23 Ιουν 2015

171 ~ Τζακ Λόντον: ήμουν έτσι καμωμένος

Ήταν στο Ρένο της Νεβάδα, καλοκαίρι του 1892. Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες. Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη «πειναλέα» πόλη. Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.

Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες. Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο. Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου. Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει. Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας. Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.

«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα. Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα. Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο. Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε. Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη. Δε με πέτυχε. Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!

[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ. Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω. Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές. Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά. Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.

Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω. Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα. Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο. Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.

Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς. Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς. Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους. Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους. Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.

[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα. Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.

Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».

Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά. Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ». Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.

Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα. Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω. Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.

«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».

Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του. Εγώ περίμενα. Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.

Είχε δίκιο, φυσικά. Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.

«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι. «Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο. Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου. Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».

Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει. Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.

«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του. «Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».

«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.

«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ. Α, σας ξέρω εσάς. Για δες με καλά. Δε χρωστάω σε κανέναν. Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον. Πάντα έβγαζα το ψωμί μου. Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης. Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος. Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι. Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.

Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».

Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα. Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)



Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου. Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία. Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό. Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος. Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά. Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε. Βγήκα «στο Δρόμο» γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν. Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο. Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος. Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.


*αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Τζακ Λόντον Ο δρόμος
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις: Τζιαμπίρης-Πυραμίδα, 1997

*φωτογραφίες: blog.dnevnik.hr, london.sonoma.edu, mikecornelison.com,
barbarakay.ca, fireworksbayarea.com, crisismagazine.com


links:
The Jack London Online Collection
Η ιστορία µιας άγνωστης ελληνικής µετάφρασης
Ο επαναστάτης συγγραφέας-κουρσάρος...

Ετικέτες , ,

5 Ιουλ 2014

169 ~ Πάμπλο Νερούδα: είμαι ποιητής της κακοκαιρίας, του κρύου λόγγου, και της βροχής

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, όπου, κάθε Δεκέμβρη με τις εξετάσεις, τα μαθηματικά μού είχανε γίνει εφιάλτης, βρέθηκα εξωτερικά έτοιμος για ν' αντιμετωπίσω το πανεπιστήμιο στο Σαντιάγο της Χιλής. Και λέω εξωτερικά έτοιμος, γιατί εσωτερικά είμουνα γεμάτος βιβλία, όνειρα και ποιήματα, που βομβούσαν στο κεφάλι μου σα μελίσσι έτοιμο να μεταναστεύσει.

Εφοδιασμένος με ένα τενεκεδένιο μπαούλο και με το απαραίτητο μαύρο κοστούμι του ποιητή, λιγνός και τροχισμένος σα μαχαίρι, μπήκα στην τρίτη θέση του νυχτερινού τρένου που θα μ' έφερνε στην πρωτεύουσα. Το ταξίδι διαρκούσε μια μέρα και μια νύχτα.

Αυτό το μακρί τρένο, που τόσες φορές με ταξίδεψε, ασκεί ακόμη στη μνήμη μου μια παράξενη γοητεία. Είχε να διατρέξει ζώνες και κλίματα διαφορετικά, που μου 'διναν την εντύπωση ότι ταξίδευα σε πολλές χώρες διαδοχικά. Και μέσα στα βαγόνια της τρίτης θέσης μια ολόκληρη ζωή ξετυλιγόταν κάθε φορά μπροστά στα μάτια μου: Χωριάτες με μουσκεμένα πόντσος και καλάθια με πουλερικά και σιωπηλοί μαπούτσοι κατάκλυζαν όλους τους χώρους. Πολλοί είταν εκείνοι που ταξίδευαν χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο, κρυμμένοι κάτου από τα καθίσματα. Και ολόκληρη θεατρική παράσταση δινόταν οσάκις εμφανιζόταν ο ελεγκτής. Ένας αριθμός από δάφτους εξαφανιζόταν. Μερικοί σκεπάζονταν με τα πόντσα τους και πάνου τους αμέσως δυο επιβάτες προφασίζονταν ότι δήθεν παίζουν χαρτιά, χωρίς ποτέ αυτό το αυτοσχέδιο τραπέζι να κινήσει την προσοχή του ελεγκτή.

Από τα δάση τις δρεις και τις αροκάριες και τα σπίτια από χλωρό ξύλο της πατρίδας μου, μεταφερόμασταν στις λεύκες και στα χωματένια πλίθινα σπίτια του κέντρου της Χιλής. Παρότι έκαμα πολλές φορές αυτό το ταξίδι, πάει κ' έλα, από την επαρχία μου στο Σαντιάγο και αντίστροφα, ωστόσο πάντοτε αισθανόμουνα να πνίγουμαι, όταν βγαίναμε από τα μεγάλα δάση και αποχωριζόμασταν από τη μητρική αγκαλιά του ξύλου. Τα πλίθινα σπίτια, οι πόλεις με παρελθόν μού φαίνονταν γεμάτα αράχνες και σιωπή. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να είμαι ποιητής της κακοκαιρίας του κρύου λόγγου και της βροχής, που έκτοτε τα έχασα.

Ερχόμουνα συστημένος σε μια πανσιόν της οδού Μαρούρη αρ. 513. Δεν ξεχνώ αυτό τον αριθμό για κανένα λόγο. Ξεχνώ συνήθως όλες τις ημερομηνίες ακόμη και τα χρόνια, αλλ' αυτός ο αριθμός 513 μού χαράχτηκε έκτοτε στο κεφάλι μου από το φόβο να μη φτάσω ποτέ σ' εκείνη την πανσιόν και να χαθώ μέσα στη μεγαλόσχημη και άγνωστή μου πρωτεύουσα. Το δωμάτιό μου είχε και μπαλκόνι όπου καθόμουνα να βλέπω την αγωνία του κάθε βραδιού, τον ουρανό φασκιωμένο με πράσινο και κιννάβαρι, την κατάθλιψη των προαστιακών σπιτιών που απειλούντανε από την πυρκαγιά του.

Η πείνα που τράβηξα εκείνα τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής δεν περιγράφεται. Έγραψα περισσότερα πράγματα από όσα είχα γράψει μέχρι τότε, αλλά έφαγα πολί λιγότερο. Μερικοί από τους ποιητές που γνώρισα εκείνη την εποχή δεν άντεξαν τις αυστηρές δίαιτες της φτώχιας και πέθαναν. Ανάμεσά τους θυμάμαι κ' έναν ποιητή της ηλικίας μου, πολί ψηλότερο και ασχημότερο από εμέ. Ο λεπτός του λυρισμός, γεμάτος περιεχόμενο, διαπερνούσε τα αισθητήρια όργανα του κάθε ακροατηρίου που τον άκουε. Ονομαζόταν Ρωμαίος Μούργκα.

Μ' αυτόν τον Ρωμαίο Μούργκα, μια φορά, πήγαμε να διαβάσουμε στίχους μας σε μια γιορτή που θα γινόταν στην πόλη Σαν Μπερνάρντο, κοντά στην πρωτεύουσα. Πριν εμφανιστούμε στη σκηνή μια ατμόσφαιρα μεγάλου γλεντιού επικρατούσε. Ο κόσμος διασκέδαζε με την ψυχή του• η βασίλισσα των ανθεστηρίων ακολουθούμενη από την κατάλευκη και κατάξανθη αυλή της έκανε παρέλαση• οι λόγοι των προκρίτων του χωριού έδιναν κ' έπαιρναν και τα αμυδρώς μουσικά συγκροτήματα αυτής της περιοχής ενθουσίαζαν τους πάντες• όμως μόλις εμφανίστηκα στη σκηνή και άρχισα να απαγγέλλω τους στίχους μου, με την πιο παραπονιάρικη φωνή του κόσμου, όλα άλλαξαν: το κοινό εσκυθρώπασε, έβηχε, ξεστόμιζε καλαμπούρια, τέλος άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολι με τη μελαγχολική ποίησή μου. Μπροστά σ' αυτή την απαράδεχτη αντίδραση των βαρβάρων επίσπευσα το διάβασμά μου και παραχωρόντας τη θέση μου στο σύντροφό μου Ρωμαίο Μούργκα αποχώρησα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Βλέποντας το κοινό να βγαίνει στη σκηνή εκείνος ο μαντράχαλος Δον Κιχώτης δυο μέτρα ψηλός, με ρούχα σκούρα και φθαρμένα και να αρχίζει την απαγγελία του, με φωνή ακόμα πιο παραπονιάρικη από τη δική μου, δε μπόρεσε πια να συγκρατήσει την αγανάκτησή του και μαζικά ξέσπασε σε πρόγκα και γιουχαΐσματα: Ποιητές πεινάλες, πάρτε δρόμο και φύγετε, μας φώναζαν. Δεν άφισαν να πάει χαμένη η γιορτή τους.

Από την πανσιόν της οδού Μαρούρη αποσύρθηκα σα μαλάκιο που το σκάει από το κέλυφός του. Ξέφυγα απ' αυτή την κρυψώνα για να γνωρίσω τη θάλασσα, δηλαδή τον κόσμο. Η άγνωστη θάλασσα είτανε για με οι δρόμοι του Σαντιάγο που μόλις αντιλαμβανόμουνα πηγαίνοντας από το παλιό κτίριο του πανεπιστημίου στο απομονωτήριο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενα.

Ήξερα ότι οι προηγούμενές μου πείνες θα αύξαιναν με το καινούριο τόλμημά μου. Οι ξενοδόχισσές μου της πανσιόν, απόμακρα δεμένες με την επαρχία μου, μ' ευσπλαχνιζόντουσαν καμιά φορά και με φίλευαν με καμιά πατάτα ή κανένα κρεμμύδι. Αλλά είτανε δυνατό να υποχωρήσω: η ζωή, ο έρωτας, η δόξα, η ανεξαρτησία με καλούσαν. Ω, έτσι νόμιζα!

Το πρώτο ανεξάρτητο δωμάτιο που βρήκα και νοίκιασα είτανε στην οδόν Αργκουέλιες, κοντά στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Σε ένα παράθυρο αυτού του σκοτεινού δρόμου κρεμόταν μια πινακίδα: «νοικιάζουνται δωμάτια». Ο ιδιοκτήτης του σπτιού κατοικούσε στα μπροστινά δωμάτια. Είτανε ένας γκριζομάλλης άντρας με αριστοκρατική εμφάνιση, αλλά με μάτια που μου φάνηκαν αλλόκοτα. Είτανε πολιλογάς και ευφράδης. Εκέρδιζε τη ζωή του σαν κομμωτής κυριών, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο επάγγελμα που εξασκούσε. Οι πραγματικές ασχολίες του, καθώς μου εξήγησε, είτανε άλλες, πολί ανώτερες από τη δουλιά του και πολί υψηλές, αφορούσαν περισσότερο τον αόρατο κόσμο και το υπερπέραν.

Έβγαλα τα βιβλία μου και τα λίγα ρούχα μου από το μπαούλο, που με συντρόφευε από την Τεμούκω, και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι για να διαβάσω και να κοιμηθώ, υπερήφανος για την ανεξαρτησία μου και την τεμπελιά μου.

Το σπίτι δεν είχε εσωτερική αυλή παρά μόνο ένα χαγιάτη όπου έβγαζαν απειράριθμα κλειστά δωμάτια. Εξερευνόντας από το πρωί της άλλης ημέρας τη δαιδαλώδη του κατασκευή παρατήρησα ότι πάνου σ' όλους τους τοίχους και στο αποχωρητήριο ακόμη κρεμόντουσαν πινακίδες που έλεγαν λίγο πολί το ίδιο πράγμα: «Συμμορφώσου. Δε μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μας. Είσαι πεθαμένη». Προειδοποιήσεις ανησυχητικές που πλήθαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, στην τραπεζαρία, στους διαδρόμους, στα σαλονάκια.

Έκανε ένα από κείνους τους κρύους χειμώνες του Σαντιάγο της Χιλής. Η αποικιακή κληρονομιά τής Ισπανίας άφισε τη χώρα μου ανυπεράσπιστη απέναντι στη φυσική τραχύτητα, χωρίς μέσα και βολές για ν' αντιστέκεται στο κρύο και στη ζέστη. (Πενήντα χρόνια υστερότερα απ' αυτό που διηγούμαι, ο Ιλίας Έρεμπουργκ μου έλεγε ότι ποτέ δε δοκίμασε τόσο κρύο όσο στη Χιλή, αυτός που ερχόταν από τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας). Ο χειμώνας εκείνος είχε μπλαβίσει τα τζάμια. Τα δέντρα των δρόμων ετουρτούριζαν από την παγωνιά. Τα άλογα των παλιών αμαξιών έβγαζαν σύγνεφα ατμούς από τα ρουθούνια τους. Είταν η χειρότερη στιγμή για να ζήσω σ' αυτό το σπίτι και μάλιστα ανάμεσα σε σκοτεινούς υπαινιγμούς για το υπερπέραν.

Ο σπιτονοικοκύρης μου, coiffeur pour dames και αποκρυφιστής, μου εξήγησε με ηρεμία, ενώ με κοιτούσε βαθιά στα μάτια με τα τρελλά τα δικά του.
— Η γυναίκα μου η Χαρίτω, πέθανε πριν τέσσερεις μήνες. Η μεταθανάτια αυτή περίοδος είναι πολί δύσκολη για τους πεθαμένους. Δε μπορούν να συνηθίσουν το θάνατο και εξακολουθούν να συχνάζουν στα ίδια μέρη όπου ζούσαν πριν από το θάνατό τους. Εμείς δεν τους βλέπουμε. Πρέπει όμως να τους δώσουμε να καταλάβουν, ότι δεν πρέπει να πιστεύουν ότι μείναμε αδιάφοροι στο χαμό τους και να τους πείσουμε να μην υποφέρουν γι' αυτό. Για τούτο κ' εγώ τοποθέτησα στη Χαρίτω αυτές τις πινακίδες, που θα της δώσουν ευκολότερα να καταλάβει τη σημερινή της κατάσταση και για να βάλει καλά στο μυαλό της ότι είναι μακαρίτισσα.

Όσο και να τον άκουα πειθήνια, ο αλλόκοτος αυτός σπιτονοικοκύρης μου, είχε τη γνώμη ότι είμουνα υπερβολικά ζωηρός. Άρχισε να επιτηρεί τις εισόδους και τις εξόδους μου, να μου κανονίζει ποια γυναίκα θα με επισκεφτεί, να κατασκοπεύει τα βιβλία μου και την αλληλογραφία μου. Αν τύχαινε να μπω στο δωμάτιό μου απρόοπτα, συναντιόμουνα πάντοτε με τον αποκρυφιστή, που έψαχνε στα περιορισμένα μου έπιπλα, ελέγχοντας τα φτωχά πράγματα που πρόσφατα είχα αγοράσει.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να ψάξω μέσα στη βαριχειμωνιά, αψηφόντας την ταλαιπωρία τής αναζήτησης μέσα από τους παγωμένους δρόμους, να βρω ένα καινούριο κατάλυμα, όπου θα στέγαζα την απειλούμενη ανεξαρτησία μου. Το βρήκα λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι που κατοικούσα, μέσα σε ένα πλυντήριο. Το 'βλέπε κανείς με το πρώτο ότι εκεί η καινούρια σπιτονοικοκυρά μου δεν είχε καμιά σχέση με το υπερπέραν. Μέσ' από κρύες εσωτερικές αυλές, με συντριβάνια φραγμένα, που η υδάτινη μούχλα εκάλυπτε με στέρεα πράσινα χαλιά, εκτείνονταν μερικοί κήποι παρατημένοι. Στο βάθος αυτών των κήπων βρισκόταν ένα δωμάτιο με ταβάνι στρωτό και πολί ψηλό, με παράθυρα ανοιγμένα πάνου από τις μεγάλες πόρτες, που μεγάλωναν στα μάτια μου την απόσταση ανάμεσα στο έδαφος και την οροφή. Στο σπίτι λοιπόν αυτό και σ' αυτό το δωμάτιο έμεινα τελικά.

Όσοι από μας τους φοιτητές είμασταν ποιητές εκάναμε μια ζωή πολί άτακτη. Εγώ βέβαια υπεράσπιζα όσο μπορούσα τις επαρχιακές συνήθειες, εργαζόμενος στο δωμάτιό μου, γράφοντας διάφορα ποιήματα την ημέρα και πίνοντας ατέλειωτα φλιτζάνια τσάι. που έψηνα μόνος μου. Αλλά δεν έμενα αδιάφορος στην πολιτάραχη ζωή των συγγραφέων της εποχής μου που διεξαγόταν έξω από το δωμάτιό μου και στους δρόμους και που ασκούσε πάνω μου τη δική της γοητεία. Οι συγγραφείς του καιρού εκείνου δε συχνάζαμε στα καφενεία αλλά στις μπιραρίες και στις ταβέρνες. Οι συζητήσεις και οι στίχοι πήγαιναν κ' ερχόντανε μέχρι τα ξημερώματα. Οι σπουδές μου πήγαιναν κ' έρχόντανε κι αυτές, αλλά πίσω.

Η εταιρία των σιδηροδρόμων προμήθευε στον πατέρα μου για την εργασία του στις μεγάλες κακοκαιρίες μια κάπα από τσόχα γκρίζα που δε χρησιμοποιούσε ποτέ. Εγώ λοιπόν αυτή την κάπα σκέφτηκα να τήνε κάμω ρεγάλο στην ποίηση. Τρεις ή τέσσερεις ποιητές ακόμη άρχισαν να χρησιμοποιούν όμοιες κάπες με τη δική μου, που απλούστατα πήγαινε από χέρι σε χέρι. Αυτό το χρησιδάνειο προκαλούσε την αγανάκτηση του καλού κόσμου καθώς και άλλου όχι τόσο καλού. Είταν η εποχή του ταγκό, που έφτανε στη Χιλή όχι μόνο με τους κανόνες του και τις κιθάρες με τις «πένες», τα ακορντεόν του και το ρυθμό τους, αλλ' ακόμη και με μια συνοδεία καθάρματα που πλημμύρισαν τη νυχτερινή ζωή και τις γωνιές μας όπου μαζευόμασταν τα βράδια. Ο κόσμος αυτός της αλητείας, χορεύτριες και αγαπητικοί, δημιουργούσε ζητήματα γύρω από τις κάπες μας και τη ζωή μας. Οι ποιητές όμως αντιστεκόμασταν με σταθερότητα.

Εκείνη την εποχή απόχτησα την ανέλπιστη φιλία μιας απερίγραφτης χήρας, με τεράστια γαλανά μάτια που αχνά σκοτείνιαζαν στην ανάμνηση του πρόσφατα πεθαμένου συζύγου της. Ο σύζυγος αυτός υπήρξε μυθιστοριογράφος, έγινε όμως περισσότερο γνωστός από την ωραία του εμφάνιση. Και οι δυο τους αποτελούσαν ένα παροιμιώδες ζευγάρι, εκείνη με μαλλιά ξανθά σταρένια, τέλειο σώμα και μάτια που θύμιζαν τη βαθιά γαλάζια θάλασσα, εκείνος πολί ψηλός, αθλητικός, με εξαίσιο παράστημα. Τζάμπα όμως όλ' αυτά: Ο μυθιστοριογράφος εκμηδενίστηκε από τη φυματίωση. Μια φυματίωση που την έλεγαν καλπάζουσα. Από τότε είχα σκεφτεί ότι η ξανθή γόησσα δεν είτανε καθόλου ξένη με το κακό που βρήκε το σύντροφο της. Η προπενικιλινική εποχή με το καλπάζον άρμα της υπέρμετρης ερωτικής ιδιοσυγκρασίας της θεάς Αφροδίτης άρπαξαν απ' αυτό τον κόσμο τον αείμνηστο μυθιστοριογράφο.

Επειδή συνδέθηκε μαζί μου η ωραία χήρα δεν χωρίστηκε από τα πένθιμα φορέματά της, μαύρα μεταξωτά και βιολετί, που την έκαναν να φαίνεται σαν ένας χιονάτος καρπός τυλιγμένος σ' ένα φλοιό πένθους. Ο φλοιός λοιπόν αυτός ένα βράδι γλύστρησε στο δωμάτιο μου στο βάθος του πλυντηρίου και μπόρεσα να ψαχουλέψω το χιονάτο καρπό, να τον διατρέξω μαλακά ολόκληρο με τα χέρια μου και να διαπιστώσω ότι τσουρούφλιζε. Έφτανε στο τέλος της η περίπτυξή μας όταν κάτω από τα μάτια μου εκείνη έκλεισε τα βλέφαρα της και φώναξε: «Ω, Ρομπέρτο, Ρομπέρτο!», αναστενάζοντας ή κλαίγοντας με αναφυλλητά. (Είχα την εντύπωση ότι διεξαγόταν μια ιεροτελεστία. Η ιέρεια έκανε έκκληση στο χαμένο Θεό πριν να παραδοθεί σε μια καινούρια λατρευτική πράξη).

Εντούτοις και παρά την ακόρεστη νεότητά μου η χήρα μού φάνηκε υπερβολική. Οι επικλήσεις της γινόντανε κάθε μέρα και περισσότερο επείγουσες και η μανιώδης καρδιά της με οδηγούσε αργά αργά αλλά σίγουρα σε μια πρώιμη εξαφάνιση. Ο ερωτάς σε τέτιες δόσεις δεν είταν σύμφωνος με τον υποσιτισμό μου. Και ο υποσιτισμός μου γινότανε ολοένα και περισσότερο δραματικός.
Pablo Neruda (1904–1973)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Πάμπλο Νερούδα
Η ζωή μου (Απομνημονεύματα)
- μετάφραση: Α.Ι. Λιβέρης
- εκδόσεις: Αλκαίος, 1975

*φωτογραφίες: poetryireland.ie, pinterest.com,
poesia.about.com, neruda.uchile.cl,
article.wn.com, theguardian.com


Ακόμα:
ο Πάμπλο Νερούδα στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Link:
Universidad de Chile: La vida del poeta - Cronología

Σημ: Στην αναδημοσίευση του αποσπάσματος διατηρήθηκε η ορθογραφία, η σύνταξη, και η στίξη της πρωτότυπης μετάφρασης, πλην του πολυτονικού, όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε κάθε ανάρτηση των Αυτοβιογραφικών με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου είναι προφανές ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.

Ετικέτες , ,

12 Μαρ 2014

163 ~ Τζόρτζιο ντε Κίρικο: τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης

Η πιο μακρινή ανάμνηση που έχω από τη ζωή μου είναι η ανάμνηση μιας κάμαρας μεγάλης και ψηλοτάβανης. Ήταν νύχτα σ' εκείνη τη σκοτεινή και θλιβερή κάμαρα. Οι λάμπες πετρελαίου ήταν αναμμένες και σκεπασμένες με τα αμπαζούρ. Θυμάμαι τη μητέρα μου καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Αλλού καθόταν η μικρή μου αδελφή, που πέθανε λίγο αργότερα. Ήταν μια παιδούλα έξι ή επτά χρονών, γύρω στα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Εγώ κρατούσα στο χέρι δυο στρογγυλά δισκάρια από επίχρυσο μέταλλο, τρύπια στο κέντρο, που είχαν πέσει από ένα είδος ανατολίτικης μαντίλας, που φορούσε η μητέρα μου στο κεφάλι και που ήταν ολόγυρα στολισμένη μ' αυτά. Κοιτάζοντας τα δυο στρογγυλά δισκάρια, νομίζω ότι ο νους μου πήγαινε σε τύμπανα, σε πιάτα, σε κάτι που θα 'πρεπε να βγάζει κάποιον ήχο, κάτι με το οποίο κανείς παίζει παράγοντας ήχους ή παράγει ήχους παίζοντας. Η χαρά όμως που αισθανόμουν κρατώντας τα στα μικρά δάχτυλά μου, που ήταν αδέξια όπως τα δάχτυλα των πρωτόγονων αλλά και των σύγχρονων ζωγράφων, συνδεόταν χωρίς άλλο μ' εκείνο το βαθύ αίσθημα τελειότητας που με καθοδήγησε πάντα στη δουλειά μου σαν καλλιτέχνη. Εκείνα τα πραγματάκια, απόλυτα όμοια μεταξύ τους, απόλυτα ταιριαστά και αστραφτερά μ' εκείνη την ολοστρόγγυλη τρύπα στο κέντρο, μου φαίνονταν τότε σαν κάτι το θαυμαστό, όπως αργότερα θαυμαστός μού φάνηκε ό Ερμής του Πραξιτέλη στο Μουσείο της Ολυμπίας και ακόμα αργότερα η Αρπαγή των θυγατέρων του Λυσίππου, του Ρούμπενς, στην Πινακοθήκη του Μονάχου, και πριν από λίγα χρόνια ο περίφημος πίνακας του Βερμέερ από το Ντελφτ «Η κυρία και η υπηρέτρια», στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης.

