4 Μαΐ 2007

2 ~ Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Σε λίγα δευτερόλεπτα είχα τρέξει τη μισή Αφρική.

...Καθόμουνα και παρατηρούσα μυρμηγκοφωλιές με στρατό από μυρμήγκια μικρά και άλλα μεγαλύτερα. Σιγά-σιγά, ακούγοντας, έμαθα τα ζουμπούλια, τους μενεξέδες, τις ντάλιες, τα αστράκια, τους πανσέδες, τα κρίνα, τους ήλιους, τις αζαλέες, τα γαρούφαλα, τις φράντζιες, τις μιμόζες, τις μπουγκανβίλιες, τα γεράνια, τα χρυσάνθεμα, τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες, τα γαϊδουράγκαθα, τις τσουκνίδες, τα χαμομήλια.

Είχαμε μουσμουλιές, και βερυκοκιές δυό-τριών λογιών κιτρονιές, πορτοκαλιές, νεραντζιές και λεμονιές, σ' ένα μέρος που ο πατέρας μου το αποκαλούσε με στόμφο το «φυτώριον». Αλλά το ωραιότερο δέντρο, μετά τη λεύκα και τη μουριά, ήτανε στο τέλος ακριβώς του χτήματος, εκεί που ένα βαθύ αυλάκι μάς χώριζε από το γείτονα: μια πελώρια συκιά. Εκεί απάνω σκαρφάλωνα και καβαλικευτός σ' ένα χοντρό κλωνάρι διάβαζα ένα παιδικό βιβλίο και χαιρόμουνα τη ζωή. Σ' αυτό μου το διάβασμα με συνόδευε μια γλυκιά μουσική. Τα φαρδιά φύλλα της συκιάς χτυπούσαν το 'να τ' άλλο σαν κύμβαλα καθώς περνούσε το αεράκι, κι άλλα δέντρα παρακάτω έκαναν αλλιώτικο ήχο. Το νερό που έτρεχε στο αυλάκι ψιθύριζε κι αυτό κάτι. Και στον ουρανό τα κοτσύφια και οι κεφαλάδες έριχναν καμιά φωνή, ενώ τριγύρω έκοβε βόλτες βιαστικές ένα χελιδόνι ώσπου ν' αποφασίσει να κάτσει για λίγο, κρατώντας ισορροπία στα σύρματα του τηλεγράφου. Βούλες-βούλες έπεφτε το φως τριγύρω μου και στα σταχτιά κλωνάρια της συκιάς που έβγαιναν απ' τη γη σαν μεγάλα ήμερα φίδια. Άλλοτε πάλι, δίπλα στο δροσερό πηγάδι με τη μαρμαρένια γούρνα, αποκάτω απ' την ψηλή λεύκα που πάντα βούιζε και όταν ακόμα κανένα άλλο δέντρο ή φυλλαράκι δεν κουνούσε, καθόμουνα με τη μάνα μου και έκανα ανάγνωση.

Δεν ήμουνα πια στο πρώτο μάθημα όπου, κομπιάζοντας και διστάζοντας, διάβαζα τραγουδιστά «τα ία, τα ρόδα» (που στο μυαλό μου, η τελευταία αυτή λέξη, αν και είχε δίπλα της ζωγραφιστό ένα τριαντάφυλλο, μου θύμιζε χωρίς να το θέλω, τα στρογγυλά και κρύα ρόδια που σπάζαμε με τα χωριατόπουλα και ρουφούσαμε το ζουμί τους). Τώρα διάβαζα τη Χρηστομάθεια και μικρά διηγήματα με την αλεπού και ένα άλλο που ο τίτλος του ήταν «Ο Λέων». Άμα ύστερα, κατά τύχη, έμαθα ότι υπάρχουν και άνθρωποι, και μάλιστα παιδιά, με το όνομα «Λέων», κρυφά λυπόμουν που και μένα δεν μου είχαν δώσει ένα τέτοιο όνομα που ασφαλώς θα πρόσθετε στην εμφάνισή μου κάποια αλλιώτικη αίγλη, σαν να φορούσα πραγματικά τη λεοντή του Ηρακλέους.

Πολλές φορές καθώς διάβαζα με έπιανε νύστα. Η μητέρα μου έραβε δίπλα μου και πάντα βρισκόταν μια μύγα που με ενοχλούσε στριφογυρίζοντας δίπλα μου. Αλλά σιγά-σιγά θάμπωναν και τα γράμματα που ήταν μπρος στα μάτια μου, και η μύγα έφευγε και το κεφάλι μου βάραινε κι έπεφτε απάνω στον αγκώνα μου και έβλεπα καθαρά πως η ιστορία που διάβαζα εγκατέλειπε άξαφνα το χαρτί και ανεβαίνοντας στους ουρανούς έπαιρνε κατεύθυνση προς το άπειρο. Εγώ την ακολουθούσα από πίσω, έσμιγα μαζί της και μιλούσα με το κύριο πρόσωπο και σιγά-σιγά εκείνο χανόταν κι εγώ έπαιρνα τη θέση του και πρόσταζα και κυβερνούσα και κυνηγιόμουν με τους άλλους. Μα πολλές φορές μες στ' όνειρό μου ξεχνούσα την πραγματική μου οντότητα και γινόμουνα στ' αλήθεια άλλος άνθρωπος. Τούτο καθόλου δεν με παραξένευε και το έβρισκα φυσικότατο να έχω γένεια, παραδείγματος χάριν, ή να είμαι ό πραγματικός Ροβινσών ή λιοντάρι και να βρυχώμαι.

Τη νύχτα συχνά με κυνηγούσαν λύκοι ή έπεφτα άξαφνα μέσα σ' ένα βάραθρο ατελείωτο, και τότε ξυπνούσα ή τιναζόμουν και κλοτσούσα στο κρεβάτι μου. Όταν όμως έξω στην αυλή με έπαιρνε ένας μικρός ύπνος διαβάζοντας κοντά στη μητέρα μου, την άκουγα καμιά φορά που έλεγε: «Κοιμάται το αγγελούδι μου». Και αμέσως ήξερα ότι αυτό έβγαινε από το στόμα της μητέρας μου και ότι είχα αποκοιμηθεί. Εν τούτοις δεν έχανα την υπόστασή μου της στιγμής εκείνης και δεν μου φαινόταν ασυμβίβαστο να είμαι συγχρόνως αποκοιμισμένο παιδί κοντά της και λεοντάρι που τρέχει στα παρθένα δάση της Αφρικής.

Με τη φωνή της όμως το όνειρό μου κοβόταν απότομα ή μάλλον με αστραπιαία ταχύτητα έκανε «όπισθεν», απάνω-κάτω όπως μια κινηματογραφική ταινία που τη γυρίζεις ανάποδα αλλά πολύ πιο γρήγορα παρά ό,τι είναι δυνατόν να γίνει στον κινηματογράφο. Το λιοντάρι, χωρίς καλά-καλά να προφτάσω να το αντιληφθώ, ήμουν εγώ, και εγώ δεν ήμουν πια λιοντάρι, αλλά ήμουν καθισμένος στην καρέκλα μου με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι μου. Γύρω-γύρω είχε πολύ φως, έκανε ζέστη και καταλάβαινα πως είχα ιδρώσει' η μύγα ακουγόταν στ' αφτιά μου, η μητέρα μου έραβε πάντα και κρατούσα ακόμη στα δάχτυλα το μολύβι με το όποιο έπαιρνα σημειώσεις. Ήξερα πως λίγα δευτερόλεπτα μόνο με είχε πιάσει ο ύπνος και όμως σ' αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα είχα βρει τον καιρό να τρέξω τη μισή Αφρική.
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906 - 1994)

Image and video hosting by TinyPic


* Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
Το χαλί όπου παίζαμε ήταν κόκκινο - Εκδ. Ίκαρος, 1996

* Ο πίνακας είναι από το mmb.org.gr
* Φωτογραφίες: enet.gr, myriobiblos.gr, euro2day.gr
Oι δύο παιδικές είναι από το βιβλίο.



Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Σκηνικό “Το πρώτο πρωί του κόσμου”
για την Περσεφόνη των Ζιντ - Στραβίνσκι, Κόβεντ Γκάρντεν, 1961.


Links:
- Απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο στο Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού
- Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Του Ιωακείμ Γρυσπολάκη,
από την Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων
- "Ένας Ύδραίος στην 'Ανδρο", του Γιώργου Καρουζάκη
από την : Ελευθεροτυπία

Ετικέτες , ,

10 σχόλια:

Blogger Αντώνης :

Το blog μας [xouakina.blogspot.com] φιλοξενεί μία αρκετά μεγάλη συλλογή πινάκων του μεγάλου δημιουργού Γκίκα. Σε προκαλούμε να το επισκεφθείς και να σχολιάσεις τα αριστουργήματά του.

30/5/07 17:52  
Blogger Κ.σ-Μ. :

Είδα το μπλογκ σας Αντώνη. Μπράβο για την δουλειά σας!

10/6/07 17:27  
Anonymous Χρήστος :

Στην ιστοσελίδα Μυριόβιβλος υπάρχουν δύο επιστολές που αντάλλαξαν ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας με το Δημήτρη Πικιώνη.

Οι επιστολές περιλαμβάνονται στο βιβλίο Γράμματα Δημήτρη Πικιώνη - Ν. Χατζηκυριάκου - Γκίκα, Εκδόσεις Ίκαρος, επιμέλεια: Ν. Π. Παΐσιος. Οι επιστολές που υπάρχουν στο βιβλίο χρονολογούνται από το 1928 μέχρι το 1952.

5/4/13 20:39  
Anonymous Χρήστος :

Ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας προς το Δημήτρη Πικιώνη

19 Ἰουλίου 52

Ἀγαπητὲ Μίμη,
Δὲν ἔλαβα ἀκόμη ἀπάντησή σου, συνεχίζω ὅμως τὴ φυλλάδα ποὺ ἄρχισα νὰ σοῦ γράφω.

Χτὲς πῆγα σὲ μιὰ μεγάλη ἔκθεση τοῦ Rouault στὸ Musée d'Art Moderne — 6 σάλες σὺν 2 διάδρομοι, σὺν τὶς σκάλες ἑνὸς πατώματος, σὺν τὰ πλατύσκαλα.

Ἀρχίζει μὲ μεγάλα ἀντίγραφα ἀπὸ τὸν Gustave Moreau, πολὺ καλὰ φτιαγμένα, τῶν ἐτῶν 1890. Ὕστερα μεγάλες ὑδατογραφίες, aquarelles καὶ gouaches μὲ τὸ θέμα les filles, ὡραῖες, στὴν τεχνική του Cézanne, μὲ bleu γραμμές, bleu demi-teintes, ρὸζ φῶτα, καὶ μὲ τὴν προσθήκη μαύρων γραμμῶν. Αἰσθητικῶς ἀπαράδεκτα εἶναι αὐτά, ἀλλὰ τεχνικῶς ἄρτια. Ὕστερα ἔρχεται ἡ σειρὰ les juges, caricatures πολὺ ἀντιαισθητικές, καμωμένες μὲ λάδι ποὺ εἶναι βαρύτερο καὶ πιὸ μουντὸ ἀπὸ τὶς aquarelles (1906). Ἕπονται Χριστοί, σταυρώσεις, πιὸ ἐνδιαφέροντες, καὶ ἡ σειρὰ τῶν μεγάλων clowns σὰν ταπισερί, ὅπου ζωγραφίζει καὶ μία μπορντούρα γύρω ἀπὸ τὸ θέμα, φαρδιὰ καὶ ὡραία, μὲ πράσινα ἢ κόκκινα. Ὕστερα μία ποικιλία ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ θέματα, μιὰ époque de transition, καὶ gravures, μερικὲς ὡραῖες, 2 πολὺ ὡραῖες, πολὺ φίνες tapisseries, καὶ δύο θαυμάσια vitraux, τὰ ὡραιότερα ποὺ εἶδα. Θὰ ἤθελα νὰ μάθω πῶς ἔγιναν, γιατί ἔχουν ἐλάχιστες ἀποχρώσεις ἄλλοτε πρὸς τὸ μώβ, ἄλλοτε πρὸς τὸ πράσινο ἢ λαδὶ κ.τ.λ. Κατόπιν πάλι gravures καὶ émaux de Limoges, καὶ ὕστερα 2 τελευταῖες αἴθουσες μὲ τὰ καινούργια ἔργα, μερικὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἐξαίσια (κεφάλια, Μαγδαληνές, Χριστοί, Πόρνες, clowns). Ἐδῶ ζωγραφίζει καὶ ὁλόκληρο τὸ κάδρο, τὴν κορνίζα, καὶ μὲ ἕναν τρόπο ἐλεύθερο, δεξιὰ λ.χ. βάζοντας κόκκινο, ἀριστερὰ πράσινο ἢ gris, ἢ κάνοντας μία πλευρὰ σὲ 2-3 ἀποχρώσεις, χωρὶς κανένα τελείωμα, χωρὶς προσοχή, τελείως ἀκατάστατα.

Ἔτσι τὸ ἔργο μοιάζει νὰ προεκτείνεται ὡς τὴν ἄκρη τῆς κορνίζας. Ἔχει καὶ μιὰ λαϊκότητα ποὺ θυμίζει ἂς ποῦμε Θεόφιλο.

Αὐτή ἡ ἔκθεσις μοῦ ἔκανε ἐντύπωση, δεδομένου ὅτι ποτὲ δὲν μοῦ ἄρεσε ἐξαιρετικὰ ὁ Rouault (δὲν εἶχα δεῖ καὶ ποτὲ πολλὰ ἔργα του). Καταλήγω νὰ πῶ ὅτι εἶναι ὁ μεγαλύτερος coloriste, ἕνας ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται πραγματικὰ τὸ χρῶμα. Σὰν τεχνικὴ εἶναι πολὺ περίεργη. Αὐτὰ τὰ ἔργα εἶναι σχεδὸν ἀνάγλυφα, ὁλόκληρο ἕνα μέτωπο ἢ ἕνα μάγουλο εἶναι παχὺ ὥσαμε 6 χιλιοστά. Ἔχει καὶ τοπία μὲ βιβλικὰ θέματα λιγότερο καλά. Βέβαια εἶναι μία τέχνη ὄχι ἀπόλυτα ὡραία καὶ ποὺ δύσκολα θὰ στεκόταν δίπλα σὲ κάτι ἑλληνικό, ἀλλὰ περιέργως πώς, μερικὰ ἔργα φθάνουν κοντὰ στὰ κοπτικὰ ὑφάσματα, ὅταν τὸ σχέδιο εἶναι ἀρκετὰ καθαρὸ καὶ τὸ χρῶμα πολὺ ἔντονο, λόγω μιᾶς ἁπλουστεύσεως τῶν κυρίων σχημάτων, μιᾶς εὐαισθησίας διάχυτης καὶ ἑνὸς παλμοῦ, ποὺ λ.χ. σπανίζουν σὲ ἀνάλογα ἔργα τοῦ Matisse, ποὺ εἶναι πάντα ξηρὰ καὶ σκληρὰ ἐν συγκρίσει, καὶ ποὺ ὡς μορφὲς δὲν φθάνουν σχεδὸν ποτὲ ὥς τὴν
τυποποίηση, καὶ ποὺ ἔχουν ἐπιπροσθέτως ἐκεῖνο τὸν ἀφόρητο γαλλισμὸ τῆς grâce τοῦ 18ου αἰῶνος. Στὸν Rouault εἶναι, ἔκδηλες οἱ ἐπιρροὲς τοῦ Greco, Rembrandt κ.τ.λ. Μιὰ μορφὴ Χριστοῦ εἶναι παρμένη ὁλόκληρη ἀπὸ τὸν Greco. Ἔπειτα ἔχει ἐκεῖνο ποὺ ἐγὼ τοῦ δίνω μεγάλη σημασία: ὅτι ἀποδίδει τὸ θέμα του. Εἶναι αὐτὸ ποὺ λέγαμε καὶ στὴν Ἰταλία, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ θρησκευτικοῦ περιεχομένου ἔργα, οὔτε θρησκευτικὰ εἶναι οὔτε περιεχόμενο ἔχουν. Ἐδῶ ὑπάρχει περιεχόμενο καὶ ὑπάρχει θρησκευτικότης, καὶ θέμα.

5/4/13 20:39  
Anonymous Χρήστος :

Φυσικὰ δὲν μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι νεωτερίζει καὶ καινοτομεῖ. Εἶναι ἁπλῶς μιὰ νέα version παλαιῶν τρόπων. Καί, στὸ τέλος, ἀπὸ ὅλη τὴν ἔκθεση λίγα ἔργα, καμιὰ 15αριά, εἶναι πρώτης τάξεως.

Αὐτὴ ἡ παρατήρησις μὲ ἄγει εἰς τὸ νὰ τὴν γενικεύσω. Παρατηρῶ δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐποχή μας δὲν κάνει ἐπιλογὴ ἀλλὰ φύρδην μίγδην δέχεται ἢ ἀπορρίπτει ἀνθρώπους ἢ ἐποχές. Ἔλειψε ὁ τύπος τοῦ connaisseur, ποὺ ἄλλοτε ἔβλεπε διάφορες ποιότητες μεταξὺ ἔργων τοῦ ἰδίου τεχνίτη καὶ τῆς ἰδίας ἐποχῆς, καὶ ἀξιολογοῦσε, σύμφωνα μὲ κάποιους νόμους. Ἴσως αὐτὸς νὰ περιέπιπτε σὲ κάποια στενότητα ἀντιλήψεως καὶ νὰ ἔφερε τὴν σημερινὴ ἀντίθετη στάση, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ ἕνα ἄκρον πέσαμε στὸ ἄλλο. Οὔτε ὑπάρχει πιὰ ἡ ἔννοια τοῦ chef-d'oeuvre γιὰ τὸ ὁποῖον δικαίως ἐπαίρετο ὁ κατασκευάσας.

Τοῦτα ὅλα δείχνουν ὅτι δίδεται ἡ μεγαλυτέρα σημασία στὴν αὐθόρμητη ἢ μὴ ἔκφραση, στὴν σύλληψη κάποιων ἀπόρρητων σχέσεων, στὴν δημιουργία ἑνὸς πλαστικοῦ συμπλέγματος, ὅπως-ὅπως, καὶ πάση θυσία —πράγμα ὀρθὸν κατ' ἀρχήν, καὶ ποὺ δίνει στὴν μοντέρνα τέχνη ὅλο τὸ ἐνδιαφέρον της καὶ τὴ ζωτικότητά της— ἀλλὰ καὶ ποὺ δημιουργεῖ παρεξηγήσεις — μιὰ οἱαδήποτε ἀνοησία μπορεῖ νὰ διεκδικήσει τὴν πρώτη θέση ἀνάμεσα σὲ γνήσια καὶ σημαντικὰ ἔργα. Ἔτσι στὸ Λοῦβρο λ.χ. πωλοῦν «μεταξὺ ἄλλων» καὶ ἔγχρωμες φωτογραφίες τῶν ἔργων τοῦ Magnelli! Πρᾶγμα πού μοῦ φάνηκε σκανδαλῶδες εἰς τὸ ἔπακρον. Εἶναι ἐκεῖνος ὁ Ἰταλὸς ποὺ εἶχε μία μικρὴ αἴθουσα δική του στὴν Biennale καὶ ποὺ κάνει κάτι σχήματα σὰν κομμένα χαρτιὰ πολύχρωμα κολλημένα σ' ἕνα φόντο. Ὡς ἄνθρωπος σημειωτέον εἶναι λίαν συμπαθής. Μὲ κάλεσε καὶ φάγαμε καὶ μοῦ 'δειξε τὰ ἔργα του. Ἔχει καὶ μιὰ ὡραία κολεξιὸν ἀπὸ nègres.

Δεύτερη σπουδαία ἔκθεσις εἶναι τοῦ Braque. Αὐτὸς εἶναι toniste Ὄχι coloriste. Μεταχειρίζεται μὲ μαεστρία ἕνα εἶδος γενικοῦ chiaro-scuro, ὄχι μὲ τὴν ἔννοια τῆς φωτοσκιάσεως ἀλλὰ τῆς γενικῆς tonalité τοῦ ταμπλώ Τῆς οἰκονομίας τοῦτ' ἔστιν τῶν λευκῶν καὶ τῶν μαύρων, καὶ κυρίως τῶν γκρίζων. Τὰ τελευταῖα του ἔργα ἔχουν μεγάλο λυρισμὸ μὲ τὰ πιὸ κοινὰ ἀντικείμενα (ἀκόμη καὶ καλοσχεδιασμένοι ἠλεκτρικοὶ λαμπτῆρες) καὶ μιὰ τεχνικὴ προσπάθεια νὰ ἀποδοθοῦν τὰ μακρινὰ πλάνα (τοπία) καὶ ταυτοχρόνως νὰ εἶναι στὸ πρῶτο ἐπίπεδο (πρᾶγμα ποὺ τὸ κατορθώνει σχετικά). Σὲ ἄλλο ἔργο ζωγραφίζει τὴ βροχή. Ταυτοχρόνως, καὶ ὅταν δὲν παρασύρεται ἀπὸ τὸ Baroque, εἶναι ὁ πιὸ «Ἕλλην» ζωγράφος. Τοῦ τὸ εἶπα. Πῆγα καὶ τὸν εἶδα στὸ atelier του. Διατείνεται ὅτι ἡ Γαλλία εἶναι ἡ πιὸ «ἑλληνική» χώρα τῆς Δύσεως, θρεμμένη μὲ ἑλληνικὰ ἔργα. Ὁμολογῶ ὅτι κάθε ἄλλο βλέπω. To atelier του εἶναι δυτικομεσημβρινό, ὅπως καὶ τὰ δύο ἄλλα atelier ποὺ ἔχτισε τελευταίως στὴν Varengeville, στὴν Νορμανδία, καὶ κανονίζει τὸ φῶς μὲ μεγάλα ἄσπρα πανιά, ὅπως οἱ φωτογράφοι. Καὶ αὐτὸς ἀποδίδει τὸ θέμα του ἐντάξει. Ἔχει στὴν ἔκθεσή του ἕνα ἔργο ὅπου ὅλος ὁ πίνακας ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕναν μπάγκο περιβολιοῦ, μπροστὰ στὸν ὁποῖο βρίσκεται ἕνα στρογγυλὸ τραπεζάκι σιδερένιο μὲ κάτι ἀντικείμενα ἀπάνω, καὶ γύρω-γύρω φυλλώματα, καὶ φῶτα ποὺ πέφτουν ἀνάμεσα, ἐντελῶς ἐκπληκτικὸ στὴν ἀκρίβεια τοῦ συναισθήματος καὶ στὸν πλοῦτο τῆς τεχνικῆς, γιατί αὐτὰ τὰ φῶτα καὶ αὐτὰ τὰ φυλλώματα εἶναι πινελιὲς ἀπὸ ὅλα τὰ χρώματα ριγμένες ἡ μιὰ ἀπάνω στὴν ἄλλη, τυχαῖα, ὅπως ὅταν δοκιμάζει κανεὶς τὰ χρώματα στὸ πλάι τοῦ χαρτιοῦ ὅπου ζωγραφίζει.

Γιὰ τοὺς νέους ζωγράφους, τοὺς σημερινούς, τοὺς «abstraits», λέει ὅτι εἶναι διακοσμηταὶ καὶ ὄχι plasticiens. Γιὰ τὸν Picasso ὅτι il n'est pas grec. Ἀλλὰ δὲν μπορεῖς σὲ λίγη ὥρα νὰ τὸν κάνεις νὰ πεῖ πράγματα θετικά, γιατί δὲν εἶναι ἄνθρωπος ποὺ μιλάει εὔκολα.

5/4/13 20:41  
Anonymous Χρήστος :

Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὁ Picasso εἶναι πολὺ πιὸ ἐνδιαφέρων. Ἀλλὰ τώρα εἶναι στὸ Midi καὶ δὲν τὸν εἶδα. Εἶχε μιὰ ἔκθεση δική του, ἕνα εἶδος μικρῆς rétrospective, μὲ τὸν τίτλο Picasso inspire son époque. Εἶχα πράγματι τὴν ἐντύπωση ὅτι κατὰ κάποιον τρόπο σβήνει ὅλα τὰ ἄλλα, τόσο μεγάλη εἶναι ἡ explosivité του. Ἔτσι δικαιολογεῖται ἀπόλυτα αὐτὸς ὁ prétentieux τίτλος τῆς ἐκθέσεώς του. Μπορεῖ νὰ πεῖ κανεὶς ὅτι ἔχει πολλὰ ἔργα raté καὶ ὅτι καὶ τὰ καλύτερά του δὲν στεροῦνται ἐλαττωμάτων. Ἐν τούτοις καὶ παρ' ὅλα ταῦτα εἶναι πάντα τόσο ἀπροσδόκητα τόσο foncièrement original μὲ τὴν βαθιὰ σημασία τῆς λέξεως, δηλαδὴ τόσο βαθύτατα ἀληθινὰ ὥστε καταντοῦν fascinants δηλαδὴ proprement magiques.

Νομίζω ὅτι καὶ ὡς ἄνθρωπος εἶναι τὸ ἴδιο. Μοῦ ἔλεγε ἕνας Ἰσπανὸς γλύπτης ποὺ τὸν ξέρει καλὰ ὅτι πολλὲς φορὲς ἒτυχε νὰ πέσει στὴν ἀγκαλιὰ του κλαίγοντας σὲ μαύρη ἀπελπισία, λέγοντας ὅτι δὲν ἔκανε τίποτα καὶ πότε θὰ προφτάσει νὰ κάνει; Τὸ ἴδιο δὲ λέει καὶ στὴ Μάτση (πρώην Κα Ἐμπειρίκου καὶ νῦν Vilato — εἶναι δὲ ὁ Vilato ἀνιψιὸς τοῦ Picasso) ὅτι καὶ ἐκείνη τὸν εἶδε σὲ παρόμοιες κρίσεις, ἑπομένως εἶναι ἀλήθεια. Ἔχει δὲ μείνει, καὶ τώρα ποὺ εἶναι πιὰ γέρος, τὸ ἴδιο ἁπλὸς καὶ direct στὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ πράγματα. Αὐτὸ ἄλλωστε νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἡ μεγάλη του ἀξία. Τίποτα δὲν παρεμβαίνει ἀνάμεσα στὴν ἄμεση ἐντύπωση (ποὺ φυσικὰ προϋποτίθεται ἔντονη καὶ πρωτότυπη) καὶ στὸ χέρι ποὺ τὴν ἐκτελεῖ. Ἐν τούτοις ἔβλεπα ἕνα μικρὸ σχέδιο μὲ μολύβι πού, ἐκ πρώτης ὄψεως, μοιάζει καμωμένο μὲ μεγάλη εὐκολία, πόσα σβησίματα ἔχει — τόσα πολλὰ ὥστε θὰ πρέπει, ἂν χρονομετροῦσε κανεὶς τὴν ἐκτέλεση, νὰ χρειάστηκε πολλὲς ὧρες γιὰ νὰ τὸ κάνει. Τὸ ἴδιο παρατηρεῖται στὸ μεγάλο ἔργο Guernica. Ἔχει ἀλλάξει βασικὰ τουλάχιστο τέσσερεις φορές. Τοῦτο ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν μὲ ἐκεῖνο ποὺ ἔλεγα παραπάνω. Ἴσως ὅμως νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συνέχισις τοῦ αὐθορμητισμοῦ διὰ μέσου τῆς ἀλλαγῆς.

Ὡς πρὸς ἐμὲ δὲν τὸν παρομοιάζω μὲ ἄλλον παρὰ μόνον μὲ τὸν Δαίδαλον —τὸν πατέρα τῶν τεχνῶν— ποὺ πρῶτος τὶς ἀνακάλυψε, ἔτσι κι αὐτὸς ἀνακάλυψε ἕνα ἄλλο εἶδος τέχνης. Ψυχολογικὰ ἴσως καὶ πιὸ σημαντικῆς ἢ θεμιτῆς. Ἔχει δὲ ἕνα ἀνοιχτό, ἀεικίνητο καὶ ξύπνιο μάτι (τὸν ἔβλεπα πρὸ καιροῦ σὲ ἕνα θέατρο) ποὺ τὸν κάνει νὰ μοιάζει περισσότερο μὲ ἕναν πολὺ κοινὸ καὶ πολὺ ἔξυπνο λαϊκὸ ἄνθρωπο (ἢ ἕνα ἔξυπνο ζῶο) παρὰ μὲ τίποτα ἄλλο. Ἔτσι ἐξηγεῖται καὶ ἡ ἀνήκουστη περιφρόνησή του πρὸς τὴν τεχνικὴ καὶ τὴν ματιέρα. Ἐδῶ ἡ ματιέρα εἶναι πραγματικὰ συνώνυμος μὲ τὴν ὕλη. Καὶ τὴν βιάζει συνεχῶς εἰς τὸ νὰ κάνει πράγματα ποὺ ἐκείνη δὲν ἐπιδέχεται. Εἶναι ἕνα πορτραῖτο (;) στὸ Musée d'Art Moderne καμωμένο μὲ ripolin ποὺ ἔτρεξε παντοῦ καὶ εἶναι γεμάτο ἀπὸ ρυτίδες, κοιλιές, δάκρυα, αὐλάκια, καὶ ὅμως εἶναι περίφημο. (Τὰ χείλια εἶναι καμωμένα μὲ bleu cobalt ἀνοιχτὸ ἀντὶ γιὰ κόκκινο.)

11 Σεπτ. 52

Σοῦ στέλνω ἐπιτέλους αὐτὸ τὸ ἀτελείωτο γράμμα, γιατί ἔτσι ὅπως πάει μπορεῖ νὰ μὴν τελειώσει ποτέ. Ἐν τῶ μεταξὺ ἔλαβα καὶ τὸ γράμμα σου καὶ σὲ εὐχαριστῶ. Δὲν προφταίνω νὰ σοῦ ἀπαντήσω σ' αὐτὰ ποὺ γράφεις — θέλουν καιρὸ καὶ ἡσυχία. Ἔχω κάνει 5 ἔργα ἀρκετὰ μεγάλα. Ἄρχισε κρύο καὶ ἄσχημος καιρός. Χρειαζόμουνα ἀκόμη ἕνα χρόνο ἐδῶ.

Χαιρετισμοὺς στὴν Ἀλεξάνδρα, τὰ παιδιὰ καὶ ὅλους.
Νίκος

Εἶναι ἐδῶ ὁ Συμεών καὶ χάρηκα ποὺ τὸν εἶδα.

5/4/13 20:41  
Anonymous Χρήστος :

Ο Δημήτρης Πικιώνης προς το Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα



Ἀγαπητὲ φίλε,
Οὔτε πέννα ἔχω τὴ στιγμὴ ποὺ ἦρθε τὸ «πλήρωμα» γιὰ νὰ σοῦ γράψω. Σ' εὐχαριστῶ γιὰ τὸ γράμμα σου καὶ ποὺ θυμήθηκες τὸν Πέτρο μου. Λοιπὸν πολὺ μ' ἔκανε νὰ σκεφθῶ, ν' ἀναζητήσω τὶς αἰτίες καὶ προπαντὸς νὰ καθορίσω τὴν πραγματικὴ ὑπόσταση τοῦ φαινομένου. Ἤμουν τότε πολὺ θλιμμένος καὶ τὰ γραφόμενά σου ἦρθαν νὰ ἐπιτείνουν τὴ θλίψη μου. Καὶ τώρα ποὺ σοῦ γράφω, αἰσθάνομαι πόσο ἀσταθεῖς εἴμαστε, πὼς τὸ ἀκλόνητο εἶναι καρπὸς μακροῦ καὶ ἀκάματου ἀγῶνα, ποὺ ἀπαιτεῖ ἄσκηση ἀέναη, θυσία πραγματικὴ ποὺ εἶναι ἀκριβὰ ἀκόμα γιὰ τὴν ψυχή μας. Κυμαινόμεθα ἀνάμεσα στὰ ἀντίθετα. Ξαναρχίζουμε ἀπὸ τὸ ἴδιο σημεῖο, πέφτουμε ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ ποὺ ἀποφασίζουμε νὰ ἀνυψωθοῦμε, ἡ ἐλπίδα μας ξαναγεννιέται ἀπὸ τὴν βαθύτερη ἀπελπισία μας. Ὁ πόθος μας σβήνει τὴ στιγμὴ τῆς πλήρωσής του, ἡ πλήρωση τούτη εἶναι πενία καὶ ἡ στέρηση πόρος.

Μερικοὶ στίχοι τῆς Ἐρωφίλης ποὺ βρῆκα τυχαῖα μοῦ 'δωσαν κάποια παρηγοριά. Ἡ ζωντανὴ λαλιά, ἡ παρουσία τῆς πολύψυχης μάζας στὸ ἔργο τοῦ ἑνός, ἡ γνησιότητα, ἡ συνεκτικὴ δύναμη τῶν γενεῶν. Σοῦ τοὺς ἐσωκλείω.

Ὕστερα κάποια λόγια του Χρυσόστομου, ποὺ προδίδουν τὴν ἀτράνταχτη, βαθύτατη καὶ σταθερὴ πίστη στὸ ἄναρχο κι αἰώνιο. Ἡ κατοχὴ τοῦ ὄντως ὄντος, μέσα στὴν ἀέναη ροὴ τῶν πάντων. Δὲ θυμᾶμαι καλὰ τὰ λόγια, μιλάει ὅτι δὲ φοβᾶται τίποτα, γιατὶ κατέχει τὸ «συμβόλαιο», ποιὸ συμβόλαιο; τὰ λόγια του Χριστοῦ: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται ἀλλ' ὁ λόγος μου οὐ μὴ παρελεύσεται εἰς τὸν αἰῶνα». Δὲ φοβᾶται τὴ φτώχεια (Οὐδὲν εἰσηνέγκαμεν εἰς τὸν κόσμον, δῆλον ὅτὶ οὐδὲν ἐξενεγκεῖν δυνάμεθα) κ.τ.λ. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ κατάρτιση μέσα μας ἑνὸς ἰδεώδους, ποὺ ὅταν ὅλα γύρω μας γκρεμίζονται ἢ φθείρονται αὐτὸ μένει ἀτράνταχτο, ἄφθαρτο, ὁποὺ αὐτὸ μονάχα ἀρκεῖ στὴν ἀπώλεια τῶν πάντων;

Εἶχα αἰσθανθεῖ ὅτι ὁ Ἔρως ὁ οὐράνιος ἐξαγνίζει τὴν Σάρκα, μεταμορφώνει τὸ γήινο — ἀκολούθησα τοῦτο τὸ δρόμο ἀλλὰ βρῆκα τὴ φθορά, τὴ μεταβολή, τὴν ὑποψία, τὴ ζήλεια, τὸν πόθο τῆς κατοχῆς, τὴν ὑποδούλωση στὴν ἡδονή. Ἔπεσα σὲ πέλαγος ἀσταθείας καὶ ἀβεβαιότητος. Ἔφριξα μὲ τὴν κακία μου, μὲ τὶς ἀδυναμίες μου, τὶς ἰδέες τὶς ἀπὸ γενετῆς μου. Ἡ Φύση ἀπαιτεῖ ἀπό μᾶς νὰ νικήσουμε ἐκεῖ ἀκριβῶς πού μᾶς ἔπλασε πιὸ ἀδύνατους. Καὶ εἶδα πὼς τὶς ἀδυναμίες μου δὲν τὶς εἶχα νικήσει καὶ πὼς πρὸς τὸ τέλος πλέον τοῦ βίου δὲν ὑπάρχουν πολλὲς ἐλπίδες νὰ τὶς κατανικήσω. Ἰδού τες ὅτι σὲ πρώτη εὐκαιρία προβάλλουν ὡς ἄλλες κεφαλὲς Λερναίας Ὕδρας, ἀκοίμητες, ὁλοζώντανες, ἀδάμαστες, πανίσχυρες...

Ὑπάρχει λοιπὸν ὁ ἄλλος δρόμος, ὅπου τὰ πολλὰ γίνονται ἕνα, ὁποὺ ὑπόσχεται τὴ γαλήνη, τὴν πραγματικὴ εὐτυχία, τὴν βεβαιότητα. Ἀλλ' εἰς τὴν ἀρχή του βρίσκεται ἡ θυσία, εἰς κάθε σημεῖο του... Ἐτοῦτος ἀπαιτεῖ ἀπὸ
μᾶς ν' ἀπαρνηθοῦμε κάθε ἔρωτα (εἰς τὸ ὄνομα τοῦ ἑνός) κάθε ἔργο (εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἀπρόσωπης συνεργασίας μας στὸ ἕνα ἔργο) κάθε ἐλπίδα (ἀφοῦ πιὰ κατέχοντας τὸ Πᾶν, περιττεύει κάθε ἐλπίδα...) (εἶναι τοῦ de Lubicz).

5/4/13 20:44  
Anonymous Χρήστος :

Δὲν μπαίνω στὴ συζήτηση τῶν ὅσων μοῦ γράφεις... Ἔτσι λοιπὸν σβήνουν ἐπιτεύξεις ποὺ τὶς θεωρήσαμε ἀξιόλογες... (γιατί ἦταν τὸ σύμβολο μιᾶς στιγμῆς στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου, ἕνας σπινθήρας ἀνάμεσα στὴν ψυχή μας καὶ τὶς ἄλλες ψυχές...;). Μήπως ἡ ἄρνηση ἔχει τὴν αἰτία, τὶς ρίζες της μέσα μας; Μήπως εἴμαστε ὑπόλογοι κι ἐμεῖς; Πῶς θὰ κρίνουμε ἕνα ἔργο ποὺ σφραγίστηκε γιὰ μᾶς μιὰ γιὰ πάντα ἡ μυστικὴ πηγὴ ποὺ τὸ γέννησε; Ἡ χαρὰ ποὺ χάρισε στὴ στιγμὴ τῆς δημιουργίας του; Ἔπειτα ἔχουμε τὸ δικαίωμα νὰ σβήνουμε ὅλες τὶς ἰδεατὲς προεκτάσεις, τὶς πέραν ἀπὸ τὴ συγκεκριμένη ἐπίτευξή του;

Ἐννοεῖται πὼς δὲν ἐλέγχω τὶς ἐντυπώσεις σου, ποὺ θὰ ἦταν σίγουρα καὶ δικές μου... Μοῦ μιλᾶς ἄλλωστε γιὰ πράγματα πού σοῦ ἄφησαν ἀπόλυτη ἱκανοποίηση, τὰ Κινεζικά, τὰ Αἰγυπτιακὰ καὶ τὰ Χαλδαϊκά.

Ἀλλ' ὁ κυριότερος σκοπὸς τοῦ γράμματός μου εἶναι τοῦτος. Νὰ συμπαρασταθῶ νοητὰ στὴν προσπάθεια ποὺ κάνεις. Ἀληθινὰ σὲ θαυμάζω, νὰ δουλέψεις ἐκεῖ γιὰ μιὰν ἔκθεση σημαίνει πὼς κομίζεις ἀπόθεμα κόσμου ἰδεῶν καὶ σύμπαντος, ποὺ δὲν κλονίζεται στὸ νέο Περιβάλλον, αὐτοπεποίθησης καὶ τόλμης περισσῆς. Σὲ συγχαίρω καὶ θέλω νὰ ξέρεις πὼς οἱ εὐχές μου σὲ συνοδεύουν, πὼς θέλω νὰ μὲ αἰσθάνεσαι κοντά σου, τὶς στιγμὲς ἰδιαίτερα τῆς ἀναπόφευκτης μόνωσης.
Πὼς εὔχομαι τέλος οἱ ἑλληνικές σου προθέσεις νὰ δώσουν μιὰν ἀπάντηση ὅπως τὴ νομίζεις ἐσὺ κι ἂς μὴν εἶναι ἴσως ἀκόμα ἡ τελεσίδικη καὶ αὐτὴ τὴν ἀπάντησή σου νὰ τὴν ἐννοήσουν ἔστω καὶ οἱ ὀλίγοι.
Συμπάθα τὴν ἄργητά μου
Μέσα ἀπὸ τὴν ἄ-πειρη
ἀγάπη μου
σὲ φιλῶ
Πικιώνης.

Υ.Γ. Χαιρέτησέ μου θερμά τους Μαυροΐδηδες, τὸν Τσίγκο καὶ ὅλους τους γνωστούς μας.

Στὸν Ἔρωτα

Μάλλιος(i) τὰ τόσα βρόχια τὰ δικὰ σου,
γλυκειὰ(ii) ἢ μετ' ἐκεῖνα(iii) τόση ἔχον χάρη
π' ὅποιον κι ἂν ἐμπερδέσα(iv) φχαριστᾶ σου.

Καὶ τὰ φτερὰ πού σῶνα(v) Σ' ὄρος νὰ μ' ἀνεβάσουσι ψηλὸ ποὺ(vi) τ' Ἑλικώνα
Κόψα,(vii) ὅντας ἀρχίσασι καὶ χαμηλοπετοῦσα!

Χαρὰ στὴν κόρη πού 'σωσε
χαριτωμένου νειοῦ τὸ λογισμό της
καὶ τσὴ καρδιὰ τση τὰ κλειδιὰ νὰ δώσει ἀπὸ τὴν Ἐρωφίλη.
__________________
i. Μάλωμα
ii. Γλυκὰ
iii. Κι αὐτὸς ἀπ' αὐτὸ
iv. Ἐμπέρδεψαν
v. Φτάνανε
vi. Πιὸ ψηλὸ ἀπὸ τὸν Ἑλικῶνα
vii. Κοπήκανε

5/4/13 20:44  
Anonymous Χρήστος :

Ουπς, έκανα λάθος στο 3ο σχόλιο. Η τελευταία επιστολή του βιβλίου είναι του 1966, όχι του 1952. Είναι η απάντηση του Πικιώνη στη συγχαρητήρια επιστολή του Χατζηκυριάκου-Γκίκα σχετικά με την εκλογή του (Πικιώνη) στην Ακαδημία Αθηνών.

5/4/13 20:50  
Anonymous Χρήστος :

2 στα 2. Είχα κατά νου δύο βιβλία για να προτείνω αναρτήσεις. Το ένα ήταν τα Γράμματα Δημήτρη Πικιώνη - Ν. Χατζηκυριάκου - Γκίκα, το άλλο ήταν τα Κείμενα του Δημήτρη Πικιώνη σε επιμέλεια Αγνής Πικιώνη και Μιχάλη Παρούση. Τελικά υπάρχουν αποσπάσματα στο διαδίκτυο, όχι μόνο από το πρώτο, αλλά και από το δεύτερο.
Όσον αφορά τα Κείμενα του Πικιώνη βρήκα το αυτοβιογραφικό σημείωμα στο ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΝ και τη Γαίας Ατίμωσις, αποσπάσματα της οποίας σκόπευα να αντιγράψω στα σχόλια, στην Πολιτική Επιθεώρηση

6/4/13 16:44  

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα