29 Μαρ 2011

112 ~ Στρατής Τσίρκας: εμένα με καίει η υπόθεση του Απρίλη του '44

-Αναμνήσεις από την Αίγυπτο-
Όταν τελείωσα την Αμπέτειο Εμπορική Σχολή στο Κάιρο, το 1928, εργάστηκα για ένα χρόνο στην Εθνική Τράπεζα της Αιγύπτου. Μπήκα στην Τράπεζα όπου υποτίθεται πως βρήκα μια θέση με μέλλον, αλλά ο μισθός ήταν λίγος, τέσσερις λίρες. Οι ανάγκες του σπι­τιού όμως ήταν μεγάλες κι έτσι έμεινα στην Τράπεζα ένα μόνο χρόνο. Αμέσως μετά δέχτηκα μια δουλειά με τεράστιο μισθό, αλλά στην άνω Αίγυπτο, στους φελλάχους που λένε. Η θέση ήταν λογιστής σε μια μπαμπακοβιομηχανία, τριακόσια χιλιόμετρα νοτίως του Καΐρου. Το μέρος λεγόταν Αμπουτί. Εκεί εργάστηκα κάνα χρόνο κι έπειτα μεταφέρθηκα σε άλλη μπαμπακοβιομηχανία, στα βόρεια, που είχανε οι ίδιοι, στο Ντεϋρούτ, όπου και έζησα εννέα χρόνια. Αυτά όλα που γίνονταν μέσα στη φελλαχιά ήταν για μένα καινούργιες εμπειρίες. Οι φελλάχοι είχαν μια αξιοπρέπεια, μια λεβεντιά, περίπου σαν τους δι­κούς μας Σουλιώτες, θύμιζαν Ελλάδα. Δεν είχαν πολλές κουβέντες και ήταν αξιοπρεπέστατοι στις συναλλαγές τους. Θυμάμαι μια φορά που ο φύλαρχος, είτε γιατί πέτυχαν πολύ καλή τιμή είτε δεν ξέρω για ποιο άλλο λόγο, μόλις έκλεισε η συμφωνία και πληρώθηκε, μας κάλε­σε στο χωριό του να μας κάνει το τραπέζι. Κάλεσε λοιπόν όλους τους ευρωπαίους συναδέλφους - στο γραφείο μας ήταν έξι ή οκτώ Έλληνες, δε θυμάμαι τώρα πια. Θυμάμαι ότι πήραμε δύο αυτοκίνητα. Ο οδηγός του ενός αυτοκινήτου ήξερε να πάει στο χωριό αυτό γιατί το αυτοκίνη­το το μεταχειριζόταν το αφεντικό μου και μ' αυτό πήγαινε στα χωριά για ν' αγοράζει μπαμπάκια. Ξεκινήσαμε λοιπόν, ήταν καλοκαίρι και μπήκαμε σ έναν κάμπο πυκνοφυτεμένο ζαχαροκάλαμα. Είχε ένα μόνο μονοπάτι, όσο χωρούσε να περάσει τ' αυτοκίνητο. Προχωρούσαμε, προ­χωρούσαμε, προχωρούσαμε μέσα στον καλαμιώνα, κι εγώ έκανα τη σκέψη: να πώς γίνονται οι απόπειρες - γιατί γίνονταν πολλοί σκοτω­μοί τη νύχτα με ενέδρες, από αντεκδικήσεις, από κτηματικές διαφορές ή ζητήματα τιμής. Όλοι οι σκοτωμοί γίνονταν τη νύχτα μέσα στους καλαμιώνες. Κάποτε βγήκαμε από την κοιλάδα και πήγαμε στην έρη­μο, όπου αμέσως άλλαξε ο αέρας, έγινε στεγνός και δροσερός' δροσε­ρή, παρά πολύ δροσερή η ατμόσφαιρα και προπαντός άκουγες τη σιω­πή. Την άκουγες. Κι έβλεπες τ' αστέρια να φαίνονται πάνω, κάτι μεγάλα αστέρια, προσπαθούσαμε να τα εντοπίσουμε, ποιο είναι αυτό, ποιο είναι κείνο, ποιος είναι ο αποσπερίτης. Είδα ένα άστρο, δε θυμάμαι να πω τώρα ποιο ήτανε, αλλά ήταν τόσο μεγάλο που μου θύμισε την παρομοίωση ενός ρώσου συγγραφέα που λέει κάπου ότι ήταν ένα άστρο τόσο λαμπερό, σαν παράσημο στο στήθος σοβιετικού στρατάρχη. (Βεβαία έκανα το συλλογισμό αυτό γιατί τότε δεν είχαν μεσολαβήσει ακόμη οι δίκες και οι εκκαθαρίσεις των στρατιωτικών από τον Στάλιν και μπορούσα να κάνω τέτοιους συσχετισμούς...)

Στο χωριό εκείνο οι μικροδιαφορές λύνονταν από τον φύλαρχο που λεγόταν Οσμάν. Καθότανε σε μια πολυθρόνα από μπαμπού κάτω από μια μεγάλη συκομουριά, πλάι στο κανάλι, κι έρχονταν οι παραπονούμενοι μπροστά του και του μιλούσαν καθισμένοι στα τακούνια τους. Όταν ήμουν εκεί με φώναξε και μου λέει: «Έλα να κάτσεις μαζί μου, δίπλα μου». Μου 'δινε και θέση σα να ήμουν κι εγώ μέλος του δικα­στηρίου. Ήρθε τότε μία γριά που παραπονιότανε ότι ο άντρας της δεν εκτελεί τα καθήκοντά του τα συζυγικά, ότι την παραμελεί για το χατήρι μιας άλλης γυναίκας. Τη ρωτάει: «Η άλλη είναι όμορφη, είναι νέα;». «Ε! ναι, βέβαια, είναι όμορφη και νέα. Αλλά εγώ», λέει η παραπονούμενη, «του ετοιμάζω το φαγητό του, εγώ του μαγει­ρεύω τα περιστεράκια. Για να βγάζω τα λεφτά να τον ταΐζω έτσι όμορφα αναγκάζομαι και πουλάω ραπανάκια». Πουλούσε ραπανάκια, για να βγάλει πόσο; κάνα γρόσι. Να τα μαζέψει έτσι μέσα στη βδομά­δα, να του κάνει περιστεράκια - γιατί θεωρείται αφροδίσιο το περιστέ­ρι. Έπρεπε να φάει περιστέρι για να κάνει τα συζυγικά του χρέη το βράδυ. Γυρνάει και λέει τότε η παραπονούμενη: «Τι λέει ο γιατρός;» (με πέρασε για γιατρό). Μ' έφερε σε δύσκολη θέση, τι να κάνω τότε, έβγαλα το μολύβι μου και της πίεσα τα μάτια από κάτω για να δω τ' ασπράδι. Επέμενε η παραπονούμενη ότι είναι έγκυος, για ν' αναγκά­σει τον άντρα της να πάει ξανά στο σπίτι τους. Ο Οσμάν μού λέει: «Για κοίτα εσύ, είναι έγκυος;». Λέω: «Μάλλον φαίνεται να είναι». Έστειλε τότε ο φύλαρχος τους νυχτοφύλακες και φέρανε τον άντρα της στο δικαστήριο. Του λέει: «Γιατί παραμελείς τη γυναίκα σου;» «Δεν την παραμελώ καθόλου». «Την παραμελείς», του λέει. Με το μπαστούνι του ο Οσμάν τού σηκώνει τότε την κελεμπία και φαίνεται το βρακί του από κάμποτο που έφτανε ως τους αστραγάλους. Βλέπει τότε ότι το ζωνάρι του ήταν κόκκινο. Πλεχτό κόκκινο ζωνάρι, που αυτοί το 'χουνε ότι τραβάει τις γυναίκες. Του λέει: «Δε ντρέπεσαι, χαμένο κορμί, φοράς και το κόκκινο ζωνάρι! Να πας με τη γυναίκα σου, να μην τρως μόνο τα περιστεράκια, να κάνεις και το χρέος σου. Άντε τώρα», και τον έδιωξε... ... ...

= = =

-«Ακυβέρνητες Πολιτείες, Μια περιπλάνηση-
H ψυχολογιχή, η συναισθηματική μου ταύτιση με τον κόσμο της προσ­φυγιάς -όντας κι εγώ πρόσφυγας εκείνη τη στιγμή- μου έδωσε την ορμή που χρειάστηκε για να βγει ο πρώτος τόμος από τις «Ακυβέρνητες Πολι­τείες». Πρέπει να πω ότι κι εγώ αισθανόμουνα πραγματικά πρόσφυγας, διότι ο παππούς μου απ' τη μητέρα μου ήρθε στα Ιεροσόλυμα πρόσφυγας απ' τον σεισμό της Χίου, το 1881, και μετά πάλι έφυγε απ' τα Ιεροσό­λυμα γιατί ήταν ο πόλεμος του '97 και οι Τούρκοι τότε θα τον παίρνανε και θα τον βάζανε σε στρατόπεδο συγκεντρώσεως' μπήκε λοιπόν σ ένα καράβι με την οικογένειά του και βγήκε στην Αλεξάνδρεια. Έτσι γινή­καμε μεις γένος αιγυπτιώτικο, αλεξανδρινό. Οι σχέσεις μου με το πνεύμα και τον κόσμο της προσφυγιάς είναι πολύ έντονες, υπάρχουνε ρίζες - γι' αυτό μπορώ και εμπνέομαι πιο άμεσα. Ας κάνω εδώ μια παρένθεση και ας πω πώς βρέθηκα στο χώρο που περιγράφουν οι «Ακυβέρνητες Πολιτείες». Το 1942 εγώ βρίσκομαι στην Αλεξάνδρεια και μαζί με μερικούς φίλους βγάζουμε το αντιφασιστικό περιοδικό «Έλλην», που πολύ διαβάζεται απ' τις ένοπλες δυνάμεις, τα παιδιά των ταξιαρχιών που βρίσκον­ταν στη μέση Ανατολή. Η κατάσταση των πολεμικών μετώπων είναι πολύ δύσκολη, ο Χίτλερ έχει χτυπήσει τη Σοβιετική Ένωση κι έχει μπει και κείνη στον πόλεμο. Αλλά οι δυνάμεις της Αγγλίας, όπως τις βλέπουμε εμείς από τη δική μας σκοπιά, δεν μας καθησυχάζουν. Και πραγματικά σημειώνονται αλλεπάλληλες ήττες. Τον Ιούνιο το Τομπρούκ, το οποίο το είχανε πολιορκήσει οι Ιταλοί και οι Γερμανοί πάρα πολλές φορές, έπεσε με είκοσι πέντε χιλιάδες στρατό μέσα, πολεμοφόδια και τρόφιμα. Ήτανε δε τόσο περίεργη αυτή η πτώση του Τομπρούκ, που όλος ο κόσμος άρχισε να λέει πως επρόκειτο για προδοσία. Έτσι σκεφτήκαμε κι εμείς ότι οι εγγλέζοι θα μας την σκάσουν. Κι όταν προχώρησε ακόμη περισσότερο ο Ρόμελ και πλησίαζε πλέον να περάσει τα σύνορα της Αιγύπτου, σηκωθήκαμε καμιά δωδεκαρια φίλοι, μπήκαμε στ' αυτοκίνητα και περάσαμε στην Παλαιστίνη. Ο σκοπός μας ήτανε ο εξής: αν βλέπαμε πως οι Εγγλέζοι εξακολουθούν να δίνουν έδαφος στον Χίτλερ, να προσπαθήσουμε με κάποιο τρόπο να φτάσουμε στον Ευφράτη κι από τον Ευφράτη να περάσουμε στον Καύκασο, στην Σοβιετική Ένωση, να γλυτώσουμε από τα χέρια των χιτλερικών. Φτάσαμε λοιπόν στην Παλαιστίνη χωρίς χαρτιά, χωρίς τίποτε. Η μόνη ταυτότητα που είχα εγώ ήταν μια κάρτα διαρκείας του τραμ με μια φωτογραφία μικρή απάνω, τίποτε άλ­λο. Μ' αυτό το χαρτί πέρασα τα σύνορα. Εκεί λοιπόν στην Παλαιστίνη δε μπορούσαμε να εμφανιστούμε σε κανένα ξενοδοχείο επίσημο, από αυτά που ζητάνε διαβατήρια και τέτοια πράγματα, γι' αυτό προσπαθήσαμε να βολευτούμε κάπου αλλού. Κάναμε επαφή με αριστερούς εβραίους οι οποίοι μάς δρομολόγησαν αμέσως. Μας στείλαν σε μια πανσιόν όπου η κυρία που την διηύθυνε ήταν τόσο αριστοκράτισσα, ώστε νόμιζε πως ήταν ντροπή να ζητάς ταυτότητα. Έπρεπε να πιστεύεις τον κάθε άνθρωπο, όταν σου λέει «λέγομαι Γιάννης», να πιστεύεις ότι λέγεται Γιάννης. Στον πρώτο τόμο της τριλογίας, στα «Πορτραίτα από τα Ιεροσόλυμα» κάνω μια καταγραφή εν συντομία των προσώπων που είχα γνωρίσει στην πανσιόν αυτή που είχα μείνει, σε στυλ σχεδόν τηλεγραφικό - δεν πήρε παραπάνω από τέσσερις σελίδες.

Τώρα όσο αφορά την «Αριάγνη»: από μια στιγμή και πέρα γίνεται στο βιβλίο ένα πρόσωπο πολύ ζεστό, πολύ ανθρώπινο και ταυτοχρόνως είναι η λαϊκή σοφία προσωποποιημένη. Κάποτε προβληματίστηκα πώς έγινε η αλλαγή. Ενώ στην αρχή ήταν η μάνα του Μιχάλη, μια καλή μάνα και τίποτε παραπάνω· δεν είχε τόσους κραδασμούς, τέτοιο ανθρωπιστικό πά­θος για όλους. Προβληματίστηκα και βρήκα ότι για τις ανάγκες του μυθιστορήματος, ενώ την Αριάγνη στην αρχή την είχα τοποθετήσει φαν­ταστικά σ' ένα σπίτι που βρισκόταν ένα σοκκάκι πίσω απ' το δικό μας, μετά χρειάστηκε και την έφερα μπρος, πάνω στο δρόμο που είναι το τζαμί που γίνονται οι θρησκευτικές τελετές των αραπάδων. Δηλαδή την έβαλα να καθήσει στο σπίτι μας' έγινε η μάνα μου και τα χαρακτηριστι­κά όλα που έδωσα της Αριάγνης ήταν τα χαρακτηριστικά της μάνας μου, η ανεξιθρησκεία της, η συμπάθεια για τον φτωχόχοσμο κλπ. Τόσο πολύ δε, που η αδελφή μου μια μέρα μου λέει: «Βρε παιδί μου, όλα τάδωσες της μάνας μας, δεν άφησες και τίποτε να μην το γράψεις!».

Το βιβλίο το έγραφα γιατί εμένα με καίει - ακόμα και τώρα που έχει εκδοθεί η τριλογία - η υπόθεση του Απρίλη του '44. Τον έχω ζήσει τον Απρίλη πάρα πολύ έντονα και η αδικία που έχει γίνει στους ανθρώπους που αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν -ίσαμε σήμερα να μην έχει αναγνωρι­στεί επίσημα η συμβολή του κινήματος του Απριλίου για την εθνική ενότητα -, αυτό με έκανε να γράψω, για να δικαιωθεί ο Απρίλης. Αυτός ήταν ο σκοπός του μυθιστορήματος. Τον Απρίλιο του '65 το γράψιμο της τριλογίας είχε ουσιαστικά τελειώσει, αφού η καταστολή της αντιφασι­στικής εκδήλωσης του Απρίλη '44 στο στρατό και το στόλο είχε συντε­λεστεί μέσα στο βιβλίο. Βέβαια στον αναγνώστη του μυθιστορήματος θα έμεινε η απορία τι απέγιναν οι πρωταγωνιστές. Αυτό από καιρό λογάρια­ζα να το καλύφω, αλλά δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα εκείνης της εποχής. Με τούτες τις σκέψεις να πηγαίνουν και να έρχονται και να μου τριβελίζουν το μυαλό, βρέθηκα στο τέλος Απριλίου του '65 στη Θεσσα­λονίκη. Και εδώ είναι η στιγμή να πω το μεγάλο συναισθηματικό μου χρέος απέναντι σ' αυτή την πολιτεία και τους ανθρώπους της που, άθελά τους, μου πρόσφεραν τη λύση από το αδιέξοδο.

Κάποιο βράδυ βρεθήκαμε σ' ένα ταβερνάκι της παλιάς πόλης, κάτω από μια μουριά άκρη-άκρη στο γκρεμό και κάτω μακριά να τρεμοσβήνουν τα φώτα από τα πυροφάνια στο Καραμπουρνάκι. Ήταν, θαρρώ, η Όλυ και ο Μανόλης Ανδρόνικος, η Μίνα και ο Παύλος Ζάννας, η Λένα και ο Γιώργος Σαββίδης, η Μίκα και ο Δημήτρης Φατούρος. Το κρασί ήταν καλό, οι μεζέδες νόστιμοι, η παρέα υπέροχη. Μα οι έγνοιες μου με το μυθιστόρημα δεν έλεγαν να μ' αφή­σουν. Άξαφνα πίσω μας στο δρόμο ανάμεσα στη μουριά και το μαγαζί ακούστηκε κάτι σαν ομοβροντία. Έστρεψα το κεφάλι: ένας ναύτης τσου­λούσε ένα μοτοσακό. «Ο Παντελής», είπα, «Παναγιά μου, ο Παντε­λής!», λες και ήμουνα εγώ η Λενάρα. Ένα ανάμικτο κύμα από δέος και λύπηση με τράνταζε και μαζί μια φώτιση: «Εδώ, εδώ θα τους μαζέψω όσους επιζήσαν και θα τα πουν».
Στρατής Τσίρκας (1911-1980)




* Τα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι από τα
τεύχη 27 και 25 του περιοδικού η λέξη
Σεπτέμβριος και Ιούλιος του '83
*φωτογραφίες: wax-tablets.blogspot.com,
rizospastis.gr, perizitito.gr, stokokkino.gr,
avgi.gr, ethnos.gr, naftikachronika.gr.
Η φωτογραφία της ταυτότητάς του και αυτή με
την αδελφή του σε παιδική ηλικία είναι από
την λέξη τχ. 25.


Περισσότερα:
- ο Στρατής Τσίρκας, στο γράμμα σε χαρτί
- Στρατής Τσίρκας - Ιδεολόγος με αιτία: στο Έθνος
- 41 χρόνια από τον θάνατο του Στρατή Τσίρκα: στο Βήμα

Ετικέτες , ,

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

Σύνδεσμοι σε αυτήν την ανάρτηση:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Αρχική σελίδα