[....] Πέρασαν σκοτεινά χρόνια. Θυμάμαι συγκεχυμένα τον αδελφό μου. Τον θυμάμαι μικρό, μικρό, τρομαχτικά μικρό, σα μερικά πρόσωπα απειλητικά που βλέπει κανείς στα όνειρα. Ξαναβλέπω μέσα στο λυκόφως σκηνές που συνδέονται με μακρόχρονες αρρώστιες, όπως ο τύφος, και με επίπονες αναρρώσεις. Θυμάμαι μια πελώρια μηχανική πεταλούδα που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από το Παρίσι μια φορά που βρισκόμουν σε ανάρρωση.Image and video hosting by TinyPic Από το κρεβατάκι μου κοιτούσα εκείνο το παιχνίδι, περίεργος και φοβισμένος με τον ίδιο τρόπο που οι πρώτοι άνθρωποι πρέπει να παρατηρούσαν τους γιγαντιαίους πτεροδάκτυλους, που τα πνιγηρά δειλινά και τις παγερές αυγές πετούσαν βαριά με τις σαρκώδεις φτερούγες τους πάνω από λίμνες ζεστές, που κόχλαζαν και άφηναν τολύπες θειικού ατμού. Θυμάμαι ένα σπίτι όπου μέναμε. Ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σα μοναστήρι. Ο ιδιοκτήτης λεγόταν Βούρος. Το σπίτι αυτό ήταν χτισμένο στην πάνω μεριά της πολιτείας. Από το παράθυρό μου διέκρινα μακριά ένα στρατώνα του πυροβολικού. Κάθε επέτειο της ελληνικής εθνικής γιορτής μια πυροβολαρχία έβγαινε από το προαύλιο καλπάζοντας ορμητικά και κατευθυνόταν σ' ένα λόφο που βρισκόταν πίσω σε κάποια απόσταση. Μόλις έφθαναν πάνω εκεί οι άνδρες, κατέβαιναν απ' τα σκευοφόρα και από τα άλογα, τοποθετούσαν τα κανόνια στη σειρά και μετά έριχναν άσφαιρες ομοβροντίες. Σφαιρικά σώματα λευκά, ίδια σύννεφα που έπεσαν στη γη, στροβιλίζονταν για λίγο και μετά διαλύονταν και εξαφανίζονταν στα πλευρά του λόφου. Ο ήχος έφθανε μετά κι έκανε να τρέμουν ελαφρά τα τζάμια των παραθύρων. Το γεγονός αυτό, που βλέπει κανείς πρώτα τη λάμψη και μετά ακούει τον κρότο, μ' εντυπωσίαζε πολύ. Αργότερα έμαθα το γιατί, αλλά ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζομαι λίγο όταν, κοιτώντας μακριά ένα κανόνι που ρίχνει, βλέπω πρώτα τη λάμψη και μετά ακούω τον κρότο.

Σ' εκείνη τη μακρινή περίοδο της ζωής μου ένιωσα τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Αισθανόμουν μεγάλη χαρά να ξεπατικώνω διάφορες ζωγραφιές τοποθετώντας πάνω στο τζάμι του παραθύρου τη ζωγραφιά μ' ένα φύλλο χαρτιού από πάνω. Έμενα κατάπληκτος και ένιωθα μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που έβλεπα να παρουσιάζονται στο χαρτί τα ακριβή περιγράμματα της ζωγραφιάς εκείνης που τόσο θαύμαζα, αλλά το πάθος μου, χαρακτηριστικό για έναν καλλιτέχνη στα πρώτα του βήματα σαν κι εμένα, δεν έβρισκε ικανοποίηση: ήθελα να αντιγράφω τη ζωγραφιά χωρίς να την ξεπατικώνω. Έτσι έβαλα τα δυνατά μου για να το πετύχω, αλλά συναντούσα μεγάλη δυσκολία. Μια μέρα, θυμάμαι, προσπαθούσα να αντιγράψω μια φιγούρα που παρουσίαζε τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή με εμφάνιση γυμνού νέου, ζωσμένου στη μέση με ένα δέρμα από κριάρι. Το κεφάλι του αγίου εικονιζόταν λίγο ελλειπτικό και ελαφρώς γυρμένο στο δεξιό ώμο, και αυτή η έλλειψη και η κίνηση μου φαίνονταν εμπόδια αξεπέραστα. Ήμουν απελπισμένος. Τότε ήρθε ο πατέρας μου να με βοηθήσει. Πήρε το μολύβι και σχεδίασε πάνω στο κεφάλι του αγίου ένα σταυρό του οποίου το κέντρο βρισκόταν στο κέντρο του κεφαλιού. Μετά ζωγράφισε έναν όμοιο σταυρό πάνω στο σχέδιο μου, εκεί όπου βρισκόταν το κεφάλι. Μου έδειξε πώς μπορούσα να βοηθηθώ μ' αυτούς τους δυο σταυρούς για να βρω τη θέση των ματιών, της μύτης, του στόματος, το ύψος και την απόσταση που έπρεπε να βρίσκεται το αυτί, τη γραμμή του κρανίου και του σαγονιού, κι έτσι με πολλή υπομονή, μετά από επανειλημμένες διορθώσεις, κατάφερα να ζωγραφίσω αρκετά καλά το κεφάλι του αγίου. Μεγάλη υπήρξε ή ικανοποίηση μου πού είχα μάθει το σύστημα των δυο σταυρών.

Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα. Ήταν μηχανικός και συγχρόνως άρχοντας από άλλες εποχές. Θαρραλέος, έντιμος, εργατικός, έξυπνος και καλός. Είχε σπουδάσει στη Φλωρεντία και στο Τορίνο και από μια ολόκληρη πολυμελή οικογένεια ευγενών ήταν ο μόνος που είχε θελήσει να εργαστεί. Όπως πολλοί άνθρωποι του δέκατου ένατου αιώνα διέθετε ποικίλες ικανότητες και αρετές. Ήταν άριστος μηχανικός, έγραφε με ωραιότατους χαρακτήρες, σχεδίαζε, είχε πολύ καλό αυτί για τη μουσική, ήταν παρατηρητικός και δηκτικός, μισούσε την αδικία, αγαπούσε τα ζώα, συμπεριφερόταν υπεροπτικά στους πλούσιους και τους ισχυρούς και ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί και να βοηθήσει τους πιο αδύνατους και φτωχούς. Ήταν επίσης έξοχος ιππέας και είχε μονομαχήσει μερικές φορές με πιστόλι. Η μητέρα μου φύλαγε μια σφαίρα από πιστόλι, ντυμένη με χρυσό, που είχαν αφαιρέσει από το δεξιό μηρό τού πατέρα μου μετά από μια τέτοια μονομαχία.

Αυτά τα είπα για να δείξω ότι ο πατέρας μου, όπως πολλοί άνδρες της εποχής εκείνης, ήταν ακριβώς το αντίθετο των περισσότερων σημερινών ανδρών, που τους λείπει η αίσθηση της πραγματικότητας και κάθε ταμπεραμέντο, που είναι αδέξιοι και ανίκανοι και επιπλέον καθόλου ιπποτικοί, που είναι πολύ καιροσκόποι και έχουν το κεφάλι τους παραγεμισμένο με βλακεία. Αν, για παράδειγμα, σήμερα, ένα παιδί δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει ένα κεφάλι, ο πατέρας του, ασφαλώς, δεν θα ξέρει να του υποδείξει το σύστημα των δυο σταυρών. Και αν, κατά κακή τύχη του παιδιού, ο πατέρας του είναι και «διανοούμενος», ε! τότε όχι μόνο δεν θα μπορεί να του διδάξει κανένα σύστημα, αλλά θα το ενθαρρύνει να ζωγραφίζει άσχημα, να ζωγραφίζει όλο και χειρότερα, να ζωγραφίζει φρικτά, ελπίζοντας ότι έτσι κάποια μέρα θα μπορέσει να γίνει ένας Ματίς και να κερδίσει φήμη και χρήματα.

[....] Μετά την οικία Βούρου πήγαμε να μείνουμε σ' ένα άλλο σπίτι, στου Γουναράκη. Ήταν μια έπαυλη νεοκλασικού ρυθμού με ωραίο κήπο στον οποίο υπήρχε ένας ευκάλυπτος. Ο πατέρας μου έλειπε συχνά, γιατί πήγαινε στον Βόλο, την κωμόπολη όπου γεννήθηκα, όπου επέβλεπε και διηύθυνε την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Οι αναμνήσεις της ζωής μου στην οικία Γουναράκη είναι πολύ αόριστες. Από τα βορινά παράθυρα το βλέμμα πλανιόταν μακριά, μέχρι μια οροσειρά που το χειμώνα σκεπαζόταν με χιόνια κι απ' όπου κατέβαινε ένας ψυχρός άνεμος που πάγωνε το σπίτι. Θυμάμαι ένα ωραιότατο βιβλίο που μου χάρισαν στις γιορτές και που λεγόταν Οι γελωτοποιοί νάνοι. Οι εικόνες εκείνου του βιβλίου ήταν έξοχες. Θυμάμαι ακόμα ένα άλλο βιβλίο όπου εικονίζονταν με χρώματα ολόκληρες οικογένειες γάτων. Εκείνοι οι γάτοι, τόσο ωραία σχεδιασμένοι καί χρωματισμένοι, τόσο ζωντανοί, ξυπνούσαν μέσα μου μια μεγάλη επιθυμία να σχεδιάσω και να ζωγραφίσω. Σκεφτόμουν πόσο ωραίο θα ήταν να μπορούσα να παραστήσω ένα ζώο με τις γραμμές του και τα χρώματά του τόσο τέλεια. Η μητέρα μου, μου είχε αγοράσει ένα άλμπουμ για να εξασκούμαι στο σχέδιο: το άλμπουμ αυτό περιείχε υποδείγματα σχεδίων που παρίσταναν λουλούδια. Μερικά απ' αυτά τα υποδείγματα αποτελούνταν από το περίγραμμα μόνον, άλλα είχαν και τη φωτοσκίαση. Θυμάμαι ότι αντέγραψα με πολλή προσοχή δυο τριαντάφυλλα. Η μητέρα μου με βοήθησε να γράψω ένα γραμματάκι στον πατέρα μου και έβαλε στο φάκελο και το σχέδιο των λουλουδιών. Ο πατέρας μου, μου απάντησε συγχαίροντάς με για τις προόδους που έκανα στη δύσκολη τέχνη του σχεδίου. Όταν ο καιρός ήταν καλός, πήγαινα με τον αδελφό μου στον κήπο και εκεί με μια μικρή τσάπα κι ένα φτυαράκι κάναμε σε μικρή κλίμακα εργασίες διαμόρφωσης του εδάφους. Αλλά ύστερα έβρεχε κι η δουλειά χαλούσε απ' το νερό.

[....] Στην οικία Γουναράκη μείναμε για λίγο καιρό.Ο πατέρας μου έπρεπε να μείνει στον Βόλο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί μια άλλη διακλάδωση της σιδηροδρομικής γραμμής κατασκευαζόταν κατά μήκος των βουνών που απλώνονται στα ανατολικά της πόλης. Τότε, με όλα μας τα έπιπλα, τα μπαούλα και τις βαλίτσες, ξεκινήσαμε για την πόλη των Αργοναυτών, πάνω σ' ένα ατμόπλοιο που σάλπαρε από τον Πειραιά.

Στο μεταξύ μεγάλωνα. Η περιέργειά μου και η προσοχή με την οποία παρακολουθούσα το θέατρο της ζωής μεγάλωνε. Στον Βόλο ο πατέρας μου, ζήτησε από ένα νεαρό υπάλληλο των σιδηροδρόμων να μου παραδίδει μαθήματα σχεδίου. Ο πρώτος αυτός δάσκαλός μου λεγόταν Μαυρουδής κι ήταν Έλληνας από την Τεργέστη που μιλούσε λίγο τα ιταλικά με προφορά βενετσιάνικη. Σχεδίαζε θαυμάσια. Όταν μου μάθαινε να διαγράφω προσεκτικά το περίγραμμα μιας μύτης, ενός ματιού, ενός στόματος, ενός αυτιού, μιας μπούκλας, μιας κορδέλας δεμένης σε φιόγκο, όταν μου μάθαινε να κάνω σκιές και να τους δίνω διαβαθμίσεις διασταυρώνοντας προσεκτικά τις γραμμές του μολυβιού, μου έδινε μια τόσο ισχυρή και βαθιά εντύπωση μαεστρίας ώστε, αργότερα, οι άλλες εντυπώσεις που είχα, όταν κοιτούσα τα σχέδια του Ραφαέλλο, όταν αντέγραφα και μιμόμουν τα σχέδια του Χολμπάιν και του Μικελάντζελο, όταν μελετούσα με το μεγεθυντικό φακό τα σχέδια του Ντύρερ, μπορούν να θεωρηθούν σε σύγκριση μηδαμινές.

Όταν βρισκόμουν απέναντι από το σκιτσογράφο Μαυρουδή, τον κοιτούσα, και κοιτώντας τον πλανιόμουν σ' ένα χιμαιρικό κόσμο φαντασιώσεων. Φανταζόμουν ότι ο άνθρωπος εκείνος θα μπορούσε να ζωγραφίσει τα πάντα, ακόμα και από μνήμης, ακόμα και στο σκοτάδι, ακόμα και χωρίς να βλέπει, ότι θα μπορούσε να σχεδιάσει τα σύννεφα που δραπετεύουν πάνω στον ουρανό, και τα φυτά της γης, τα φουντωτά κλαδιά των δέντρων που σαλεύουν από τον άνεμο,Image and video hosting by TinyPic και τα λουλούδια με τα πιο πολύπλοκα σχήματα, τους ανθρώπους και τα ζώα, τα φρούτα και τα λαχανικά, τα ερπετά και τα έντομα, τα ψάρια που γλιστρούν μέσα στα νερά, και τα πουλιά που πετούν ψηλά, σκεφτόμουν ότι όλα, όλα θα μπορούσε να τα σχεδιάσει με την άκρη του μαγικού του μολυβιού εκείνος ο καταπληκτικός άνθρωπος. Κοιτώντας τον φανταζόμουν ότι ήμουν εκείνος... Ναι, θα ήθελα τότε να ήμουν ο άνθρωπος εκείνος, θα ήθελα να ήμουν ο σκιτσογράφος Μαυρουδής. Βρισκόμουν στην ψυχική κατάσταση του γιατρού Μποβαρύ όταν, κοντά στον επίλογο του περίφημου μυθιστορήματος του Φλωμπέρ, συναντά τον Ροδόλφο Μπουλανζέ και κάθονται μαζί στο τραπέζι κάποιου εστιατορίου. Ο γιατρός Μποβαρύ ξέρει ότι ο Ροδόλφος υπήρξε εραστής της γυναίκας του, αφού μετά την αυτοκτονία της συζύγου είχε βρει μερικά γράμματα σ' ένα μυστικό συρτάρι, αλλά ο Ροδόλφος νομίζει ότι ο γιατρός το αγνοεί ακόμα και, για να διαλύσει τη βαριά ατμόσφαιρα, μιλάει πολύ και γρήγορα για όλα και για τίποτα, για θέματα της εξοχής, για τα εσπεριδοειδή, για βοσκήματα και τα λοιπά, αλλά ο γιατρός καταβεβλημένος από τον απέραντο πόνο δεν τον ακούει, τον κοιτάζει έντονα, κοιτάζει τον άνθρωπο που εκείνη αγάπησε, και, λέει ο Φλωμπέρ, il aurait voulu etre cet homme.

[....] Το ψάρεμα ήταν για μένα μια μεγάλη χαρά. Σίγουρα όλες εκείνες οι μοναδικές θεαματικές ομορφιές που είδα στην Ελλάδα παιδί και που υπήρξαν ό,τι ωραιότερο είδα μέχρι σήμερα στη ζωή μου με εντυπωσίασαν τόσο βαθιά, έμειναν τόσο ισχυρά χαραγμένες μέσα στην ψυχή και στη σκέψη μου, επειδή εγώ είμαι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, που όλα τα αισθάνεται και τα καταλαβαίνει εκατό φορές πιο έντονα από τους άλλους.

Για να πάμε για ψάρεμα, σηκωνόμασταν πολύ πρωί και, όταν μπαίναμε στη βάρκα που θα μας πήγαινε στ' ανοιχτά, στη μέση του κόλπου, ξημέρωνε ακόμα. Η θάλασσα ήταν καθρέφτης- ποτέ ξανά σε άλλες χώρες δεν είδα έναν τόσο όμορφο υδάτινο καθρέφτη. Κάθε τόσο, πάνω σ' εκείνη τη λαμπερή επιφάνεια, κάποιο ψάρι, κάποιος θεϊκός κέφαλος, έκανε ένα πήδημα έξω απ' το νερό.
Μετά από τόσα χρόνια ξαναβλέπω αυτό το θέαμα όπως το έβλεπα τότε, αλλά, αν ήθελα να το περιγράψω με ακρίβεια, να το παρουσιάσω με την πένα, το μολύβι ή το πινέλο, δεν θα τα κατάφερνα καθόλου.
Giorgio de Chirico (1888-1978)

Image and video hosting by TinyPic
(φωτ: Irving Penn)

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Τζόρτζιο ντε Κίρικο Αναμνήσεις από τη ζωή μου,
-μετάφραση: Έμμυ Λαμπίδου - Βαρουξάκη
-επιμέλεια: Πέτρος Λεκαπηνός
Εκδόσεις: Ύψιλον, 1985

*φωτογραφίες: η πρώτη και η δεύτερη είναι από το βιβλίο,
η τρίτη από το pinterest.com και η τελευταία από το fouit.gr

*πίνακες: artslife.com

links:
- Fondazione Giorgio e Isa de Chirico
- Giorgio de Chirico: Myth and Mystery

Ετικέτες , ,

1 Φεβ 2014

161 ~ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ: Στο σπίτι της Ευτυχίας

Image and video hosting by TinyPic
Από το Κολόμπο έφτασα στο νότιο άκρο της Ινδίας που δεν το γνώριζα. Πέρασα τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες σε ένα τρένο όπου δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε λέξη από όσα λέγονταν γύρω μου. Ύστερα έφτασα στον ανοιχτό Βορρά και τη Λαχώρη, όπου ξέκλεψα μερικές μέρες για να επισκεφτώ τους δικούς μου. Θα επέστρεφαν σε λίγο για να εγκατασταθούν μόνιμα στην «Πατρίδα». Αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία μου ματιά στο μόνο πραγματικό σπιτικό που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.

Ύστερα κατέβηκα στη Βομβάη, όπου η άγια μου, τόσο γερασμένη αλλά και τόσο ίδια κι απαράλλακτη, με υποδέχτηκε με ευχές και δάκρυα. Κατόπιν πήγα στο Λονδίνο για να παντρευτώ, το Γενάρη του '92', εν μέσω μιας επιδημίας γρίπης, κατά την οποία οι εργολάβοι κηδειών δεν έβρισκαν πια μαύρα άλογα και αναγκάζονταν να μεταφέρουν τους νεκρούς με καφετιά. Οι ζωντανοί ήταν οι περισσότεροι κλινήρεις. (Δε γνωρίζαμε τότε πως η επιδημία αυτή ήταν η πρώτη προειδοποίηση ότι η μάστιγα που είχαμε ξεχάσει για πολλές γενιές είχε αρχίσει να κινείται έξω από τη Μαντζουρία).

Όλα αυτά με επηρέασαν όσο θα επηρέαζαν οποιονδήποτε άλλο νέο υπό τις συνθήκες αυτές. Μέλημα μου ήταν να φύγω από το λοιμοκαθαρτήριο το συντομότερο δυνατόν. Δεν ήμουν άνθρωπος κάποιας σημασίας; Δεν είχα αρκετές -περισσότερες από δυο, τουλάχιστον- χιλιάδες λίρες σε καταθέσεις; Ο ίδιος ο διευθυντής της τράπεζας, μου είχε προτείνει να επενδύσω κάποιο μέρος του «κεφαλαίου» μου, σε λουλάκι για παράδειγμα. Προτίμησα για άλλη μια φορά, όμως, να επενδύσω σε εισιτήρια από τον Κουκ -για δυο- και να κάνω ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο. Όλα κανονίστηκαν με ακρίβεια, ώστε τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια.

Έτσι παντρευτήκαμε στην εκκλησία με το μυτερό καμπαναριό στην πλατεία Λάνγκαμ. Ο Γκος, ο Χένρυ Τζέημς και ο ξάδερφος μου Άμπροζ Πόιντερ ήταν όλοι κι όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο. Χωρίσαμε στην πόρτα της εκκλησίας σκανδαλίζοντας το νεωκόρο• η γυναίκα μου πήγε να δώσει τα φάρμακα στην άρρωστη μητέρα της και εγώ στο γαμήλιο πρόγευμα με τον Άμπροζ Πόιντερ. Όταν επέστρεψα μετά για να πάρω τη σύζυγό μου, είδα στερεωμένη με βαρίδια στο βρεμένο πεζοδρόμιο, όπως ήταν το έθιμο εκείνες τις ξέγνοιαστες μέρες, μια αφίσα από χαρτί εφημερίδας που ανακοίνωνε το γάμο μου, κάτι που με έκανε να αισθανθώ αμήχανος κι απροστάτευτος.

Μερικές μέρες αργότερα ανεβήκαμε στο μαγικό χαλί μας, που επρόκειτο να μας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ξεκινώντας από τον βυθισμένο στο χιόνι Καναδά. Ανάμεσα στα γαμήλια δώρα μας ήταν ένα μεγάλο ασημένιο φλασκί γεμάτο ουίσκι, που έπασχε όμως από ακράτεια. Χύθηκε μέσα στη βαλίτσα όπου βρισκόταν μαζί με τα φανελένια πουκάμισα. Μύριζε όλο το βαγόνι απ' άκρη σ' άκρη πολύ πριν καταλάβουμε την αιτία. Όταν πια καταλάβαμε από πού ερχόταν η μυρωδιά, όλοι οι συνταξιδιώτες μας, οικτίρανε το κακόμοιρο το κορίτσι που είχε δέσει τη ζωή της με έναν αναίσχυντο μέθυσο. Έτσι, μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα, για την οποία εμείς ήμασταν ολότελα αθώοι, φτάσαμε στο Βανκούβερ, όπου με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και για να επιβεβαιώσουμε τον πλούτο μας, αγοράσαμε -ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε- είκοσι εκτάρια στην ερημιά που ονομαζόταν Βόρειο Βανκούβερ και τώρα είναι μέρος της πόλης. Υπήρχε όμως κάποιος λάκκος στη φάβα, όπως μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα και αφού είχαμε πληρώσει ένα σωρό φόρους για την έκταση αυτή: ανακαλύψαμε ότι ανήκε σε κάποιον άλλον. Η μόνη παρηγοριά που είχαμε από τους χαμογελαστούς ανθρώπους του Βανκούβερ ήταν: «Το αγοράσατε από τον Στηβ, έτσι; Μάλιστα, τον Στηβ. Δεν έπρεπε να αγοράσετε από τον Στηβ. Όχι! Όχι από τον Στηβ». Και έτσι ο καλός Στηβ μάς θεράπευσε από την κλίση μας στην κερδοσκοπία των ακινήτων.

Ύστερα πήγαμε στη Γιοκοχάμα, όπου ένα ζευγάρι μάς περιποιήθηκε με εκπληκτική ευγένεια και δεν έδειξε καμιά ιδιοτέλεια. Μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους και φρόντισαν να επισκεφτούμε την Ιαπωνία την εποχή που ανθίζουν οι ακακίες και οι παιωνίες. Εκεί, ένα ζεστό ξημέρωμα, μας ξάφνιασε ένας σεισμός (προφητικός όπως αποδείχτηκε) και τρέξαμε έξω στον κήπο, όπου ένας ψηλός γιαπωνέζικος κέδρος κουνούσε με φρενήρη ρυθμό την κορυφή του μπρος πίσω σαν να έλεγε «σ' τα 'λεγα εγώ», παρόλο που τίποτε άλλο δεν κουνιόταν. Λίγο αργότερα, κάποιο υγρό πρωινό, επισκέφτηκα το υποκατάστημα της τράπεζας μου στη Γιοκοχάμα για να πάρω ένα μέρος των χρημάτων μου. Ο διευθυντής μου είπε: «Γιατί να μην πάρετε περισσότερα; Θα είναι εξίσου εύκολο». Απάντησα ότι δεν ήθελα να έχω πάνω μου πολλά μετρητά, καθώς ήμουν απρόσεχτος, αλλά ότι θα κοίταζα τους λογαριασμούς μου και ίσως να πήγαινα ξανά αργότερα το απόγευμα. Αυτό και έκανα. Μέσα σε αυτό όμως το μικρό χρονικό διάστημα η τράπεζά μου, όπως εξηγούσε η ανακοίνωση στην κλειστή της πόρτα, είχε αναστείλει τις πληρωμές. (Ναι, τελικά θα ήταν καλύτερα να είχα επενδύσει το «κεφάλαιο» μου, όπως είχε προτείνει ο διευθυντής στο Λονδίνο).

Επέστρεψα για να μεταφέρω τα νέα στη σύζυγό μου. Είχαμε μόλις τρεις μήνες παντρεμένοι και περιμέναμε παιδί. Εκτός από τα χρήματα που είχα πάρει εκείνο το πρωί (ο διευθυντής με είχε παροτρύνει όσο του επέτρεπε η θέση του), τα κουπόνια του Κουκ που δεν είχαμε εξαργυρώσει και τα προσωπικά μας είδη στις αποσκευές μας, δεν είχαμε τίποτε απολύτως. Συστάθηκε αμέσως μια Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, που βοήθησε τη μεταξύ μας κατανόηση πολύ περισσότερο από έναν κύκλο αξιόχρεου συζυγικού βίου. Η υποχώρηση -ή φυγή αν προτιμάτε- ήταν ενδεδειγμένη. Πόσα θα μας επέστρεφε ο Κουκ για τα εισιτήρια, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνεται το κόστος των χαμένων μας ονείρων; «Όλα όσα έχετε πληρώσει βέβαια», απάντησαν από το υποκατάστημα του Κουκ στη Γιοκοχάμα. «Αυτά τα πράγματα είναι τυχερά, και ορίστε η επιστροφή των χρημάτων σας».

Και έτσι πήραμε το δρόμο της επιστροφής, διασχίζοντας τον παγωμένο Βόρειο Ειρηνικό και το χιονισμένο Καναδά, και φτάσαμε στις παρυφές μιας μικρής πόλης της Νέας Αγγλίας, όπου ο παππούς της γυναίκας μου από τη μεριά του πατέρα της (ένας Γάλλος) είχε στήσει το σπιτικό και το υποστατικό του πριν από πολλά χρόνια. Η περιοχή ήταν ανοιχτή, με βουνά και δάση και χωρισμένη σε αγροκτήματα των πενήντα ως δυο χιλιάδων άγονων εκταρίων. Οι χωματόδρομοι συνέδεαν τα αγροτόσπιτα που ήταν ντυμένα με άσπρες σανίδες, και τα πιο ηλικιωμένα μέλη των οικογενειών αγωνίζονταν για να κρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα τις υποθήκες που ροκάνιζαν τις περιουσίες τους. Οι νεότεροι είχαν -φύγει για άλλα μέρη. Υπήρχαν επίσης πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια. Κάποια κατέρρεαν μπροστά στα μάτια σου. Από άλλα είχαν μείνει μόνο οι πέτρινες καμινάδες, ή μικρές λιμνούλες με πράσινα νερά που τις συγκρατούσε κάποιος αήττητος θάμνος πασχαλιάς. Σε ένα μικρό αγρόκτημα υπήρχε ένα κτίριο, γνωστό με την ονομασία «Σπίτι της Ευτυχίας», στο οποίο συνήθως κατοικούσε κάποιος εργάτης. Είχε έναν και μισό όροφο, δεκαεπτά πόδια ύψος μέχρι την κολοφώνια δοκό, δεκαεπτά πόδια βάθος, και συνολικό πλάτος, μαζί με την κουζίνα και την ξυλαποθήκη, είκοσι επτά πόδια. Η παροχή νερού ήταν μόνο ένας μολύβδινος σωλήνας της μισής ίντσας, συνδεδεμένος με μια πηγή στη γειτονιά. Ήταν όμως κατοικήσιμο και διέθετε ένα μεγάλο υγρό κελάρι. Το ενοίκιο του ήταν δέκα δολάρια ή δυο λίρες το μήνα.

Το πήραμε. Το επιπλώσαμε με την απλότητα που διακρίνει το σύστημα αγοράς-ενοικίασης. Αγοράσαμε, από δεύτερο ή τρίτο χέρι, μια τεράστια σόμπα αέρος που την εγκαταστήσαμε στο κελάρι. Κάναμε μεγάλες τρύπες στα λεπτά πατώματα για να περάσουμε τους σωλήνες οκτώ ιντσών από κασσίτερο που είχε η σόμπα (το πώς δεν καιγόμασταν στα κρεβάτια μας κάθε βδομάδα του χειμώνα, δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω) και ήμασταν εξαιρετικά ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας.

Καθώς πέρασε το καλοκαίρι της Νέας Αγγλίας και προχωρήσαμε στο θερμό φθινόπωρο, στοίβαξα συμμετρικά κομμένα ξύλα γύρω γύρω στα περβάζια του σπιτιού και βοήθησα στην κατασκευή μιας μικρής βεράντας χωρίς σκεπή στη μια πλευρά του για μελλοντική χρήση. Όταν ήρθε ο χειμώνας και τα καμπανάκια των ελκήθρων ακουγόντουσαν όλη την ώρα στο λευκό κόσμο που μας περιέβαλλε, αισθανθήκαμε ασφάλεια. Κατά καιρούς είχαμε και κάποια υπηρέτρια. Αυτές, μερικές φορές έβρισκαν την απομόνωση αβάσταχτη και έφευγαν απροειδοποίητα, μια μάλιστα άφησε και το μπαούλο της. Το γεγονός δεν μας προβλημάτιζε καθόλου. Ένα πιάτο έχει πάντα δυο πλευρές και το πλύσιμο των κατσαρολικών κρύβει τόσο λίγο μυστήριο όσο και το στρώσιμο των κρεβατιών. Όταν πάγωναν οι μολύβδινοι σωλήνες, φορούσαμε τα πανωφόρια μας από δέρμα ρακούν και τους ζεσταίναμε με κεριά. Η κρεβατοκάμαρα στη σοφίτα δεν είχε χώρο για παιδική κούνια και έτσι αποφασίσαμε ότι ένα μπαούλο θα ήταν ό,τι πρέπει. Δε φθονούσαμε κανέναν. Ακόμα και όταν άρχισαν να κόβουν βόλτες στο κελάρι μας ασβοί, γνωρίζοντας τη φύση των ζώων, ακινητοποιηθήκαμε μέχρι να ευαρεστηθούν να αποχωρήσουν.

Οι γείτονές μας όμως αντιμετώπιζαν χωρίς καθόλου χιούμορ τη συμπεριφορά μας. Εδώ υπήρχε ένας ξένος από μια αντιπαθητική ράτσα, που οι φήμες έλεγαν ότι «έβγαζε εκατό δολάρια από ένα μπουκάλι μελάνι των δέκα σεντς», που «έγραφαν οι εφημερίδες γι' αυτόν» και που είχε παντρευτεί ένα «κορίτσι των Μπαλεστιέ». Μήπως και η γιαγιά της δεν ζούσε ακόμα στο κτήμα των Μπαλεστιέ, όπου ο «γερο-Μπαλεστιέ», αντί για υποστατικό, είχε χτίσει ένα μεγάλο σπίτι, στο οποίο δειπνούσαν αργά και με επίσημο ένδυμα, πίνοντας κόκκινα κρασιά, σύμφωνα με τα γαλλικά έθιμα, αντί για το πρέπον ουίσκι; Και ιδού αυτός ο Βρετανός, με την πρόφαση ότι έχει χάσει λεφτά, είχε βολέψει τη γυναίκα του «ανάμεσα στους δικούς της» στο Σπίτι της Ευτυχίας. Δεν ήταν κόσμιο να κάνουν τέτοιου είδους σχόλια ενώπιον μας. Έτσι μας παρακολουθούσαν, όσο διακριτικά μπορούν οι χωριάτες της Νέας Αγγλίας, και η όποια ανοχή έδειχναν στο «Βρετανό» ήταν μόνο για χάρη του «κοριτσιού των Μπαλεστιέ».

Είχαμε όμως δεχτεί το πρώτο σοκ της νέας ζωής μας στην πρώτη κρίση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε. Η Επιτροπή Τρόπων και Μέσων πέρασε μια ριζοσπαστική απόφαση, που δεν ανακλήθηκε ποτέ, ότι στο εξής, όποιο κι αν ήταν το τίμημα, θα έπρεπε να είναι κυρία του συλλογικού εγώ της.

Καθώς άρχισαν να έρχονται χρήματα από την πώληση βιβλίων και διηγημάτων, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάρουμε πίσω τα δικαιώματα για τα Υπηρεσιακά Στιχουργήματα, τις Απλές Ιστορίες και τα έξι βιβλία τσέπης που είχα πουλήσει για να μπορέσω να φύγω από την Ινδία το '89. Κόστισαν αρκετά, αλλά όταν πια πέρασαν στην ιδιοκτησία μας, το Σπίτι της Ευτυχίας ανάσανε πιο άνετα.
Joseph Rudyard Kipling (1865–1936)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Κάτι από τη ζωή μου,
σε μετάφραση Σοφίας Παυλίδου
Εκδόσεις: Printa, 2002

*φωτογραφίες: commons.wikimedia.org,
rudyard-kipling.tumblr.com, commons.wikimedia.org,
heritage-history.com, www.pbs.org, theguardian.com


ακόμα:
- ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ στους νομπελίστες της λογοτεχνίας

Ετικέτες , , ,

13 Ιουλ 2013

153 ~ Άννα Μαγκνταλένα Μπάχ: Ein feste Burg

Image and video hosting by TinyPic
Ο πατέρας μου μ' έπαιρνε συχνά μαζί του όταν ταξίδευε, ιδιαίτερα όταν τα ταξίδια του είχαν σχέση με τη μουσική, γιατί γνώριζε το πάθος μου γι' αυτή την τέχνη. Το χειμώνα του 1720 τον συνόδευσα στο Αμβούργο όπου είχε πάει για να επισκεφτεί τον μεγάλο θείο και τη μεγάλη θεία μου. Εκεί, στο Παρεκκλήσι της Αγίας Αικατερίνης, υπήρχε ένα πολύ καλό όργανο με τέσσερις σειρές πλήκτρων, για το οποίο άκουγα συχνά να μιλούν οι φίλοι του πατέρα μου. Την επομένη της άφιξής μας πήγα με τη θεία μου για ψώνια και, στο δρόμο του γυρισμού, καθώς περνούσα μπροστά από την εκκλησία σκέφτηκα να μπω μέσα και να ρίξω μια ματιά.

Μόλις έσπρωξα την πόρτα έφτασε στ' αυτιά μου ο ήχος του οργάνου κι ήταν τόσο υπέροχη η μουσική που ξεχύθηκε ξαφνικά από το μισοσκόταδο, ώστε νόμισα ότι κάποιος αρχάγγελος άγγιζε τα πλήκτρα. Γλίστρησα αθόρυβα μέσα κι απόμεινα ακίνητη. Κοίταξα τα όργανα που βρίσκονταν στο δυτικό υπερώο. Είδα τους πανύψηλους σωλήνες τους να ορθώνονται μέχρι το θόλο, τα υπέροχα χρυσοποίκιλτα ή απέριττα γλυπτά που άστραφταν πιο χαμηλά, αλλά δεν μπόρεσα να διακρίνω τον οργανίστα. Δεν ξέρω πόσα λεπτά στάθηκα έτσι μέσα στην έρημη εκκλησία, όλη αυτιά, λες κι είχα ριζώσει στις πέτρινες πλάκες. Μέσα στη μέθη αυτής της μουσικής είχα χάσει κάθε συναίσθηση του χρόνου. Κι όταν με μια σειρά μεγαλόπρεπων συγχορδιών, που νόμιζες ότι τράνταζαν συνθέμελα την εκκλησία, σταμάτησε απότομα, εγώ έστεκα ακόμη ορθή, συνεπαρμένη, κοιτάζοντας προς τα πάνω, λες κι η βροντή που έβγαινε με δύναμη από τους σωλήνες συνέχιζε να ηχεί. Εκείνη, όμως, τη στιγμή φάνηκε στον άμβωνα ο οργανίστας και πλησίασε προς τη σκάλα. Δεν ήταν άλλος από τον Σεμπάστιαν. Κοίταζα ακόμη προς το μέρος του όταν κατάλαβα ότι με είδε. Ταράχτηκα τόσο από την απροσδόκητη εμφάνισή του ώστε απόμεινα να τον κοιτώ μαρμαρωμένη. Έπειτα από μια τέτοια εκτέλεση μου φαινόταν πιο φυσικό ν' αντικρίσω τον Αγιο Γεώργιο παρά έναν κοινό θνητό. Άρχισα να τρέμω, άρπαξα το παλτό μου που είχε πέσει καταγής και σπρωγμένη από έναν ανεξήγητο πανικό βγήκα τρέχοντας από την εκκλησία.

[....] Ο πατέρας μου, τρομπετίστας στην Αυλή του Βάισενφελς, είχε το σπίτι του ανοιχτό για όλους τους μουσικούς. Πήγαινε συχνά στο Καίτεν όπου ο Σεμπάστιαν ήταν Αρχιμουσικός• κι εγώ η ίδια είχα μερικές φορές την ευκαιρία να τραγουδήσω σ' αυτή την εκκλησία. Παρ' όλα αυτά, ο Σεμπάστιαν, άλλοτε επειδή ήταν άρρωστος άλλοτε επειδή έλειπε σε ταξίδι, δεν με είχε ακούσει ποτέ. Κάθε φορά η απουσία του μου προκαλούσε πικρή απογοήτευση γιατί πραγματικά ήθελα πολύ να τον ξαναδώ και, αν ήταν δυνατό, ν' ανταλλάξω μια-δυο λέξεις μαζί του.

Μια ωραία μέρα (ήταν ένα ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό, το θυμάμαι καλά), γυρίζοντας από έναν περίπατο, θέλησα να μπω κατευθείαν στη σάλα για να βάλω μερικά βάγια στο βάζο που στόλιζε το τζάκι. Η μητέρα, όμως, με σταμάτησε λέγοντας: «Περίμενε λίγο, Μαγκνταλένα, ο πατέρας σου συζητά κάποιες υποθέσεις με τον Αρχιμουσικό Μπαχ• φοβούμαι ότι θα τους ενοχλήσεις!».

Η ανόητη καρδιά μου άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Παρόλο που άκουγα συχνά να μιλούν γι' αυτόν κι ήθελα οπωσδήποτε να τον ξαναδώ, δεν τον είχα συναντήσει παρά μια μονάχα φορά. Στάθηκα αποσβολωμένη. Φοβόμουν μήπως ο πατέρας μου με καλέσει στη σάλα, αλλά πιο πολύ φοβόμουν μήπως δεν με καλέσει.

Καθώς έτρεχα στο δωμάτιο μου για να βάλω στα μαλλιά μια καινούργια κορδέλα, μια μπλε που πίστευα ότι μου πήγαινε πολύ, ο πατέρας έβγαζε το κεφάλι του στο άνοιγμα της πόρτας. «Μητέρα, γύρισε η Μαγκνταλένα;» ρώτησε, αλλά την ίδια στιγμή με είδε και φώναξε: «Έλα εδώ, παιδί μου, ο κύριος Μπαχ δέχτηκε ν' ακούσει τη φωνή σου!».

Μπήκα, λοιπόν, στη σάλα και βρέθηκα μπροστά του. Ήμουν τόσο ταραγμένη ώστε μόλις και τολμούσα να σηκώσω τα μάτια. Το μόνο που ήλπιζα ήταν να μη με αναγνωρίσει (ήταν πολύ σκοτεινά στην εκκλησία, είπα μέσα μου). Αργότερα, όμως, μου είπε πως είχε καταλάβει αμέσως ότι ήμουν η αντικοινωνική ακροάτριά του.

Από την πρώτη στιγμή με εντυπωσίασε το ανάστημά του, αν και στην πραγματικότητα δεν ήταν υπερβολικό, δεν ξεπερνούσε και πολύ το ύψος του πατέρα μου: πάντα, όμως, ο άνθρωπος αυτός έδινε την εντύπωση ότι ήταν ψηλός, σωματώδης και δυνατός - σαν βράχος. Ανάμεσα σε κόσμο έδειχνε σωματικά πιο ρωμαλέος από τους άλλους, παρόλο που μόνο η ψυχή και το πνεύμα του ήταν ανώτερα. Ο Κάσπαρ, μου είπε χθες ότι κι ο ίδιος είχε πάντα την αίσθηση πως σωματικά, όπως και πνευματικά, ο Σεμπάστιαν ξεπερνούσε τους γύρω του. Κι όμως, αυτή η αίσθηση δεν προερχόταν απ' όσα έλεγε -γιατί ήταν πάντα ήρεμος και σοβαρός, μιλούσε λίγο και δεν φανέρωνε τις σκέψεις του παρά μόνο στους κοντινούς φίλους του.

Στη στιγμή ξέχασα όλους τους καλούς μου τρόπους. Έκανα, βέβαια, μιαν υπόκλιση, αλλά δεν άνοιξα το στόμα μου μέχρι τη στιγμή που ο Σεμπάστιαν, αφού έβαλε ένα τετράδιο στο τσέμπαλο και κάθισε ο ίδιος μπροστά στο όργανο, ζήτησε να μ' ακούσει. Ευτυχώς μόλις άρχισα να τραγουδώ η ταραχή μου εξανεμίστηκε και όταν τελείωσε ο πατέρας μου φώναξε ικανοποιημένος: «Μπράβο, παιδί μου!». Ο κ. Μπαχ με κοίταξε για μια στιγμή ακίνητος και είπε: «Η φωνή σου είναι σωστή - ξέρεις να τραγουδάς». Αχ, πόσο θα ήθελα να μπορούσα ν' αποκριθώ: «Κι εσύ ξέρεις να παίζεις!». Αλλά δεν τόλμησα. Είναι αφάνταστο το πόσα πράγματα μπορούσε ν' αντλήσει από μιαν απλή συνοδεία! Ο τρόπος που κρατούσε τα χέρια του, ή χρησιμοποιούσε τον αντίχειρα, η δακτυλοθεσία του, όλα διέφεραν από τη συνηθισμένη τεχνική! Κι όμως, δεν μπόρεσα να πω τίποτά, τόσο είχα συγκινηθεί. Ήθελα να το βάλω στα πόδια, όπως την πρώτη φορά στην εκκλησία, αλλά έμεινα όρθια πλάι στο τσέμπαλο, αδέξια κι αμίλητη σαν παιδί. Ναι, πράγματι, ένιωθα παιδί μέχρι ανοησίας μπροστά σ' αυτόν τον άνθρωπο κι όμως, μέσα σε τόσο μικρό διάστημα είχε γεννήσει μέσα μου ένα συναίσθημα που δεν μπορεί να νιώσει ένα παιδί. Ο Θεός μού έχει δωρίσει μια ψυχή ανοιχτή στη μουσική και τώρα που έχω ακούσει τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ να παίζει, κανένας πια σ' ολόκληρο τον κόσμο δεν θα μπορέσει να μου προκαλέσει τόση εντύπωση.

Κι ενώ εγώ έστεκα αμίλητη πλάι του, εκείνος σκεφτόταν (αχ! να το ήξερα τότε!): «Θέλω να παντρευτώ αυτό το κορίτσι». Η συγκατάθεση μου του φαινόταν αυτονόητη, γιατί πάντα κατόρθωνε να κάνει αυτό που πραγματικά ήθελε. Μάλιστα πολλές φορές αργότερα τον είχα θεωρήσει πεισματάρη.

[....] Γύρω στα τέλη του καλοκαιριού του 1721, ένα χρόνο περίπου μετά το θάνατο της πρώτης του γυναίκας, ο Σεμπάστιαν ζήτησε το χέρι μου από τον πατέρα. Στο ενδιάμεσο διάστημα τον έβλεπα σπάνια, αλλά τον σκεφτόμουν πολύ συχνότερα απ' όσο θα επιθυμούσε η καλή μου μητέρα. Δεν μπορούσα, όμως, να εμποδίσω τη σκέψη μου να τρέχει σ' εκείνον, ακόμη και πριν αρχίσω να ελπίζω ότι θα γίνω γυναίκα του. Η μεγάλη εντύπωση που μου είχε προκαλέσει ήταν τέτοια ώστε ήμουν ανίκανη να δοθώ σ' οποιονδήποτε άλλον. Οι γονείς μου εκτίμησαν την τιμή που μας έγινε με την πρόταση του, αλλά θεώρησαν καθήκον τους να επιστήσουν την προσοχή μου στο γεγονός ότι ο Σεμπάστιαν ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός μου και είχε ήδη τέσσερα παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Τρία άλλα είχαν πεθάνει. Αν τον παντρευόμουν θα έπρεπε να γίνω πραγματική μητέρα των παιδιών του. Όταν από τα τραυλίσματα, το κοκκίνισμα και τα δάκρυά μου (δεν μπορούσα να εκφράσω αλλιώς τη χαρά μου), κατάλαβαν ότι δεχόμουν την πρότασή του, με έστειλαν κοντά του, μια και περίμενε την απάντηση σ' ένα άλλο δωμάτιο. Αν και μπροστά του ήμουν πάντα ιδιαίτερα συγκρατημένη και σιωπηλή, δεν είχε, νομίζω, καμιά αμφιβολία για το αποτέλεσμα του διαβήματός του, γιατί τα διαπεραστικά μάτια του είχαν διαβάσει την καρδιά μου, που χτυπούσε τρελά όταν τον αντίκριζα. Έστεκε μπροστά στο παράθυρο. Μόλις μπήκα, στράφηκε, έκανε δυο βήματα προς το μέρος μου και είπε: «Αγαπητή μου Μαγκνταλένα, ξέρεις την επιθυμία μου. Οι γονείς σου έδωσαν τη συγκατάθεση τους. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου;». «Ω! ναι, ευχαριστώ!» αποκρίθηκα κι αναλύθηκα σε δάκρυα, καθόλου ταιριαστά σε μια τέτοια περίσταση παρόλο που δεν ήταν παρά δάκρυα ευτυχίας, δάκρυα ευγνωμοσύνης προς το Θεό και τον Σεμπάστιαν. Έβαλε το χέρι του στον ώμο μου κι από τα βάθη της ψυχής μου ανάβλυσαν τα λόγια του χορικού Ein feste Burg  («Ένα στέρεο κάστρο»). Δίχως να το θέλω άφησα να σταλάξει στο μυαλό μου η απέραντη μελαγχολία αυτών των στίχων που τραγουδούσαμε συχνά τα βράδια του χειμώνα μπροστά στο τζάκι. Ναι, ένα «στέρεο κάστρο» ήταν ο Σεμπάστιαν, τέτοιος υπήρξε για μένα σ' ολόκληρη τη ζωή του.
Anna Magdalena Wilcke Bach (1701-1760)

Image and video hosting by TinyPic


* από το βιβλίο Το μικρό χρονικό της Άννας Μαγκνταλένα Μπαχ
Εκδόσεις Νεφέλη, 1990
* πίνακες, εικόνες: bach-cantatas.com,
nonesuch.com, apesound.de, musicandarts.de


κάτι ακόμα:
- lemon: παραμύθια

Ετικέτες

14 Μαΐ 2013

150 ~ Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Ο φόβος ήρθε αργότερα

Όταν γεννήθηκα, τον Ιούλη του 1918, η μητέρα μου, είχε την ισπανική γρίπη, εγώ τα χάλια μου και με βάφτισαν βιαστικά στο νοσοκομείο. Μια μέρα ήρθε επίσκεψη ο γηραλέος οικογενειακός γιατρός, με κοίταξε και είπε: "Αυτός εκεί πεθαίνει από ατροφία". Η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας μου, με πήρε τότε στο εξοχικό σπίτι στην Ντάλαρνα. Πήγαμε με το τρένο, που εκείνη την εποχή έκανε μια μέρα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με τάιζε με γλυκό κουλούρι βουτηγμένο στο νερό.
...Όλα αυτά τα θυμάμαι, δεν θυμάμαι όμως κανένα φόβο. Ο φόβος ήρθε αργότερα».
* *
Η αφοσίωσή μου ενοχλούσε τη μητέρα μου, τη νευρίαζε. Η τρυφερότητά μου κι οι ξαφνικές μου εκρήξεις την ανησυχούσαν. Συχνά με έδιωχνε με παγερά ειρωνικό τόνο. Έκλαιγα από οργή και απογοήτευση. Η σχέση της με τον αδερφό μου ήταν απλούστερη, μια και διαρκώς έπρεπε να τον προστατεύει από τον πατέρα που τον ανέθρεψε με συστηματική σκληρότητα και το ξύλο ήταν ένα σύνηθες επιχείρημα. Σιγά - σιγά κατάλαβα ότι η λατρεία μου, πότε τρυφερή και πότε έξαλλη, είχε πολύ μικρά αποτελέσματα.
* *
Η μητέρα δεν άντεχε την αδιαφορία και την απόσταση, αυτά ήταν τα δικά της όπλα. Έμαθα λοιπόν να βάζω φρένο στο πάθος μου κι άρχισα ένα περίεργο παιχνίδι όπου το κύριο συστατικό ήταν υπεροψία και ψυχρή ευγένεια Δεν θυμάμαι καθόλου τι έκανα αλλά η αγάπη είναι εφευρετική και σύντομα είχα καταφέρει να δημιουργήσω ενδιαφέρον γύρω από το αιμορραγούν εγώ μου.
* *
Η γέννηση της αδερφής μου - εγώ είμαι τεσσάρων χρονών - αλλάζει ριζικά την κατάσταση. Ένα παχύ, κακομούτσουνο πράγμα παίζει ξαφνικά τον κύριο ρόλο. Εξορίζομαι από το κρεβάτι της μητέρας μου, ο πατέρας λάμπει πάνω από το ωρυόμενο πακέτο. Ο δαίμονας της ζήλιας μού μαγκώνει την ψυχή, θυμώνω παράφορα, κλαίω, χέζω στο πάτωμα και πασαλείβομαι. Ο μεγάλος μου αδερφός κι εγώ, συνήθως θανάσιμοι εχθροί, κλείνουμε ειρήνη και σχεδιάζουμε διάφορους τρόπους να σκοτώσουμε αυτό το απαίσιο ζώο.
* *
Η εξωτερική μου εμφάνιση είναι θλιβερή. Είμαι γκρινιάρης και οξύθυμος, δέχομαι όλη την τρυφερότητα και όλες τις φροντίδες σαν κάτι φυσικό αλλά γκρινιάζω σαν κακομαθημένο παιδί. Είμαι παρ' όλη τη ρουτίνα και την αυτοπειθαρχία, άβουλος και χαμένος, δεν ξέρω από τη μια μέρα στην άλλη τι θα γίνει. Δεν μπορώ να σκεφτώ μια βδομάδα μπροστά. Πώς θα είναι η ζωή μου, η δουλειά μου στο θέατρο, το φιλμ. Τι θα γίνει με τη Σινεματογκράφ, την κόρη των ματιών μου;
* *
Η νύχτα είναι άυπνη. Μια έκρηξη από ιδέες και σχέδια με κρατεί ξύπνιο. Όταν ούτε υπνωτικό, μουσική, η Σέλμα ή μπισκότα βοηθούν, σηκώνομαι και κάθομαι στο γραφείο. Βιαστικά γράφω την υπόθεση μιας ταινίας που την ονομάζω "Μητέρα και Κόρη και Μητέρα". Σημειώνω ότι τους ρόλους θα παίξουν η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν.
* *
Η Ίνγκριντ κι εγώ πήγαμε στο Χόλιγουντ για να τριφτούμε μια φορά κι εμείς με τις διασημότητες. Επίσημα ήμουν καλεσμένος σ' ένα σεμινάριο στην Κινηματογραφική Σχολή του Λος Άντζελες. Τα πάντα ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Ο ουρανός του Λος Άντζελες σαν κίτρινο δηλητήριο. Το επίσημο γεύμα με σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Το απερίγραπτο δείπνο στο παλάτι του Ντίνο ντε Λαουρέντις με θέα την πόλη και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η γυναίκα του Σιλβάνα Μάγκανο, η τέλεια καλλονή του '50, μεταμορφωμένη σ' έναν περιπλανώμενο σκελετό με καλομακιγιαρισμένο κρανίο και ανήσυχα πληγωμένα μάτια. Η ωραία, δεκαπεντάχρονη κόρη που δεν έφευγε από το πλευρό του πατέρα, το κακό φαγητό, η λαδωμένη αδιάφορη ευγένεια.
* *
Βρήκαμε τα ημερολόγια της μητέρας στο χρηματοκιβώτιο. Ο πατέρας καθόταν κάθε μέρα μετά το θάνατο της μητέρας μ' ένα μεγεθυντικό φακό και προσπαθούσε να διαβάσει το μικροσκοπικό, εν μέρει κωδικοποιημένο κείμενο. Αργά καταλάβαινε ότι δεν ήξερε αυτή τη γυναίκα με την οποία είχε ζήσει σ' έναν πεντηκονταετή γάμο. Γιατί η μητέρα δεν έκαψε τα ημερολόγια της; Μια καλά σχεδιασμένη εκδίκηση: τώρα μιλάω και δεν μ' αγγίζεις, σου λέω τα πιο βαθιά μου, δεν μπορείς ν' απαντήσεις με το να σωπαίνεις. Τώρα δεν μπορείς να σωπαίνεις όπως σώπαινες όταν παρακαλούσα, έκλαιγα, μαινόμουν.
Τώρα αντιλήφθηκα ότι η μητέρα πήγαινε να διαλυθεί. Τα πόδια είχαν εξαφανιστεί κάτω από το σάλι, το χλωμό πρόσωπο είχε ξεκολλήσει από το λαιμό και αιωρείτο πάνω από την ανατολίτικη κουρτίνα, τα μάτια ήταν μισόκλειστα.
* *
...δημιούργησα ένα εξωτερικό πρόσωπο, που είχε πολύ μικρή σχέση με τον πραγματικό εαυτό μου... Καμιά φορά παρηγοριέμαι ότι όποιος έζησε στο ψέμα αγαπάει την αλήθεια.
Ernst Ingmar Bergman (1918–2007)



* τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο
Ingmar Bergman Αυτοβιογραφία - Η μαγική κάμερα
Εκδόσεις: Κάκτος, 1989
Μετάφραση: Θόδωρος Καλλιφατίδης
Από προδημοσίευση στο περιοδικό ΕΝΑ, τχ. 24 / Νοε. 1989

* φωτογραφίες: listal.com, bergmanorama.webs.com,
film-international.com, ilhotarockfestival.wordpress.com,
sweden.se


Ετικέτες , ,

1 Απρ 2013

148 ~ Σεργκέι Αϊζενστάιν: Εγώ και το Ποτέμκιν

Image and video hosting by TinyPic
Το Θωρηκτό Ποτέμκιν μπορεί να πει κανείς, χωρίς να υπερβάλει ότι το είδαν αρκετά εκατομμύρια θεατές. Από διάφορες εθνικότητες, φυλές και χώρες του κόσμου. Σε πολλούς απ' αυτούς, ίσως, η σκηνή του πένθους γύρω από το πτώμα του Βακούλινκ προκάλεσε ένα κόμπο στο λαιμό. Όμως είναι σχεδόν σίγουρο ότι κανείς ανάμεσα σ' αυτά τα εκατομμύρια δεν κατέγραψε και δεν κατανόησε την παρουσία ενός μικρού σημείου του μοντάζ -μόλις κάποιου κυττάρου- σ' αυτή τη σκηνή.
Για αν είμαστε πιο συγκεκριμένοι, όχι ακριβώς σ' αυτή τη σκηνή αλλά σ' εκείνη όπου το πένθος μετατρέπεται σε οργή και ο λαϊκός θυμός εκρήγνυται σε διαδήλωση διαμαρτυρίας γύρω από την τέντα (με το νεκρό Σ.τ.Μ.).
Στο χώρο της τέχνης μία «έκρηξη» και δη μία έκρηξη συναισθηματική δομείται βάσει των ίδιων κανόνων περιγραφής της ανάφλεξης των εκρηκτικών υλών. Μου πέρασε από το μυαλό να τα διδάξω αυτά στη σχολή υποψήφιων μηχανικών του στρατού, στο τμήμα των τεχνικών.
Στη μία όπως και στην άλλη περίπτωση, αρχικά υπάρχει μια υπερφόρτωση της έντασης. (Προφανώς τα μέσα περιγραφής είναι διαφορετικά κατά περίπτωση και το μοντέλο δεν μπορεί να γενικευθεί στα επιμέρους στοιχεία του για όλες τις περιπτώσεις!) Ακολουθεί η έκρηξη και η εκτόνωση. Αυτό το βίαιο τίναγμα αφήνει να ελευθερωθούν χιλιάδες θραύσματα.
Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στο ότι το αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται εάν ανάμεσα στην συμπίεση και την εκτόνωση δεν «παρεμβάλλεται» κάτι, όπως ένα κομμάτι «τονισμένο», που δημιουργεί την απαραίτητη ώθηση για να κατευθύνει με ακρίβεια την ίδια την έκρηξη.
Σε μια έκρηξη πραγματική και ουσιαστική, αυτό το ρόλο αναλαμβάνει ο πυροβολητής, που είναι πάντα απαραίτητος και μεταχειρίζεται ένα φυσίγγιο όπλου, ή μια δέσμη εκρηκτικών υλών με βαμβακοπυρίτιδα τοποθετημένη κάτω από μια γέφυρα από όπου περνά σιδηρόδρομος. Το Ποτέμκιν είναι γεμάτο απ' αυτού του είδους τα «κομμάτια» (τα «τονισμένα». Σ.τ.Μ.).
Στην αρχή της «σκάλας της Οδησσού» (1) χρησιμοποιείται το μεγάλο μάθημα με τη λέξη ΞΑΦΝΙΚΑ, η οποία αμέσως μετατρέπεται σε μία "δόνηση" αποτελούμενη από τρία πολύ μικρά σημεία του μοντάζ («κυψελικά») που δείχνουν το ίδιο κεφάλι σε τρεις διαστάσεις. Έτσι παράγεται εξ άλλου κάτι όπως η έννοια μιας ομοβροντίας τουφεκιών που σκίζει τη σιωπή. (Το φιλμ είναι βουβό και το αποτέλεσμα είναι λίγο ως πολύ εφάμιλλο ενός πυροβολισμού από τουφέκι «εκτός πεδίου»!)
Η συγκινητική έκρηξη του φινάλε με τη σκάλα, έγινε μ' αυτό τον τρόπο: η αρχική σύγκρουση -μια βολή κανονιού- που γίνεται από τον πυροβολητή για να τη δει ο θεατής, μεταφέρεται κατόπιν στο κιγκλίδωμα και στους στύλους ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην οδό Μαλάγια Φοντάνκα, για να μεταμορφωθεί τελικά σε δεύτερη έκρηξη «πραγματική και ουσιαστική» (ανάμεσα σ' αυτές τις δύο, σηκώνονται τα λιοντάρια...) (2).
Έναν ανάλογο τόνο βρίσκουμε και στη μεταμόρφωση του πένθους σε θυμό, όταν οι ναύτες συγκλίνουν και συναντιώνται στη γέφυρα του θωρηκτού' είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι που πιθανόν δεν εισπράχθηκε ως ένα «θέμα» αλλά ως ένας τόνος καθαρά δυναμικός: ένα απλό σημείο του συνόλου που δεν επιτρέπει να συλληφθεί με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει τελικά. Δηλαδή: ένας νεαρός σε παροξυσμό οργής σκίζει το πουκάμισο.
Αυτό το κομμάτι δοσμένο με το συγκεκριμένο ύφος, εντάχθηκε στο κατάλληλο σημείο ανάμεσα στο καδράρισμα ενός φοιτητή γεμάτου οργή και στη σκηνή των σφιγμένων χεριών που κινούνται στον αέρα.
Η οργή του λαού στην παραλία «εκρήγνυται» μαζί με την οργή των ναυτών που είναι μαζεμένοι στη γέφυρα και... να η κόκκινη σημαία υψώνεται στο Ποτέμκιν.
*
Μια μέρα εμφανίζεται μπροστά μας ένας άνθρωπος ασυνήθιστα ψηλός, αφυδατωμένος, καθόλου αθλητικός. Είναι ο υπεύθυνος του διαφημιστικού γραφείου της Nestlé (βιομηχανίας γάλακτος), ειδικευμένης στο συμπυκνωμένο γάλα. Την προηγούμενη μέρα είχε δει Το παλιό και το καινούριο (3) και μας είπε ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε παρακολουθήσει στο σινεμά μ' έναν τρόπο τόσο διεισδυτικό τι σημαίνει γάλα (4) . Πρότασή (του): ένα διαφημιστικό φιλμ για το γραφείο του. Υλικό: (από) ένα ταξίδι ανά την υφήλιο. Θέμα: οποιοδήποτε ή κανένα. όρος απαραίτητος: να δείξω ότι τα παιδιά της Αφρικής, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας, της Γροιλανδίας κ.λπ., έπιναν συμπυκνωμένο γάλα Nestlé.
Δεν καταφέραμε να συμφωνήσουμε, αν θυμάμαι καλά, στο ύψος των οδοιπορικών. (Αλλά η «διαφωνία» μας ήταν πιο βασική: η σοβιετική εξουσία δεν με είχε κάνει σκηνοθέτη για τέτοιες ταινίες!)
*
Η εμπορική μας αντιπροσωπεία στο Παρίσι βρισκόταν στην οδό Ντ' Αστόργκ. Το 1929 δεν υπήρχε ακόμα κινηματογραφικός τομέας. Αντ' αυτού η αντιπροσωπεία διέθετε ένα τμήμα για την πώληση και διακίνηση πολύτιμων λίθων και διαμαντιών των Ουραλίων.
Αυτό το τμήμα διευθυνόταν από μία συγκεκριμένη ομάδα και έναν άνθρωπο κατηφή και θανάσιμα πληκτικό. Σ' εκείνον είχε ανατεθεί, εκτός των άλλων, η ευθύνη πώλησης των ταινιών μας. Και η εμπορική τύχη του κινηματογράφου μας κρινόταν μ' έναν τρόπο θλιβερό.
Μια ωραία πρωία οι υπεύθυνοι πώλησης των διαμαντιών μού μετέφεραν μια επίσημη πρόταση. Θεωρούμαι ειδικός των ιστορικών τοιχογραφιών. Εορτάζονταν τα 100 χρόνια της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Και η βελγική κυβέρνηση εξέφρασε την επιθυμία να εμπιστευθεί σε μας την υλοποίηση ενός επετειακού φιλμ.
Μετά απ' αυτά εντυπωσιάσθηκα πολύ λιγότερο, όπως ήταν φυσικό, όταν με κάλεσαν στη Βενεζουέλα για να γυρίσω ένα επετειακό φιλμ προς τιμήν του μεγάλου αγωνιστή της ανεξαρτησίας της Νότιας Αμερική, Σιμόν Μπολιβάρ.
*
Στο Λονδίνο με τη μεσολάβηση του Γκρήρσον (5) επρόκειτο να μου γίνει πρόταση από την πλευρά της αποικιακής διοίκησης της Αυτοκρατορίας για μια ταινία πάνω στην Αφρική. Με μία δέσμευσή μου: να δείξω με ποιο τρόπο η αποικιακή πολιτική της Αγγλίας είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική ανάπτυξη και ευημερία των μαύρων!!
Ο Γκρήρσον είχε την ευφυΐα να μη μου μεταβιβάσει την πρόταση.
Το έμαθα αργότερα και στενοχωρήθηκα γιατί το καλό γούστο του Γκρήρσον υπερείχε της αίσθησης του χιούμορ που διέθετε: Θεέ μου, με τι θυμό θα έβγαινα και θα απαντούσα σε μια τέτοια πρόταση!
*
Πολύ αργότερα, ενώ βρισκόμουν στα σύνορα του Νέου Λαρέντο, ανάμεσα στο Μεξικό και στις ΗΠΑ, κάποιος μου πρότεινε να γυρίσω την ιστορία του Τέξας, διαβεβαιώνοντάς με ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες των τοπικών ράντσων θα μου έδιναν όσα άλογα ήθελα.
Sergei Mikhailovich Eisenstein (1898–1948)
Сергей Михайлович Эйзенштейн

Image and video hosting by TinyPic


(1) Θρυλική σκηνή της ταινίας.
(2) Επίσης σημαντική σκηνή, στην οποία εφαρμόζεται το γνωστό "μοντάζ ατραξιόν" του Αϊζενστάιν για να κινητοποιηθεί το θυμικό του κοινού.
(3) (4) Ταινία του Αϊζενστάιν στην οποία, εκτός των άλλων, πολύ εντυπωσιακά αποτυπώνεται η παραγωγή και επεξεργασία γάλακτος.
(5) Άγγλος πρωτοπόρος ντοκυμανταιρίστας.
* - από Το Δέντρο, τχ. 58-59
Απόδοση: Αρετή Καράμπελα
Ιανουάριος 1991
*Φωτογραφίες: eisenstein.ru/eisenstein/
(БИБЛИОТЕКА КИНОИСКУССТВА ИМ. С.М.ЭЙЗЕНШТЕЙНА)

Ετικέτες , ,

18 Μαρ 2013

147 ~ Νικόλα Πιοβάνι: μιλώ για τη μουσική της συλλογικής μνήμης

Image and video hosting by TinyPic
Άρχισα με πολλές μουσικές κατευθύνσεις στο κεφάλι μου. Για την κυρίαρχη δεν είχα καμιά απολύτως συνείδηση. Υπήρχε η θεωρία και κάποιοι κλασικοί συνθέτες που αγαπούσα. Ο Σοστακόβιτς, ο Κουρτ Βάιλ, ο Σούμπερτ, ο Μπέντζαμιν Μπρίτεν, ο Μάνος Χατζιδάκις. Αυτά συνέβαιναν στο συνειδητό επίπεδο, στο επίπεδο της θεωρίας, της κουλτούρας. Τώρα όμως, ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια που γράφω μουσική, ανακαλύπτω πως αυτό που με ωθούσε να κάνω μουσική ήταν κάποια συγκινησιακή σχέση με όλη τη μουσική μνήμη, μ' όλη τη μουσική που μένει στη μνήμη. Και ακόμα πιο συγκεκριμένα τη μουσική που κατά κάποιο τρόπο συμβολίζει τη συλλογική μνήμη. Όπως ορισμένα λαϊκά τραγούδια, ή όχι ακριβώς λαϊκά, αλλά τραγούδια που τραγουδιούνταν πολύ, ή κάποια μουσική που περνούσε από τη σκηνή του θεάτρου ποικιλιών όταν ήμουν πολύ μικρός, βρέφος σχεδόν, και οι γονείς μου με πήγαιναν να δω τη θεία μου στο θέατρο. Είχα μια θεία που ήταν ηθοποιός του βαριετέ. Αγαπάω τα τραγούδια του βαριετέ, τα καν καν, την πόλκα, αγαπάω τα συγκινητικά τραγούδια. Δεν μιλώ για τη μορφή αυτής της μουσικής, πρόκειται για μια μουσική πολύ απλοϊκή, απλουστευτική, μιλάω για το πνεύμα της, αυτό που ονόμασα προηγουμένως μουσική της συλλογικής μνήμης, της μνήμης των ανθρώπων πού βρίσκονται μέσα σ' ένα θέατρο και είναι έντονα συγκινημένοι γιατί παρακολουθούν κάποια συγκινητική ερωτική ιστορία πολύ λαϊκή. Αυτή η συγκίνηση ήταν και για μένα πολύ ισχυρή και ανακάλυψα, εκ των υστέρων φυσικά, ότι φτιάχνοντας μουσική εγώ ο ίδιος κατά βάθος αναζητούσα αυτή τη συγκίνηση, ήθελα να ανασυνθέσω αυτή τη συγκίνηση σε μια παρτιτούρα φυσικά, όχι να την επαναλάβω μέσα από κάποιο λαϊκό τραγουδιστή, κάποιο κοινό ή μια κατάσταση που να μοιάζει μ' εκείνη της μεταπολεμικής Ιταλίας και των παιδικών μου χρόνων.

Ήθελα λοιπόν να ανασυνθέσω την κατάσταση της συγκίνησης, μια ανασύνθεση που δεν είναι πολιτισμική αλλά καθαρά καλλιτεχνική, όχι λογική αλλά συγκινησιακή. Το στοιχείο δηλαδή που μ' ενδιέφερε δεν ήταν ακριβώς το είδος αυτό της μουσικής, ήταν πιο πολύ το στοιχείο της παράστασης και της συμμετοχής του κόσμου, το είδος της συμμετοχής του κόσμου και η συγκίνηση που δημιουργούνταν. Κάτι ανάλογο με ό,τι συνέβαινε στο τέλος του περασμένου αιώνα με τις αυτοσχέδιες ορχήστρες και τους αυτοσχέδιους τραγουδιστές που αναπαρήγαγαν γνωστές κι αγαπημένες μελωδίες από τις όπερες, μ' έναν τρόπο εντελώς προσωπικό, μουσικά λαθεμένο, γιατί αυτό που τους ενδιέφερε δεν ήταν μια κάποια σωστή φιλολογική απόδοση του κομματιού που έπαιζαν, αλλά η συγκίνηση που τους προκαλούσε το κομμάτι. Πρόκειται για μια συγκίνηση νοσταλγική, που ξεπηδάει από τη μνήμη και τις αποθησαυρισμένες εμπειρίες, όπως π.χ. κάποιος άνθρωπος που κάνει κάποια δουλειά κι εκείνη την ώρα τραγουδάει, ολομόναχος, ή μια γυναίκα την ώρα που κοιμίζει το μωρό της και ανασύρει από τη μνήμη της καταπληκτικά πράγματα χωρίς να το συνειδητοποιεί καθόλου.

Οι γονείς μου δεν έχουν σχέση με τη μουσική. Η μάνα μου είναι μια τυπική νοικοκυρά, ασχολείται με το σπίτι της, ο πατέρας μου ήταν έμπορος, ήταν όμως και στην μπάντα του χωριού του, στην οποία έπαιζε τρομπόνι. Έζησε στη Ρώμη, ασχολήθηκε όπως είπα με το εμπόριο, στα νιάτα του όμως έπαιζε τρομπέτα, λίγο μαντολίνο και φυσαρμόνικα. Ο παππούς μου ήταν αποτυχημένος βαρύτονος. Άρχισε μάλιστα την καριέρα του ως βαρύτονος, στην αρχή με κάποια επιτυχία. Στη συνέχεια είχε προβλήματα, πήγαινε από αποτυχία σε αποτυχία κι αποφάσισε να τα παρατήσει και ν' ασχοληθεί με το εμπόριο. Του έμεινε όμως ο καημός και η φιλοδοξία να γράψει τραγούδια. Κι έτσι τα τελευταία χρόνια της ζωής του, όταν τον έζησα εγώ, έχοντας κιόλας πλουτίσει αρκετά, είχε τη μανία να γράφει κάτι φριχτά τραγούδια που με υποχρέωνε να του παίζω. Υπερβάλλω λέγοντας «φριχτά», στην πραγματικότητα τα τραγούδια του ήταν ανύπαρκτα, σ' εκείνον όμως προκαλούσαν αφάνταστη συγκίνηση. Τραγουδούσε τα τραγούδια του και δάκρυζε. Κι έπειτα είχα αυτή τη θεία μου την ηθοποιό, για την οποία μίλησα πιο πάνω. Αυτό ήταν το κλίμα του σπιτιού μου σχετικά με τη μουσική. Κατά τ' άλλα υπήρξα ένα παιδί σαν όλα τ' άλλα. Οι γονείς μου μ' αγαπούσαν με τον γνωστό φυσιολογικό τρόπο. Κι όπως συνήθως συμβαίνει στην Ιταλία, η μητέρα μου, μου είχε μεγάλη αδυναμία και με φρόντιζε πολύ, ενώ ο πατέρας μου ήταν πάντα πολύ απασχολημένος και δεν είχε τον καιρό ή τη συνήθεια να μου εκδηλώνει ιδιαίτερα την αγάπη του, η οποία όμως υπήρχε εκεί, σταθερή, με τον κλασικό τρέχοντα τρόπο.

[....] Ο έρωτας είχε πάντα σημαντική θέση στη ζωή μου. Πρόσφατα απέκτησα ένα μωρό, ένα αγοράκι που είναι σήμερα έξι εβδομάδων. Πι­στεύω πως η γυναίκα μου είναι μια εξαίρετη μάνα, μια γυναίκα πολύ έξυπνη, την οποία φυσικά αγαπάω πάρα πολύ. Θέλω να πω όμως πως το μωρό αυτό που μόλις γεννήθηκε, με το οποίο δεν μπορώ να επικοινωνήσω, δεν μπορώ να μιλήσω μαζί του, πώς να του φερθώ και ταυτόχρονα δεν ξέρω αν μ' αναγνωρίζει ή αν μ' έχει καμιά ανάγκη, μου δημιουργεί ένα αίσθημα τόσο δυνατό, κάτι σαν έρωτα, μια κατάσταση ερωτικής έντασης. Νιώθω, θέλω, για παράδειγμα, να του αφιερώσω όλη τη μουσική που γράφω και που πρόκειται να γράψω. Αυτό είναι το συναίσθημα που με διακατέχει με ερωτική ένταση αυτή τη στιγμή. Δεν ξέρω τι θα σου λέω σ' έναν μήνα. Τώρα όμως η έντονη σχέση μου μ' αυτόν τον τυπάκο κυριαρχεί. Υπάρχει με μεγάλη ένταση στη ζωή μου και δεν υπάρχει καθόλου. Δεν είναι τίποτα ακόμα - τρώει, κοιμάται, αυτό είναι όλο.
Nicola Piovani (1946)



* - αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
o Νικόλα Πιοβάνι στην Ειρήνη Λεβίδη για το Τέταρτο, τχ.7
Νοέμβριος. 1985
*Φωτογραφίες: sergiobonuomo.com (μέσω bonerzxjohannes.blogspot.com),
lazionauta.it, retedue.rsi.ch
* Η τελευταία φωτογραφία είναι από το Τέταρτο


Links:
Il Campo di Pallone
L'ho perduta
La Vita è Bella-Soundtrack
The Night of San Lorenzo

Ετικέτες , ,