9 Δεκ 2011

125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ: είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

[O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.

Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.

Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»
«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.
«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»

Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»

Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»

Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες: Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...

Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»
«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.
«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.
«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»
«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»
«Όχι!»
«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»

Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.
«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.

Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.

Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.

Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.

Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.
«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.

Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.

Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.

Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»
«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.
«Και τι έργο είδαμε;»
«Τσάρλι Τσάπλιν.»
«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»
«Δεν έχω τίποτα.»
«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»
«Όχι.»

Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»
«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»
«Η αγαπημένη του Νταν.»
«Και ποιος είναι ο Ντάν;»
«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»
«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»

Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!
Naguib Mahfouz (1911–2006)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενo είναι από το βιβλίο
του Ναγκίμπ Μαχφούζ Ο καθρέφτης μιας ζωής
(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εκδ. Ψυχογιός, 2001

* φωτογραφίες: midouza.net, faculty.uca.edu,
tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com

Ετικέτες , , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα