16 Ιαν 2011

108 ~ Φραντς Κάφκα: το ζήτημα είναι να κρατήσω το κεφάλι μου ψηλά ώστε να μην πνιγώ

19 Ioυλίου 1910
Όταν το συλλογίζομαι, πρέπει να πω πως η ανατροφή μου από ορισμένες απόψεις με έβλαψε πολύ. Αυτό το παράπονο αφορά ένα πλήθος ανθρώπων, δηλαδή τους γονείς μου, μερικούς συγγενείς, ορισμένους επισκέπτες του σπιτιού μας, διάφορους συγγραφείς, μία συγκεκριμένη μαγείρισσα, που για ένα χρόνο με πήγαινε στο σχολείο, ένα σωρό δασκάλους (που στη θύμησή μου είμαι αναγκασμένος να τους συμπιέσω κοντά κοντά, αλλιώς μου ξεφεύγει ένας από δω κι άλλος από κει, επειδή όμως τους έχω συμπιέσει όλους τόσο πολύ, και πάλι το σύνολο σπάει εδώ κι εκεί), ένα σχολικό επιθεωρητή, περαστικούς που βάδιζαν αργά, με δυο λόγια αυτή η κατηγορία περιστρέφεται σαν μαχαίρι μέσα στην κοινωνία και κανείς, επαναλαμβάνω, κανείς δυστυχώς δεν είναι σίγουρος ότι η μύτη του μαχαιριού δεν θα παρουσιαστεί ξαφνικά μπροστά, πίσω ή στα πλάγια. Πάνω σ' αυτή την κατηγορία δεν θέλω να ακούσω αντίρρηση, μια κι έχω ακούσει ήδη πάρα πολλές, και, επειδή οι περισσότερες αντιρρήσεις έχουν αναιρέσει τα λεγόμενά μου, συμπεριλαμβάνω αυτές τις αντιρρήσεις στην κατηγορία μου και δηλώνω ότι η ανατροφή μου κι αυτή η αναίρεση με έβλαψαν πολύ από ορισμένες απόψεις.

Μήπως νομίζει κανείς ότι ανατράφηκα κάπου παράμερα; Όχι, καταμεσής στην πόλη ανατράφηκα, καταμεσής στην πόλη. Όχι π.χ. σε ένα ερείπιο στα βουνά ή κοντά στη λίμνη. Οι γονείς μου και η ακολουθία τους ήταν ως τώρα τυλιγμένοι από το παράπονό μου και γκρίζοι, τώρα όμως παραμερίζουν εύκολα αυτό το παράπονο και χαμογελούν γιατί πήρα τα χέρια μου από πάνω τους, τα έφερα στο μέτωπό μου και σκέφτομαι: έπρεπε να ήμουν ο μικρός κάτοικος των ερειπίων, να αφουγκράζομαι τις κραυγές των κορακιών, να μου ρίχνουν τον ίσκιο τους πετώντας από πάνω μου, να δροσίζομαι κάτω από το φεγγάρι, ακόμα κι αν στην αρχή ήμουν λίγο αδύνατος κάτω από την πίεση των καλών μου ιδιοτήτων, που θα φύτρωναν μέσα μου με τη δύναμη των ζιζανίων, καμένος από τον ήλιο, που θα με έλουζε απ' όλες τις πλευρές μέσα από τα ερείπια, πάνω στο κρεβάτι μου από κισσό.

16 Δεκεμβρίου 1910
Βράδυ, ώρα εντεκάμισι. Το ότι, όσο δεν απελευθερώνομαι από το γραφείο, είμαι χαμένος μού είναι σαφές περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το ζήτημα όμως είναι, όσο είναι δυνατόν, να κρατήσω το κεφάλι μου τόσο ψηλά ώστε να μην πνιγώ. Πόσο δύσκολο θα είναι αυτό, ποιες δυνάμεις θα μου απορροφήσει φαίνεται ήδη από το ότι σήμερα δεν τήρησα το νέο μου πρόγραμμα, να καθήσω από τις οχτώ ως τις έντεκα το βράδυ στο τραπέζι μου, ότι μάλιστα αυτή τη στιγμή δεν το θεωρώ αυτό καμιά μεγάλη συμφορά, ότι έγραψα βιαστικά τούτες τις λίγες γραμμές για να πέσω στο κρεβάτι μου.

