

9 Απρ 2008

46 ~ Ernesto Guevara Lynch: Δεν κατάφερνα να καταλάβω το παιδί μου

Στα 1952, όταν μελετούσε για τις τελευταίες εξετάσεις του, έμενε ελάχιστα στο σπίτι. Γευμάτιζε μαζί μας, δεν ερχόταν όμως πάντα να κοιμηθεί, γιατί καθόταν στο γραφείο μου μέχρι αργά το βράδυ, ή στο σπίτι της αδερφής μου Μπεατρίζ, που έμενε ξάγρυπνη για να του ετοιμάσει κάτι για φαγητό, ενώ αυτός συνέχιζε τη μελέτη του.

Είχαμε ξανασυνηθίσει να τον έχουμε κοντά μας και είμασταν ευτυχισμένοι στην ιδέα ότι θα εγκατασταινόταν οριστικά στο Μπουένος Αϊρες και θα άφηνε κατά μέρος τις περιηγήσεις του ανά τον κόσμο. Ελπίζαμε ότι θα έμενε στην κλινική του δρ. Πιζάνι, όπου είχε εργαστεί πολλά χρόνια και όπου είχε την βεβαιότητα ότι θά μπορούσε να συνεχίσει τις έρευνές του. Νομίζαμε ότι με αυτό τον τρόπο θα είχε μπροστά του ένα εξαιρετικό επιστημονικό μέλλον και επιπλέον τη δυνατότητα να αντιμετωπίσει σε βάθος το πρόβλημα του άσθματός του. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι είχε συνεργαστεί σε διάφορες δουλειές του δρ. Πιζάνι και ότι τις είχε προσυπογράψει, μας οδηγούσε να σκεφθούμε κάτι τέτοιο.

Προσωπικά θεωρούσα ότι σ' αυτό θα επρεπε να τον οδηγήσουν οι μελέτες του. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όμως όπως ελπίζαμε. Μετά από μια σύντομη παραμονή τριών μηνών, στη διάρκεια των οποίων δεν πέρασε κανένα μάθημα, στις 11 του Απρίλη 1953, επιτέλους, τέλειωσε τις σπουδές του. Ήμουν στο γραφείο μου όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Σήκωσα το ακουστικό και αναγνώρισα αμέσως τη φωνή του που έλεγε: «Μιλάει ο δρ. Ερνέστο Γκεβάρα Ντε Λα Σέρνα», και υπογράμμιζε τη λέξη δόκτορας.

Η χαρά μου ήταν πολύ μεγάλη αλλά και πολύ σύντομη. Ενώ μαθαίναμε ότι είχε πάρει το πτυχίο του, σχεδόν ταυτόχρονα μας ανήγγειλε το καινούργιο του ταξίδι, αυτή τη φορά μ' ένα φίλο τής παιδικής του ηλικίας, τον Κάρλος Φερέρ.

Η είδηση κυκλοφόρησε γρήγορα ανάμεσα σ' όλους τους φίλους μας, ενώ ο Ερνέστο, όπως συνήθιζε, άρχισε αμέσως να ετοιμάζεται για την αναχώρησή του τακτοποιώντας όλα τα πράγματά του: Να πάρει τον τίτλο του γιατρού, την άδεια άσκησης του επαγγέλματος, να μαζέψει όσα χρήματα μπορούσε και να κάνει τι βαλίτσες του. Αναχωρούσε ξανά, όπως είχε ήδη κάνει και άλλες φορές. Οι αυταπάτες μας, σαν πύργοι χιονιού διαλύθηκαν. Ξέραμε ήδη τι τον περίμενε, και το ξέραμε καλά: Θα έπρεπε να διασχίσει χιλιάδες χιλιόμετρα, πάνω σε κάρα και φορτηγά, θα κοιμόταν ποιος ξέρει πού και θα έτρωγε ό,τι του τύχαινε. Δεν θα μπορούσε φυσικά, να φροντίσει καθόλου για τα άσθμα και για την υγεία του και, όπως πάντα, θα διέτρεχε ολόκληρο σχεδόν τον κόσμο χωρίς να ανησυχεί με τους κινδύνους. Κι εμείς, γονείς και αδέλφια, δεν μπορούσαμε και ούτε θέλαμε να κάνουμε τίποτε. Δεν ήταν πια ούτε παιδί ούτε ένας άμυαλος νεαρός, αλλά ο δρ. Ερνέστο Γκεβάρα Ντε Λα Σέρνα που έκανε πια ό,τι του άρεσε. Το μόνο που μας έμενε ήταν να περιμένουμε ό,τι θα συνέβαινε με την αγωνία που προϋποθέτει κάτι τέτοιο, και να προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε στα πλαίσια των δυνατοτήτων μας, κάτι που αρνούνταν σχεδόν πάντα (...)

Ήμουν πολύ λυπημένος. Δεν κατάφερνα να καταλάβω το παιδί μου. Δεν κατανοούσα τον λόγο αυτών των τρελών ενεργειών, που τον απομάκρυναν από μας. Είχε κάνει μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να πάρει το πτυχίο του στην ιατρική, και όταν πια είχε τον τίτλο στην τσέπη του και του παρουσιαζόταν η ζηλευτή ευκαιρία να μπορέσει να εργαστεί δίπλα σ' έναν παγκοσμίου φήμης επιστήμονα σαν τον δρ. Πιζάνι, τίναζε τα πάντα στον αέρα, διακόπτοντας τους οικογενειακούς δεσμούς, φιλίες και δουλειά για να πάει σε άλλα μέρη. Να αναζητήσει τι; Διερωτιόμουνα. Περιπέτειες; Γνωριμίες με μακρινούς ορίζοντες; Αρχαιολογικό πάθος; Όχι, δεν μπορούσε να είναι κάτι τέτοιο. Χωρίς καμιά αμφιβολία υπήρχε κάτι στο βάθος του είναι του που τον έσπρωχνε να προχωρήσει προς τα μπρος και αυτό το ακατανόητο κάτι μού αποσαφηνίστηκε Όταν ο καιρός, αφού γαλήνεψε το πνεύμα μου, μου έδωσε τη δύναμη να ξαναδιαδάσω και να αναλύσω τα γραμματά του και να μελετήσω το περιεχόμενό τους. Εκεί βρισκόταν η λύση των όσων δεν μπορούσα να κατανοήσω. Μέσα από αυτά, με υπομονή, μπόρεσα να λύσω το αίνιγμα, ακολουθώντας την πορεία της ιδεολογικής εξέλιξης, του Ερνέστο.

Όταν έπαιρνα τα γράμματά του αγανακτούσα (ήταν η μη κατανόησή μου). Αστειευόταν πάνω σε σοβαρά και επικίνδυνα πράγματα. Αλλά ούτε και αυτό ήταν τελείως αληθινό, γιατί τα αστεία του έκρυβαν συνήθως πράγματα που δεν ήθελε να πληροφορηθούμε για να μη στενοχωρηθούμε.

Ξαναδιαβάζοντας αυτά τα γράμματα, κατάφερα νά διαβάσω την εσωτερική του ζωή.
Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς (1900-1987)

* Το κείμενο είναι από το βιβλίο τoυ Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς
Ο γιος μου, ο "Τσε" Γκεβάρα.
Δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός τον Ιανουάριο του 1982, τ.4
* Φωτογραφίες: fantompowa.net, chpgenclik.iphorum.com,
el-mundo.net

Ετικέτες

24 Μαρ 2008

45 ~ Che Guevara: Έζησα τη ζωή μου αναζητώντας σπασμωδικά την αλήθεια μου

Πριν από λίγο καιρό - πριν από αρκετό καιρό, μάλλον - ένας νεαρός Κουβανός ηγέτης μού πρότεινε να προσχωρήσω στο κίνημά του, ένα κίνημα που στόχευε στην ένοπλη απελευθέρωση της χώρας του. Όπως ήταν φυσικό, δέχτηκα. Αφοσιώθηκα στη φυσική προετοιμασία των νεαρών ανταρτών που θα επέστρεφαν στην Κούβα, διατηρώντας την αίγλη της επαγγελματικής μου κατάρτισης, για τους λίγους μήνες που απέμεναν. Στις 21 Ιουλίου (ενώ έλειπα έναν ολόκληρο μήνα από το σπίτι μου, διότι βρισκόμουν σε ένα ράντσο έξω από την πόλη), ο Φιντέλ και μια ομάδα συντρόφων συνελήφθησαν. Στο σπίτι του ανακάλυψαν κάποιο στοιχείο που πρόδιδε την ακριβή μας τοποθεσία, και έτσι κατάφεραν τελικά να μας συλλάβουν όλους μαζί. Είχα πάνω μου έγγραφα που αποδείκνυαν ότι ήμουν σπουδαστής στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Ανταλλαγής Μεξικού-Ρωσίας, στοιχείο που ήταν αρκετό ώστε να θεωρηθώ σημαντικός σύνδεσμος της οργάνωσης, ενώ πρακτορεία ειδήσεων, όπου είχε φίλους ο μπαμπάς, προκάλεσαν αναστάτωση σε όλο τον κόσμο.

Όλα αυτά τα γεγονότα όμως συνθέτουν το παρελθόν. Τα μελλοντικά γεγονότα διαιρούνται σε δύο κατηγορίες: στα μεσοπρόθεσμα και τα άμεσα. Στο μεσοπρόθεσμο μέλλον θα συνδέομαι με την απελευθέρωση της Κούβας. Και είτε θα θριαμβεύσω μαζί της είτε θα πεθάνω εκεί... Όσο για το άμεσο μέλλον, δεν μπορώ να πω και πολλά, καθώς δε γνωρίζω τι πρόκειται να μου συμβεί. Βρίσκομαι στα xέρια τωνδικαστών, οι οποίοι θα μπορούσαν κάλλιστα να με απελάσουν και να με στείλουν στην Αργεντινή, αν δε μου δοθεί άσυλο από άλλη χώρα, γεγονός που θα βοηθούσε την πολιτική μου υγεία.

Ό,τι και να συμβεί, όμως, πρέπει να ακολουθήσω το νέο μου πεπρωμένο, είτε παραμείνω στη φυλακή είτε απελευθερωθώ...

Βρισκόμαστε πολύ κοντά σε κήρυξη απεργίας πείνας, σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στις άδικες συλλήψεις και τα βασανιστήρια στα οποία υποβλήθηκαν ορισμένοι από τους συντρόφους μας. Το ηθικό της ομάδας είναι ακμαίο.

Αν για οποιονδήποτε λόγο (που δεν πιστεύω ότι θα γίνει) δεν μπορέσω να σας ξαναγράψω και αποτύχω, κρατήστε αυτά τα λόγια μου ως αποχαιρετισμό - δεν είναι βέβαια μεγαλοπρεπής, διέπεται όμως από ειλικρίνεια. Έζησα τη ζωή μου αναζητώντας σπασμωδικά την αλήθεια μου, και τώρα έχοντας βρει το δρόμο μου και με μία κόρη που θα διαιωνίσει τη μνήμη μου, έχω ολοκληρωθεί ως άνθρωπος. Από δω και στο εξής, δε βλέπω το θάνατό μου ως μια αποτυχία, αλλά, όπως λέει και ο Χικμέτ: «Στον τάφο μου θα πάρω μόνο τη μετάνοια ενός ανολοκλήρωτου τραγουδιού»
Ερνέστο "Τσε" Γκεβάρα ντε λα Σέρνα (1928-1967)



* Το κείμενο είναι από το ίδιο βιβλίο της καταχώρησης Νο.44
Αποτελεί απόσπασμα από επιστολή του Che προς τους γονείς του
* Πρωτότυπες φωτογραφίες: dirtyjazz.wordpress.com, focusmag.gr,
lawanddisorder.org

Ετικέτες ,

10 Μαρ 2008

44 ~ Fidel Castro: Έτσι ξεκίνησε ο αγώνας μας

Το 1955, οι πρώτοι πολεμιστές της Μονκάδα, που είχαν μόλις αποφυλακιστεί, έπρεπε να εγκαταλείψουν την Κούβα. Ένας από τούς πρώτους συντρόφους που παρενοχλήθηκε και διώχθηκε με επιμονή ήταν ο Ραούλ, που κατέφυγε στο Μεξικό. Εγώ έφτασα εκεί λίγες εβδομάδες αργότερα. Ο Ραούλ είxε ήδη έρθει σε επαφή με άλλους συντρόφους, που δεν είxαν φυλακιστεί, και είxε γνωρίσει επίσης και τον Τσε. Λίγες μέρες μετά την άφιξη μου στο Μεξικό, γνωρίστηκα με τον Τσε σε ένα σπίτι όπου διέμεναν ορισμένοι Κουβανοί στην οδό Εμπαράν, αν θυμάμαι σωστά το όνομα – δε θυμάμαι όμως αυτή τη στιγμή τον αριθμό του σπιτιού.

Ο Τσε δεν ήταν τότε ο Τσε. Ήταν ο Ερνέστο Γκεβάρα. Οι Κουβανοί άρχισαν να τον αποκαλούν Τσε, εξαιτίας του αργεντίνικου εθίμου να αποκαλούν ο ένας τον άλλον «τσε».
[...]
Μείναμε λίγο παραπάνω από ένα χρόνο στο Μεξικό, δουλεύοντας υπό αντίξοες συνθήκες και με ελάχιστους πόρους. Δεν έχει όμως και πολλή σημασία το γεγονός αυτό, καθώς κάτι τέτοιο είναι αναμενόμενο στα πλαίσια του αγώνα, όπως και στα πλαίσια κάθε αγώνα. Και στις 25 Νοεμβρίου του 1956, ξεκινήσαμε επιτέλους για την Κούβα.

Το κίνημά μας χρησιμοποιούσε ένα σύνθημα ενάντια στους σκεπτικιστές, ενάντια σε αυτούς που αμφέβαλαν ως προς την πιθανότητα συνέχισης του αγώνα μας, ενάντια σε αυτούς που διαφωνούσαν με την άποψή μας ότι στην κατάσταση αυτή δεν υπήρχε άλλη λύση – είχαμε ανακοινώσει μάλιστα το 1956 ότι ή θα ελευθερωνόμασταν ή θα γινόμασταν μάρτυρες. Η ανακοίνωση αυτή αποτελούσε για το Κουβανικό έθνος μία απλή επαναβεβαίωση της αποφασιστικότητάς μας να πολεμήσουμε και της πεποίθησής μας ότι ο αγώνας θα ανανεωνόταν χωρίς καθυστέρηση.
[...]
Είναι αλήθεια ότι πολλοί άνθρωποι - όχι οι άνθρωποι της οργάνωσής μας, καθώς εκείνοι καταλάβαιναν απόλυτα το νόημα του συνθήματός μας - δεν κατάλαβαν για ποιο λόγο δώσαμε την υπόσχεση να επιστρέψουμε στην Κούβα σε μία καθορισμένη στην ουσία ημερομηνία. Ο λόγος ήταν ότι πολλοί άνθρωποι στη χώρα μας, εξαιτίας της ψυχολογικής τους διάθεσης, που ήταν αποτέλεσμα των απογοητεύσεων και των παραδοσιακών τεχνασμάτων των πολιτικών, είχαν αρχίσει να γίνονται σκεπτικιστές. Επιπλέον, υπήρχαν και πολλοί που αντιπροσώπευαν διάφορα συμφέροντα και οι οποίοι ήταν αφοσιωμένοι σε πολιτικούς ελιγμούς, στη μεγάλη προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν πολιτικές συμφωνίες με τη δικτατορία του Μπατίστα και να εξαλείψουν την πίστη του λαού στον επαναστατικό αγώνα.

Γι' αυτόν το λόγο υποχρεωθήκαμε να προωθήσουμε το σύνθημα, είτε ήταν σωστό είτε όχι. [...] Οι άνθρωποι δεν ενεργούν πάντα βάσει ενός σχεδίου. Οι άνθρωποι δεν κατασκευάζουν την ιστορία βάσει της δικής τους ιδιοτροπίας ή βάσει των επιθυμιών τους. Οι άνθρωποι μπορεί να συμβάλλουν στη δημιουργία της ιστορίας, αλλά και η ιστορία διαμορφώνει τους ανθρώπους. Έτσι λοιπόν, είτε για καλό είτε για κακό, προωθήσαμε το σύνθημα αυτό. Και, είτε για καλό είτε για κακό, ήμασταν αποφασισμένοι να το κάνουμε πραγματικότητα.

Ειδικές περιστάσεις μπορούσαν να προκύψουν, και πράγματι προέκυψαν, και υπήρξαν σοβαρές επιπλοκές την παραμονή της αναχώρησής μας. Πάντοτε είχαμε όμως ένα μικρό αριθμό όπλων κρυμμένο, και είπαμε ότι ακόμη και αν δεν μπορούμε όλοι μας να πάμε, ορισμένοι από εμάς θα πάνε οπωσδήποτε. 82, λοιπόν, πολεμιστές αναχώρησαν πάνω σε ένα μικρό σκάφος, που ονομαζόταν Grαnmα. Ταξιδέψαμε για 2.400 χιλιόμετρα και φτάσαμε στην ακτή της Κούβας στις 2 Δεκεμβρίου του 1956.

...Με αυτόν τον τρόπο ξεκίνησε ο αγώνας μας.
Φιντέλ Κάστρο




* Από το βιβλίο Ο Φιντέλ Κάστρο μιλάει για τον Τσε,
σε επιμ. Ντέιβιντ Ντόιτσμαν και μετάφρααη Ν. Φαφούτη
Εκδόσεις Παιδεία, 2008 (πρσφ: Έθνος, 5/4/08)
Αποτελεί μέρος ομιλίας του, που δόθηκε στο Σαντιάγκο, το 1971
* Φωτογραφίες: britannica.com, nytstore.com, martinfrost.ws

Ετικέτες , ,

25 Φεβ 2008

43 ~ Lillian Florence Hellman: Ό,τι πιο όμορφο είχα δει

Γνώρισα τον Ντας όταν ήμουν 24 χρόνων και αυτός 36, σ' ένα ρεστωράν του Χόλλυγουντ. Ξέρω ότι μιλήσαμε για τον Έλιοτ, αν και δεν θυμάμαι πια τι είπαμε, μετά πήγαμε και καθήσαμε στο αμάξι του και μιλούσαμε μέχρι το πρωί. Ξαναειδωθήκαμε μια βδομάδα μετά και, στη συνέχεια, εκτός από μερικά διαστήματα χωρισμού είμαστε μαζί για την υπόλοιπη ζωή του και επί 30 χρόνια τής δικής μου ζωής.

Τριάντα χρόνια είναι μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά, τώρα που κάθομαι να γράψω, οι αναμνήσεις χοροπηδούν άπο δω και από εκεί, χωρίς να σχηματίζουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο, και καταλαβαίνω ότι μόνο μερικές από αυτές είναι βέβαιες. Υπάρχει η πρώτη συνάντηση, η επομένη, έπειτα ένα σύνολο εικόνων και ήχων, αλλά όλα αυτά δεν είναι βαλμένα σε χρονολογική τάξη και δεν μου φαίνεται ότι θέλω να τα βάλω σε τάξη. Δεν είμαι υπέρ της ψεύτικης μετριοπάθειας ούτε γι' αυτόν ούτε για μένα, αλλά αναρωτιέμαι εάν θα μπορούσε να σημαίνει κάτι για τον οποιοδήποτε εκτός από μένα το γεγονός ότι η πιό ζωντανή μου ανάμνηση, εκτός από εκείνη της πρώτης συνάντησης, έχει σχέση με την περίοδο κατά την οποία ζούσαμε σ' ένα νησάκι ανοιχτά του Κονέκτικατ. Είχαν περάσει έξι χρόνια από τότε που είχαμε γνωριστεί. Έξι γεμάτα, ευτυχισμένα, δυστυχισμένα χρόνια στα οποία, με τη βοήθεια του Χάμμετ, έγραψα το βιβλίο «Η ώρα των παιδιών» που υπήpξε μια επιτυχία, και το «Οι ημέρες που θα έλθουν», που δεν σημείωσε τη ίδια επιτυχία.

Γυρνούσα από την ακτή μέσα σε μια βάρκα με πανί γεμάτη από προμήθειες και ο Χάμμετ είχε κατεβεί στο μώλο για να με βοηθήσει ν' αράξω. Εκείνο το καλοκαίρι είχε αρρωστήσει - ήταν η πρώτη από τις αρρώστειες του και ήταν πολύ πιο αδύνατος από ότι συνήθως. Τ' άσπρα του μαλλιά, το λευκό πουκάμισο και παντελόνι σχημάτιζαν μια μοναδική φιγούρα στον ήλιο τού δειλινού. Σκέφτηκα ότι ήταν ό,τι πιο όμορφο είχα δει, αυτή η αντρική μορφή, και η σκότα μού ξέφυγε από τα χέρια και ο αέρας πήρε το πανί. Ο Χάμμετ ξέσπασε σε γέλια ενώ εγώ προσπαθούσα να εγώ προσπαθούσα να ξαναπιάσω τη σκότα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά φώναξα γεμάτη οργή: «Είσαι ένας αμαρτωλός-άγιος του Ντοστογιέσφκι, να τι είσαι». Το γέλιο σταμάτησε και όταν πήδηξα στο μώλο δεν αλλάξαμε λέξη. Δε μιλιόμασταν και αργότερα την ώρα του φαγητού.

Το ίδιο βράδυ ο Χάμμετ με ρώτησε: «Γιατί είπες ότι είμαι ένας αμαρτωλός άγιος του Ντοστογιέσφκι; Τι σημαίνει αυτό;» του απάντησα ότι δεν είχα την παραμικρή ιδέα.

Χρόνια μετά, όταν η ζωή του είχε αλλάξει, κατάλαβα τι ήθελα να πω εκείνη την ημέρα: Είχα δει τον αμαρτωλό - ό,τιδήποτε μπορεί να είναι ένας αμαρτωλός- και είχα εντοπίσει την αλλαγή πριν εκδηλωθεί. Όταν του το είπα ο Χάμμετ απάντησε ότι δεν ήξερε για τι μιλούσα και ότι για αυτόν τέτοιου είδους συζητήσεις ήταν πολύ «θρησκευτικές». Αλλά ήξερε ότι είχα δίκιο.
Λίλιαν Χέλμαν (1905-1984)




* Το κείμενο είναι από το βιβλίο της Λίλιαν Χέλμαν
Μια ανολοκλήρωτη γυναίκα.
Δημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός τον Ιούνιο του 1984, τ.13
* Φωτογραφίες: berkshirefinearts.com, movies.msn.com,
telethon.org.cy

Ετικέτες , ,

11 Φεβ 2008

42 ~ Νίκος Εγγονόπουλος: Mόνος πόθος μου, να περνώ πάντα απαρατήρητος

... Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι’ αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικιό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.

Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του π