26 Ιουλ 2014

170 ~ Τόλης Νικηφόρου: κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο

Image and video hosting by TinyPic
γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ' τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν' αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν' απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ' άσπρα σύννεφά της ν' ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ' τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ' το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

διαρκώς ν' αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ' όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

*
γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

Image and video hosting by TinyPic
και από μέσα άφθαρτο

ήταν ένα κοινό παλτό, τίποτα παραπάνω, ένα παλτό πλάι στην εξώπορτα αργά το μεσημέρι, όταν γυρνούσε ο πατέρας με τα σημάδια της ζωής στο πρόσωπο, ένα παλτό που στον βαρδάρη μας χωρούσε και τους δυο. και στις βαθιές του τσέπες, κάτι για κείνον που έψαχνε, πάντα κάτι για μένα. σαν το ζεστό παλτό θυμάμαι τον πατέρα μου, στην επιφάνεια κοινό και από μέσα άφθαρτο

*
γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος, με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου, γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο, γαλάζιο που με γέννησε, με φώτιζε και με σκοτείνιαζε, που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε, έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα

*
μια αγαθή σκιά, ένας ψίθυρος

καθόταν στη γωνιά της μαυροφορεμένη
κι έπλεκε
ξέφτια από κύματα
κόκκινα κεραμίδια σερπαντίνες
πολύχρωμες κλωστές από τα περασμένα

έπλεκε με τα μαλακά της δάχτυλα
κι άλλοτε στην κουζίνα
μου έπλενε το πρόσωπο
άλλοτε αναστέναζε βαθιά
πόσο έμοιαζα στην κάθε κίνηση
με τον πραματευτή παππού μου
που 'χε χαθεί στην πρώτη νιότη του

μια αγαθή σκιά ήταν η γιαγιά μου
ένας ψίθυρος
όπως το φως του πρωινού
δειλά σαν μπαίνει από τις χαραμάδες

μα όταν πάνω από πυκνές ρυτίδες
σήκωνε κείνα τα μάτια
ανάκατα με μπλε και πράσινο
άστραφτε ο ουρανός
άστραφταν οι μπαχτσέδες της Σωζόπολης


το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

απ' το μισάνοιχτο παράθυρο το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα, απελπισμένο, σαν κάτι να ζητούσε, σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια, όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του, αγνοούσα τη φωνή του, κι έμεινα εκεί αμίλητος να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει κάτω απ' την πόρτα στο δωμάτιο του βάθους

*
σαν μελωδία

μόνος στο σπίτι
με αυτοσχέδια παιχνίδια
ή με το βλέμμα έξω στην πλατεία
άκουγα το ρολόι να χτυπάει
μελωδικά τις ώρες στο σαλόνι
να αναγγέλλει ίσως την αρχή
στην περιπέτεια της ψυχής μου

τα έπιπλα, οι φωτογραφίες στον τοίχο
το παιδικό θαμπό μου βλέμμα
τιμούσαν σιωπηλά τη μελωδία
τ' ανεξιχνίαστα μυστικά του χρόνου

και πάλι μόνος μια ζωή αργότερα
ακούω κάθε τόσο το τικ-τακ
από ένα άλλο πιο κοινό ρολόι
ακούω ξαφνικά μια μουσική
σαν από τότε

ίσως να είναι αυτοί που αγάπησα
που αναδύονται στο φως σαν μελωδία
διάφανη, μαγευτική
εκστατική μέσα στον πόνο

η μία και μοναδική απάντηση
που επιτρέπει ο νόμος του θανάτου

*
αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια
και κάτω απ' το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως


το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσί του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσα μας η μικρή
το πρόσωπό της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ' το χαμόγελό της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

*
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το Ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες.
κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό Ωδείο
σε λεν Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

*
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

*
λονδίνο 1967-1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
[….]
γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιο σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου


μυστικά και θαύματα, 2

ξυπόλυτη κάτω απ' την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει, η Σοφία γέρνει και σκαλίζει το χώμα στη μεγάλη γλάστρα, κατάξανθος στα τρία και κάτι χρόνια του, ο Νικολίκος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του, ενώ ο πατέρας σοβαρός του ρίχνει κάπου κάπου μία έκπληκτη ματιά πίσω απ' την κυριακάτικη εφημερίδα, στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια, κόκκινοι σκίουροι γλυστράνε στο πεζούλι και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά δίπλα στα κάγκελα τα πέλματα και τ' άσπρα του μουσούδια. και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε, είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ, ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ σε κάποια μυστική διάσταση του χρόνου, κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα τα μάτια η μητέρα και τότε όλοι εμφανιζόμαστε μέσα σ' ένα γαλάζιο φως

*
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινό μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ' όνειρό μου
τα δάκρυα μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

*
βόλτα στις ράμπλας τ' ουρανού, 2

αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ' ουρανού κάτι παλιούς συμμαθητές να χαρτοπαίζουν, πίνοντας ξεροσφύρι τα κόκκινα και τα γαλαζοκίτρινα του Μαρκ Σαγκάλ. ξεχείλιζαν απ' τα σταχτοδοχεία τους κομήτες και διάττοντες και στη μεγάλη τρύπια τσόχα του πανάγαθου ήταν σκορπισμένα σοκολατένια σύννεφα από το ετοιμόρροπο μπακάλικο του γαλαξία, ο ένας άνοιγε με μακρινά ταξίδια, ο άλλος έμπαινε με τους παλιούς του έρωτες κι ακολουθούσε ο τρίτος μ' όλα της νιότης που δεν έζησε, είχα απομείνει έκθαμβος λες και ονειρευόμουνα καθώς ο Άκης σπινθηροβολούσε απ' τα ξανθά τσουλούφια του ως τα παράξενα κουάρκ στα τρίσβαθά του, ο Μπάκος έστρεψε επάνω μου εκείνα τα αφόρητα γλυκά του μάτια κι ο Στέργιος από πλάι δήλωσε, κούκος μονός, άργησες, ρε, και άφησες την ουτοπία να περιμένει, πιάσε ένα δορυφόρο απ' την κουζίνα κι άραξε, κι άπλωσε τα ποιήματα σου στο τραπέζι


λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ' αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης
μέσα στο κάθε κύτταρο μου ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει ο καθημερινός τριγύρω θάνατος
πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου
ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

*
Ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάζω εκστατικά πίσω απ' τις στάλες της βροχής ένα πολύχρωμο κόσμο
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα τη γειτονιά και τους φίλους την άνοιξη που θάρθει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τόλης Νικηφόρου (1938)

Image and video hosting by TinyPic

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε, για μένα θα τελειώσει, και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας, όταν το κάτι αυτό, το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει, στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

*τα αυτοβιογραφικά ποιήματα είναι από τα βιβλία:
- Ο πλοηγός του απείρου, Ποιήματα 1966-2002
εκδ. Νέα Πορεία, 2004
- Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας
εκδ. Μανδραγόρας, 2007
- Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα
εκδ. Μανδραγόρας, 2012
- ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
εκδ. Μανδραγόρας, 2013
- Φωτεινά παράθυρα
εκδ. Μανδραγόρας, 2014


*φωτογραφίες: η πρώτη είναι από το mandragorasmagazine.wordpress.com
οι υπόλοιπες από βίντεο του You Tube


Ακόμα:
o Τόλης Νικηφόρου
- στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο και
- στο γράμμα σε χαρτί

links:
- ο προσωπικός ιστοχώρος του ποιητή: τόλης νικηφόρου
- τα προσωπικά του blogs:
ο πλοηγός του απείρου
η γοητεία των δευτερολέπτων
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
μυστικά και ντοκουμέντα

- ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ερωτικά ποιήματα
- ένα ταξίδι, ένα βιβλίο TV100 - Ο Στέλιος Λουκάς συζητά με
τον ποιητή και συνοδεύει με την φυσαρμόνικά του
ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.

Ετικέτες , ,

16 Ιουν 2014

168 ~ Μάρω Δούκα: Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια

Ο βιβλιοθηκάριος, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στα Χανιά, κατέβαζε από το ράφι το μυθιστόρημα που του είχα ζητήσει, πρόσεξε το, μου έλεγε, δεν έχουμε πολλά αντίτυπα, μη σημειώσεις τίποτα απάνω, μη τσαλακώσεις τις σελίδες. Τον καθησύχαζα, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω τι σημαίνει «αντίτυπο», πήγαινα να καθίσω κοντά στη σόμπα, έξω ψιλόβρεχε. Άνοιγα προσεκτικά το χαρτόδετο βιβλίο και επιβιβαζόμουν στο ποταμόπλοιο. Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια και με το πενηντάφυλλο ριγωτό τετράδιο, όπου αντέγραφα τις ωραίες φράσεις. Κάθε Σάββατο απόγευμα, αυτή ήταν η μοναδική μου διασκέδαση.

Παραμονές Χριστουγέννων, περπατώντας, όπως συνήθιζα, με το κεφάλι σκυφτό, βρήκα, έξω από το βιβλιοπωλείο του Αδαμόπουλου ένα κατοστάρικο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήπα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα τον Βραχόκηπο του Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο δικό μου βιβλίο. Κάτω από το μαξιλάρι μου για χρόνια, διάβαζα, λίγο, προτού να σβήσει η μάνα μου το ηλεκτρικό,και έμενα έπειτα να σκέφτομαι στα σκοτεινά, ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Πόλεμο στους άπιστους! Άπιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Φοιτήτρια στην Αθήνα άρχισα σιγά σιγά να αποκτώ τα δικά μου βιβλία. Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, τα υπογράμμιζα και τα αποστήθιζα, κουβαλώντας τα από μετακόμιση σε μετακόμιση. Θα είχα μαζέψει καμιά σαρανταριά, όταν τον Αύγουστο του '67 που με συνέλαβαν, τα κατάσχεσαν οι αστυνομικοί. Και βρέθηκα, έπειτα από την αποφυλάκιση μου, με το μοναδικό βιβλίο που είχε γλιτώσει το πλιάτσικο, Το τέλος της μικρής μας πόλης.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Ίσως για να εξηγήσω την κατοπινή σχέση μου με το βιβλίο. Το αγόραζα, όπως αγοράζεις κάτι που το έχεις στερηθεί. Και ταυτοχρόνως το αντιμετώπιζα σαν κάτι δικό μου και πολύτιμο που κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να το χάσω ή να μου το αρπάξουν. Για χρόνια έντυνα όλα τα βιβλία μου με μπλε κόλλα και τους κολλούσα ετικέτες για να μοιάζουν με σχολικά, ελπίζονττας ότι θα ξεγελάσω έτσι τους αστυνομικούς, εάν συνέβαινε να μπουκάρουν πάλι χαράματα, για να με συλλάβουν.
Μάρω Δούκα (1947)



...κι αυτή η αίσθηση ότι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, διαπλέω με ποταμόπλοιο τον κόσμο, με ακολουθεί πάντα.

*απόσπασμα από το κείμενο που έγραψε η Μάρω Δούκα
για το αφιέρωμα "πώς να διαβάζουμε"
του περιοδικού διαβάζω, τχ. 359 - Ιανουάριος 1996

*φωτογραφίες: tanea.gr, patakis.gr, enet.gr

ακόμα:
η Μάρω Δούκα
- στο γράμμα σε χαρτί, και
- στη Βιβλιονέτ

(το υπόλοιπο κείμενο, στα σχόλια)

Ετικέτες , ,

27 Μαΐ 2014

167 ~ Νίκος Καζαντζάκης: χωρίς να κερδίσει ο Θεός...

Τρεις μέρες έμεινα σ' ένα Μοναστήρι απάνω από το Λιβυκό πέλαγο. Μου άρεσε πάντα η ασύχρονη ζωή του Μοναστηριού, ο παλαιικός ρυθμός που το κυβερνάει, οι καλόγεροι με τα πονηρά ή νυσταγμένα μάτια, με τις τρουλωτές ή αδειανές κοιλιές, με τις χοντρές χερούκλες που πότε κρατούν το κλαδευτήρι ή την τσάπα και πότε το Άγιο Δισκοπότηρο. Μου άρεσε η μυρωδιά του λιβανιού, τα τερερίσματα στην εκκλησιά τα ξημερώματα κι ύστερα όλοι μαζί να δρομώνουμε στο μεγάλο παχνί, στην Τράπεζα, που μύριζε ταγκό λάδι και ξινίλα. Και το βράδυ οι σιγανές κουβέντες στην ταράτσα του Μοναστηριού κι οι βαριές σιωπές, γεμάτες από το μακρινό αντίλαλο του κόσμου.

[....] Τη μέρα που ήταν να φύγω, είχα πάει, πριν ξημερώσει, στον όρθρο• λαχτάριζα ν' ακούσω το μονότονο μελωδικό τερέρισμα των καλόγερων στο Θεό' και τα παθητικά λόγια, γεμάτα συντριβή, που βρήκαν οι παμπάλαιοι πιστοί να καλημερίσουν το Θεό, πρωί πρωί, πριν να ξημερώσει: Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω. Εδίψησέ σοι η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου, εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω... Στάθηκα σ' ένα στασίδι πλάι στο παράθυρο απ' όπου έβλεπα κάτω μακριά το Λιβυκό πέλαγο, κάτασπρο ακόμα μέσα στην πρωινή πάχνη, απέραντο, έρημο, να φτάνει ως πέρα στις ζεστές αμμούδες της Αραπιάς... Τα πουλιά μαζί με τους καλόγερους ξυπνούσαν κι είχαν αρχίσει να τερερίζουν κι αυτά και να χαιρετούν το φως' η κορφή του κυπαρισσιού στη μέση της αυλής είχε κιόλα φωτιστεί, μα ακόμα τα φύλλα τηδ πορτοκαλιάς δίπλα του ήταν βυθισμένα σε βαθυπράσινο σκοτάδι. Ο σημαντάρης είχε τελέψει το γύρο του στα κελιά, είχε ξυπνήσει τους καλόγερους κι έβγαζε τώρα μπαίνοντας στη μεσοσκότεινη εκκλησιά το πισωκαλύμμαυκό του και κρεμούσε πλάι στην πόρτα το ξύλινο σήμαντρο• έτσι που φωτίστηκε όρθιος στο κατώφλι, έλαμψαν τα κορακάτα σγουρά γένια του και τ' απολυτά μαλλιά του στις πλάτες. Αψηλός, μαυριδερός, ξεχείλιζε νιάτα• κρίμα ένα τέτοιο κορμί να μην του 'ναι γραφτό ν' αγκαλιάσει γυναίκα και να κάμει παιδιά• θα ομόρφαιναν οι γιοι κι οι θυγατέρες του τον κόσμο.

Κι εκεί που διαλογίζουμουν τι χάνει ο κόσμος χωρίς να κερδίσει ο Θεός, μια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα, μαυρομαντιλωμένη, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά της. Ο γούμενος χτες μου 'χε πει πονηρά χαμογελώντας να μη σκανταλιστώ που θα 'ρθει αύριο από ένα κοντινό χωριό μια νιόπαντρη να ζητήσει να πει την ευκή στο νιογέννητο της, να μην το πιάνει το μάτι• γιατί 'ταν, λέει, πολλά όμορφο και της το μάτιαζαν οι σμιχτοφρύδηδες.

Στάθηκε πλάι στην πόρτα με το κεφάλι γερμένο και περίμενε να τελέψει ο όρθρος και να ζυγώσει ο γούμενος με την αγιαστούρα του.
Ο αγέρας μού φάνηκε άλλαξε, ανακατώθηκαν τα βαριά καλογερίστικα χνότα με την ανάσα της γυναίκας, γάλα θαρρείς μύρισε η εκκλησιά και δαφνόλαδο από τα νιολουσμένα μαλλιά τής νιόπαντρης. Κι η νυσταγμένη φωνή τού γούμενου ζωντάνεψε• κι ίσια ίσια εκείνη τη στιγμή έψελνε το χαρμόσυνο τροπάρι: Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου... Μετακουνήθηκαν οι καλόγεροι από τα στασίδια τους, στράφηκαν, έριξαν λοξή ματιά κατά την πόρτα, δυο τρείς άρχισαν να βήχουν. Ο σημαντάρης ζύγωσε τη γυναίκα, κάτι της είπε στο αυτί, κι εκείνη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, προχώρεσε δυο βήματα και κάθισε στο τελευταίο στασίδι προς την πόρτα. Ένιωθες, έχασαν οι ψυχές την ησυχία τους κι όλοι πια οι καλόγεροι, κι εγώ μαζί τους, βιαζόμαστε να τελέψει ο όρθρος.

Ο ήλιος τώρα είχε προβάλει, γέμισε η αυλή φως, μπήκαν οι λοξές αχτίδες στην εκκλησιά κι έλαμψαν τ' αγία κονίσματα και τα πρόσωπα και τα χέρια των καλόγερων' κατέβηκαν όλοι από τα στασίδια, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, αναστέναξαν όλοι, ο όρθρος είχε τελειώσει.

Έβαλε ο γούμενος το πετραχήλι του, πήρε την αγιαστούρα, πίσω του ο σημαντάρης κρατούσε το σιγλί με τον αγιασμό. Στάθηκε η γυναίκα στην πόρτα, φωτίστηκε όλη• είχε τώρα αναμερίσει τη μαύρη μπόλια της, φάνηκε ολόκληρο το πρόσωπό της. Σήκωσε τα μάτια, κοίταξε το γούμενο, που 'χε αρχίσει να λέει την ευκή, ακουμπώντας την απαλάμη του στο κεφαλάκι του μωρού' κι ύστερα κάρφωσε τη ματιά της στο σημαντάρη. Ανείπωτη γλύκα είχαν τα μάτια της, μεγάλα, μαύρα, θλιμμένα• θυμήθηκα τα μάτια της Πορταΐτισσας στη Μονή των Ιβήρων' η ίδια γλύκα, η ίδια αγωνία της μάνας για το γιο της.

Άξαφνα το μωρό άρχισε να κλοτσάει τα ποδαράκια του και να κλαίει• κι η μάνα, για να το αρνέψει, ξεκούμπωσε το μπολκάκι της, έβγαλε το βυζί της, αρπάχτηκε το μωρό από τη ρώγα και σώπασε. Ποτέ δε θα φύγει από το νου μου η στιγμή ετούτη• έλαμψε στρογγυλός, χιονάτος ο κόρφος τής νιόπαντρης, μύρισε πιο δυνατά τώρα ο αγέρας γάλα κι ανάλαφρη πολύ μυρωδιά ίδρωτα. Πίσω από τους ώμους της γυναίκας απλώνουνταν, καταγάλαζο τώρα, το Λιβυκό πέλαγο. Μια στιγμή η γλώσσα τού γούμενου μπερδεύτηκε• μα γρήγορα νίκησε μέσα του ο Θεός, και τέλεψε, χωρίς να ντροπιαστεί, την ευκή.

Ζύγωσα στην αυλή το σημαντάρη• μ' έβαλε ο Πειρασμός να του μιλήσω, μα δεν ήξερα τι να του πω...
- Πάτερ Νικόδημε... άρχισα.
Μα αυτός γρηγόρεψε το βήμα και μπήκε στο κελί του.

Ύστερα από μια ώρα, πεζός όπως μου άρεσε, μπήκα πάλι στο δρόμο.

Πόσα χρόνια πέρασαν; Σαράντα; Πενήντα; Το Μοναστήρι έσβησε από το νου μου και στη θέση του λάμπει μονάχα, άσπρο, στρογγυλό, αθάνατο, απάνω από το Λιβυκό πέλαγο, το στήθος της μάνας.
Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)




*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Νίκου Καζαντζάκη
Αναφορά στον Γκρέκο
Έκδοση: Αθήνα, 1961 (Ελένης Καζαντζάκη)

*φωτογραφίες: lifo.gr, entertainment.in.gr

Link:
lifo.gr, 26.10.2013 Αφιέρωμα: Νίκος Καζαντζάκης


1 www.kairatos.com.gr
2 tovima.gr
3 mfa.gr
4 entertainment.in.gr
5 koutipandoras.gr
6 lifo.gr
www.tanea-london.net
7 pinterest.com
8 lifo
10 lifo

Ετικέτες , ,

8 Μαΐ 2014

166 ~ Νικόλαος Τωμαδάκης: Η Σύγκλητος λυπείται στερουμένη… κ.λπ.


«Όριον ηλικίας 65ον»

Το έγγραφον αφίχθη ταχυδρομικώς
αρκούντως καθυστερημένον.
Ο μακρόστενος φάκελος με γραμματόσημον
μιας και ημισείας δραχμής,
ανέγραφε το πρώτον
τον νέον τίτλον “ομότιμος” και περιείχε
το αναμενόμενον αναγκαιότατον στοιχείον
διά την συνταξιοδότησιν.
Το Σύνταγμα επιτάσσει
την έξοδον της υπηρεσίας μετά το 65ον
(ωρκίσθημεν να είμεθα
εις τους νόμους ευπειθείς) και εφόσον
η χρονολογία του Μητρώου δεν μετεβλήθη
διά δικαστικής ή άλλης αποφάσεως,
εγενόμεθα “εκτός”, ενώ ταχέως
εξελέγησαν οι “εντός” διαδοχοί μας.

Το έγγραφον (ο τύπος του είναι κοινός
δι’ όλους τους εξερχομένους),
επί τη απαλλαγή από των καθηκόντων
μετά πολλών φιλοφρονήσεων:
“Η Σύγκλητος λυπείται στερουμένη… κ.λπ.
κι ελπίζει…”!
Η δακτυλογράφος το αντέγραψεν επιμελώς
κι εφέτος, ως και άλλοτε
είχε πράξει διά τους πολυειδώς
εξερχομένους λόγω ορίου.
Ο αρμόδιος το υπέγραψε προθύμως,
το έθιμον ετηρήθη ευγενώς.

Βεβαίως θα ήθελαν να έγραφαν κάπως πιο ξηρά: “Επί τέλους απηλλάγημεν από…”,
αλλ’ υπερίσχυσεν η συνήθεια και ο τύπος.

Η συνήθεια η οποία θα επικρατήση
ασφαλώς κι όταν οι υπογράψαντες,
εν υγεία και ευκλεία πολλή,
υπερβούν κι εκείνοι το 65ον έτος.

Νικόλαος Τωμαδάκης (1907-1993)

Image and video hosting by TinyPic

* από την Μηνιαία Έκδοση του Εθνικού και Καποδιστριακού
Πανεπιστημίου Αθηνών εδώ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
Δημοσίευση της 7ης Ιουλίου, του 2011

*φωτογραφίες: greekencyclopedia.com, istorikathemata.com

από τον ιστότοπο "εδώ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ":
σατιρικό στιχούργημα που εμπνεύσθηκε, πριν από περίπου 40 χρόνια
(τον Σεπτέμβριο του 1972), ο καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας
Νικόλαος Τωμαδάκης (1907-1993), με αφορμή τη συνταξιοδότησή του,
ή μάλλον τον τρόπο της κοινοποίησής της. Το στιχούργημα αυτό
–περιλαμβανόμενο στον τόμο «Ποιήματα», όπου και άλλοι στίχοι
του αείμνηστου καθηγητή αναφερόμενοι στη ζωή μέσα στο Πανεπιστήμιο
Αθηνών– έχει εμφανείς καβαφικές επιδράσεις, καθώς ο Τωμαδάκης
χρησιμοποιεί εδώ τη λεπτή ειρωνεία για να σατιρίσει, όχι χωρίς
πικρία και με μια δόση αυτοσαρκασμού, τη στιγμή που ένας καθηγητής
πληροφορείται επισήμως την αφυπηρέτησή του από το Ίδρυμα.


Ετικέτες , ,

18 Απρ 2014

165 ~ Κωνσταντίνος Τσάτσος: το πρώτο μάθημά μου για την αρχοντιά

Θα 'μουνα δέκα χρονών. Το καλοκαίρι, όταν τέλειωνα το σχολείο κατέβαινα στο ισόγειο δικηγορικό γραφείο του πατέρα μου, όπου και με έβαζαν να αντιγράφω δικόγραφα. Για τις τέσσερις σελίδες χωρίς περιθώριο, πληρωνόμουν μια δραχμή.

Καθισμένος σ' ένα από τα γραφεία των βοηθών χάζευα πού και πού τους πελάτες, κάθε λογής, πού μπαινόβγαιναν.

Ένα πρωινό ήρθε ένας λεβεντόγερος με κάτασπρη φουστανέλλα. Οι φουστανελλάδες ακόμη τότε δεν ήταν σπάνιο φαινόμενο. Είδα τους βοηθούς δικηγόρους να σηκώνονται και να του κάνουν μιαν ιδιαίτερα θερμή υποδοχή.

Ο πρώτος βοηθός που φαίνεται να τον γνώριζε καλά, έπιασε κουβέντα μαζί του. Και μια στιγμή τον ρωτάει: «Και τώρα, μπάρμπα Μήτρο, πόσων χρόνων είσαι;» Και ο μπάρμπα Μήτρος, με τ' όνομα Δημήτριος Μαλαμούλης που είχε εν τω μεταξύ στρογγυλοκαθίσει, του απαντάει μονολεκτικά... «Δύο». Δηλαδή εκατόν δύο. Από τα εκατό είχε αρχίσει νέα αρίθμηση.

Βγήκε εν τω μεταξύ ο πατέρας μου. Τον οδήγησε στο μέσα γραφείο τα είπανε με αυτόν και το γιο του, ένα λεβέντη εβδομηνταπεντάρη, και όταν βγήκαν στο δωμάτιο που βρισκόμουν και εγώ, πρώτα με σύστησε και ύστερα μου ανήγγειλε ότι θα πάμε την Κυριακή να επισκεφθούμε τον Μαλαμούλη στο χειμαδιό του, κάπου στον Ωρωπό.

Από κουβέντα δεν έπαιρνε ο μπάρμπα Μήτρος. Λίγα λόγια, μετρημένα, βαριά. Τους βοηθούς τού πατέρα μου κι εμένα είχα το αίσθημα ότι μας έβλεπε σαν μικρό κοπάδι αρνάκια. Μικρό, διότι ό Μαλαμούλης είχε απάνω από 3000 αρνιά και κατσίκια, στα Άγραφα το καλοκαίρι και τον χειμώνα στα ορεινά της Αττικής.

Την Κυριακή, όταν φθάναμε στον τόπο όπου είχε στήσει τα τσαντήρια του, των παιδιών, των εγγονών και των δισεγγόνων του, ρίχτηκαν οι καθιερωμένες μπαταριές και μετά μαζευτήκαμε στο μεγάλο τσαντήρι του Γέρου. Είχα μαζί μου, νέο εικοσάχρονο, τον δάσκαλό μου Basset, αυτόν που έκανα πρόσωπο στους «Διαλόγους σε μοναστήρι». Αυτός που δεν χόρταινε να θαυμάζει.

Σε λίγο σταύρωσε ο Γέρος το πρώτο ψωμί. Και οι γυναίκες, αμίλητες και φασαρεμένες μοίραζαν τα κοψίδια, αρνάκι, κατσικάκι, όλα τα αγαθά. Θυμάμαι ακόμη τις βεδούρες τα γιαούρτια. Ο γέρο Μαλαμούλης, στη μέση καθισμένος σταυροπόδι, μέσ' στις άσπρες βελέντζες, τα επόπτευε όλα και έδινε στις γυναίκες και στους παραγιούς προσταγές.

Όταν λίγο μεγαλύτερος διάβασα «Οδύσσεια» τον γέρο Μαλαμούλη τον ταύτιζα μέσ' στη φαντασία μου με τον Νέστορα, όταν δέχονταν τον Τηλέμαχο.

Καθώς ήμουν καθισμένος πλάι στον πατέρα μου τον ρώτησα ψιθυριστά: «Qu'est-il ce vieux;». «C'est un grand seigneur» μου απαντάει o πατέρας μου και αυτός ψιθυριστά. Και γυρίζοντας αργότερα το λόγο στα ελληνικά: «Να καταλάβεις τι είναι αρχοντιά».

Ήταν το πρώτο μάθημά μου για το μέγα τούτο ηθικό αγαθό: την αρχοντιά.

Αργότερα, μεγάλος σ' ένα πελοποννησιακό χωριό, γνώρισα έναν άλλο πιο νέο, σχεδόν μεσόκοπο, χωρικό. Στο πρόσωπό του ξανασυνάντησα αυτό που είχα γνωρίσει παιδί στο πρόσωπο του Μαλαμούλη: την αρχοντιά. Το σταύρωμα του καρβελιού από αυτόν ήταν μια ιεροπραξία.

Η αρχοντιά δεν είναι συνώνυμο με την αριστοκρατικότητα, δεν σημαίνει καμιά ταξική διαφορά ή μια διαφορά πλούτου. Αλλά δεν είναι και ένα ηθικό απλώς γνώρισμα. Είναι μια σύνθεση υπερηφάνιας, ευπρέπειας, αυτοπεποίθησης, μεγαλοψυχίας. Άρχοντες βρίσκεις εγκατεσπαρμένους σε όλα τα είδη ανθρώπων. Ο άρχοντας δεν γίνεται ποτέ μάζα, σε όποια τάξη και αν ανήκει, μένει πάντα πρόσωπο. Δεν μπορώ — ίσως αδυναμία μου — με μια φράση να την ορίσω την αρχοντιά. Αλλά όταν συναντώ κάποιον που έχει αυτό το σύμπλεγμα των αρετών που την απαρτίζουν, τότε την αναγνωρίζω. Λέω μέσα μου: Αυτός είναι άρχοντας. Ανήκει σε ααυτή την εκλεκτή κατηγορία ανθρώπων.

Έχομε άρχοντες κατά την νομικήν έννοια, που δεν έχουν αρχοντιά. Έχομε όμως χειρώνακτες που έχουν αρχοντιά.
Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987)

Image and video hosting by TinyPic

*  από την Ευθύνη, τχ. 169 / Ιανουάριος 1986
* φωτογραφίες: presidency.gr, ascsa.edu.gr, agp.archeio.gr

Ετικέτες , ,

31 Μαρ 2014

164 ~ Χρόνης Μπότσογλου: Η εμπειρία του βιωμένου χώρου

Η ζωή είναι πολύ φτωχή για να μην είναι αιώνια, λέει ο Μπόρχες. Τη δική μου αιωνιότητα τη ζω με τη συνείδηση που έχω αποκτήσει, ονειροπολώντας ανάμεσα σε λαμπρά μνημεία του παρελθόντος και μια ανιαρή καθημερινότητα. Γι αυτό θα αναφερθώ στη μοναδική εμπειρία μιας μικρής νυχτερινής στιγμής που έζησα στο χώρο του λιοτριβιού του Γιώργου Ελευθεριάδη, το οποίο είχα μετατρέψει σε ατελιέ και δούλευα τα καλοκαίρια από το 1977 μέχρι το 1986, στην Πέτρα της Λέσβου.

Αύγουστος μήνας, προς το τέλος του, η μέρα μίκρυνε πολύ, κλείδωσα και πήγα να συναντήσω τους άλλους που άρχισαν τα ούζα στην πλατεία. Ο καιρός έχει ψυχράνει αρκετά και ξέχασα τη ζακέτα μου στο χώρο του σαπουναριού όπου δούλευα —το σαπουναριό είναι ο επάνω χώρος του λιοτριβιού— αναβάλλω να πάω να την πάρω, όμως όσο νυχτώνει, νιώθω να κρυώνω περισσότερο. Στο τέλος με στέλνει η Ελένη με το ζόρι. Το χώρο τον γνωρίζω σαν να είναι σπίτι μου. Άνοιξα, ο διακόπτης του ηλεκτρικού είναι δίπλα στο κλειστό φύλλο της πόρτας, αλλά διστάζω, γιατί στη σχισμή υπάρχουν αραχνοφωλιές και παράτησα τον αναπτήρα μαζί με τα τσιγάρα στο τραπέζι. Βιάζομαι να τελειώσω. Είμαι σίγουρος για το χώρο, κι ας μη βλέπω τίποτα. Το τσιμεντένιο πεζούλι, μέσα από την πόρτα, μια δρασκελιά, μετά ένα μικρό, χαμηλό σκαλί, κανονικά θα έπρεπε να ήταν τρία, αλλά θα έκλειναν το χώρο της δουλειάς. Κατεβαίνω. Σαν να συνηθίζω το σκοτάδι και παρόλο που άφησα την πόρτα ανοιχτή, τα φώτα του δρόμου δε φτάνουν να φωτίσουν αυτό τον Άδη. Οι ασπρισμένοι τοίχοι στο βάθος, πάνω από την τζαμαρία που χωρίζει τον πίσω χώρο, στο πατάρι του μεσοπατώματος μόλις που διακρίνονται. Λίγο αριστερά να αποφύγω τους πάγκους με τα φίλτρα. Μετά το βαρέλι στενεύει το πέρασμα, να προσέξω μην ακουμπήσω και λερωθώ. Άλλα τρία βήματα, δίπλα το αυλάκι, μπροστά στη σκάλα ένας σωλήνας χάνει νερό και έχει δημιουργηθεί λασπουριά, το τσουπί που ρίξανε πάνω έχει μουλιάσει, μεγάλο βήμα λοιπόν για το πρώτο σκαλί. Τα ποντίκια χαρχαλεύουν εκεί δίπλα, δε φαίνεται να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Δε με νοιάζουν τα ποντίκια. Το επόμενο βήμα στο τρίτο σκαλί, γιατί το δεύτερο είναι ξεκολλημένο. Έφτασα στο διάδρομο του μεσοπατώματος. Παρόλο που έχω απλωμένα και τα δύο χέρια μπροστά από τα μούτρα μου, ένας αραχνοϊστός μού κόλλησε στο κούτελο, η αφή του μου δημιουργεί μια αίσθηση φρίκης. Τέσσερα βήματα και δεξιά η απότομη σκάλα που ανεβάζει στο χώρο του σαπουναριού. Είναι πολύς ο καιρός που έπαψε να λειτουργεί σαν τέτοιο, γι' αυτό και ο χώρος είναι εντελώς άδειος, στρωμένος απ' άκρη σ' άκρη με τσουπιά που τα απλώσανε μετά το πλύσιμο τους να στεγνώσουν, αφού βγήκε το λάδι και της φετινής σοδειάς.

Έπειτα από το σκοτάδι... Μα πού βρέθηκα ξαφνικά; Σαν να πέρασα σε άλλη διάσταση... Μέσα στον αχανή ενιαίο χώρο με τα χτισμένα παράθυρα από τις τρεις μεριές ανοιχτά —και μάλιστα τα περισσότερα να λείπουν, εντελώς κατεστραμμένα, απομένουν μονάχα τα παράθυρα της όψης από τη μεριά της θάλασσας— υπήρχε ένα φως, σαν από φεγγαρόφωτο! Έξω η σκοτεινή βοή του κύματος, νύχτα ασέληνη. Από πού έφεγγε αυτό το φως; Μήπως η θάλασσα που έσκαγε στα κράσπεδα του δρόμου, που τη χωρίζει από το λιοτρίβι, αντανακλούσε με τρόπο μυστηριακό εκεί μέσα το φως του ήλιου που ολημέρα τη ζέσταινε; Ή μήπως ξεχάστηκε απ' το απομεσήμερο, όταν οι αχτίδες της δύσης ανάβουν τα ντουβάρια μέχρι μέσα; Ήταν κάτι που δεν μπορούσα λογικά να εξηγήσω, όπως στα θαύματα! Το φως, εγκλωβισμένο σ' εκείνο τον κλειστό χώρο, έκανε τους τοίχους να φωσφορίζουν και να μεταβάλλουν συνέχεια τα σχήματα τους, ενώ τα χτισμένα με τούβλα παράθυρα μοιάζαν πόρτες που κάθε μια άνοιγε σ' έναν τόπο μυστικό. Σκεφτόμουν ότι μετά τον Άδη εδώ ήταν το Καθαρτήριο όπου όφειλα να εγκαταλείψω όλες τις εκδοχές του καλού και του κακού, αναζητώντας μόνο την ενότητα του εαυτού μου...

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Συνήλθα μόνο όταν άκουσα να με φωνάζουν απ' έξω.
Χρόνης Μπότσογλου (1941)



Θα πρέπει να ήμουνα στο γυμνάσιο (εξατάξιο). Δε θυμάμαι πού το διάβασα, είναι όμως από τα πράγματα που παίξανε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησής μου, μια επιλογή η οποία καθόρισε τη σπουδή στην τέχνη μου. Είχα διαβάσει ότι ο Μπέρναρντ Σο σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Εγώ είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, όμως δεύτερης κατηγορίας». Κάπως έτσι το κατάλαβα. Με απασχόλησε το τι εννοούσε, με βασάνισε πολύ, πολλά χρόνια. Και αποφάσισα ότι εγώ θα γίνω πρώτης κατηγορίας, χωρίς να με νοιάζει αν θα μείνω μικρός καλλιτέχνης.


*απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μπότσογλου
Το χρώμα της σπουδής
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

*φωτογραφίες: gkakourouchroni.com, enet.gr,
popaganda.gr, epsilonartgallery.blogspot.com

*πίνακες: poemsgolitsis.blogspot.com,
ebooks.edu.gr, e-go.gr


links:
- tovima.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Πίσω από το είδωλο
(συν/ξη στην Σόνια Ζαχαράτου. Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τχ. 483
- kathimerini.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Ταλέντο είναι η ικανότητα επιλογής
(της Γιούλης Επτακοίλη)
- Βιβλιοθήκες Ε.Ε.Ι.: Χρόνης Μπότσογλου - Η ζωή και το έργο του
- popaganda.gr: Χρόνης Μπότσογλου: «Μνήμη είναι ο τρόπος που ζούμε τα πράγματα»
(της Λίνας Ρόκου)

Ετικέτες , ,

19 Φεβ 2014

162 ~ Χρήστος Χρηστοβασίλης: Το πρώτο φίλημα της Μούσας μου

Image and video hosting by TinyPic
Τ' Αγνάντια του χωριού μου ήταν το μαγευτικώτερο, τ' ωραιότερο μέρος όλων των Κουρεντοχωριών  βρίσκεται στην περιοχή εκείνου του ορίζοντα, που ύμνησε ο Βύρωνας, από εκείνην εκεί απάνω τη ράχη του Προφήτ'-Ήλία της Ζίτσας, κι' είναι τόσο θαυμαστό, ώστε όταν ήμουν τριάντα τόσα χρόνια μακρυά από την πατρίδα μου κι αναθυμούμουν το χωριό μου με τα λίγα του σπιτάκια και κείνον τον στρόγγυλον ορίζοντά του, που τον φράζουν απ' όλες τες μεριές τα βουνά, στεκόμενα γύρα -γύρα, σαν αθάνατοι γίγαντες με τα πόδια τους ριζωμένα βαθιά στη γη και τα κεφάλια τους στον ουρανό, σαν να τον βαστούν, για να μην πέση, ήταν αδύνατο να μην πεταχτή ο νους μου να θρονιαστή στ' Αγνάντια!

[....] Θα ήταν τέλη Απριλίου ή αρχές Μαγιού. Ο δάσκαλός μας ο Παπ' Αντριάς — Θεός σχωρέσ' τον — μας πήγε από το νάρθηκα της εκκλησιάς που είχαμε τη γενική συνάθροιση κάθε μέρα, στην άκρα του ραχοκέφαλου, όπου είναι τ' Αγνάντια, και μας κάθισε εκεί στη γραμμή σταυροπόδι, κάτω από τον παχύν ήσκιο, για ν' αρχίσωμε το «διάβασμα» δηλαδή τη μελέτη.

Ήταν πλούσιο εκείνη τη χρονιά το σκολειό μας από παιδιά. Από πέντε παιδιά, που 'χε την προηγούμενη χρονιά, είχε τότε δώδεκα. Τέσσερες ήμασταν στο ψαλτήρι, τέσσερες στ' Οχτωήχι, οχτώ• δυο στα πινακίδια, δέκα• και δυο στές κοκκαλένιες πλάτες, δώδεκα• κι ο δάσκαλός μας, ο Παπ'-Αντριάς, δεκατρείς. Δηλαδή ο Χριστός και οι δώδεκα Αποστόλοι του, όπως έλεγε καμαρώνοντας ο  δάσκαλός μας, μην έχοντας βέβαια την παραμικρή συναίστηση για τη βέληλη παρομοίωση πόκανε.Εγώ ήμουν ο παντοτεινός πρωτόσκολος, ως πλιο προοδευμένος και κρατούσα την ευταξία του σκολειού κάθε φορά που έλειπε ο δάσκαλος.

[....] Οι δώδεκα καθόμαστε όλοι σε μια γραμμή. Πρώτος καθόμουν εγώ, ύστερα από μένα οι άλλοι τρεις ψαλτηράδες, ύστερα απ' αυτούς οι τέσσερες οχτωηχάδες, ύστερα απ' αυτούς πάλε οι δυο πινακιδάδες, κα τελευταίοι οι δύο πλατάδες, όπως μας αποκαλούσε ειρωνικά ο δάσκαλός μας.

Ο δάσκαλός μας κάθονταν αντίκρυ μας στο κέντρο της γραμμής και τόοο μόνο μακρυά, ώστε να μας φτάνη με τη φτελιόβεργα, που κρατούσε πάντα στο χέρι του ως έμβλημα τού αξίωμά του και της απεριόριστης δύναμής του και την έκανε να θαυματουργάη πολύ συχνά στες πλάτες μας, όταν στεκόμαστε στο διάβασμα ή νυστάζαμε ή μιλούσαμε ή δεν ξέραμε το μάθημά μας και τες πλειότερες φορές, γιατί έτσι το ήθελε, γιατί είχε όρεξη να δείρη!

Αυτό το παράξενο σκολειό, που ήταν πρώτο και τελευταίο σκολειό του χωριού μου, το' χε συστήσει η μάννα μου, όταν έλειπε ο πατέρας μου στην ξενιτειά, μόνο και μόνο για να μάθω εγώ κ' η αδερφή μου γράμματα, και κοντά σ' μας προσκολλήθηκαν κι άλλα παιδιά του χωριού και των περιχώρων, κι έπαψε να υπάρχη, όταν μόκαψε ο  δάσκαλός μου ο Παπ'-Αντριάς τη γραμματική, που μου 'χε φέρει κρυφά ο πατέρας μου από τα Γιάννινα.

Όταν λοιπόν καλοκαθήσαμε στη γραμμή περιμένοντας το συνηθισμένο σύνθημα της μελέτης :
— «Ντέτεστε!», φώναξε ο δάσκαλός μας, αφού ξερόβηξε πριν τρεις τέσσερες φορές, κι εμείς αρχίσαμε θριαμβευτικά την ανάγνωση, όσο μπορούσαμε μεγαλόφωνα, και κάναμε ένα δαιμονικό θόρυβο, που βούιζαν όλα τ' Αγνάντια από τες φωνές μας. Φανταστήτε τι πανδαιμόνιο έκαναν δώδεκα δυνατές παιδιακήσιες φωνές σ' όλες τες βαθμίδες της φωνητικής κλίμακας! Ακούονταν ως πέρα στον κάμπο, που δούλευαν οι ζευγίτες, κι ως  πέρα στα λιβάδια και στα λόγγα, που βοσκούσαν τα κοπάδια τους και τες αγέλες τους οι πιστικοί και οι βαλμάδες• κι ακούοντας, άλλοι έλεγαν:
— Χαρά στο δάσκαλο, πόχει τέτοια μαθητούρια!
Κι άλλοι:
— Χαρά στα μαθητούρια πόχουν τέτοιο δάσκαλο!

Η πρώτη ορμή της βροντερής μελέτης, που βγήκε απ' αυτό το πικρό κι άχαρο «ντέτεστε», που δεν μπορεί να μεταφραστή σε καμμιά γλώσσα του  κόσμου έτσι χαρακτηριστικά, άρχισε να πέφτη λίγο-λίγο, και πέφτοντας πέφτοντας, σώπασε όλως διόλου. Ο δάσκαλός μας είχε ναρκωθή, άλλο από τες φωνές μας κι άλλο από την γλυκειάν ανοιξιάτικη θαλπωρή, κ' είχε αποκοιμηθή γλυκά με τη φτελιόβεργα στο δεξί του χέρι και με το «Εν τη Ερυθρά Θαλάσση» στο στόμα, κι εμάς μάς είχε πιάσει μια ιερή, σιωπή, μια έκσταση, ένα... (δεν ξέρω πώς να το ειπώ) μπροστά στην ιερή μυσταγωγία και στα κάλλη και στες χάρες της πανώριας άνοιξης και στο μαγικό θέαμα που ξετυλίγονταν μπροστά μας, κάτω μας, δίπλα μας και πέρα από τ' Αγνάντια, και στη μοσκοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών και στο κελάιδημα λογής λογιών πουλιών, που μούλωναν ή κρύβονταν μέσα στα κλαδιά των δέντρων που μας ήσκιωναν σαν απέραντος θεϊκός θόλος ναού φυσικού, ή ξεπετούσαν και φουρτουλούσαν γύρα μας.

Τα κοσσύβια, οι σπίνοι, οι γαλιάντρες, οι κορυδαλοί, οι σπουργίτες, και προ πάντων τ' αθάνατα τ' αηδόνια, είχαν στήσει χωριστά κι όλα μαζί μιαν άρρητη μουσική συναυλία, και μες σ' αυτή τη θεσπέσια μουσική, που 'χε ως κορωνίδα της τ' αηδονολαλήματα, ξεχώριζε τ' άνθρωπολάλημα του κούκκου:
— «Κούκου! Κούκου! Κούκου!»

Οι αετοί ξεπετούσαν απάν' από τα κράκουρα των μακρυνών βουνών, όπου φώλιαζαν, και πετούσαν αργά-αργά στο γαλανόν αιθέρα και φαίνονταν ως να έπλεαν στο ουράνιο πέλαγο σαν μακρόφαντα καράβια, κι απολούσαν κάποτε μια στριγγιά σουρισματιά, σαν να ήθελαν να σαλαγήσουν τίποτα κοπάδια τους απ' εκεί απάνω.

Αχ! πώς ζήλευε η καρδιά μου τους αϊτούς με το ουράνιο αρμένισμά τους, και πώς καλοτύχιζα όλα τα πουλιά και πλειότερο τ' αηδόνια με τη μαγική τους φωνή, που δεν ήταν καταδικασμένα να διαβάζουν σε κοκκάλες από πλάτες ζώων, πινακίδια, οχτωήχι, ψαλτήρι, κι ό,τι άλλο βιβλίο, και να 'χουν δάσκαλο και μάλιστα με φτελίσια βέργα στο χέρι του, σαν το δικό μας τον Παπ' Αντριά, και να φωνάζη εκείνο το φοβερό και τρομερό:
— «Ντέτεστε!»

Αγνάντευα κάτω στο ρίζωμα του βουνού των Αγναντιών να σμίγουν τρία ποτάμια με το μεγάλο μας ποταμό, τον Καλαμά, κι άκουγα να βουίζουν, να βουίζουν συγκρατούμενα μ' ένα μυστηριώδικο βουητό, σαν να ήταν αγκομάχημα κανενός ετοιμοθάνατου Θεού, σα να ήταν κάποιος υπερκόσμιος θρήνος της γης προς τον ουρανό.

Οι κάμποι και τα λιβάδια ήταν ντυμένα με χίλια-μύρια χρώματα• τα δάση και τα λόγγα μαυρολογούσαν' τα ζευγάρια μόχταγαν μέσα στες ανοιγμένες αυλακιές των χωραφιών με τους ζευγίτες από πίσω τους κρατώντας τη μακρυά τους δικέντρα• τα γίδια και τα πρόβατα, εκείνα μέσα στα λαγκάδια και στα γκρέμια, και τούτα απάνω στες κοντοραχούλες η στες άδεντρες πλαγιές, βοσκούσαν χαρούμενα, τρέχοντας απάνω - κάτω ή πέρα - δώθε, σαν να 'νοιωθαν κι αυτά τες χάρες της λουλουδοφορτωμένης κι ανθοστολισμένης άνοιξης' τα κυπροκούδουνά τους αχολογούσαν όμορφα •όμορφα και γλυκά - γλυκά και χαρούμενα - χαρούμενα• τα σκυλιά γαύγιζαν κάποτε-κάποτε, είτε μαλώνοντας συναμεταξύ τους, είτε ενοχλώντας τους διαβάτες• κ' οι πιστικοί, άλλοι σαλαγούσαν, άλλοι σιούριζαν, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι λαλούσαν τη φλογέρα, άλλοι έβγαζαν τα ζωντανά από τα σπαρμένα χωράφια, κι άλλοι τα συμμάζευαν για τον αρμεγώνα. Και πέρα, πολύ πέρα, στ' ακρούρανα, λαμποκοπούσαν τα κορφοβούνια, σαν διαμαντένια θεώρατα στεφάνια, κι άνοιγαν οι κλεισούρες τα στόματά τους, σαν να ζητούσαν να καταπιούν κανέναν Κόσμο!

Έπλεα, έπλεα σ' αυτό το έξοχο θέαμα, κολυμπούσα σ'αυτή την ονειροφάνταχτη φωτοπλημμύρα, σ' αυτή την αχανή λσυλουδοπλησμονή, σ' αυτή τη μεθυστική μοσκοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών, σ' αυτή τη μυστηριώδικη βουή των ποταμών, των πουλιών, των αγελών, των κοπαδιών, των σκυλιών, των ανθρώπων.

Δεν γνωρίζω τι ένιωθαν εκείνη τη στιγμή οι συμμαθητάδες μου, εκείνη την ουράνια στιγμή• αλλ' εγώ αιστάνομουν ένα σεισμό μες στην καρδιά μου, μες στην ψυχή μου, μες το αίμα μου, μες στο κεφάλι μου...

Μόρχονταν να φκιάσω ένα δικό μου τραγούδι και να τονίσω μια δική μου μουσική και να ζωγραφίσω μια δική μου εικόνα, μ' όλα τα χρώματα, μ' όλες τες λάμψες που χύνονταν γύρα μου, και με την φαντασία μου τραγουδούσα αυτό μου το τραγούδι, αυτή μου τη μουσική, ζωγράφιζα αυτή μου την εικόνα.

Κι αυτός μου ο εσωτερικός σεισμός, που αιστάνθηκα για πρώτη φορά ήταν ο πρώτος χαιρετισμός, το πρώτο χρίσμα και το πρώτο φίλημα της Μούσας μου...
Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937)

Image and video hosting by TinyPic

* Το φίλημα της Μούσας, αυτοβιογραφικό
διήγημα (*) του Χρήστου Χρηστοβασίλη.
- από την Βασική Βιβλιοθήκη - τμ. 19

Εκδόσεις: Αετός, 1954
*φωτογραφίες:zosimaia.gr, agioritikesmnimes.blogspot.com

* [Πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα «Αμάλθεια» της Σμύρνης,
30 Δεκ. 1906, και στο «Μεσσηνιακόν Ημερολόγιον» του 1907,
με τον τίτλο «Φύλλα της ζωής μου», αναδημοσιεύτηκε στο
«Συριανόν Ημερολόγιον» του 1922, και στα
«Διηγήματα του Μικρού Σκολειού»]


ακόμα:
- βιογραφικό και ένα οδοιπορικό του Χρήστου Χρηστοβασίλη
στο blog Αγιορείτικες μνήμες

Ετικέτες , ,

10 Ιαν 2014

160 ~ Κώστας Ουράνης: μια βουβή μνησικακία

Image and video hosting by TinyPic
Ο πατέρας είχε «φάμπρικα» στην Πόλη, - στο Γαλατά. Μια φορά το μήνα μας έστελνε με τον Ατζιμπάρο, τον ταχυδρόμο, γράμμα, λεφτά κι' ένα κοφίνι με λογής-λογής παραγγελίες της μητέρας. «Αγαπητή μου σύζυγος Αγγελική μετά της μητρός σου και του τέκνου μας σας ασπάζομαι», έγραφε ο πατέρας - κι' έδινε οδηγίες στη μητέρα για το τόκισμα των χρημάτων και, σε μένα, τις συμβουλές του. Η μητέρα τού απαντούσε, πάλι με τον Ατζιμπάρο, μ' ένα σωρό συστάσεις για την υγεία του κι' ολόκληρο κατεβατό χαιρετισμούς από συγγενείς και φίλους - και του 'στελνε πλεχτές κάλτσες και γλυκά του σπιτιού.

Τον ίδιο δεν τον βλέπαμε παρά μια φορά το χρόνο: ερχόταν πάντα αρχές Φλεβάρη κι' έφευγε ύστερ' από τη Λαμπρή. Σε κάθε ταξίδι του μας έφερνε δώρα: μεταξωτό ύφασμα της μητέρας, μαύρο χαβιάρι της θείας Ελένης, ταμπάκο της γιαγιάς, ασημένια κουταλάκια ή τίποτα άλλο για το «προικιό»  της Ερήνης, και, σε μένα, μια ναυτική φορεσιά, σεκέρια πολίτικα και μορουνόλαδο που το είχε σε μεγάλη υπόληψη. Κοντά σ' αυτά έφερνε και για το σπίτι τενεκέδες βούτυρο, τυρί κασκαβάλι και μερικές μποτίλιες από το καλύτερο ρακί της φάμπρικάς του.

Ο ερχομός του ήταν μεγάλη γιορτή για το σπίτι. Το σαλόνι γέμιζε επισκέψεις. Η Ερήνη, μ' άσπρη κεντητή ποδιά και με τις καλές της παντούφλες, τριγυρνούσε ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο με ροσόλι για τις κυρίες, κονιάκ για τους κυρίους και κουραμπιέδες για όλους. Η μητέρα, από κοντά της, μοίραζε λινά πετσετάκια κι' άκουγε τα «καλώς τον δεχτήκατε»  των επισκεπτών και τα συγχαρητήρια των κυριών για την επιτυχία των κουραμπιέδων της με το ίδιο ευχαριστημένο χαμόγελο. Την Κυριακή, στην εκκλησία, ο παπάς έφερνε του πατέρα ξεχωριστό αντίδωρο, τυλιγμένο στο χαρτί σα λουκούμι, κι' ο πατέρας έριχνε στο δίσκο ένα χρυσό εικοσόφραγκο.

Τις πρώτες μέρες ο πατέρας ήταν στο σπίτι σα φιλοξενούμενος. Δεν ανακατευόταν σε τίποτα. Όταν όμως οι επισκέψεις τελείωναν κ' η χαρά για τον ερχομό του κατακάθιζε, η εξουσία του σπιτιού περνούσε από τα χέρια της μητέρας στα δικά του.

Αυτό γινόταν γύρω από το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο πατέρας έβαζε τα γυαλιά του χαμηλά στη μύτη, άνοιγε ένα δεφτέρι - κ' η μητέρα τού παρουσίαζε λογαριασμούς εξόδων, αποδείξεις, μετοχές και γραμμάτια. Ο πατέρας καλλιγραφούσε αριθμούς στο δεφτέρι του, έδενε με κορδέλλες χωριστά τα γραμμάτια και χωριστά τις μετοχές και κλείδωνε όλα σ' ένα δικό του ντουλάπι όπου φύλαγε τα κυνηγετικά του σύνεργα. Η μητέρα απόμενε με τα κλειδιά του κελαριού και των σεντουκιών μονάχα. Κι' από κείνη την ημέρα ούτε ψώνια έκανε, ούτε αποφάσεις έπαιρνε. Ο πατέρας φρόντιζε για όλα - κ' η θέλησή του ήταν νόμος στο σπίτι.

Για μένα, ως τόσο, ο πατέρας εξακολουθούσε να 'ναι σαν ένας φιλοξενούμενος. Όσο έλειπε, ο νους μου δεν πήγαινε σ' αυτόν, κι' όταν ερχόταν έμενε τόσο λίγο που δεν πρόφταινα να τον συνειθίσω.

Η μητέρα θα το διαισθανόταν γιατί δεν άφηνε ευκαιρία που να μη μου τονίσει πως έπρεπε να κάνω το «παν» για να του είμαι ευχάριστος κι' ότι είχα χρέος να παρακαλάω το Θεό να κόβει χρόνια από μένα και να τα δίνει σ' εκείνον «γιατί, αν ό μη γένοιτο, πάθαινε τίποτα, θα χάναμε το στήριγμά μας».

Το χρέος μου το 'κανα. Προσευχόμουν μ' ευσυνειδησία στο Θεό να μακραίνει τα χρόνια του σε βάρος των δικών μου, τον ευχαριστούσα όταν μου 'φερνε από το καφενείο το λουκούμι που κέρδιζε στην κοντσίνα, του φιλούσα το χέρι όταν έβαζε δεκάρες στον κουμπαρά μου και του 'κανα γονατιστή μετάνοια όταν μου συχωρνούσε καμμιά αταξία μου. Δεν έκανα, όμως, τίποτα περισσότερο από το χρέος μου. Η καρδιά μου του 'μενε κλεισμένη. Όσο καιρό ήταν στο σπίτι, ένοιωθα τον εαυτό μου σαν ένα κλαρί λυγαριάς που το κρατάν λυγισμένο δυο χέρια. Κι' όταν έφευγε, η ψυχή μου ξανατεντωνόταν - με μια δυνατή ανακούφιση...

Όχι πως ήταν κακός μαζί μου ο πατέρας. Με μάλωνε πολύ λιγότερο από τη μητέρα. Αλλά ήταν λιγομίλητος κι' επίσημος - σαν τον επιθεωρητή που μας ερχόταν δυο φορές το χρόνο στο σχολείο.

[....] Όταν ξαναρχόταν από την Πόλη, γινόταν μια άλλη, τέτοια, τελετή. Μου έδειχνε να θαυμάσω τη μετοχή που μου είχε αγοράσει - και την έκλεινε ύστερα στο ντουλάπι του.

Μου είχε ειπεί ότι όλες αυτές τις μετοχές θα μου τις έδινε στα χέρια μου όταν θα τελείωνα το στρατιωτικό μου, η προοπτική όμως αυτή δε μου έδινε καμμία χαρά. Το εναντίο. Κάθε φορά που έριχνα τα λεφτά μου μέσα στον κουμπαρά ήταν σα να τα 'ριχνα μέσα σ' ένα βαθύ, σκοτεινό πηγάδι. Η ψυχή μου σπάραζε. Συλλογιζόμουν πόσες μεγάλες μπίλλιες, πόσους λαμπρούς μολυβένιους στρατιώτες, πόσες χρωματιστές χαλκομανίες ή πόσες καραμέλες θα μπορούσα ν' αγόραζα μ' αυτά - και κρατούσα του πατέρα μου, που μου τα στερούσε, μια βουβή μνησικακία.
Κώστας Ουράνης (1890-1953)
Image and video hosting by TinyPic

*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό διήγημα του Κώστα Ουράνη "Ο πατέρας".
Δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 632 την 1η Νοεμβρίου 1953
(τεύχος-αφιέρωμα, τέσσερις μήνες μετά το θάνατό του), με την σημείωση:
"Ο πατέρας" βρέθηκε ατελείωτος στα χαρτιά του Κώστα Ουράνη.
Είναι ένα κεφάλαιο από το πεζογράφημα παιδικών αναμνήσεων
που λογάριαζε να τυπώσει με τον τίτλο "Αναβίωση".

*η φωτογραφία είναι από το ίδιο τεύχος της Ν.Ε.

ακόμα:
- ο Κώστας Ουράνης στο jukebox

Ετικέτες , ,

21 Δεκ 2013

159 ~ Κώστας Ζουράρις: Παραμονή πρωτοχρονιάς του 1948

Γύρω, όλα ζεστά και παιχνίδια παιδικά για μεγάλους που δεν υπήρχαν, αλλά τους περιμέναμε εμείς τα παιδιά και βρέφη και τα τσουρέκια αχνιστά, να περιμένουν κι αυτά εκείνη την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1948, βράδυ πια που περιμένει τα μεσάνυχα, ο θείος μας καταδικασμένος εις θάνατον και ο πατέρας μας, που τον είχαν αρπάξει μπροστά μου, ντυμένο στην άσπρη ιατρική του φορεσιά, εκεί πάνω τώρα, χτισμένος στο Γεντή Κουλέ, "νέκυιαι μυροφόρων Ανταρτών". Στο Πειραματικό, η δασκάλα μου η κυρία Αγγέλα, την τελευταία ώρα πριν σχολάσουμε, με χάιδεψε με το χαμόγελό της εκείνο, που νικούσε το Γεντή Κουλέ και, ξέροντας ―όλα τα ήξερε η κυρία Αγγέλα― μου είπε πως, παραμονή, θα έρθει να με δει, να μας δει. Και τώρα, παραμονή στις οχτώ, έχουν μείνει η γιαγιά μας η Χαρίκλεια και η μητέρα μας, με τους τρεις άντρες ―εμάς τα νήπια― μόνες στην Πρωτοχρονιά του 1948, στην Πρωτοχρονιά των άλλων, των νικητών. Οχτώ η ώρα της παραμονής, η μητέρα μου με κοιτάει, πρασινογάλαζη Καλλονή στην θλιμμένη ξανθιά ομορφιά της, Γελαστή: ― Δεν έχουμε μανταρίνια, είναι περασμένες οχτώ, κι εσύ είσαι πια οχτώ χρονώ, δεν έχουμε άλλον, πήγαινε πίσω από το Μοντιάνο, στην Ερμού, θα βρεις καροτσάκια ακόμη εκεί, και θα πάρεις τα μανταρίνια. Ήταν η πρώτη φορά, που έβγαινα μετά τις οχτώ, οχτώ χρονώ, από την Αγίας Σοφίας 23, μόνος, κρύο, χειμώνα, νύχτα. Περίμενα όμως την κυρία Αγγέλα, που ήταν πιο δυνατή από το Γεντή Κουλέ. Έκανε πολύ κρύο, λάσπη, σιωπή, σκοτάδι κι ήταν όλα σιωπηλά κι ήμουν μόνος, γιατί τα 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά. Βγήκα για τα μανταρίνια στις οχτώ, οχτώ χρονώ, Παραμονή του σαράντα οχτώ. Πήγα, βγήκα, γύρισα.
Κώστας Ζουράρις (1940)



*το αυτοβιογραφικό κείμενοα μανταρίνια στος οκτώ, του '48",
είναι από τον ιστοχώρο του Πρότυπου Πειραματικού Σχολείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
. Πρώτη δημοσίευση τον Δεκέμβριο
του 2003 στο περιοδικό Πλατεία, τχ. 3
*οι φωτογραφίες είναι από βίντεο αναρτημένο στο you tube

Ετικέτες , , , , , ,

1 Δεκ 2013

158 ~ Γεώργιος Βιζυηνός: ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον;

Image and video hosting by TinyPic
— Ητοιμάσθην ν' αναχωρήσω σήμερον, κύριε καθηγητά• πού με συμβουλεύετε να πάγω; Ηρώτησα τον ιατρόν, ύστερον αφού κατέγραψεν εις το σημειωματάριόν του το ευχάριστον συμπέρασμα της στηθοσκοπήσεώς μου.
— Πού αλλού παρά επί του Hartz! Δεν μεταβάλλω γνώμην. — «O τρόοζας ιάζεταϊ», είπεν ο γέρων, και το είπεν, ως εάν συνδιεσκέπτετο εν πνεύματι μετά τινος Ομηρικού Ασκληπιάδου. Έπειτα στραφείς προς εμέ .— Τα όρη του Χάρτς δεν απέχουν πολύ απ' εδώ, και αυτός είναι, είπε, κυρίως ο λόγος τού καλού κλίματος και των ωραίων περιχώρων, αλλά συγχρόνως και των δριμυτάτων ενίοτε και βλαβερών εις τους ξένους χειμώνων μας. Δια τούτο λέγω ο τρόοζας ιάζεταϊ.  Αλλά με τον νουν σου νεανία μου! επρόσθεσεν έπειτα, σείσας τον λιχανόν. — Με τον νουν σου! Σ' επιτρέπω ν' αναβής όσον υψηλά δύνασαι εις τον αιγλήεντα Παρνασσόν, όχι όμως και εις τας νεφελοσκεπείς κορυφάς του ημετέρου Χάρτς. Επ' αυτών ιοστεφείς Μούσας και ακτινοβόλον Απόλλωνα δεν θα εύρης. Αλλά Στρίγγλας μόνον και Καλλικαντζάρους και όλα τα μεσαιωνικά δαιμόνια, τα εμπνεύσαντα εις τον μέγαν ημών κλασσικόν, τον ομηρικώτατον ημών Goethe, το ψυχρόν και σκοτεινόν εκείνο μέρος του Faust, το οποίον — κάλλιον να μη το έγραφεν!

— Οπωσδήποτε, τω είπον, κύριε Αυλοσύμβουλε, μέχρι Κλάουσθαλ πρέπει ν' αναβώ. Τον τόπον δεν τον γνωρίζω, και τα γερμανικά βλέπετε πόσον δυσκόλως τα καταφέρνω. Παντού αλλού θα ησθανόμην τρομεράν απομόνωσιν, θα έπασχον νοσταλγίαν. Ενώ εν Κλάουσθαλ, καθώς σας είπον, έχω τον συμπατριώτην μου, τον συμμαθητήν μου.

— Να, κι' αυτός, σαν όλους τους αρρώστους, ανέκραξεν ο καθηγητής, εγερθείς εκ της θέσεως του. Τού είπα ότι κάτι είναι βλαβερόν εις την υγείαν του, έρχεται όμως πάλιν και ζητεί την άδειάν μου να το κάμη με την ιδέαν ότι, αν το κάμη με την άδειάν μου, δεν θα τον βλάψη! Αλλ' αυτό είναι το ελάττωμα όλων των φίλων μου Ελλήνων — επρόσθεσεν είτα μειδιών — από Οδυσσέως μέχρι της λογιότητός σου. Δεν ειμπορείτε ν' αποχωρισθήτε απ' αλλήλων. Δεν ειμπορείτε να λησμονήσετε ότι είσθε εις τα ξένα. Και όταν ξενιτευθήτε, όπου συναντήσετε ένα ομόγλωσσόν σας, ας είναι και από το έτερον άκρον του κόσμου, εκεί είναι ο συμπατριώτης, είναι τρόπον τινά η πατρίς σας. Και κάμνετε λοιπόν, καθώς λέτε χωριό, και απλώνετε την κάπα σας και κάθεσθε και τα λέτε, τα λέτε, τα λέτε από το πρωί ως το βράδυ. Και όταν τέλος πάντων βραδυάση, και επιστρέψετε εις τα σπίτια σας, τότε, αν συμβή να μην είσθε σύνοικοι, κάθεσθε καθ' ένας εις το άκρον του παραθύρου, ως ο Οδούσσεους εις την ακτέεν πολουφλοϊσμπόϊο ταλάσσεες «'χιέμενος και καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ χεές γκάϊεες».

Έπειτα αναλαβών αξιοπρεπή σοβαρότητα:
— Εν τούτοις, είπε, Χούϊες Ακαϊοόν (υίες Αχαιών!) ό,τι ήρμοζεν τόσον ποιητικώς είς τον ποϊκιλομίτεεν και πολούπλαγκτον Οδυοσέα δεν αρμόζει και εις σε. Λέγεις ότι δυσκολεύεσαι ακόμη με την γλώσσαν. Ιδού ευκαιρία να γυμνασθής. Ποίησον την ανάγκην φιλοτιμίαν. Ζήσε όσον περισσότερον σοι επιτρέψη η καλοκαιρία εν Οστερόδη ή εν άλλω τινί χωρίω του Χαρτς, εξ όσων σοι εσύστησα προχθές, αλλά ζήσε με τους Γερμανούς, ως Γερμανός, και  θα ίδης πόσον θα σε ωφελήση και υπό γλωσσικήν έποψιν και υπό υγιεινήν.
— Και η Κλάουσθαλ, κύριε καθηγητά, δεν είναι υγιεινή πόλις;
— Πάλιν η Κλάουσθαλ! ανέκραξεν ο αγαθός γέρων μετ' αδημονίας. Δεν αμφιβάλλω πως είσαι χιέμενος καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ! Χωρίς άλλο επιθυμείς να ίδης την καπνίζουσαν εστίαν τού  συμπατριώτου σου. Πήγαινε και θα μ' ενθυμηθής. Δεν χρειάζεσαι άλλον οδηγόν να το εύρης. Όπου είναι μία καπνοδόχος αδιαλείπτως καπνίζουσα, κρούσε την θύραν: Εκεί κατοικεί ο συμπατριώτης σου.

[....] Εις τον κόλπον μου έφερον την πέμπτην επιστολήν του αγαπητού Πασχάλη, όστις και πάλιν με εξώρκιζε να μη προτιμήσω άλλον τόπον προς αλλαγήν κλίματος και μ' έδιδε τας ευνοϊκωτέρας πληροφορίας περί του καιρού. Από τινος επεκράτει εν Κλάουσθαλ τόσον ωραίος καιρός,

[....] Ο Πασχάλης ήτο φίλτατος συμμαθητής μου. Συνεμαθητεύσαμεν και συναπεφοιτήσαμεν εκ του Γυμνασίου της Πλάκας προ δύο μόλις ετών. [....]  Μετά την λήξιν των γυμνασιακών σπουδών του, αφ' ενός μεν η δικαίως αποκτηθείσα των διδασκάλων εύνοια, αφ' ετέρου δε η γνωστή προς απόρους επιμελείς νέους ευεργετικότης ενός των τα μάλιστα ανεπιδείκτως προστατευόντων τα γράμματα Ομογενών εξησφάλισαν τας σπουδάς αυτού εν Γερμανία. Ποτέ δεν θα λησμονήσω τον τρόπον καθ' ον επανηγυρίσαμεν την χαροποιάν της αγγελίας ταύτης άφιξιν. Ο Πασχάλης εννοούσε και καλά να εξοδεύση μόνος δια την εορτήν, και να εξοδεύση πρωτοφανώς και αξίως. Επί πολλήν ώραν συνεζητήσαμεν το πρόγραμμα του γλεντιού• επί τέλους απεφασίσθη, συμφώνως προς τας αρχάς αυτού, να συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά τον ωφελίμου. Μετ' ολίγον εμέλλομεν αμφότεροι να μεταβώμεν εις Γερμανίαν: να γίνωμεν Γερμανοί. Και ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον; Αλλ' ημείς δεν εγνωρίζομεν ακόμη τι εστί το περιαδόμενον τούτο ποτόν, το απόβρασμα της κριθής και των αχύρων, το τείνον να παραγκωνίση εν μέσαις Αθήναις τον ζωηφόρον οίνον, την ευφροσύνην των θνητών και των Μακάρων! Ας χαρώμεν λοιπόν διδασκόμενοι τι έστι ζύθος. Ας συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά του ωφελίμου, είπεν ο Πασχάλης.

Μετά πολλάς και δειλάς περισκοπήσεις παρεισήλθομεν εις το ζυθοπωλείον του Μπερνιουδάκη, καταπόρφυροι από την εντροπήν μας. Μόλις είχομεν αποφοιτήσει του Γυμνασίου και εισηρχόμεθα κατά πρώτην τότε φοράν εις καπηλείον. Όταν εστρυμώχθημεν εις την απωτέραν γωνίαν της βαρβαρικής εκείνης κρύπτης, ο Πασχάλης, εξαγαγών εκ του θυλακίου του, εμέτρησεν εξ δεκάρας: Ήσαν το παν ό,τι είχεν, όλη του η περιουσία.
- Αυτά, είπεν, εις τον βωμόν της φιλίας! Αλλά πρόσταξε συ, που τα καταφέρνεις καλλίτερα.

Μετ' ολίγον ο υπηρέτης παρέθηκεν ενώπιόν μας δύο ποτήρια ζύθου. Επί πολλήν ώραν τα εθεώμεθα σιγηλοί και λίαν συγκεκινημένοι. Τέλος εκάμαμεν τόκα και εγγίσαμεν εις τα χείλη μας. Οι οφθαλμοί του Πασχάλη ευρυνθέντες έξαφνα, αντήλλαξαν, ως εξ ορμεμφύτου, μετά των εμών βλακώδες, διαπορητικόν βλέμμα. Παράδοξος μορφασμός απροσδόκητου απογοητεύσεως συνωφρύωσε το πρόσωπόν του, μορφασμός, όστις εφαίνετο μάλλον αντανάκλασις πιστή των συστολών και διαστολών του ιδικού μου προσώπου: Το χλιαρόν και κιτρινωπόν εκείνο ποτόν ενέπνευσεν εις τα γευστικά ημών νεύρα ισχυράς υποψίας ως προς την καθαυτό καταγωγήν του. Αλλ' η συγκίνησίς μας ήτο μεγάλη, και κανείς εξ ημών δεν εξέφρασε τι εσκέπτετο την στιγμήν εκείνην αλλά θέσαντες τα ποτήρια προ ημών, εβλέπομεν αυτά πολλήν ώραν μετά σιγηλής επιφυλάξεως και δυσπιστίας. Ότε αίφνης εγερθείς ο Πασχάλης λίαν τεταραγμένος, ήρπασε τον πίλον του, κ' έδωκεν εις έμέ τον εδικόν μου. Τον έλαβον, εγερθείς κ' εγώ μηχανικώς. Ο Πασχάλης έθηκε τας δεκάρας αψοφητί επί του βωμού της φιλίας, και εχώρησεν ως βρεμένη γάτα προς την έξοδον, καταπόρφυρος και κατησχυμένος. Εγώ τον ηκολούθησα χωρίς να ξεύρω ακόμη διατί. Όταν εξήλθομεν εις την οδόν, τότε πρώτον έμαθον, ότι αιτία όλης εκείνης της ταραχής, και της ούτω προώρου διακοπής του γλεντιού μας, ήτον η είς το ζυθοπωλείον είσοδος του κυρίου Ν.! Ο κύριος Ν. ήτον ο υπό των τάξεων αυτού ανεξαιρέτως χλευαζόμενος και εκσυριττόμενος καθηγητής, προ του οποίου και το έσχατον παιδάριον του γυμνασίου δεν το είχε διά τίποτε είς την εποχήν μου να καπνίση το τσιγαράκι του, εν αυτή τη παραδόσει. Ο δε Πασχάλης ήτο μεγάλος τότε, αναγνώστα μου, με μύστακας εναμιλλωμένους προς τους του κυρίου Ν.! Αλλά φαίνεται, ότι ο Πασχάλης, ως πτωχός τουρκομερίτης, είχε διδαχθή εξ απαλών ονύχων να σέβηται τους διδασκάλους του. Και μη τον εκλάβης διά τούτο  περιορισμένου νοός άνθρωπον, παρακαλώ. Η χρηστοήθεια δεν είναι ευήθεια. Ο δε Πασχάλης ήτον ο εξυπνότερος, ο πρακτικώτερος όλων ημών. Διότι ενώ ημείς οι άλλοι μετ' ολίγον, ως φοιτηταί, ηρχίσαμεν να σπαταλώμεν τον πολυτιμότατον της ζωής ημών χρόνον ατακτούντες εν ταις πλαιείαις και ταις λεωφόροις των Αθηνών, εκφωνούντες πολιτικούς λόγους, φωνασκούντες περί Φάλαγγος καί δια τούτο ψυχρολουόμενοι δια πυροσβεστικών αντλιών, δερόμενοι υπό τραμπούκων, μισθωτών του τότε υπουργείου, και επί τέλους ρεμβάζοντες εν ταις φυλακαίς του Γκαρπολά, ο γνωστικός Πασχάλης, ενώ ήτον ελεύθερος να μείνη δύο έτη είς το Πανεπιστήμιον των Αθηνών, εσπούδαζεν εν Γερμανία, και εσπούδαζε την έπωφελεστέραν εν Ελλάδι επιστήμην, την Ορυκτολογίαν και Μεταλλευτικήν.
Γεώργιος Βιζυηνός -Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης- (1849-1896)

Image and video hosting by TinyPic


*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό
διήγημα Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
-από τον 18ο τόμο της Βασικής Βιβλιοθήκης, εκδ. Αετός, 1954
*Φωτογραφίες: users.uoa.gr, el.wikipedia.org,
tovima.gr, ekebi.gr


Ακόμα:
- Ο Γεώργιος Βιζυηνός στην Βιβλιονέτ
- Ποιήματα και διηγήματα του Γ. Βιζυηνού στον
προσωπικό ιστοχώρο του Νεκτάριου Μαμαλούγκου (users.uoa.gr)

Ετικέτες , ,

12 Νοε 2013

157 ~ Αλέξανδρος Πάλλης: Αυτά είναι όλα

Image and video hosting by TinyPic
Γεννήθηκα στον Περαία, στα 1851. Είμαι καταγωγής απ' τα Γιάννινα. Σπούδασα στο γυμνάσιο, στην Αθήνα και λίγους μήνες στο Πανεπιστήμιο, ως φοιτητής της φιλολογίας. Στα 1869, πήγα στο Manchester κ' έγινα έμπορος. Στα 1875, πήγα στο Bombay, όπου έμεινα ως τα 1894, έμπορος πάντα. Από τότες κατοικώ στο Liverpool, κι απ' τον καιρό που έμαθα πως ύστερ' απ' τον πόλεμο είχε ακόμα οπαδούς ο Δεληγιάννης στην Ελλάδα, έγινα κι Άγγλος υπήκοος. Τώρα δεν έχω πια κανένα όνειρο στον κόσμο εξόν τα πέντε παιδιά μου. Αυτά είναι όλα - ως που να πεθάνω.
Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Image and video hosting by TinyPic

*Αλέξανδρος Πάλλης: Aυτοβιογραφία
από την Νέα Εστία, τχ. 200/15 Απριλίου 1935
(αρχείο ΕΚΕΒΙ)
*Φωτογραφίες: Ν.Ε.-τχ.200, livepedia.gr


- Ο Αλέξανδρος Πάλλης στην Βιβλιονέτ

Ετικέτες , ,

23 Οκτ 2013

156 ~ Αλέκος Φασιανός: Είμαι τοπικός καλλιτέχνης

Image and video hosting by TinyPic
*[ο παππούς μου] έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο. Ήταν καλλιτεχνική φύση. Όταν με είδε πώς ζωγράφιζα, με ενεθάρρυνε πάρα πολύ. Με πήρε κοντά του και έκανα τα πρωτογράμματα στα χειρόγραφα, γιατί έγραφε σχόλια για τα ευαγγέλια και άλλα κείμενα. Ο παππούς μου είχε χιούμορ. Από αυτόν κληρονόμησα το χιούμορ...

*... η μαμά ήταν ελεύθερη. Μου αγόραζε μικρούς μουσαμάδες, που εγώ ζωγράφιζα. Μετά τους πήγαινε στου Λυμπεράκη και έλεγε «Μου είπε ο γιος μου 13,5x21,2» κι αυτό έμοιαζε παράξενο, να ακούνε τόσες λεπτομέρειες από ένα παιδί 14 ετών. Ήμουν σαν μια μασκότ εκεί και μια φορά είχα γνωρίσει και τον Μόραλη. Μετά, σε μια Πανελλήνια έστειλα κι εγώ ένα έργο, γιατί νόμιζα ότι καθένας μπορούσε να στείλει έργο. Φυσικά, δεν το δέχθηκαν, λόγω της ηλικίας μου...

*Είχαμε πολλές στολές μουσικών στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός μουσικής. Είχε οργανώσει όλες τις στρατιωτικές μπάντες, φιλαρμονικές. Οι στολές ήταν εντυπωσιακές και πολύχρωμες. Εγώ ενθουσιαζόμουν με τα χρώματα Ήταν τελείως αντίθετα με τον τρόπο ζωής και την εμφάνιση των ανθρώπων που φορούσαν γκρίζα και μουντά χρώματα.

Μου έκανε εντύπωση πώς έβγαιναν οι άνθρωποι τις Κυριακές καλοντυμένοι, με μαύρα κοστούμια και αυστηρές γραβάτες και παπούτσια λουστρίνια και περπατούσαν στους χωματόδρομους. Αυτές οι εικόνες ήταν παράξενες για μένα. Δηλαδή, άνθρωποι καλοντυμένοι, να κάνουν βόλτες στους χωματόδρομους του Μεταξουργείου και σε άλλες γειτονιές πλάι σε χαμόσπιτα με μισογκρεμισμένους σοβάδες, ανάμεσα σε βρωμόνερα και σαπουνάδες. Μου έκαναν πολλή εντύπωση αυτές οι εικόνες. Κάπως έτσι, σκεπτόμουν, θα ήταν και οι αρχαίοι Έλληνες, γιατί έμεναν σε πολύ απλά σπίτια πλινθόκτιστα και έβγαιναν καλοντυμένοι με τους χιτώνες και πήγαιναν στους ναούς...

*Είχα δει ένα έργο του [του Μπουζιάνη] και ενθουσιάστηκα... Τότε ερχόταν στο θείο μου ένας πλασιέ βιβλίων και μου έφερνε βιβλία του Βαν Γκογκ, του Ρουό, του Μαρκέ και του Γκογκέν. Ο Ρουό μου έκανε πολλή εντύπωση. Ο Μαρκέ μου άρεσε περισσότερο, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα να ζωγραφίσω κι εγώ έτσι. Μετά ήταν και οι εικόνες στις εκκλησίες. Εκεί πήγαινα με τον παππού μου στο Μοναστήρι του Δαφνιού, την παραμονή της λειτουργίας και κοιμόμαστε κατάχαμα. Έβλεπα τις εικόνες των αγίων στους τοίχους γεμάτους υγρασία και ανάμεσα, κάτι σαύρες και σαρανταποδαρούσες... Αυτά όλα με συγκινούσαν. Ήθελα να τα ζωγραφίσω. Νομίζω ότι ήθελα να ζωγραφίζω από τη στιγμή που κατάλαβα τον κόσμο. Έβλεπα τις εικόνες και ήθελα να τις αντιγράψω, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω την τεχνική. Μετά, όταν είδα τα έργα του Μαρκέ και αργότερα τα αρχαία Ελληνικά, με ενεθάρρυναν και μου άνοιξαν τους δρόμους για τη ζωγραφική.

* [στην εφηβεία] για πρώτη φορά έκανα με πενάκι ένα έργο που λέγεται "Ο πόλεμος". Ήμουν τότε επηρεασμένος από τον εμφύλιο, δέκα επτά ετών, πριν πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήταν ένα τανκ με σήμα γερμανικό. Και γύρω τα είχα ανακατέψει όλα. Αξιωματικούς, ανθρώπους νεκρούς, όπλα, οβίδες και όλα τα υλικά του πολέμου, σε μια σύνθεση παραγεμισμένη. Μετά, όταν μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν ζωγράφιζα πια έτσι. Εκεί έπρεπε να γίνεται μια ζωγραφική με μετρήματα με άξονες, με τριγωνάκια σχηματοποιημένα... Απελευθερώθηκα μόνος μου, γιατί είδα ότι αυτή η ζωγραφική δεν σε οδηγούσε στη γνώση της φύσης, αλλά στη γεωμετρική αποτύπωση.

*Πήγαινα συχνά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και έβλεπα στα βάζα και στις λευκές ληκύθους τις παραστάσεις. Έλεγα πως οι ζωγράφοι αυτοί κάνανε ένα ελεύθερο σχέδιο. Δεν είχανε ασφαλώς μπροστά τους ένα μοντέλο όταν έφτιαχναν το βάζο. Σκέφτηκα ότι αυτοί είχαν κατανοήσει την πραγματικότητα.

Βλέποντας τα έργα του Μουσείου και τα προηγούμενα έργα μου, επανήλθα σ' αυτήν την αίσθηση της πραγματικότητας της φύσης. Προσπαθούσα, δηλαδή, να αντιγράψω τη φύση και επειδή δεν μπορούσα να την κάνω ακριβώς, την έκανα όπως μπορούσα, με τα δικά μου μέσα. Κι έτσι διαμορφώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το ύφος της ζωγραφικής μου. Έκανα εκείνη την εποχή μια ενότητα από μουσικούς.

*Μετά είναι οι ποδηλάτες και οι παραμορφωμένοι άνθρωποι. Έβλεπα τότε εφιάλτες , είχα επηρεαστεί και από τα σουρεαλιστικά ποιήματα του Σαχτούρη κι έκανα ανθρώπους με τεράστια μάτια μέσα σε κήπους...
...στους ποδηλάτες υπάρχουν τα πιο ζωντανά βιώματα. Είναι οι ήρωες της μεταπολεμικής εποχής. Οι άνθρωποι που ζούσαν με το αμερικανικό όνειρο μέσα από τα δέματα από την ΟΥΝΡΑ. Που φορούσαν τα φαρδιά παντελόνια, τα χρωματιστά πουκάμισα και τις γραβάτες και σακάκια που ποτέ δεν ήταν στο κανονικό μέγεθος, ρούχα μιας πεπερασμένης μόδας του '35. Είμαι εγώ. Είμαστε εμείς. Εμείς, αυτοί οι καλοντυμένοι νέοι, νοικιάζαμε ποδήλατο και πηγαίναμε στη Βουλιαγμένη. Και τα ποδήλατα συχνά τα στολίζαμε με δάφνες και θυμάρια. Εικόνες γραφικές και ρομαντικές μαζί. Γιατί, όπως τις έβλεπα, ένιωθα έναν υπερβατισμό. Ο ποδηλάτης δεν ήταν μια απλή μορφή νέου, αλλά ένας Πήγασος με κόκκινη γραβάτα, που ανέμιζε καθώς κατηφόριζε το δρόμο, χτυπώντας εκείνο το γραφικό, με τον περίεργο ήχο κουδουνάκι του ποδηλάτου του.

*...είμαι πάντα κοντά στη δημιουργία. Όταν φτιάχνω κάτι, ευχαριστιέμαι απόλυτα. Οι πρώτες δημιουργίες ήταν σαν λάμψη. Ξαφνικά πετάγεται μια φωτιά όταν ανακαλύπτεις τη ζωγραφική. Και δεν θα έχεις ξανά ποτέ αυτό το συναίσθημα, γιατί το πρώτο έργο που έφτιαξα (είναι ένας μουσικός με στολή, που κάθεται σκεπτικός με το χέρι ακουμπισμένο στο σαγόνι), τότε για μένα αυτό ήταν κάτι πολύ έντονο και το κοίταζα για μια εβδομάδα. Ήταν το δημιούργημά μου.

*Αυτοδίδακτος, αλλά επιστημονικώς αυτοδίδακτος θέλω να είμαι, γιατί βγαίνει η διδαχή μου μέσα από την παρατήρηση της φύσης. Δεν είμαι ένας λαϊκός αυτοδίδακτος που δεν παρατήρησε τη φύση.

*Αυτό που άλλοι το θεωρούν μειονέκτημα, εγώ το βλέπω προτέρημα, γιατί πιστεύω ότι κάθε λαός μπορεί να μορφώσει τη δική του κουλτούρα, δεν έχει ανάγκη να προστρέχει αλλού, και αν το κάνει το κάνει μόνο από αδυναμία. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες προστρέχουν στη Δύση και στην Αμερική και δεν βλέπουν τις πηγές τους. Ο Μαγιακόφσκι έχει γράψει ένα ποίημα καταπληκτικό, που λέει: «Δεν έχω ανάγκη από το Παρίσι, γύρισα από το Παρίσι...», κάπως έτσι. Εγώ πιστεύω στις δικές μας πηγές. Είμαι τοπικός καλλιτέχνης.
Aλέκος Φασιανός (1935)

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Αλέκος Φασιανός στην Κίτσα Μπόντζου για το
περιοδικό ΕΝΑ - τχ. 42, 13 Οκτ. 1993
*Φωτογραφίες: in.gr, aparaskevi-images.gr,
ellinikospiti.gr, ethnos.gr


κάτι ακόμα:
- 9 Οκτ. 2013: Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής ο Αλέκος Φασιανός

Ετικέτες , ,

12 Σεπ 2013

154 ~ Κοραλία Θεοτοκά: μια Σωκρατική σχέση, σε άνθηση και πληρότητα

...παντρευτήκαμε [11 Ιουλίου 1966] στην Βασιλική της Σωτήρας, στην Πλάκα. Το μυστήριο έκαμε ένας παπάς με βροντερή φωνή και καθαρή άρθρωση, με πίστη που ίσια εξακοντιζόταν στον Θεό. Η μορφή του, δαιμονική. Τον λέγανε Δαπέργολλα, Κερκυραίος. Το πρωί φόρεσα το άσπρο μου φόρεμα, γαλλική χοντρή νταντέλλα, έβαλα λουλούδια στα μαλλιά, κύματα γλυκειάς ταραχής και γαλήνης αναδεύονταν μέσα μου. Ήμουν σταθερή, κάτι περισσότερο• αφιερωμένη. Στον άντρα μου, τον άντρα που ερωτεύθηκα κι έζησα μαζί του τη φύση και τις ιδέες και τα πράγματα, τον Άνθρωπο, τον Γιώργο Θεοτοκά. Μας στεφάνωσε ο Αλέκος Καλοβιδούρης, παιδικός του φίλος, στις 11. Η μητέρα του δεν ήλθε. Ο μπαμπάς, πολύ άρρωστος, έμεινε καθιστός και συγκινημένος όλην την ώρα της λειτουργίας. Η μαμά γελούσε, έκλαιγε, κι η Λιλή είχε μια συγκίνηση συγκρατημένη. Τις λαμπάδες κρατούσαν η Δανάη κι ο Νίκος.

Την Τζούλια και το Γιώργο, τ' αδέλφια μου, τα 'νιωθα κοντά μου. Με φίλησε με την τρυφεράδα, που μόνο ο Γιώργος μπορούσε να 'χει, γιατί ανέβαινε από μέσα κι από βαθιά του, πολύ, η αγάπη. Ήταν σοβαρός, θυμούμαι, μου κρατούσε με σιγουριά το χέρι, ήμουν η γυναίκα του. Θα με στήριζε και θα τον στήριζα. Ξεκινούσαμε μ' ανοιχτή καρδιά. Κι οι πέντε αισθήσεις πάλλονταν και χαίρονταν. Ήμασταν προνομιούχοι. Σάρκα μία, πνεύμα ένα, και μία ψυχή. Καταργήσαμε τους φραγμούς που φέρνουν τα χρόνια, ήτανε μια Σωκρατική σχέση, σε άνθηση και πληρότητα. Τον αγαπώ, μ' αγαπά, και τώρα. που πάνε εννιά μήνες που πέθανε, το πρωί στον τάφο, το 'νιωσα. Αγαπιόμαστε. Μακάρι ν' αληθεύει ή Δευτέρα Παρουσία. Θα ξανασμίξουμε. Τούτα τα δύο «εγώ», που 'γιναν ένα «Εσύ», δεν μπορεί να διαλυθούν, κάπου θα πλανιούνται, κάπου θα συναντηθούν. Θέλω να ελπίζω, για να μην αυτοκτονήσω (μην κι ανατραπεί ή τάξη και δεν τον ξαναβρώ ποτέ). Ήταν ωραίος, πνευματικός, γελούσε σαν τέλειωσε η λειτουργία, και καθήσαμε στο ωραίο τραπέζι, στο σπίτι της μητέρας του. Θυμούμαι το παγωτό, ένα κομμάτι τέχνης, ονειρεμένο. Ύστερα πήγα κι άλλαξα. Ήμουν πνιγμένη από συγκίνηση. Σ' ευχαριστώ, του είπα. Χαμογέλασε και με φίλησε. Μαζί. Μαζί ως το τέλος. Αλήθεψε. Όταν τον ακολούθησα ως την πόρτα του χειρουργείου, μόλις τον άφησα, πέθανε. Ύστερα ξανασυνήλθε μα δεν ένιωθε πια.

Σήμερα, πρωί, 8.30 ξεκίνησα για τον τάφο. Τον είχα πλύνει από προχθές, ήταν γιομάτος λουλούδια. Του πήγα φρέσκες μαργαρίτες και χρυσάνθεμα. Άναψα το καντήλι, τα δυο κεριά, λύθηκαν τα δάκρυα μου. Σκέφτηκα να φωνάξω παπά και να κάνω τρισάγιο. Όμως κανείς, θαρρώ, έξω από μένα, δεν θα μπορούσε να επικοινωνήσει καλύτερα με τον Θεό και μ' εκείνον. Έκαμα μια προσευχή, έλεγα λόγια, άγγιζα το μάρμαρο, εκεί στο μέρος που ήταν το αγαπημένο κεφάλι, το πλατύ κι ερωτευμένο στήθος, ο άντρας, που γεύτηκα τόσες νύχτες και μεσημέρια. Στο φως, στο φως, να 'σαι στο φως, αγάπη μου, έλεγα, και να βλέπεις και το δράμα του κόσμου. Ό,τι όμορφο, ό,τι καλό, ό,τι θα σου 'δινε χαρά. Ήσουν και είσαι η ευτυχία μου. Ο κόσμος είναι τραγικός, μια πληγή είναι, καλύτερα που είσαι μακριά κι αναπαμένος, Αν θέλεις πάρε με, να 'ρθω, όχι, δεν φοβούμαι, ούτε λυπούμαι, ξέρω πως θα φροντίζεις για μένα, Άντρα μου, Αγιέ μου.

Κι αφού έκλαψα πολύ, και χαμογέλασα για να σ' ευχαριστήσω, έφυγα. Κλείστηκα στην κάμαρα μας. Διάβασα το «Ταξίδι στην Μέση Ανατολή και στο Άγιον Όρος», ένα μέρος του. Μετά το φαγητό, αποκοιμήθηκα. Με ξύπνησε δυνατή βροχή. Στάλες κάθετες και πλούσιες. Άνοιξα το παράθυρο...
Κοραλία Ανδρειάδη Θεοτοκά (1935-1976)

* Το αυτοβιογραφικό κείμενο, είναι από την λέξη, τχ. 59-60
Νοέμβρης '86
* οι φωτογραφίες είναι από τα τεύχη 10, 14 και
107, του ίδιου λογοτεχνικού περιοδικού


Ακόμα:
η Κοραλία Θεοτοκά στο χωρίς άλλη αναβολή

Ετικέτες , ,

22 Ιουν 2013

152 ~ Μιχάλης Γκανάς: το αδύνατο της επιστροφής

Image and video hosting by TinyPic
*Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του ’48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του ’54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου.

*Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι’ αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ’ τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι’ αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ’ τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ.

*Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ’ το σχολείο είτε απ’ το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ’ το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.

* Στο χωριό είναι ζήτημα να υπήρχαν τρία βιβλία. Ένα απ’ αυτά, μάλιστα, ήταν η Σεξολογία του Τσακίρη, που όταν το διαβάζαμε με τον αδερφό μου αρρωσταίναμε. Με τα βιβλία άρχισα να έχω επαφή χάρη στον δάσκαλο του χωριού, και περισσότερο όταν κατέβηκα στους Φιλιάτες, στο Γυμνάσιο. Επειδή ήμουν κλειστό παιδί, βρήκα εκεί πέρα το αποκούμπι μου. Άρχισα να διαβάζω τα σχολικά αναγνώσματα, άλλα βιβλία δεν υπήρχαν. Ήρθαν προς το τέλος του Γυμνασίου από φοιτητές που είχαν κατέβει στην Αθήνα. Το πρώτο εξωσχολικό βιβλίο που διάβασα ήταν τα ποιήματα του Καββαδία στη σειρά του Γαλαξία. Τότε ξεκίνησε και το γράψιμο. Πώς και γιατί, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Η επαφή με το δημοτικό τραγούδι ήταν καθοριστική. Στο χωριό μου και στη γύρω περιοχή δεν υπήρχαν μουσικά όργανα. Στους γάμους όλοι τραγούδαγαν α καπέλα. Λέγαμε, μάλιστα, για τους πολύ καλούς τραγουδιστές ότι «αυτός μπορεί να κάνει έναν γάμο μόνος του». Από κει κι έπειτα έρχεται μόνο του: τα πανηγύρια, τα κορίτσια. Αρχίζεις να συγκεντρώνεις κάποιο υλικό.

*Το ότι δεν μπόρεσα να μιλήσω για την Αθήνα έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι εμπειρίες μου απ’ την Ήπειρο και την Ουγγαρία έκατσαν πολύ βαθιά μέσα μου. Μου έλεγε ο Γιάννης Βαρβέρης: «Ωραία είναι τα ποιήματά σου, αλλά θέλω να δω πώς βλέπεις τα μπαρ, πώς βλέπεις την οδό Πανεπιστημίου, πώς βλέπεις πράγματα της πόλης». Δεν ξέρω τι ακριβώς με βασανίζει. Αυτό που διατύπωσαν άλλοι είναι το ανέφικτο της επιστροφής. Δεν είναι μόνο η Ήπειρος, αλλά αυτό που έχει ο καθένας μέσα του: το αδύνατο της επιστροφής, ένα πράγμα που είναι εξ ορισμού χαμένο. Ένα βαρύ πράγμα, σαν ηπειρώτικο μοιρολόι. Η επιστροφή είναι αδύνατη. Γι’ αυτό υπάρχει αυτή η ένταση. Τελευταία, συμβαίνει το αντίθετο: έχω πιάσει τον εαυτό μου να του λείπει η Αθήνα. Εξημερώθηκα μαζί της μέσω των παιδιών μου, που η Αθήνα είναι η πόλη τους. Πηγαίναμε εκδρομές στην εξοχή και μου έλεγαν πως βρωμάει δεντρίλα.

*Το πρώτο μου βιβλίο βγήκε το 1978 απ’ τις εκδόσεις Κείμενα. Ο ποιητής τότε είχε κι εκτίμηση και μέλλον. Βέβαια, πρέπει να σου πω πως, όσο ήμουν στο Γυμνάσιο, δεν ήξερα κανέναν εν ζωή ποιητή, εκτός απ’ τον Καββαδία. Και μιλάμε για το 1962, που έναν χρόνο μετά ο Σεφέρης πήρε Νόμπελ. Αν δει κανείς ψύχραιμα, όμως, τις επιδόσεις των ποιητών και των πεζογράφων, θα καταλάβει πως δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά. Κάθε γενιά βγάζει τρεις-τέσσερις σημαντικούς ποιητές. Είναι ένα είδος, όμως, που το φοβάται ο κόσμος. Επειδή έχει αυξηθεί, σήμερα, ο όγκος των αναγνωστών, φαίνεται ότι η ποίηση διαβάζεται λιγότερο, ενώ στην πραγματικότητα διαβάζεται περισσότερο.

* Λένε ότι η ποίηση είναι το πιο δύσκολο είδος λογοτεχνίας. Για μένα είναι το πιο εύκολο. Δεν θέλω να πω ότι γράφω καλά, αλλά πηγαίνει πιο εύκολα το χέρι μου. Το πεζό μου, η Μητριά Πατρίδα, είναι εξήντα σελίδες για ένα θέμα για το οποίο ένας κανονικός πεζογράφος θα μπορούσε να γράψει μια τριλογία. Ο Ρένος Αποστολίδης, όταν το είδε, μου είπε «Τι να σου πω; Καλό είναι. Αλλά έχεις τέτοιο υλικό και μου γράφεις εξήντα σελίδες;». Τι να κάνω; Δεν είμαι πεζογράφος.

*  Τα τραγούδια που έχω γράψει τ’ αγαπώ πολύ. Όσα πέτυχαν και όσα δεν πέτυχαν. Δούλεψα πολύ με παραγγελιές πάνω σε έτοιμες μελωδίες. Μπορεί να είναι κάποιου είδους ευνουχισμός, αλλά και το «Όλα σε θυμίζουν» γράφτηκε πάνω σε μελωδία. Θα είχα χάσει κάποια απ’ τα καλύτερα τραγούδια μου αν δεν είχα μπει σ’ αυτό το λούκι. Απλώς, γράφοντας στίχους, είχα πάντα στο μυαλό μου ότι ο ακροατής δεν έχει τη δυνατότητα να επανέλθει, όπως ο αναγνώστης. Η γραφή δεν πρέπει να είναι απλοϊκή, αλλά ευθύβολη. Είναι αρχή για μένα, κάτι σαν στρατευμένη τέχνη.
Μιχάλης Γκανάς (1944)

Image and video hosting by TinyPic


*από αυτοπαρουσίαση του Μιχάλη Γκανά στην LIFO
(14.9.2011, από τον Σταύρο Διοσκουρίδη)
*Φωτογραφίες: pkdi.gr, musiccorner.gr,
amarantos82news.blogspot, enet.gr


- ο Μιχάλης Γκανάς στο jukebox, η ποίηση στο τραγούδι

Ετικέτες , ,