19 Ιανουαρίου 1911
Μια φορά σκόπευα να γράψω ένα μυθιστόρημα όπου συγκρούονταν δύο αδελφοί κι ο ένας τους πήγαινε στην Αμερική, ενώ ο άλλος έμενε σε μια ευρωπαϊκή φυλακή. Έγραψα απλώς μερικές αράδες εδώ κι εκεί γιατί είχε αρχίσει αμέσως να με κουράζει. Έτσι κάποτε, μια Κυριακή απόγευμα, που είχαμε πάει επίσκεψη στον παππού και στη γιαγιά και είχαμε φάει ένα ιδιαίτερα μαλακό ψωμί, όπως το συνήθιζαν εκεί, αλειμμένο με βούτυρο, έγραψα κάτι για τη φυλακή μου. Είναι πιθανόν ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος το έκανα από ματαιοδοξία και ότι, σπρώχνοντας το χαρτί πάνω στο τραπεζομάντιλο, χτυπώντας το μολύβι στο τραπέζι, κοιτάζοντας ένα γύρο κάτω από το φως της λάμπας, ήθελα να κάνω κάποιον να μου πάρει το γραπτό, να το κοιτάξει και να με θαυμάσει. Στις λίγες εκείνες γραμμές περιγραφόταν κυρίως ο διάδρομος της φυλακής, ιδιαίτερα η ησυχία και το κρύο του' αναφέρονταν ακόμα μερικά λόγια συμπόνιας για τον αδελφό που είχε μείνει πίσω γιατί αυτός ήταν ο καλός αδελφός. Ίσως είχα μια στιγμιαία αίσθηση της ασημαντότητας της περιγραφής μου, μόνο που πριν από εκείνο το απόγευμα δεν έδινα πολλή προσοχή σε τέτοια αισθήματα όταν καθόμουν μαζί με τους συγγενείς μου, που τους είχα συνηθίσει (η δειλία μου ήταν τόσο μεγάλη ώστε το συνηθισμένο με έκανε σχεδόν ευτυχισμένο), γύρω από το στρογγυλό τραπέζι στο γνωστό δωμάτιο και δεν μπορούσα να ξεχάσω ότι ήμουν νέος κι ότι μέσα από τούτη τη σημερινή ησυχία προοριζόμουν για μεγάλα πράγματα. Ένας θείος μου, που του άρεσε να κοροϊδεύει, μου πήρε, τέλος, το χαρτί, που το κρατούσα πολύ χαλαρά, του έριξε μια ματιά, μου το ξανάδωσε, χωρίς καν να γελάσει, κι είπε στους άλλους, που τον παρακολουθούσαν με τα μάτια: «Τα συνηθισμένα», σ' εμένα δεν είπε τίποτα. Εγώ έμεινα καθισμένος κι έσκυβα όπως πριν πάνω από το άχρηστο τώρα χαρτί μου, όμως στην πραγματικότητα είχα με μια σπρωξιά αποκλειστεί από την ομήγυρη, η κρίση του θείου επαναλαμβανόταν μέσα μου με σχεδόν ήδη πραγματική σημασία, κι ακόμα και μέσα στην αίσθηση της οικογένειας απέκτησα μια αντίληψη του ψυχρού χώρου του κόσμου μας, που έπρεπε να τον ζεστάνω με μια φωτιά, που έπρεπε πρώτα να τη βρω.

5 Ιανουαρίου 1912
Εδώ και δυο μέρες διαπιστώνω μέσα μου ψυχρότητα και αδιαφορία όποτε θέλω. Χτες το βράδυ στον περίπατο κάθε μικρός θόρυβος του δρόμου, κάθε βλέμμα που έπεφτε πάνω μου, κάθε φωτογραφία σε μια βιτρίνα ήταν για εμένα σημαντικότερη απ' ό,τι ο εαυτός μου.
Franz Kafka (1883-1924)



* Αποσπάσματα από το βιβλίο Φραντς Κάφκα, Τα ημερολόγια
Μετάφραση:
Αγγέλα Βερυκοκάκη
εκδ. Εξάντας, 1998
*
φωτογραφίες: listal.com, betsydevine.com,
guardian.co.uk (Anonym/Getty Images)


Ακόμα:

- ο Φράντς Κάφκα, στο Γράμμα σε χαρτί

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα