23 Ιουν 2015

171 ~ Τζακ Λόντον: ήμουν έτσι καμωμένος

Ήταν στο Ρένο της Νεβάδα, καλοκαίρι του 1892. Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες. Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη «πειναλέα» πόλη. Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.

Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες. Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο. Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου. Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει. Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας. Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.

«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα. Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα. Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο. Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε. Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη. Δε με πέτυχε. Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!

[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ. Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω. Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές. Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά. Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.

Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω. Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα. Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο. Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.

Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς. Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς. Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους. Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους. Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.

[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα. Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.

Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».

Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά. Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ». Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.

Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα. Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω. Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.

«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».

Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του. Εγώ περίμενα. Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.

Είχε δίκιο, φυσικά. Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.

«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι. «Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο. Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου. Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».

Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει. Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.

«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του. «Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».

«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.

«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ. Α, σας ξέρω εσάς. Για δες με καλά. Δε χρωστάω σε κανέναν. Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον. Πάντα έβγαζα το ψωμί μου. Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης. Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος. Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι. Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.

Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».

Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα. Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)



Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου. Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία. Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό. Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος. Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά. Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε. Βγήκα «στο Δρόμο» γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν. Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο. Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος. Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.


*αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Τζακ Λόντον Ο δρόμος
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις: Τζιαμπίρης-Πυραμίδα, 1997

*φωτογραφίες: blog.dnevnik.hr, london.sonoma.edu, mikecornelison.com,
barbarakay.ca, fireworksbayarea.com, crisismagazine.com


links:
The Jack London Online Collection
Η ιστορία µιας άγνωστης ελληνικής µετάφρασης
Ο επαναστάτης συγγραφέας-κουρσάρος...

Ετικέτες , ,

26 Ιουλ 2014

170 ~ Τόλης Νικηφόρου: κρύβω μέσα μου ένα παιδί απαρηγόρητο

Image and video hosting by TinyPic
γενέθλια πόλη, 1

αγιόκλημα και ψάθινες καρέκλες
για να τσιμπολογάνε τα παιδιά
απ' τα χουνάκια με τα τυπωμένα φύλλα
κι από το καλοτάξιδο πανί της Αίγλης
σπόρια ονείρου

εκεί στο τέρμα της ανηφοριάς
ο ήλιος ν' αμολάει απλόχερα τους ήχους
από τα κατρακύλια και τα ξύλινα πατίνια
στο καλντερίμι της Αγνώστου Στρατιώτου

αριστερά και δεξιά πιο κάτω
ν' απλώνεται η πλατεία ουρανός
με τα αρχαία Λουτρά του Παραδείσου
και τ' άσπρα σύννεφά της ν' ανεμίζουν
σημαία στο καμπαναριό του Άη Δημήτρη

μέσα απ' τη γη να ξεπροβάλλει
η ανθισμένη Παναγία Χαλκέων
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
όπως το χέρι του πατέρα
τους εφιάλτες στο σκοτάδι όταν έδιωχνε

η φλόγα απ' το δαδί να λαμπαδιάζει
στο πρωινό δωμάτιο του χειμώνα
κάθε κατώφλι μια ζεστή ποδιά
και ο βαρδάρης άγριος, παγερός και οικείος
ένας μεγάλος αδερφός, μια βεβαιότητα

διαρκώς ν' αλλάζουν και να μένουν
όλα στη θέση τους αμετακίνητα
αμετακίνητη η Πλατεία Δικαστηρίων
απ' όπου ξεκινούσε κι όπου τέλειωνε
η Εγνατία Οδός αυτού του κόσμου

*
γενέθλια πόλη, 2

θίασος παιδικός της γειτονιάς
που ανέβαζε κατοχικά παιχνίδια
στο παλκοσένικο του δρόμου
ενώ ακατάπαυστα η βροχή χειροκροτούσε
στο τσίγκινο υπόστεγο του Μπεμπελέκου

οδός και πρόσβαση και χωματένιο αλώνι
ο μέγας άλλοτε Μητσαίων ποταμός
που πήγαζε στα όρη της Αμύντα
και εξέβαλε στην ωκεάνια πλατεία
όπου χιλιάδες χρόνια πριν καταποντίστηκαν
αρχαίες αγορές κι αγάλματα

Πλατεία Δικαστηρίων ο κόσμος όλος
ενώ τα ποντοπόρα πλοία διασχίζουν
το άγριο κύμα της Αγνώστου Στρατιώτου
και ναυλοχούν στο βορεινό λιμάνι Ολύμπου

διάσημα ονόματα ηθοποιοί και ναύτες
χλομά παιδιά της στέρησης με ματωμένα πόδια
πεισματικά που αγκυροβόλησαν
σε κάποια ασπρόμαυρη φωτογραφία
και αξιώθηκαν να μην γνωρίσουν
την καταισχύνη των μεγάλων

τα όνειρα που μείναν όνειρα
κι έτσι διατήρησαν το άρωμα του ονείρου
στα μαγεμένα στενοσόκακα της μνήμης

Image and video hosting by TinyPic
και από μέσα άφθαρτο

ήταν ένα κοινό παλτό, τίποτα παραπάνω, ένα παλτό πλάι στην εξώπορτα αργά το μεσημέρι, όταν γυρνούσε ο πατέρας με τα σημάδια της ζωής στο πρόσωπο, ένα παλτό που στον βαρδάρη μας χωρούσε και τους δυο. και στις βαθιές του τσέπες, κάτι για κείνον που έψαχνε, πάντα κάτι για μένα. σαν το ζεστό παλτό θυμάμαι τον πατέρα μου, στην επιφάνεια κοινό και από μέσα άφθαρτο

*
γαλάζιο βαθύ σαν αντίο

κι έμεινα μόνος, με το γαλάζιο έλεος της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου, γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο, γαλάζιο που με γέννησε, με φώτιζε και με σκοτείνιαζε, που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε, έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο σαν αντίο στα μάτια σου, μητέρα

*
μια αγαθή σκιά, ένας ψίθυρος

καθόταν στη γωνιά της μαυροφορεμένη
κι έπλεκε
ξέφτια από κύματα
κόκκινα κεραμίδια σερπαντίνες
πολύχρωμες κλωστές από τα περασμένα

έπλεκε με τα μαλακά της δάχτυλα
κι άλλοτε στην κουζίνα
μου έπλενε το πρόσωπο
άλλοτε αναστέναζε βαθιά
πόσο έμοιαζα στην κάθε κίνηση
με τον πραματευτή παππού μου
που 'χε χαθεί στην πρώτη νιότη του

μια αγαθή σκιά ήταν η γιαγιά μου
ένας ψίθυρος
όπως το φως του πρωινού
δειλά σαν μπαίνει από τις χαραμάδες

μα όταν πάνω από πυκνές ρυτίδες
σήκωνε κείνα τα μάτια
ανάκατα με μπλε και πράσινο
άστραφτε ο ουρανός
άστραφταν οι μπαχτσέδες της Σωζόπολης


το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

απ' το μισάνοιχτο παράθυρο το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα, απελπισμένο, σαν κάτι να ζητούσε, σαν κάτι νάθελε να πει στα παιδικά μου μάτια, όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του, αγνοούσα τη φωνή του, κι έμεινα εκεί αμίλητος να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει κάτω απ' την πόρτα στο δωμάτιο του βάθους

*
σαν μελωδία

μόνος στο σπίτι
με αυτοσχέδια παιχνίδια
ή με το βλέμμα έξω στην πλατεία
άκουγα το ρολόι να χτυπάει
μελωδικά τις ώρες στο σαλόνι
να αναγγέλλει ίσως την αρχή
στην περιπέτεια της ψυχής μου

τα έπιπλα, οι φωτογραφίες στον τοίχο
το παιδικό θαμπό μου βλέμμα
τιμούσαν σιωπηλά τη μελωδία
τ' ανεξιχνίαστα μυστικά του χρόνου

και πάλι μόνος μια ζωή αργότερα
ακούω κάθε τόσο το τικ-τακ
από ένα άλλο πιο κοινό ρολόι
ακούω ξαφνικά μια μουσική
σαν από τότε

ίσως να είναι αυτοί που αγάπησα
που αναδύονται στο φως σαν μελωδία
διάφανη, μαγευτική
εκστατική μέσα στον πόνο

η μία και μοναδική απάντηση
που επιτρέπει ο νόμος του θανάτου

*
αιωνιότητα

είμαι στα δώδεκά μου χρόνια
και κάτω απ' το μπαλκόνι μου
απλώνεται η πλατεία
με χίλια δυο αυτοσχέδια παιχνίδια
μια ανοιχτή αγκαλιά
και μια αιωνιότητα

στα μέγαρα τριγύρω
σκορπίζει αχτίδες ο ήλιος
με κρότο ανοίγουν τα παντζούρια
για να χαμογελάσουν τα παράθυρα
ακούγονται φωνές παιδιών
πατίνια και ποδήλατα
το ανοιξιάτικο ξημέρωμα
ηχεί στα καλντερίμια
μοσκοβολάει στο χώμα

όλα είναι σπίτι, φίλοι, γειτονιά
το αύριο είναι τώρα
κι όλα είναι φως


το άλλο όνομα του παραδείσου

μοσχοβολούσαν οι πατάτες στο ταψί
άστραφτε το βαρύ τραπέζι καλογυαλισμένο
από τη μια ο μεγάλος μου αδερφός
αγέρωχος ιππεύοντας τα είκοσί του χρόνια
κι από την άλλη η μάγισσα μας η μικρή
το πρόσωπό της ξέφωτο στο δάσος των μαλλιών της.
και η μητέρα να θροΐζει όρθια τριγύρω
μια φράση εδώ
σαν χάδι ένα μάλωμα εκεί
οι λέξεις πινελιές απ' το χαμόγελό της.
σε ξένες θάλασσες για πάντα χάθηκε η Κυριακή
με το βαθύ γαλάζιο ιστιοφόρο των ματιών της

*
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων το Ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες.
κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό Ωδείο
σε λεν Σιμόνη κι αγαπιόμαστε τρελά

*
ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι αχνά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ' τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ' τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

*
λονδίνο 1967-1971

ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
[….]
γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιο σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου


μυστικά και θαύματα, 2

ξυπόλυτη κάτω απ' την άσπρη νυχτικιά που της πηγαίνει, η Σοφία γέρνει και σκαλίζει το χώμα στη μεγάλη γλάστρα, κατάξανθος στα τρία και κάτι χρόνια του, ο Νικολίκος σηκώνει κάστρα με τους κύβους του, ενώ ο πατέρας σοβαρός του ρίχνει κάπου κάπου μία έκπληκτη ματιά πίσω απ' την κυριακάτικη εφημερίδα, στο μάρμαρο ξαπλώνει τη φουντωτή ουρά του ένα πάντα από τα δάση της γαλήνιας σεκόια, κόκκινοι σκίουροι γλυστράνε στο πεζούλι και ο αλήτης γάτος γλείφει απολαυστικά δίπλα στα κάγκελα τα πέλματα και τ' άσπρα του μουσούδια. και βέβαια κανείς ούτε στιγμή δεν έφυγε, είναι κι όλοι οι άλλοι εδώ, ακόμη αόρατοι όπως κι εγώ σε κάποια μυστική διάσταση του χρόνου, κάποτε όμως σηκώνει από το κέντημα τα μάτια η μητέρα και τότε όλοι εμφανιζόμαστε μέσα σ' ένα γαλάζιο φως

*
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινό μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ' όνειρό μου
τα δάκρυα μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει

*
βόλτα στις ράμπλας τ' ουρανού, 2

αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ' ουρανού κάτι παλιούς συμμαθητές να χαρτοπαίζουν, πίνοντας ξεροσφύρι τα κόκκινα και τα γαλαζοκίτρινα του Μαρκ Σαγκάλ. ξεχείλιζαν απ' τα σταχτοδοχεία τους κομήτες και διάττοντες και στη μεγάλη τρύπια τσόχα του πανάγαθου ήταν σκορπισμένα σοκολατένια σύννεφα από το ετοιμόρροπο μπακάλικο του γαλαξία, ο ένας άνοιγε με μακρινά ταξίδια, ο άλλος έμπαινε με τους παλιούς του έρωτες κι ακολουθούσε ο τρίτος μ' όλα της νιότης που δεν έζησε, είχα απομείνει έκθαμβος λες και ονειρευόμουνα καθώς ο Άκης σπινθηροβολούσε απ' τα ξανθά τσουλούφια του ως τα παράξενα κουάρκ στα τρίσβαθά του, ο Μπάκος έστρεψε επάνω μου εκείνα τα αφόρητα γλυκά του μάτια κι ο Στέργιος από πλάι δήλωσε, κούκος μονός, άργησες, ρε, και άφησες την ουτοπία να περιμένει, πιάσε ένα δορυφόρο απ' την κουζίνα κι άραξε, κι άπλωσε τα ποιήματα σου στο τραπέζι


λέξεις αμετανόητες

τα χρόνια μου έζησα εξόριστος
ένας μισοσβησμένος στίχος
σ' αρχαία μετόπη της γενέθλιας πόλης
μέσα στο κάθε κύτταρο μου ήταν γραμμένη η προαιώνια ουτοπία έτσι ακριβώς όπως την είχε ονομάσει ο καθημερινός τριγύρω θάνατος
πάντα ταξίδευα
αφού ο βαρδάρης σου με γέννησε
και το άλφα της αγάπης σου
με σφράγισε πατρίδα
αφήνοντας ορθάνοιχτες τις πύλες μου
ποτέ το ψέμα δεν προσκύνησα
την ποίηση δεν εγκατέλειψα
τα κάστρα στο γαλάζιο όταν προσεύχονται
πέρα ως πέρα φωταγωγημένα
από τα μάτια των παιδιών

*
Ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι κοιτάζω εκστατικά πίσω απ' τις στάλες της βροχής ένα πολύχρωμο κόσμο
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή
κρύβω μέσα μου ένα παιδί με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα τη γειτονιά και τους φίλους την άνοιξη που θάρθει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει
κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τόλης Νικηφόρου (1938)

Image and video hosting by TinyPic

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω

όταν το κάτι αυτό, το οτιδήποτε, για μένα θα τελειώσει, και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω, θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει, το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή, η απαλή καμπύλη στο αύριο, το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας, όταν το κάτι αυτό, το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει, στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει, θα σας αγγίζει απαλά, θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

*τα αυτοβιογραφικά ποιήματα είναι από τα βιβλία:
- Ο πλοηγός του απείρου, Ποιήματα 1966-2002
εκδ. Νέα Πορεία, 2004
- Μυστικά και θαύματα, ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας
εκδ. Μανδραγόρας, 2007
- Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα
εκδ. Μανδραγόρας, 2012
- ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
εκδ. Μανδραγόρας, 2013
- Φωτεινά παράθυρα
εκδ. Μανδραγόρας, 2014


*φωτογραφίες: η πρώτη είναι από το mandragorasmagazine.wordpress.com
οι υπόλοιπες από βίντεο του You Tube


Ακόμα:
o Τόλης Νικηφόρου
- στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο και
- στο γράμμα σε χαρτί

links:
- ο προσωπικός ιστοχώρος του ποιητή: τόλης νικηφόρου
- τα προσωπικά του blogs:
ο πλοηγός του απείρου
η γοητεία των δευτερολέπτων
Ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
μυστικά και ντοκουμέντα

- ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ερωτικά ποιήματα
- ένα ταξίδι, ένα βιβλίο TV100 - Ο Στέλιος Λουκάς συζητά με
τον ποιητή και συνοδεύει με την φυσαρμόνικά του
ο Αλέξανδρος Τριανταφύλλου.

Ετικέτες , ,

5 Ιουλ 2014

169 ~ Πάμπλο Νερούδα: είμαι ποιητής της κακοκαιρίας, του κρύου λόγγου, και της βροχής

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, όπου, κάθε Δεκέμβρη με τις εξετάσεις, τα μαθηματικά μού είχανε γίνει εφιάλτης, βρέθηκα εξωτερικά έτοιμος για ν' αντιμετωπίσω το πανεπιστήμιο στο Σαντιάγο της Χιλής. Και λέω εξωτερικά έτοιμος, γιατί εσωτερικά είμουνα γεμάτος βιβλία, όνειρα και ποιήματα, που βομβούσαν στο κεφάλι μου σα μελίσσι έτοιμο να μεταναστεύσει.

Εφοδιασμένος με ένα τενεκεδένιο μπαούλο και με το απαραίτητο μαύρο κοστούμι του ποιητή, λιγνός και τροχισμένος σα μαχαίρι, μπήκα στην τρίτη θέση του νυχτερινού τρένου που θα μ' έφερνε στην πρωτεύουσα. Το ταξίδι διαρκούσε μια μέρα και μια νύχτα.

Αυτό το μακρί τρένο, που τόσες φορές με ταξίδεψε, ασκεί ακόμη στη μνήμη μου μια παράξενη γοητεία. Είχε να διατρέξει ζώνες και κλίματα διαφορετικά, που μου 'διναν την εντύπωση ότι ταξίδευα σε πολλές χώρες διαδοχικά. Και μέσα στα βαγόνια της τρίτης θέσης μια ολόκληρη ζωή ξετυλιγόταν κάθε φορά μπροστά στα μάτια μου: Χωριάτες με μουσκεμένα πόντσος και καλάθια με πουλερικά και σιωπηλοί μαπούτσοι κατάκλυζαν όλους τους χώρους. Πολλοί είταν εκείνοι που ταξίδευαν χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο, κρυμμένοι κάτου από τα καθίσματα. Και ολόκληρη θεατρική παράσταση δινόταν οσάκις εμφανιζόταν ο ελεγκτής. Ένας αριθμός από δάφτους εξαφανιζόταν. Μερικοί σκεπάζονταν με τα πόντσα τους και πάνου τους αμέσως δυο επιβάτες προφασίζονταν ότι δήθεν παίζουν χαρτιά, χωρίς ποτέ αυτό το αυτοσχέδιο τραπέζι να κινήσει την προσοχή του ελεγκτή.

Από τα δάση τις δρεις και τις αροκάριες και τα σπίτια από χλωρό ξύλο της πατρίδας μου, μεταφερόμασταν στις λεύκες και στα χωματένια πλίθινα σπίτια του κέντρου της Χιλής. Παρότι έκαμα πολλές φορές αυτό το ταξίδι, πάει κ' έλα, από την επαρχία μου στο Σαντιάγο και αντίστροφα, ωστόσο πάντοτε αισθανόμουνα να πνίγουμαι, όταν βγαίναμε από τα μεγάλα δάση και αποχωριζόμασταν από τη μητρική αγκαλιά του ξύλου. Τα πλίθινα σπίτια, οι πόλεις με παρελθόν μού φαίνονταν γεμάτα αράχνες και σιωπή. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να είμαι ποιητής της κακοκαιρίας του κρύου λόγγου και της βροχής, που έκτοτε τα έχασα.

Ερχόμουνα συστημένος σε μια πανσιόν της οδού Μαρούρη αρ. 513. Δεν ξεχνώ αυτό τον αριθμό για κανένα λόγο. Ξεχνώ συνήθως όλες τις ημερομηνίες ακόμη και τα χρόνια, αλλ' αυτός ο αριθμός 513 μού χαράχτηκε έκτοτε στο κεφάλι μου από το φόβο να μη φτάσω ποτέ σ' εκείνη την πανσιόν και να χαθώ μέσα στη μεγαλόσχημη και άγνωστή μου πρωτεύουσα. Το δωμάτιό μου είχε και μπαλκόνι όπου καθόμουνα να βλέπω την αγωνία του κάθε βραδιού, τον ουρανό φασκιωμένο με πράσινο και κιννάβαρι, την κατάθλιψη των προαστιακών σπιτιών που απειλούντανε από την πυρκαγιά του.

Η πείνα που τράβηξα εκείνα τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής δεν περιγράφεται. Έγραψα περισσότερα πράγματα από όσα είχα γράψει μέχρι τότε, αλλά έφαγα πολί λιγότερο. Μερικοί από τους ποιητές που γνώρισα εκείνη την εποχή δεν άντεξαν τις αυστηρές δίαιτες της φτώχιας και πέθαναν. Ανάμεσά τους θυμάμαι κ' έναν ποιητή της ηλικίας μου, πολί ψηλότερο και ασχημότερο από εμέ. Ο λεπτός του λυρισμός, γεμάτος περιεχόμενο, διαπερνούσε τα αισθητήρια όργανα του κάθε ακροατηρίου που τον άκουε. Ονομαζόταν Ρωμαίος Μούργκα.

Μ' αυτόν τον Ρωμαίο Μούργκα, μια φορά, πήγαμε να διαβάσουμε στίχους μας σε μια γιορτή που θα γινόταν στην πόλη Σαν Μπερνάρντο, κοντά στην πρωτεύουσα. Πριν εμφανιστούμε στη σκηνή μια ατμόσφαιρα μεγάλου γλεντιού επικρατούσε. Ο κόσμος διασκέδαζε με την ψυχή του• η βασίλισσα των ανθεστηρίων ακολουθούμενη από την κατάλευκη και κατάξανθη αυλή της έκανε παρέλαση• οι λόγοι των προκρίτων του χωριού έδιναν κ' έπαιρναν και τα αμυδρώς μουσικά συγκροτήματα αυτής της περιοχής ενθουσίαζαν τους πάντες• όμως μόλις εμφανίστηκα στη σκηνή και άρχισα να απαγγέλλω τους στίχους μου, με την πιο παραπονιάρικη φωνή του κόσμου, όλα άλλαξαν: το κοινό εσκυθρώπασε, έβηχε, ξεστόμιζε καλαμπούρια, τέλος άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολι με τη μελαγχολική ποίησή μου. Μπροστά σ' αυτή την απαράδεχτη αντίδραση των βαρβάρων επίσπευσα το διάβασμά μου και παραχωρόντας τη θέση μου στο σύντροφό μου Ρωμαίο Μούργκα αποχώρησα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Βλέποντας το κοινό να βγαίνει στη σκηνή εκείνος ο μαντράχαλος Δον Κιχώτης δυο μέτρα ψηλός, με ρούχα σκούρα και φθαρμένα και να αρχίζει την απαγγελία του, με φωνή ακόμα πιο παραπονιάρικη από τη δική μου, δε μπόρεσε πια να συγκρατήσει την αγανάκτησή του και μαζικά ξέσπασε σε πρόγκα και γιουχαΐσματα: Ποιητές πεινάλες, πάρτε δρόμο και φύγετε, μας φώναζαν. Δεν άφισαν να πάει χαμένη η γιορτή τους.

Από την πανσιόν της οδού Μαρούρη αποσύρθηκα σα μαλάκιο που το σκάει από το κέλυφός του. Ξέφυγα απ' αυτή την κρυψώνα για να γνωρίσω τη θάλασσα, δηλαδή τον κόσμο. Η άγνωστη θάλασσα είτανε για με οι δρόμοι του Σαντιάγο που μόλις αντιλαμβανόμουνα πηγαίνοντας από το παλιό κτίριο του πανεπιστημίου στο απομονωτήριο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενα.

Ήξερα ότι οι προηγούμενές μου πείνες θα αύξαιναν με το καινούριο τόλμημά μου. Οι ξενοδόχισσές μου της πανσιόν, απόμακρα δεμένες με την επαρχία μου, μ' ευσπλαχνιζόντουσαν καμιά φορά και με φίλευαν με καμιά πατάτα ή κανένα κρεμμύδι. Αλλά είτανε δυνατό να υποχωρήσω: η ζωή, ο έρωτας, η δόξα, η ανεξαρτησία με καλούσαν. Ω, έτσι νόμιζα!

Το πρώτο ανεξάρτητο δωμάτιο που βρήκα και νοίκιασα είτανε στην οδόν Αργκουέλιες, κοντά στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Σε ένα παράθυρο αυτού του σκοτεινού δρόμου κρεμόταν μια πινακίδα: «νοικιάζουνται δωμάτια». Ο ιδιοκτήτης του σπτιού κατοικούσε στα μπροστινά δωμάτια. Είτανε ένας γκριζομάλλης άντρας με αριστοκρατική εμφάνιση, αλλά με μάτια που μου φάνηκαν αλλόκοτα. Είτανε πολιλογάς και ευφράδης. Εκέρδιζε τη ζωή του σαν κομμωτής κυριών, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο επάγγελμα που εξασκούσε. Οι πραγματικές ασχολίες του, καθώς μου εξήγησε, είτανε άλλες, πολί ανώτερες από τη δουλιά του και πολί υψηλές, αφορούσαν περισσότερο τον αόρατο κόσμο και το υπερπέραν.

Έβγαλα τα βιβλία μου και τα λίγα ρούχα μου από το μπαούλο, που με συντρόφευε από την Τεμούκω, και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι για να διαβάσω και να κοιμηθώ, υπερήφανος για την ανεξαρτησία μου και την τεμπελιά μου.

Το σπίτι δεν είχε εσωτερική αυλή παρά μόνο ένα χαγιάτη όπου έβγαζαν απειράριθμα κλειστά δωμάτια. Εξερευνόντας από το πρωί της άλλης ημέρας τη δαιδαλώδη του κατασκευή παρατήρησα ότι πάνου σ' όλους τους τοίχους και στο αποχωρητήριο ακόμη κρεμόντουσαν πινακίδες που έλεγαν λίγο πολί το ίδιο πράγμα: «Συμμορφώσου. Δε μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μας. Είσαι πεθαμένη». Προειδοποιήσεις ανησυχητικές που πλήθαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, στην τραπεζαρία, στους διαδρόμους, στα σαλονάκια.

Έκανε ένα από κείνους τους κρύους χειμώνες του Σαντιάγο της Χιλής. Η αποικιακή κληρονομιά τής Ισπανίας άφισε τη χώρα μου ανυπεράσπιστη απέναντι στη φυσική τραχύτητα, χωρίς μέσα και βολές για ν' αντιστέκεται στο κρύο και στη ζέστη. (Πενήντα χρόνια υστερότερα απ' αυτό που διηγούμαι, ο Ιλίας Έρεμπουργκ μου έλεγε ότι ποτέ δε δοκίμασε τόσο κρύο όσο στη Χιλή, αυτός που ερχόταν από τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας). Ο χειμώνας εκείνος είχε μπλαβίσει τα τζάμια. Τα δέντρα των δρόμων ετουρτούριζαν από την παγωνιά. Τα άλογα των παλιών αμαξιών έβγαζαν σύγνεφα ατμούς από τα ρουθούνια τους. Είταν η χειρότερη στιγμή για να ζήσω σ' αυτό το σπίτι και μάλιστα ανάμεσα σε σκοτεινούς υπαινιγμούς για το υπερπέραν.

Ο σπιτονοικοκύρης μου, coiffeur pour dames και αποκρυφιστής, μου εξήγησε με ηρεμία, ενώ με κοιτούσε βαθιά στα μάτια με τα τρελλά τα δικά του.
— Η γυναίκα μου η Χαρίτω, πέθανε πριν τέσσερεις μήνες. Η μεταθανάτια αυτή περίοδος είναι πολί δύσκολη για τους πεθαμένους. Δε μπορούν να συνηθίσουν το θάνατο και εξακολουθούν να συχνάζουν στα ίδια μέρη όπου ζούσαν πριν από το θάνατό τους. Εμείς δεν τους βλέπουμε. Πρέπει όμως να τους δώσουμε να καταλάβουν, ότι δεν πρέπει να πιστεύουν ότι μείναμε αδιάφοροι στο χαμό τους και να τους πείσουμε να μην υποφέρουν γι' αυτό. Για τούτο κ' εγώ τοποθέτησα στη Χαρίτω αυτές τις πινακίδες, που θα της δώσουν ευκολότερα να καταλάβει τη σημερινή της κατάσταση και για να βάλει καλά στο μυαλό της ότι είναι μακαρίτισσα.

Όσο και να τον άκουα πειθήνια, ο αλλόκοτος αυτός σπιτονοικοκύρης μου, είχε τη γνώμη ότι είμουνα υπερβολικά ζωηρός. Άρχισε να επιτηρεί τις εισόδους και τις εξόδους μου, να μου κανονίζει ποια γυναίκα θα με επισκεφτεί, να κατασκοπεύει τα βιβλία μου και την αλληλογραφία μου. Αν τύχαινε να μπω στο δωμάτιό μου απρόοπτα, συναντιόμουνα πάντοτε με τον αποκρυφιστή, που έψαχνε στα περιορισμένα μου έπιπλα, ελέγχοντας τα φτωχά πράγματα που πρόσφατα είχα αγοράσει.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να ψάξω μέσα στη βαριχειμωνιά, αψηφόντας την ταλαιπωρία τής αναζήτησης μέσα από τους παγωμένους δρόμους, να βρω ένα καινούριο κατάλυμα, όπου θα στέγαζα την απειλούμενη ανεξαρτησία μου. Το βρήκα λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι που κατοικούσα, μέσα σε ένα πλυντήριο. Το 'βλέπε κανείς με το πρώτο ότι εκεί η καινούρια σπιτονοικοκυρά μου δεν είχε καμιά σχέση με το υπερπέραν. Μέσ' από κρύες εσωτερικές αυλές, με συντριβάνια φραγμένα, που η υδάτινη μούχλα εκάλυπτε με στέρεα πράσινα χαλιά, εκτείνονταν μερικοί κήποι παρατημένοι. Στο βάθος αυτών των κήπων βρισκόταν ένα δωμάτιο με ταβάνι στρωτό και πολί ψηλό, με παράθυρα ανοιγμένα πάνου από τις μεγάλες πόρτες, που μεγάλωναν στα μάτια μου την απόσταση ανάμεσα στο έδαφος και την οροφή. Στο σπίτι λοιπόν αυτό και σ' αυτό το δωμάτιο έμεινα τελικά.

Όσοι από μας τους φοιτητές είμασταν ποιητές εκάναμε μια ζωή πολί άτακτη. Εγώ βέβαια υπεράσπιζα όσο μπορούσα τις επαρχιακές συνήθειες, εργαζόμενος στο δωμάτιό μου, γράφοντας διάφορα ποιήματα την ημέρα και πίνοντας ατέλειωτα φλιτζάνια τσάι. που έψηνα μόνος μου. Αλλά δεν έμενα αδιάφορος στην πολιτάραχη ζωή των συγγραφέων της εποχής μου που διεξαγόταν έξω από το δωμάτιό μου και στους δρόμους και που ασκούσε πάνω μου τη δική της γοητεία. Οι συγγραφείς του καιρού εκείνου δε συχνάζαμε στα καφενεία αλλά στις μπιραρίες και στις ταβέρνες. Οι συζητήσεις και οι στίχοι πήγαιναν κ' ερχόντανε μέχρι τα ξημερώματα. Οι σπουδές μου πήγαιναν κ' έρχόντανε κι αυτές, αλλά πίσω.

Η εταιρία των σιδηροδρόμων προμήθευε στον πατέρα μου για την εργασία του στις μεγάλες κακοκαιρίες μια κάπα από τσόχα γκρίζα που δε χρησιμοποιούσε ποτέ. Εγώ λοιπόν αυτή την κάπα σκέφτηκα να τήνε κάμω ρεγάλο στην ποίηση. Τρεις ή τέσσερεις ποιητές ακόμη άρχισαν να χρησιμοποιούν όμοιες κάπες με τη δική μου, που απλούστατα πήγαινε από χέρι σε χέρι. Αυτό το χρησιδάνειο προκαλούσε την αγανάκτηση του καλού κόσμου καθώς και άλλου όχι τόσο καλού. Είταν η εποχή του ταγκό, που έφτανε στη Χιλή όχι μόνο με τους κανόνες του και τις κιθάρες με τις «πένες», τα ακορντεόν του και το ρυθμό τους, αλλ' ακόμη και με μια συνοδεία καθάρματα που πλημμύρισαν τη νυχτερινή ζωή και τις γωνιές μας όπου μαζευόμασταν τα βράδια. Ο κόσμος αυτός της αλητείας, χορεύτριες και αγαπητικοί, δημιουργούσε ζητήματα γύρω από τις κάπες μας και τη ζωή μας. Οι ποιητές όμως αντιστεκόμασταν με σταθερότητα.

Εκείνη την εποχή απόχτησα την ανέλπιστη φιλία μιας απερίγραφτης χήρας, με τεράστια γαλανά μάτια που αχνά σκοτείνιαζαν στην ανάμνηση του πρόσφατα πεθαμένου συζύγου της. Ο σύζυγος αυτός υπήρξε μυθιστοριογράφος, έγινε όμως περισσότερο γνωστός από την ωραία του εμφάνιση. Και οι δυο τους αποτελούσαν ένα παροιμιώδες ζευγάρι, εκείνη με μαλλιά ξανθά σταρένια, τέλειο σώμα και μάτια που θύμιζαν τη βαθιά γαλάζια θάλασσα, εκείνος πολί ψηλός, αθλητικός, με εξαίσιο παράστημα. Τζάμπα όμως όλ' αυτά: Ο μυθιστοριογράφος εκμηδενίστηκε από τη φυματίωση. Μια φυματίωση που την έλεγαν καλπάζουσα. Από τότε είχα σκεφτεί ότι η ξανθή γόησσα δεν είτανε καθόλου ξένη με το κακό που βρήκε το σύντροφο της. Η προπενικιλινική εποχή με το καλπάζον άρμα της υπέρμετρης ερωτικής ιδιοσυγκρασίας της θεάς Αφροδίτης άρπαξαν απ' αυτό τον κόσμο τον αείμνηστο μυθιστοριογράφο.

Επειδή συνδέθηκε μαζί μου η ωραία χήρα δεν χωρίστηκε από τα πένθιμα φορέματά της, μαύρα μεταξωτά και βιολετί, που την έκαναν να φαίνεται σαν ένας χιονάτος καρπός τυλιγμένος σ' ένα φλοιό πένθους. Ο φλοιός λοιπόν αυτός ένα βράδι γλύστρησε στο δωμάτιο μου στο βάθος του πλυντηρίου και μπόρεσα να ψαχουλέψω το χιονάτο καρπό, να τον διατρέξω μαλακά ολόκληρο με τα χέρια μου και να διαπιστώσω ότι τσουρούφλιζε. Έφτανε στο τέλος της η περίπτυξή μας όταν κάτω από τα μάτια μου εκείνη έκλεισε τα βλέφαρα της και φώναξε: «Ω, Ρομπέρτο, Ρομπέρτο!», αναστενάζοντας ή κλαίγοντας με αναφυλλητά. (Είχα την εντύπωση ότι διεξαγόταν μια ιεροτελεστία. Η ιέρεια έκανε έκκληση στο χαμένο Θεό πριν να παραδοθεί σε μια καινούρια λατρευτική πράξη).

Εντούτοις και παρά την ακόρεστη νεότητά μου η χήρα μού φάνηκε υπερβολική. Οι επικλήσεις της γινόντανε κάθε μέρα και περισσότερο επείγουσες και η μανιώδης καρδιά της με οδηγούσε αργά αργά αλλά σίγουρα σε μια πρώιμη εξαφάνιση. Ο ερωτάς σε τέτιες δόσεις δεν είταν σύμφωνος με τον υποσιτισμό μου. Και ο υποσιτισμός μου γινότανε ολοένα και περισσότερο δραματικός.
Pablo Neruda (1904–1973)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Πάμπλο Νερούδα
Η ζωή μου (Απομνημονεύματα)
- μετάφραση: Α.Ι. Λιβέρης
- εκδόσεις: Αλκαίος, 1975

*φωτογραφίες: poetryireland.ie, pinterest.com,
poesia.about.com, neruda.uchile.cl,
article.wn.com, theguardian.com


Ακόμα:
ο Πάμπλο Νερούδα στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Link:
Universidad de Chile: La vida del poeta - Cronología

Σημ: Στην αναδημοσίευση του αποσπάσματος διατηρήθηκε η ορθογραφία, η σύνταξη, και η στίξη της πρωτότυπης μετάφρασης, πλην του πολυτονικού, όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε κάθε ανάρτηση των Αυτοβιογραφικών με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου είναι προφανές ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.

Ετικέτες , ,

16 Ιουν 2014

168 ~ Μάρω Δούκα: Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια

Ο βιβλιοθηκάριος, στη Δημοτική Βιβλιοθήκη στα Χανιά, κατέβαζε από το ράφι το μυθιστόρημα που του είχα ζητήσει, πρόσεξε το, μου έλεγε, δεν έχουμε πολλά αντίτυπα, μη σημειώσεις τίποτα απάνω, μη τσαλακώσεις τις σελίδες. Τον καθησύχαζα, χωρίς να πολυκαταλαβαίνω τι σημαίνει «αντίτυπο», πήγαινα να καθίσω κοντά στη σόμπα, έξω ψιλόβρεχε. Άνοιγα προσεκτικά το χαρτόδετο βιβλίο και επιβιβαζόμουν στο ποταμόπλοιο. Ταξίδια μακρινά σε πλωτά ποτάμια και με το πενηντάφυλλο ριγωτό τετράδιο, όπου αντέγραφα τις ωραίες φράσεις. Κάθε Σάββατο απόγευμα, αυτή ήταν η μοναδική μου διασκέδαση.

Παραμονές Χριστουγέννων, περπατώντας, όπως συνήθιζα, με το κεφάλι σκυφτό, βρήκα, έξω από το βιβλιοπωλείο του Αδαμόπουλου ένα κατοστάρικο. Χωρίς να το πολυσκεφτώ μπήπα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα τον Βραχόκηπο του Καζαντζάκη. Ήταν το πρώτο δικό μου βιβλίο. Κάτω από το μαξιλάρι μου για χρόνια, διάβαζα, λίγο, προτού να σβήσει η μάνα μου το ηλεκτρικό,και έμενα έπειτα να σκέφτομαι στα σκοτεινά, ώσπου να με πάρει ο ύπνος. Πόλεμο στους άπιστους! Άπιστοι είναι οι ευχαριστημένοι, οι χορτασμένοι, οι στείροι.

Φοιτήτρια στην Αθήνα άρχισα σιγά σιγά να αποκτώ τα δικά μου βιβλία. Τα διάβαζα και τα ξαναδιάβαζα, τα υπογράμμιζα και τα αποστήθιζα, κουβαλώντας τα από μετακόμιση σε μετακόμιση. Θα είχα μαζέψει καμιά σαρανταριά, όταν τον Αύγουστο του '67 που με συνέλαβαν, τα κατάσχεσαν οι αστυνομικοί. Και βρέθηκα, έπειτα από την αποφυλάκιση μου, με το μοναδικό βιβλίο που είχε γλιτώσει το πλιάτσικο, Το τέλος της μικρής μας πόλης.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Ίσως για να εξηγήσω την κατοπινή σχέση μου με το βιβλίο. Το αγόραζα, όπως αγοράζεις κάτι που το έχεις στερηθεί. Και ταυτοχρόνως το αντιμετώπιζα σαν κάτι δικό μου και πολύτιμο που κινδύνευα από στιγμή σε στιγμή να το χάσω ή να μου το αρπάξουν. Για χρόνια έντυνα όλα τα βιβλία μου με μπλε κόλλα και τους κολλούσα ετικέτες για να μοιάζουν με σχολικά, ελπίζονττας ότι θα ξεγελάσω έτσι τους αστυνομικούς, εάν συνέβαινε να μπουκάρουν πάλι χαράματα, για να με συλλάβουν.
Μάρω Δούκα (1947)



...κι αυτή η αίσθηση ότι, διαβάζοντας ένα βιβλίο, διαπλέω με ποταμόπλοιο τον κόσμο, με ακολουθεί πάντα.

*απόσπασμα από το κείμενο που έγραψε η Μάρω Δούκα
για το αφιέρωμα "πώς να διαβάζουμε"
του περιοδικού διαβάζω, τχ. 359 - Ιανουάριος 1996

*φωτογραφίες: tanea.gr, patakis.gr, enet.gr

ακόμα:
η Μάρω Δούκα
- στο γράμμα σε χαρτί, και
- στη Βιβλιονέτ

(το υπόλοιπο κείμενο, στα σχόλια)

Ετικέτες , ,

27 Μαΐ 2014

167 ~ Νίκος Καζαντζάκης: χωρίς να κερδίσει ο Θεός...

Τρεις μέρες έμεινα σ' ένα Μοναστήρι απάνω από το Λιβυκό πέλαγο. Μου άρεσε πάντα η ασύχρονη ζωή του Μοναστηριού, ο παλαιικός ρυθμός που το κυβερνάει, οι καλόγεροι με τα πονηρά ή νυσταγμένα μάτια, με τις τρουλωτές ή αδειανές κοιλιές, με τις χοντρές χερούκλες που πότε κρατούν το κλαδευτήρι ή την τσάπα και πότε το Άγιο Δισκοπότηρο. Μου άρεσε η μυρωδιά του λιβανιού, τα τερερίσματα στην εκκλησιά τα ξημερώματα κι ύστερα όλοι μαζί να δρομώνουμε στο μεγάλο παχνί, στην Τράπεζα, που μύριζε ταγκό λάδι και ξινίλα. Και το βράδυ οι σιγανές κουβέντες στην ταράτσα του Μοναστηριού κι οι βαριές σιωπές, γεμάτες από το μακρινό αντίλαλο του κόσμου.

[....] Τη μέρα που ήταν να φύγω, είχα πάει, πριν ξημερώσει, στον όρθρο• λαχτάριζα ν' ακούσω το μονότονο μελωδικό τερέρισμα των καλόγερων στο Θεό' και τα παθητικά λόγια, γεμάτα συντριβή, που βρήκαν οι παμπάλαιοι πιστοί να καλημερίσουν το Θεό, πρωί πρωί, πριν να ξημερώσει: Ο Θεός, ο Θεός μου, προς σε ορθρίζω. Εδίψησέ σοι η ψυχή μου, ποσαπλώς σοι η σαρξ μου, εν γη ερήμω και αβάτω και ανύδρω... Στάθηκα σ' ένα στασίδι πλάι στο παράθυρο απ' όπου έβλεπα κάτω μακριά το Λιβυκό πέλαγο, κάτασπρο ακόμα μέσα στην πρωινή πάχνη, απέραντο, έρημο, να φτάνει ως πέρα στις ζεστές αμμούδες της Αραπιάς... Τα πουλιά μαζί με τους καλόγερους ξυπνούσαν κι είχαν αρχίσει να τερερίζουν κι αυτά και να χαιρετούν το φως' η κορφή του κυπαρισσιού στη μέση της αυλής είχε κιόλα φωτιστεί, μα ακόμα τα φύλλα τηδ πορτοκαλιάς δίπλα του ήταν βυθισμένα σε βαθυπράσινο σκοτάδι. Ο σημαντάρης είχε τελέψει το γύρο του στα κελιά, είχε ξυπνήσει τους καλόγερους κι έβγαζε τώρα μπαίνοντας στη μεσοσκότεινη εκκλησιά το πισωκαλύμμαυκό του και κρεμούσε πλάι στην πόρτα το ξύλινο σήμαντρο• έτσι που φωτίστηκε όρθιος στο κατώφλι, έλαμψαν τα κορακάτα σγουρά γένια του και τ' απολυτά μαλλιά του στις πλάτες. Αψηλός, μαυριδερός, ξεχείλιζε νιάτα• κρίμα ένα τέτοιο κορμί να μην του 'ναι γραφτό ν' αγκαλιάσει γυναίκα και να κάμει παιδιά• θα ομόρφαιναν οι γιοι κι οι θυγατέρες του τον κόσμο.

Κι εκεί που διαλογίζουμουν τι χάνει ο κόσμος χωρίς να κερδίσει ο Θεός, μια γυναίκα πρόβαλε δειλά στην πόρτα, μαυρομαντιλωμένη, μ' ένα μωρό στην αγκαλιά της. Ο γούμενος χτες μου 'χε πει πονηρά χαμογελώντας να μη σκανταλιστώ που θα 'ρθει αύριο από ένα κοντινό χωριό μια νιόπαντρη να ζητήσει να πει την ευκή στο νιογέννητο της, να μην το πιάνει το μάτι• γιατί 'ταν, λέει, πολλά όμορφο και της το μάτιαζαν οι σμιχτοφρύδηδες.

Στάθηκε πλάι στην πόρτα με το κεφάλι γερμένο και περίμενε να τελέψει ο όρθρος και να ζυγώσει ο γούμενος με την αγιαστούρα του.
Ο αγέρας μού φάνηκε άλλαξε, ανακατώθηκαν τα βαριά καλογερίστικα χνότα με την ανάσα της γυναίκας, γάλα θαρρείς μύρισε η εκκλησιά και δαφνόλαδο από τα νιολουσμένα μαλλιά τής νιόπαντρης. Κι η νυσταγμένη φωνή τού γούμενου ζωντάνεψε• κι ίσια ίσια εκείνη τη στιγμή έψελνε το χαρμόσυνο τροπάρι: Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου... Μετακουνήθηκαν οι καλόγεροι από τα στασίδια τους, στράφηκαν, έριξαν λοξή ματιά κατά την πόρτα, δυο τρείς άρχισαν να βήχουν. Ο σημαντάρης ζύγωσε τη γυναίκα, κάτι της είπε στο αυτί, κι εκείνη, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι, προχώρεσε δυο βήματα και κάθισε στο τελευταίο στασίδι προς την πόρτα. Ένιωθες, έχασαν οι ψυχές την ησυχία τους κι όλοι πια οι καλόγεροι, κι εγώ μαζί τους, βιαζόμαστε να τελέψει ο όρθρος.

Ο ήλιος τώρα είχε προβάλει, γέμισε η αυλή φως, μπήκαν οι λοξές αχτίδες στην εκκλησιά κι έλαμψαν τ' αγία κονίσματα και τα πρόσωπα και τα χέρια των καλόγερων' κατέβηκαν όλοι από τα στασίδια, δόξα σοι ο Θεός, δόξα σοι ο Θεός, αναστέναξαν όλοι, ο όρθρος είχε τελειώσει.

Έβαλε ο γούμενος το πετραχήλι του, πήρε την αγιαστούρα, πίσω του ο σημαντάρης κρατούσε το σιγλί με τον αγιασμό. Στάθηκε η γυναίκα στην πόρτα, φωτίστηκε όλη• είχε τώρα αναμερίσει τη μαύρη μπόλια της, φάνηκε ολόκληρο το πρόσωπό της. Σήκωσε τα μάτια, κοίταξε το γούμενο, που 'χε αρχίσει να λέει την ευκή, ακουμπώντας την απαλάμη του στο κεφαλάκι του μωρού' κι ύστερα κάρφωσε τη ματιά της στο σημαντάρη. Ανείπωτη γλύκα είχαν τα μάτια της, μεγάλα, μαύρα, θλιμμένα• θυμήθηκα τα μάτια της Πορταΐτισσας στη Μονή των Ιβήρων' η ίδια γλύκα, η ίδια αγωνία της μάνας για το γιο της.

Άξαφνα το μωρό άρχισε να κλοτσάει τα ποδαράκια του και να κλαίει• κι η μάνα, για να το αρνέψει, ξεκούμπωσε το μπολκάκι της, έβγαλε το βυζί της, αρπάχτηκε το μωρό από τη ρώγα και σώπασε. Ποτέ δε θα φύγει από το νου μου η στιγμή ετούτη• έλαμψε στρογγυλός, χιονάτος ο κόρφος τής νιόπαντρης, μύρισε πιο δυνατά τώρα ο αγέρας γάλα κι ανάλαφρη πολύ μυρωδιά ίδρωτα. Πίσω από τους ώμους της γυναίκας απλώνουνταν, καταγάλαζο τώρα, το Λιβυκό πέλαγο. Μια στιγμή η γλώσσα τού γούμενου μπερδεύτηκε• μα γρήγορα νίκησε μέσα του ο Θεός, και τέλεψε, χωρίς να ντροπιαστεί, την ευκή.

Ζύγωσα στην αυλή το σημαντάρη• μ' έβαλε ο Πειρασμός να του μιλήσω, μα δεν ήξερα τι να του πω...
- Πάτερ Νικόδημε... άρχισα.
Μα αυτός γρηγόρεψε το βήμα και μπήκε στο κελί του.

Ύστερα από μια ώρα, πεζός όπως μου άρεσε, μπήκα πάλι στο δρόμο.

Πόσα χρόνια πέρασαν; Σαράντα; Πενήντα; Το Μοναστήρι έσβησε από το νου μου και στη θέση του λάμπει μονάχα, άσπρο, στρογγυλό, αθάνατο, απάνω από το Λιβυκό πέλαγο, το στήθος της μάνας.
Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957)




*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Νίκου Καζαντζάκη
Αναφορά στον Γκρέκο
Έκδοση: Αθήνα, 1961 (Ελένης Καζαντζάκη)

*φωτογραφίες: lifo.gr, entertainment.in.gr

Link:
lifo.gr, 26.10.2013 Αφιέρωμα: Νίκος Καζαντζάκης


1 www.kairatos.com.gr
2 tovima.gr
3 mfa.gr
4 entertainment.in.gr
5 koutipandoras.gr
6 lifo.gr
www.tanea-london.net
7 pinterest.com
8 lifo
10 lifo

Ετικέτες , ,

19 Φεβ 2014

162 ~ Χρήστος Χρηστοβασίλης: Το πρώτο φίλημα της Μούσας μου

Image and video hosting by TinyPic
Τ' Αγνάντια του χωριού μου ήταν το μαγευτικώτερο, τ' ωραιότερο μέρος όλων των Κουρεντοχωριών  βρίσκεται στην περιοχή εκείνου του ορίζοντα, που ύμνησε ο Βύρωνας, από εκείνην εκεί απάνω τη ράχη του Προφήτ'-Ήλία της Ζίτσας, κι' είναι τόσο θαυμαστό, ώστε όταν ήμουν τριάντα τόσα χρόνια μακρυά από την πατρίδα μου κι αναθυμούμουν το χωριό μου με τα λίγα του σπιτάκια και κείνον τον στρόγγυλον ορίζοντά του, που τον φράζουν απ' όλες τες μεριές τα βουνά, στεκόμενα γύρα -γύρα, σαν αθάνατοι γίγαντες με τα πόδια τους ριζωμένα βαθιά στη γη και τα κεφάλια τους στον ουρανό, σαν να τον βαστούν, για να μην πέση, ήταν αδύνατο να μην πεταχτή ο νους μου να θρονιαστή στ' Αγνάντια!

[....] Θα ήταν τέλη Απριλίου ή αρχές Μαγιού. Ο δάσκαλός μας ο Παπ' Αντριάς — Θεός σχωρέσ' τον — μας πήγε από το νάρθηκα της εκκλησιάς που είχαμε τη γενική συνάθροιση κάθε μέρα, στην άκρα του ραχοκέφαλου, όπου είναι τ' Αγνάντια, και μας κάθισε εκεί στη γραμμή σταυροπόδι, κάτω από τον παχύν ήσκιο, για ν' αρχίσωμε το «διάβασμα» δηλαδή τη μελέτη.

Ήταν πλούσιο εκείνη τη χρονιά το σκολειό μας από παιδιά. Από πέντε παιδιά, που 'χε την προηγούμενη χρονιά, είχε τότε δώδεκα. Τέσσερες ήμασταν στο ψαλτήρι, τέσσερες στ' Οχτωήχι, οχτώ• δυο στα πινακίδια, δέκα• και δυο στές κοκκαλένιες πλάτες, δώδεκα• κι ο δάσκαλός μας, ο Παπ'-Αντριάς, δεκατρείς. Δηλαδή ο Χριστός και οι δώδεκα Αποστόλοι του, όπως έλεγε καμαρώνοντας ο  δάσκαλός μας, μην έχοντας βέβαια την παραμικρή συναίστηση για τη βέληλη παρομοίωση πόκανε.Εγώ ήμουν ο παντοτεινός πρωτόσκολος, ως πλιο προοδευμένος και κρατούσα την ευταξία του σκολειού κάθε φορά που έλειπε ο δάσκαλος.

[....] Οι δώδεκα καθόμαστε όλοι σε μια γραμμή. Πρώτος καθόμουν εγώ, ύστερα από μένα οι άλλοι τρεις ψαλτηράδες, ύστερα απ' αυτούς οι τέσσερες οχτωηχάδες, ύστερα απ' αυτούς πάλε οι δυο πινακιδάδες, κα τελευταίοι οι δύο πλατάδες, όπως μας αποκαλούσε ειρωνικά ο δάσκαλός μας.

Ο δάσκαλός μας κάθονταν αντίκρυ μας στο κέντρο της γραμμής και τόοο μόνο μακρυά, ώστε να μας φτάνη με τη φτελιόβεργα, που κρατούσε πάντα στο χέρι του ως έμβλημα τού αξίωμά του και της απεριόριστης δύναμής του και την έκανε να θαυματουργάη πολύ συχνά στες πλάτες μας, όταν στεκόμαστε στο διάβασμα ή νυστάζαμε ή μιλούσαμε ή δεν ξέραμε το μάθημά μας και τες πλειότερες φορές, γιατί έτσι το ήθελε, γιατί είχε όρεξη να δείρη!

Αυτό το παράξενο σκολειό, που ήταν πρώτο και τελευταίο σκολειό του χωριού μου, το' χε συστήσει η μάννα μου, όταν έλειπε ο πατέρας μου στην ξενιτειά, μόνο και μόνο για να μάθω εγώ κ' η αδερφή μου γράμματα, και κοντά σ' μας προσκολλήθηκαν κι άλλα παιδιά του χωριού και των περιχώρων, κι έπαψε να υπάρχη, όταν μόκαψε ο  δάσκαλός μου ο Παπ'-Αντριάς τη γραμματική, που μου 'χε φέρει κρυφά ο πατέρας μου από τα Γιάννινα.

Όταν λοιπόν καλοκαθήσαμε στη γραμμή περιμένοντας το συνηθισμένο σύνθημα της μελέτης :
— «Ντέτεστε!», φώναξε ο δάσκαλός μας, αφού ξερόβηξε πριν τρεις τέσσερες φορές, κι εμείς αρχίσαμε θριαμβευτικά την ανάγνωση, όσο μπορούσαμε μεγαλόφωνα, και κάναμε ένα δαιμονικό θόρυβο, που βούιζαν όλα τ' Αγνάντια από τες φωνές μας. Φανταστήτε τι πανδαιμόνιο έκαναν δώδεκα δυνατές παιδιακήσιες φωνές σ' όλες τες βαθμίδες της φωνητικής κλίμακας! Ακούονταν ως πέρα στον κάμπο, που δούλευαν οι ζευγίτες, κι ως  πέρα στα λιβάδια και στα λόγγα, που βοσκούσαν τα κοπάδια τους και τες αγέλες τους οι πιστικοί και οι βαλμάδες• κι ακούοντας, άλλοι έλεγαν:
— Χαρά στο δάσκαλο, πόχει τέτοια μαθητούρια!
Κι άλλοι:
— Χαρά στα μαθητούρια πόχουν τέτοιο δάσκαλο!

Η πρώτη ορμή της βροντερής μελέτης, που βγήκε απ' αυτό το πικρό κι άχαρο «ντέτεστε», που δεν μπορεί να μεταφραστή σε καμμιά γλώσσα του  κόσμου έτσι χαρακτηριστικά, άρχισε να πέφτη λίγο-λίγο, και πέφτοντας πέφτοντας, σώπασε όλως διόλου. Ο δάσκαλός μας είχε ναρκωθή, άλλο από τες φωνές μας κι άλλο από την γλυκειάν ανοιξιάτικη θαλπωρή, κ' είχε αποκοιμηθή γλυκά με τη φτελιόβεργα στο δεξί του χέρι και με το «Εν τη Ερυθρά Θαλάσση» στο στόμα, κι εμάς μάς είχε πιάσει μια ιερή, σιωπή, μια έκσταση, ένα... (δεν ξέρω πώς να το ειπώ) μπροστά στην ιερή μυσταγωγία και στα κάλλη και στες χάρες της πανώριας άνοιξης και στο μαγικό θέαμα που ξετυλίγονταν μπροστά μας, κάτω μας, δίπλα μας και πέρα από τ' Αγνάντια, και στη μοσκοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών και στο κελάιδημα λογής λογιών πουλιών, που μούλωναν ή κρύβονταν μέσα στα κλαδιά των δέντρων που μας ήσκιωναν σαν απέραντος θεϊκός θόλος ναού φυσικού, ή ξεπετούσαν και φουρτουλούσαν γύρα μας.

Τα κοσσύβια, οι σπίνοι, οι γαλιάντρες, οι κορυδαλοί, οι σπουργίτες, και προ πάντων τ' αθάνατα τ' αηδόνια, είχαν στήσει χωριστά κι όλα μαζί μιαν άρρητη μουσική συναυλία, και μες σ' αυτή τη θεσπέσια μουσική, που 'χε ως κορωνίδα της τ' αηδονολαλήματα, ξεχώριζε τ' άνθρωπολάλημα του κούκκου:
— «Κούκου! Κούκου! Κούκου!»

Οι αετοί ξεπετούσαν απάν' από τα κράκουρα των μακρυνών βουνών, όπου φώλιαζαν, και πετούσαν αργά-αργά στο γαλανόν αιθέρα και φαίνονταν ως να έπλεαν στο ουράνιο πέλαγο σαν μακρόφαντα καράβια, κι απολούσαν κάποτε μια στριγγιά σουρισματιά, σαν να ήθελαν να σαλαγήσουν τίποτα κοπάδια τους απ' εκεί απάνω.

Αχ! πώς ζήλευε η καρδιά μου τους αϊτούς με το ουράνιο αρμένισμά τους, και πώς καλοτύχιζα όλα τα πουλιά και πλειότερο τ' αηδόνια με τη μαγική τους φωνή, που δεν ήταν καταδικασμένα να διαβάζουν σε κοκκάλες από πλάτες ζώων, πινακίδια, οχτωήχι, ψαλτήρι, κι ό,τι άλλο βιβλίο, και να 'χουν δάσκαλο και μάλιστα με φτελίσια βέργα στο χέρι του, σαν το δικό μας τον Παπ' Αντριά, και να φωνάζη εκείνο το φοβερό και τρομερό:
— «Ντέτεστε!»

Αγνάντευα κάτω στο ρίζωμα του βουνού των Αγναντιών να σμίγουν τρία ποτάμια με το μεγάλο μας ποταμό, τον Καλαμά, κι άκουγα να βουίζουν, να βουίζουν συγκρατούμενα μ' ένα μυστηριώδικο βουητό, σαν να ήταν αγκομάχημα κανενός ετοιμοθάνατου Θεού, σα να ήταν κάποιος υπερκόσμιος θρήνος της γης προς τον ουρανό.

Οι κάμποι και τα λιβάδια ήταν ντυμένα με χίλια-μύρια χρώματα• τα δάση και τα λόγγα μαυρολογούσαν' τα ζευγάρια μόχταγαν μέσα στες ανοιγμένες αυλακιές των χωραφιών με τους ζευγίτες από πίσω τους κρατώντας τη μακρυά τους δικέντρα• τα γίδια και τα πρόβατα, εκείνα μέσα στα λαγκάδια και στα γκρέμια, και τούτα απάνω στες κοντοραχούλες η στες άδεντρες πλαγιές, βοσκούσαν χαρούμενα, τρέχοντας απάνω - κάτω ή πέρα - δώθε, σαν να 'νοιωθαν κι αυτά τες χάρες της λουλουδοφορτωμένης κι ανθοστολισμένης άνοιξης' τα κυπροκούδουνά τους αχολογούσαν όμορφα •όμορφα και γλυκά - γλυκά και χαρούμενα - χαρούμενα• τα σκυλιά γαύγιζαν κάποτε-κάποτε, είτε μαλώνοντας συναμεταξύ τους, είτε ενοχλώντας τους διαβάτες• κ' οι πιστικοί, άλλοι σαλαγούσαν, άλλοι σιούριζαν, άλλοι τραγουδούσαν, άλλοι λαλούσαν τη φλογέρα, άλλοι έβγαζαν τα ζωντανά από τα σπαρμένα χωράφια, κι άλλοι τα συμμάζευαν για τον αρμεγώνα. Και πέρα, πολύ πέρα, στ' ακρούρανα, λαμποκοπούσαν τα κορφοβούνια, σαν διαμαντένια θεώρατα στεφάνια, κι άνοιγαν οι κλεισούρες τα στόματά τους, σαν να ζητούσαν να καταπιούν κανέναν Κόσμο!

Έπλεα, έπλεα σ' αυτό το έξοχο θέαμα, κολυμπούσα σ'αυτή την ονειροφάνταχτη φωτοπλημμύρα, σ' αυτή την αχανή λσυλουδοπλησμονή, σ' αυτή τη μεθυστική μοσκοβολιά των ανθιών και των λουλουδιών, σ' αυτή τη μυστηριώδικη βουή των ποταμών, των πουλιών, των αγελών, των κοπαδιών, των σκυλιών, των ανθρώπων.

Δεν γνωρίζω τι ένιωθαν εκείνη τη στιγμή οι συμμαθητάδες μου, εκείνη την ουράνια στιγμή• αλλ' εγώ αιστάνομουν ένα σεισμό μες στην καρδιά μου, μες στην ψυχή μου, μες το αίμα μου, μες στο κεφάλι μου...

Μόρχονταν να φκιάσω ένα δικό μου τραγούδι και να τονίσω μια δική μου μουσική και να ζωγραφίσω μια δική μου εικόνα, μ' όλα τα χρώματα, μ' όλες τες λάμψες που χύνονταν γύρα μου, και με την φαντασία μου τραγουδούσα αυτό μου το τραγούδι, αυτή μου τη μουσική, ζωγράφιζα αυτή μου την εικόνα.

Κι αυτός μου ο εσωτερικός σεισμός, που αιστάνθηκα για πρώτη φορά ήταν ο πρώτος χαιρετισμός, το πρώτο χρίσμα και το πρώτο φίλημα της Μούσας μου...
Χρήστος Χρηστοβασίλης (1861-1937)

Image and video hosting by TinyPic

* Το φίλημα της Μούσας, αυτοβιογραφικό
διήγημα (*) του Χρήστου Χρηστοβασίλη.
- από την Βασική Βιβλιοθήκη - τμ. 19

Εκδόσεις: Αετός, 1954
*φωτογραφίες:zosimaia.gr, agioritikesmnimes.blogspot.com

* [Πρωτοδημοσιευμένο στην εφημερίδα «Αμάλθεια» της Σμύρνης,
30 Δεκ. 1906, και στο «Μεσσηνιακόν Ημερολόγιον» του 1907,
με τον τίτλο «Φύλλα της ζωής μου», αναδημοσιεύτηκε στο
«Συριανόν Ημερολόγιον» του 1922, και στα
«Διηγήματα του Μικρού Σκολειού»]


ακόμα:
- βιογραφικό και ένα οδοιπορικό του Χρήστου Χρηστοβασίλη
στο blog Αγιορείτικες μνήμες

Ετικέτες , ,

1 Φεβ 2014

161 ~ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ: Στο σπίτι της Ευτυχίας

Image and video hosting by TinyPic
Από το Κολόμπο έφτασα στο νότιο άκρο της Ινδίας που δεν το γνώριζα. Πέρασα τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες σε ένα τρένο όπου δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε λέξη από όσα λέγονταν γύρω μου. Ύστερα έφτασα στον ανοιχτό Βορρά και τη Λαχώρη, όπου ξέκλεψα μερικές μέρες για να επισκεφτώ τους δικούς μου. Θα επέστρεφαν σε λίγο για να εγκατασταθούν μόνιμα στην «Πατρίδα». Αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία μου ματιά στο μόνο πραγματικό σπιτικό που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.

Ύστερα κατέβηκα στη Βομβάη, όπου η άγια μου, τόσο γερασμένη αλλά και τόσο ίδια κι απαράλλακτη, με υποδέχτηκε με ευχές και δάκρυα. Κατόπιν πήγα στο Λονδίνο για να παντρευτώ, το Γενάρη του '92', εν μέσω μιας επιδημίας γρίπης, κατά την οποία οι εργολάβοι κηδειών δεν έβρισκαν πια μαύρα άλογα και αναγκάζονταν να μεταφέρουν τους νεκρούς με καφετιά. Οι ζωντανοί ήταν οι περισσότεροι κλινήρεις. (Δε γνωρίζαμε τότε πως η επιδημία αυτή ήταν η πρώτη προειδοποίηση ότι η μάστιγα που είχαμε ξεχάσει για πολλές γενιές είχε αρχίσει να κινείται έξω από τη Μαντζουρία).

Όλα αυτά με επηρέασαν όσο θα επηρέαζαν οποιονδήποτε άλλο νέο υπό τις συνθήκες αυτές. Μέλημα μου ήταν να φύγω από το λοιμοκαθαρτήριο το συντομότερο δυνατόν. Δεν ήμουν άνθρωπος κάποιας σημασίας; Δεν είχα αρκετές -περισσότερες από δυο, τουλάχιστον- χιλιάδες λίρες σε καταθέσεις; Ο ίδιος ο διευθυντής της τράπεζας, μου είχε προτείνει να επενδύσω κάποιο μέρος του «κεφαλαίου» μου, σε λουλάκι για παράδειγμα. Προτίμησα για άλλη μια φορά, όμως, να επενδύσω σε εισιτήρια από τον Κουκ -για δυο- και να κάνω ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο. Όλα κανονίστηκαν με ακρίβεια, ώστε τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια.

Έτσι παντρευτήκαμε στην εκκλησία με το μυτερό καμπαναριό στην πλατεία Λάνγκαμ. Ο Γκος, ο Χένρυ Τζέημς και ο ξάδερφος μου Άμπροζ Πόιντερ ήταν όλοι κι όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο. Χωρίσαμε στην πόρτα της εκκλησίας σκανδαλίζοντας το νεωκόρο• η γυναίκα μου πήγε να δώσει τα φάρμακα στην άρρωστη μητέρα της και εγώ στο γαμήλιο πρόγευμα με τον Άμπροζ Πόιντερ. Όταν επέστρεψα μετά για να πάρω τη σύζυγό μου, είδα στερεωμένη με βαρίδια στο βρεμένο πεζοδρόμιο, όπως ήταν το έθιμο εκείνες τις ξέγνοιαστες μέρες, μια αφίσα από χαρτί εφημερίδας που ανακοίνωνε το γάμο μου, κάτι που με έκανε να αισθανθώ αμήχανος κι απροστάτευτος.

Μερικές μέρες αργότερα ανεβήκαμε στο μαγικό χαλί μας, που επρόκειτο να μας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ξεκινώντας από τον βυθισμένο στο χιόνι Καναδά. Ανάμεσα στα γαμήλια δώρα μας ήταν ένα μεγάλο ασημένιο φλασκί γεμάτο ουίσκι, που έπασχε όμως από ακράτεια. Χύθηκε μέσα στη βαλίτσα όπου βρισκόταν μαζί με τα φανελένια πουκάμισα. Μύριζε όλο το βαγόνι απ' άκρη σ' άκρη πολύ πριν καταλάβουμε την αιτία. Όταν πια καταλάβαμε από πού ερχόταν η μυρωδιά, όλοι οι συνταξιδιώτες μας, οικτίρανε το κακόμοιρο το κορίτσι που είχε δέσει τη ζωή της με έναν αναίσχυντο μέθυσο. Έτσι, μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα, για την οποία εμείς ήμασταν ολότελα αθώοι, φτάσαμε στο Βανκούβερ, όπου με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και για να επιβεβαιώσουμε τον πλούτο μας, αγοράσαμε -ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε- είκοσι εκτάρια στην ερημιά που ονομαζόταν Βόρειο Βανκούβερ και τώρα είναι μέρος της πόλης. Υπήρχε όμως κάποιος λάκκος στη φάβα, όπως μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα και αφού είχαμε πληρώσει ένα σωρό φόρους για την έκταση αυτή: ανακαλύψαμε ότι ανήκε σε κάποιον άλλον. Η μόνη παρηγοριά που είχαμε από τους χαμογελαστούς ανθρώπους του Βανκούβερ ήταν: «Το αγοράσατε από τον Στηβ, έτσι; Μάλιστα, τον Στηβ. Δεν έπρεπε να αγοράσετε από τον Στηβ. Όχι! Όχι από τον Στηβ». Και έτσι ο καλός Στηβ μάς θεράπευσε από την κλίση μας στην κερδοσκοπία των ακινήτων.

Ύστερα πήγαμε στη Γιοκοχάμα, όπου ένα ζευγάρι μάς περιποιήθηκε με εκπληκτική ευγένεια και δεν έδειξε καμιά ιδιοτέλεια. Μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους και φρόντισαν να επισκεφτούμε την Ιαπωνία την εποχή που ανθίζουν οι ακακίες και οι παιωνίες. Εκεί, ένα ζεστό ξημέρωμα, μας ξάφνιασε ένας σεισμός (προφητικός όπως αποδείχτηκε) και τρέξαμε έξω στον κήπο, όπου ένας ψηλός γιαπωνέζικος κέδρος κουνούσε με φρενήρη ρυθμό την κορυφή του μπρος πίσω σαν να έλεγε «σ' τα 'λεγα εγώ», παρόλο που τίποτε άλλο δεν κουνιόταν. Λίγο αργότερα, κάποιο υγρό πρωινό, επισκέφτηκα το υποκατάστημα της τράπεζας μου στη Γιοκοχάμα για να πάρω ένα μέρος των χρημάτων μου. Ο διευθυντής μου είπε: «Γιατί να μην πάρετε περισσότερα; Θα είναι εξίσου εύκολο». Απάντησα ότι δεν ήθελα να έχω πάνω μου πολλά μετρητά, καθώς ήμουν απρόσεχτος, αλλά ότι θα κοίταζα τους λογαριασμούς μου και ίσως να πήγαινα ξανά αργότερα το απόγευμα. Αυτό και έκανα. Μέσα σε αυτό όμως το μικρό χρονικό διάστημα η τράπεζά μου, όπως εξηγούσε η ανακοίνωση στην κλειστή της πόρτα, είχε αναστείλει τις πληρωμές. (Ναι, τελικά θα ήταν καλύτερα να είχα επενδύσει το «κεφάλαιο» μου, όπως είχε προτείνει ο διευθυντής στο Λονδίνο).

Επέστρεψα για να μεταφέρω τα νέα στη σύζυγό μου. Είχαμε μόλις τρεις μήνες παντρεμένοι και περιμέναμε παιδί. Εκτός από τα χρήματα που είχα πάρει εκείνο το πρωί (ο διευθυντής με είχε παροτρύνει όσο του επέτρεπε η θέση του), τα κουπόνια του Κουκ που δεν είχαμε εξαργυρώσει και τα προσωπικά μας είδη στις αποσκευές μας, δεν είχαμε τίποτε απολύτως. Συστάθηκε αμέσως μια Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, που βοήθησε τη μεταξύ μας κατανόηση πολύ περισσότερο από έναν κύκλο αξιόχρεου συζυγικού βίου. Η υποχώρηση -ή φυγή αν προτιμάτε- ήταν ενδεδειγμένη. Πόσα θα μας επέστρεφε ο Κουκ για τα εισιτήρια, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνεται το κόστος των χαμένων μας ονείρων; «Όλα όσα έχετε πληρώσει βέβαια», απάντησαν από το υποκατάστημα του Κουκ στη Γιοκοχάμα. «Αυτά τα πράγματα είναι τυχερά, και ορίστε η επιστροφή των χρημάτων σας».

Και έτσι πήραμε το δρόμο της επιστροφής, διασχίζοντας τον παγωμένο Βόρειο Ειρηνικό και το χιονισμένο Καναδά, και φτάσαμε στις παρυφές μιας μικρής πόλης της Νέας Αγγλίας, όπου ο παππούς της γυναίκας μου από τη μεριά του πατέρα της (ένας Γάλλος) είχε στήσει το σπιτικό και το υποστατικό του πριν από πολλά χρόνια. Η περιοχή ήταν ανοιχτή, με βουνά και δάση και χωρισμένη σε αγροκτήματα των πενήντα ως δυο χιλιάδων άγονων εκταρίων. Οι χωματόδρομοι συνέδεαν τα αγροτόσπιτα που ήταν ντυμένα με άσπρες σανίδες, και τα πιο ηλικιωμένα μέλη των οικογενειών αγωνίζονταν για να κρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα τις υποθήκες που ροκάνιζαν τις περιουσίες τους. Οι νεότεροι είχαν -φύγει για άλλα μέρη. Υπήρχαν επίσης πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια. Κάποια κατέρρεαν μπροστά στα μάτια σου. Από άλλα είχαν μείνει μόνο οι πέτρινες καμινάδες, ή μικρές λιμνούλες με πράσινα νερά που τις συγκρατούσε κάποιος αήττητος θάμνος πασχαλιάς. Σε ένα μικρό αγρόκτημα υπήρχε ένα κτίριο, γνωστό με την ονομασία «Σπίτι της Ευτυχίας», στο οποίο συνήθως κατοικούσε κάποιος εργάτης. Είχε έναν και μισό όροφο, δεκαεπτά πόδια ύψος μέχρι την κολοφώνια δοκό, δεκαεπτά πόδια βάθος, και συνολικό πλάτος, μαζί με την κουζίνα και την ξυλαποθήκη, είκοσι επτά πόδια. Η παροχή νερού ήταν μόνο ένας μολύβδινος σωλήνας της μισής ίντσας, συνδεδεμένος με μια πηγή στη γειτονιά. Ήταν όμως κατοικήσιμο και διέθετε ένα μεγάλο υγρό κελάρι. Το ενοίκιο του ήταν δέκα δολάρια ή δυο λίρες το μήνα.

Το πήραμε. Το επιπλώσαμε με την απλότητα που διακρίνει το σύστημα αγοράς-ενοικίασης. Αγοράσαμε, από δεύτερο ή τρίτο χέρι, μια τεράστια σόμπα αέρος που την εγκαταστήσαμε στο κελάρι. Κάναμε μεγάλες τρύπες στα λεπτά πατώματα για να περάσουμε τους σωλήνες οκτώ ιντσών από κασσίτερο που είχε η σόμπα (το πώς δεν καιγόμασταν στα κρεβάτια μας κάθε βδομάδα του χειμώνα, δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω) και ήμασταν εξαιρετικά ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας.

Καθώς πέρασε το καλοκαίρι της Νέας Αγγλίας και προχωρήσαμε στο θερμό φθινόπωρο, στοίβαξα συμμετρικά κομμένα ξύλα γύρω γύρω στα περβάζια του σπιτιού και βοήθησα στην κατασκευή μιας μικρής βεράντας χωρίς σκεπή στη μια πλευρά του για μελλοντική χρήση. Όταν ήρθε ο χειμώνας και τα καμπανάκια των ελκήθρων ακουγόντουσαν όλη την ώρα στο λευκό κόσμο που μας περιέβαλλε, αισθανθήκαμε ασφάλεια. Κατά καιρούς είχαμε και κάποια υπηρέτρια. Αυτές, μερικές φορές έβρισκαν την απομόνωση αβάσταχτη και έφευγαν απροειδοποίητα, μια μάλιστα άφησε και το μπαούλο της. Το γεγονός δεν μας προβλημάτιζε καθόλου. Ένα πιάτο έχει πάντα δυο πλευρές και το πλύσιμο των κατσαρολικών κρύβει τόσο λίγο μυστήριο όσο και το στρώσιμο των κρεβατιών. Όταν πάγωναν οι μολύβδινοι σωλήνες, φορούσαμε τα πανωφόρια μας από δέρμα ρακούν και τους ζεσταίναμε με κεριά. Η κρεβατοκάμαρα στη σοφίτα δεν είχε χώρο για παιδική κούνια και έτσι αποφασίσαμε ότι ένα μπαούλο θα ήταν ό,τι πρέπει. Δε φθονούσαμε κανέναν. Ακόμα και όταν άρχισαν να κόβουν βόλτες στο κελάρι μας ασβοί, γνωρίζοντας τη φύση των ζώων, ακινητοποιηθήκαμε μέχρι να ευαρεστηθούν να αποχωρήσουν.

Οι γείτονές μας όμως αντιμετώπιζαν χωρίς καθόλου χιούμορ τη συμπεριφορά μας. Εδώ υπήρχε ένας ξένος από μια αντιπαθητική ράτσα, που οι φήμες έλεγαν ότι «έβγαζε εκατό δολάρια από ένα μπουκάλι μελάνι των δέκα σεντς», που «έγραφαν οι εφημερίδες γι' αυτόν» και που είχε παντρευτεί ένα «κορίτσι των Μπαλεστιέ». Μήπως και η γιαγιά της δεν ζούσε ακόμα στο κτήμα των Μπαλεστιέ, όπου ο «γερο-Μπαλεστιέ», αντί για υποστατικό, είχε χτίσει ένα μεγάλο σπίτι, στο οποίο δειπνούσαν αργά και με επίσημο ένδυμα, πίνοντας κόκκινα κρασιά, σύμφωνα με τα γαλλικά έθιμα, αντί για το πρέπον ουίσκι; Και ιδού αυτός ο Βρετανός, με την πρόφαση ότι έχει χάσει λεφτά, είχε βολέψει τη γυναίκα του «ανάμεσα στους δικούς της» στο Σπίτι της Ευτυχίας. Δεν ήταν κόσμιο να κάνουν τέτοιου είδους σχόλια ενώπιον μας. Έτσι μας παρακολουθούσαν, όσο διακριτικά μπορούν οι χωριάτες της Νέας Αγγλίας, και η όποια ανοχή έδειχναν στο «Βρετανό» ήταν μόνο για χάρη του «κοριτσιού των Μπαλεστιέ».

Είχαμε όμως δεχτεί το πρώτο σοκ της νέας ζωής μας στην πρώτη κρίση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε. Η Επιτροπή Τρόπων και Μέσων πέρασε μια ριζοσπαστική απόφαση, που δεν ανακλήθηκε ποτέ, ότι στο εξής, όποιο κι αν ήταν το τίμημα, θα έπρεπε να είναι κυρία του συλλογικού εγώ της.

Καθώς άρχισαν να έρχονται χρήματα από την πώληση βιβλίων και διηγημάτων, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάρουμε πίσω τα δικαιώματα για τα Υπηρεσιακά Στιχουργήματα, τις Απλές Ιστορίες και τα έξι βιβλία τσέπης που είχα πουλήσει για να μπορέσω να φύγω από την Ινδία το '89. Κόστισαν αρκετά, αλλά όταν πια πέρασαν στην ιδιοκτησία μας, το Σπίτι της Ευτυχίας ανάσανε πιο άνετα.
Joseph Rudyard Kipling (1865–1936)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Κάτι από τη ζωή μου,
σε μετάφραση Σοφίας Παυλίδου
Εκδόσεις: Printa, 2002

*φωτογραφίες: commons.wikimedia.org,
rudyard-kipling.tumblr.com, commons.wikimedia.org,
heritage-history.com, www.pbs.org, theguardian.com


ακόμα:
- ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ στους νομπελίστες της λογοτεχνίας

Ετικέτες , , ,

1 Δεκ 2013

158 ~ Γεώργιος Βιζυηνός: ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον;

Image and video hosting by TinyPic
— Ητοιμάσθην ν' αναχωρήσω σήμερον, κύριε καθηγητά• πού με συμβουλεύετε να πάγω; Ηρώτησα τον ιατρόν, ύστερον αφού κατέγραψεν εις το σημειωματάριόν του το ευχάριστον συμπέρασμα της στηθοσκοπήσεώς μου.
— Πού αλλού παρά επί του Hartz! Δεν μεταβάλλω γνώμην. — «O τρόοζας ιάζεταϊ», είπεν ο γέρων, και το είπεν, ως εάν συνδιεσκέπτετο εν πνεύματι μετά τινος Ομηρικού Ασκληπιάδου. Έπειτα στραφείς προς εμέ .— Τα όρη του Χάρτς δεν απέχουν πολύ απ' εδώ, και αυτός είναι, είπε, κυρίως ο λόγος τού καλού κλίματος και των ωραίων περιχώρων, αλλά συγχρόνως και των δριμυτάτων ενίοτε και βλαβερών εις τους ξένους χειμώνων μας. Δια τούτο λέγω ο τρόοζας ιάζεταϊ.  Αλλά με τον νουν σου νεανία μου! επρόσθεσεν έπειτα, σείσας τον λιχανόν. — Με τον νουν σου! Σ' επιτρέπω ν' αναβής όσον υψηλά δύνασαι εις τον αιγλήεντα Παρνασσόν, όχι όμως και εις τας νεφελοσκεπείς κορυφάς του ημετέρου Χάρτς. Επ' αυτών ιοστεφείς Μούσας και ακτινοβόλον Απόλλωνα δεν θα εύρης. Αλλά Στρίγγλας μόνον και Καλλικαντζάρους και όλα τα μεσαιωνικά δαιμόνια, τα εμπνεύσαντα εις τον μέγαν ημών κλασσικόν, τον ομηρικώτατον ημών Goethe, το ψυχρόν και σκοτεινόν εκείνο μέρος του Faust, το οποίον — κάλλιον να μη το έγραφεν!

— Οπωσδήποτε, τω είπον, κύριε Αυλοσύμβουλε, μέχρι Κλάουσθαλ πρέπει ν' αναβώ. Τον τόπον δεν τον γνωρίζω, και τα γερμανικά βλέπετε πόσον δυσκόλως τα καταφέρνω. Παντού αλλού θα ησθανόμην τρομεράν απομόνωσιν, θα έπασχον νοσταλγίαν. Ενώ εν Κλάουσθαλ, καθώς σας είπον, έχω τον συμπατριώτην μου, τον συμμαθητήν μου.

— Να, κι' αυτός, σαν όλους τους αρρώστους, ανέκραξεν ο καθηγητής, εγερθείς εκ της θέσεως του. Τού είπα ότι κάτι είναι βλαβερόν εις την υγείαν του, έρχεται όμως πάλιν και ζητεί την άδειάν μου να το κάμη με την ιδέαν ότι, αν το κάμη με την άδειάν μου, δεν θα τον βλάψη! Αλλ' αυτό είναι το ελάττωμα όλων των φίλων μου Ελλήνων — επρόσθεσεν είτα μειδιών — από Οδυσσέως μέχρι της λογιότητός σου. Δεν ειμπορείτε ν' αποχωρισθήτε απ' αλλήλων. Δεν ειμπορείτε να λησμονήσετε ότι είσθε εις τα ξένα. Και όταν ξενιτευθήτε, όπου συναντήσετε ένα ομόγλωσσόν σας, ας είναι και από το έτερον άκρον του κόσμου, εκεί είναι ο συμπατριώτης, είναι τρόπον τινά η πατρίς σας. Και κάμνετε λοιπόν, καθώς λέτε χωριό, και απλώνετε την κάπα σας και κάθεσθε και τα λέτε, τα λέτε, τα λέτε από το πρωί ως το βράδυ. Και όταν τέλος πάντων βραδυάση, και επιστρέψετε εις τα σπίτια σας, τότε, αν συμβή να μην είσθε σύνοικοι, κάθεσθε καθ' ένας εις το άκρον του παραθύρου, ως ο Οδούσσεους εις την ακτέεν πολουφλοϊσμπόϊο ταλάσσεες «'χιέμενος και καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ χεές γκάϊεες».

Έπειτα αναλαβών αξιοπρεπή σοβαρότητα:
— Εν τούτοις, είπε, Χούϊες Ακαϊοόν (υίες Αχαιών!) ό,τι ήρμοζεν τόσον ποιητικώς είς τον ποϊκιλομίτεεν και πολούπλαγκτον Οδυοσέα δεν αρμόζει και εις σε. Λέγεις ότι δυσκολεύεσαι ακόμη με την γλώσσαν. Ιδού ευκαιρία να γυμνασθής. Ποίησον την ανάγκην φιλοτιμίαν. Ζήσε όσον περισσότερον σοι επιτρέψη η καλοκαιρία εν Οστερόδη ή εν άλλω τινί χωρίω του Χαρτς, εξ όσων σοι εσύστησα προχθές, αλλά ζήσε με τους Γερμανούς, ως Γερμανός, και  θα ίδης πόσον θα σε ωφελήση και υπό γλωσσικήν έποψιν και υπό υγιεινήν.
— Και η Κλάουσθαλ, κύριε καθηγητά, δεν είναι υγιεινή πόλις;
— Πάλιν η Κλάουσθαλ! ανέκραξεν ο αγαθός γέρων μετ' αδημονίας. Δεν αμφιβάλλω πως είσαι χιέμενος καπνόν αποτροόσκοντα νοεέζαϊ! Χωρίς άλλο επιθυμείς να ίδης την καπνίζουσαν εστίαν τού  συμπατριώτου σου. Πήγαινε και θα μ' ενθυμηθής. Δεν χρειάζεσαι άλλον οδηγόν να το εύρης. Όπου είναι μία καπνοδόχος αδιαλείπτως καπνίζουσα, κρούσε την θύραν: Εκεί κατοικεί ο συμπατριώτης σου.

[....] Εις τον κόλπον μου έφερον την πέμπτην επιστολήν του αγαπητού Πασχάλη, όστις και πάλιν με εξώρκιζε να μη προτιμήσω άλλον τόπον προς αλλαγήν κλίματος και μ' έδιδε τας ευνοϊκωτέρας πληροφορίας περί του καιρού. Από τινος επεκράτει εν Κλάουσθαλ τόσον ωραίος καιρός,

[....] Ο Πασχάλης ήτο φίλτατος συμμαθητής μου. Συνεμαθητεύσαμεν και συναπεφοιτήσαμεν εκ του Γυμνασίου της Πλάκας προ δύο μόλις ετών. [....]  Μετά την λήξιν των γυμνασιακών σπουδών του, αφ' ενός μεν η δικαίως αποκτηθείσα των διδασκάλων εύνοια, αφ' ετέρου δε η γνωστή προς απόρους επιμελείς νέους ευεργετικότης ενός των τα μάλιστα ανεπιδείκτως προστατευόντων τα γράμματα Ομογενών εξησφάλισαν τας σπουδάς αυτού εν Γερμανία. Ποτέ δεν θα λησμονήσω τον τρόπον καθ' ον επανηγυρίσαμεν την χαροποιάν της αγγελίας ταύτης άφιξιν. Ο Πασχάλης εννοούσε και καλά να εξοδεύση μόνος δια την εορτήν, και να εξοδεύση πρωτοφανώς και αξίως. Επί πολλήν ώραν συνεζητήσαμεν το πρόγραμμα του γλεντιού• επί τέλους απεφασίσθη, συμφώνως προς τας αρχάς αυτού, να συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά τον ωφελίμου. Μετ' ολίγον εμέλλομεν αμφότεροι να μεταβώμεν εις Γερμανίαν: να γίνωμεν Γερμανοί. Και ποίος ειμπόρει να γίνη σωστός Γερμανός, πριν ή υποβαπτισθή με τον ζύθον; Αλλ' ημείς δεν εγνωρίζομεν ακόμη τι εστί το περιαδόμενον τούτο ποτόν, το απόβρασμα της κριθής και των αχύρων, το τείνον να παραγκωνίση εν μέσαις Αθήναις τον ζωηφόρον οίνον, την ευφροσύνην των θνητών και των Μακάρων! Ας χαρώμεν λοιπόν διδασκόμενοι τι έστι ζύθος. Ας συνδυάσωμεν το τερπνόν μετά του ωφελίμου, είπεν ο Πασχάλης.

Μετά πολλάς και δειλάς περισκοπήσεις παρεισήλθομεν εις το ζυθοπωλείον του Μπερνιουδάκη, καταπόρφυροι από την εντροπήν μας. Μόλις είχομεν αποφοιτήσει του Γυμνασίου και εισηρχόμεθα κατά πρώτην τότε φοράν εις καπηλείον. Όταν εστρυμώχθημεν εις την απωτέραν γωνίαν της βαρβαρικής εκείνης κρύπτης, ο Πασχάλης, εξαγαγών εκ του θυλακίου του, εμέτρησεν εξ δεκάρας: Ήσαν το παν ό,τι είχεν, όλη του η περιουσία.
- Αυτά, είπεν, εις τον βωμόν της φιλίας! Αλλά πρόσταξε συ, που τα καταφέρνεις καλλίτερα.

Μετ' ολίγον ο υπηρέτης παρέθηκεν ενώπιόν μας δύο ποτήρια ζύθου. Επί πολλήν ώραν τα εθεώμεθα σιγηλοί και λίαν συγκεκινημένοι. Τέλος εκάμαμεν τόκα και εγγίσαμεν εις τα χείλη μας. Οι οφθαλμοί του Πασχάλη ευρυνθέντες έξαφνα, αντήλλαξαν, ως εξ ορμεμφύτου, μετά των εμών βλακώδες, διαπορητικόν βλέμμα. Παράδοξος μορφασμός απροσδόκητου απογοητεύσεως συνωφρύωσε το πρόσωπόν του, μορφασμός, όστις εφαίνετο μάλλον αντανάκλασις πιστή των συστολών και διαστολών του ιδικού μου προσώπου: Το χλιαρόν και κιτρινωπόν εκείνο ποτόν ενέπνευσεν εις τα γευστικά ημών νεύρα ισχυράς υποψίας ως προς την καθαυτό καταγωγήν του. Αλλ' η συγκίνησίς μας ήτο μεγάλη, και κανείς εξ ημών δεν εξέφρασε τι εσκέπτετο την στιγμήν εκείνην αλλά θέσαντες τα ποτήρια προ ημών, εβλέπομεν αυτά πολλήν ώραν μετά σιγηλής επιφυλάξεως και δυσπιστίας. Ότε αίφνης εγερθείς ο Πασχάλης λίαν τεταραγμένος, ήρπασε τον πίλον του, κ' έδωκεν εις έμέ τον εδικόν μου. Τον έλαβον, εγερθείς κ' εγώ μηχανικώς. Ο Πασχάλης έθηκε τας δεκάρας αψοφητί επί του βωμού της φιλίας, και εχώρησεν ως βρεμένη γάτα προς την έξοδον, καταπόρφυρος και κατησχυμένος. Εγώ τον ηκολούθησα χωρίς να ξεύρω ακόμη διατί. Όταν εξήλθομεν εις την οδόν, τότε πρώτον έμαθον, ότι αιτία όλης εκείνης της ταραχής, και της ούτω προώρου διακοπής του γλεντιού μας, ήτον η είς το ζυθοπωλείον είσοδος του κυρίου Ν.! Ο κύριος Ν. ήτον ο υπό των τάξεων αυτού ανεξαιρέτως χλευαζόμενος και εκσυριττόμενος καθηγητής, προ του οποίου και το έσχατον παιδάριον του γυμνασίου δεν το είχε διά τίποτε είς την εποχήν μου να καπνίση το τσιγαράκι του, εν αυτή τη παραδόσει. Ο δε Πασχάλης ήτο μεγάλος τότε, αναγνώστα μου, με μύστακας εναμιλλωμένους προς τους του κυρίου Ν.! Αλλά φαίνεται, ότι ο Πασχάλης, ως πτωχός τουρκομερίτης, είχε διδαχθή εξ απαλών ονύχων να σέβηται τους διδασκάλους του. Και μη τον εκλάβης διά τούτο  περιορισμένου νοός άνθρωπον, παρακαλώ. Η χρηστοήθεια δεν είναι ευήθεια. Ο δε Πασχάλης ήτον ο εξυπνότερος, ο πρακτικώτερος όλων ημών. Διότι ενώ ημείς οι άλλοι μετ' ολίγον, ως φοιτηταί, ηρχίσαμεν να σπαταλώμεν τον πολυτιμότατον της ζωής ημών χρόνον ατακτούντες εν ταις πλαιείαις και ταις λεωφόροις των Αθηνών, εκφωνούντες πολιτικούς λόγους, φωνασκούντες περί Φάλαγγος καί δια τούτο ψυχρολουόμενοι δια πυροσβεστικών αντλιών, δερόμενοι υπό τραμπούκων, μισθωτών του τότε υπουργείου, και επί τέλους ρεμβάζοντες εν ταις φυλακαίς του Γκαρπολά, ο γνωστικός Πασχάλης, ενώ ήτον ελεύθερος να μείνη δύο έτη είς το Πανεπιστήμιον των Αθηνών, εσπούδαζεν εν Γερμανία, και εσπούδαζε την έπωφελεστέραν εν Ελλάδι επιστήμην, την Ορυκτολογίαν και Μεταλλευτικήν.
Γεώργιος Βιζυηνός -Γεώργιος Σύρμας ή Μιχαηλίδης- (1849-1896)

Image and video hosting by TinyPic


*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό
διήγημα Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας
-από τον 18ο τόμο της Βασικής Βιβλιοθήκης, εκδ. Αετός, 1954
*Φωτογραφίες: users.uoa.gr, el.wikipedia.org,
tovima.gr, ekebi.gr


Ακόμα:
- Ο Γεώργιος Βιζυηνός στην Βιβλιονέτ
- Ποιήματα και διηγήματα του Γ. Βιζυηνού στον
προσωπικό ιστοχώρο του Νεκτάριου Μαμαλούγκου (users.uoa.gr)

Ετικέτες , ,

12 Νοε 2013

157 ~ Αλέξανδρος Πάλλης: Αυτά είναι όλα

Image and video hosting by TinyPic
Γεννήθηκα στον Περαία, στα 1851. Είμαι καταγωγής απ' τα Γιάννινα. Σπούδασα στο γυμνάσιο, στην Αθήνα και λίγους μήνες στο Πανεπιστήμιο, ως φοιτητής της φιλολογίας. Στα 1869, πήγα στο Manchester κ' έγινα έμπορος. Στα 1875, πήγα στο Bombay, όπου έμεινα ως τα 1894, έμπορος πάντα. Από τότες κατοικώ στο Liverpool, κι απ' τον καιρό που έμαθα πως ύστερ' απ' τον πόλεμο είχε ακόμα οπαδούς ο Δεληγιάννης στην Ελλάδα, έγινα κι Άγγλος υπήκοος. Τώρα δεν έχω πια κανένα όνειρο στον κόσμο εξόν τα πέντε παιδιά μου. Αυτά είναι όλα - ως που να πεθάνω.
Αλέξανδρος Πάλλης (1851-1935)

Image and video hosting by TinyPic

*Αλέξανδρος Πάλλης: Aυτοβιογραφία
από την Νέα Εστία, τχ. 200/15 Απριλίου 1935
(αρχείο ΕΚΕΒΙ)
*Φωτογραφίες: Ν.Ε.-τχ.200, livepedia.gr


- Ο Αλέξανδρος Πάλλης στην Βιβλιονέτ

Ετικέτες , ,

12 Σεπ 2013

154 ~ Κοραλία Θεοτοκά: μια Σωκρατική σχέση, σε άνθηση και πληρότητα

...παντρευτήκαμε [11 Ιουλίου 1966] στην Βασιλική της Σωτήρας, στην Πλάκα. Το μυστήριο έκαμε ένας παπάς με βροντερή φωνή και καθαρή άρθρωση, με πίστη που ίσια εξακοντιζόταν στον Θεό. Η μορφή του, δαιμονική. Τον λέγανε Δαπέργολλα, Κερκυραίος. Το πρωί φόρεσα το άσπρο μου φόρεμα, γαλλική χοντρή νταντέλλα, έβαλα λουλούδια στα μαλλιά, κύματα γλυκειάς ταραχής και γαλήνης αναδεύονταν μέσα μου. Ήμουν σταθερή, κάτι περισσότερο• αφιερωμένη. Στον άντρα μου, τον άντρα που ερωτεύθηκα κι έζησα μαζί του τη φύση και τις ιδέες και τα πράγματα, τον Άνθρωπο, τον Γιώργο Θεοτοκά. Μας στεφάνωσε ο Αλέκος Καλοβιδούρης, παιδικός του φίλος, στις 11. Η μητέρα του δεν ήλθε. Ο μπαμπάς, πολύ άρρωστος, έμεινε καθιστός και συγκινημένος όλην την ώρα της λειτουργίας. Η μαμά γελούσε, έκλαιγε, κι η Λιλή είχε μια συγκίνηση συγκρατημένη. Τις λαμπάδες κρατούσαν η Δανάη κι ο Νίκος.

Την Τζούλια και το Γιώργο, τ' αδέλφια μου, τα 'νιωθα κοντά μου. Με φίλησε με την τρυφεράδα, που μόνο ο Γιώργος μπορούσε να 'χει, γιατί ανέβαινε από μέσα κι από βαθιά του, πολύ, η αγάπη. Ήταν σοβαρός, θυμούμαι, μου κρατούσε με σιγουριά το χέρι, ήμουν η γυναίκα του. Θα με στήριζε και θα τον στήριζα. Ξεκινούσαμε μ' ανοιχτή καρδιά. Κι οι πέντε αισθήσεις πάλλονταν και χαίρονταν. Ήμασταν προνομιούχοι. Σάρκα μία, πνεύμα ένα, και μία ψυχή. Καταργήσαμε τους φραγμούς που φέρνουν τα χρόνια, ήτανε μια Σωκρατική σχέση, σε άνθηση και πληρότητα. Τον αγαπώ, μ' αγαπά, και τώρα. που πάνε εννιά μήνες που πέθανε, το πρωί στον τάφο, το 'νιωσα. Αγαπιόμαστε. Μακάρι ν' αληθεύει ή Δευτέρα Παρουσία. Θα ξανασμίξουμε. Τούτα τα δύο «εγώ», που 'γιναν ένα «Εσύ», δεν μπορεί να διαλυθούν, κάπου θα πλανιούνται, κάπου θα συναντηθούν. Θέλω να ελπίζω, για να μην αυτοκτονήσω (μην κι ανατραπεί ή τάξη και δεν τον ξαναβρώ ποτέ). Ήταν ωραίος, πνευματικός, γελούσε σαν τέλειωσε η λειτουργία, και καθήσαμε στο ωραίο τραπέζι, στο σπίτι της μητέρας του. Θυμούμαι το παγωτό, ένα κομμάτι τέχνης, ονειρεμένο. Ύστερα πήγα κι άλλαξα. Ήμουν πνιγμένη από συγκίνηση. Σ' ευχαριστώ, του είπα. Χαμογέλασε και με φίλησε. Μαζί. Μαζί ως το τέλος. Αλήθεψε. Όταν τον ακολούθησα ως την πόρτα του χειρουργείου, μόλις τον άφησα, πέθανε. Ύστερα ξανασυνήλθε μα δεν ένιωθε πια.

Σήμερα, πρωί, 8.30 ξεκίνησα για τον τάφο. Τον είχα πλύνει από προχθές, ήταν γιομάτος λουλούδια. Του πήγα φρέσκες μαργαρίτες και χρυσάνθεμα. Άναψα το καντήλι, τα δυο κεριά, λύθηκαν τα δάκρυα μου. Σκέφτηκα να φωνάξω παπά και να κάνω τρισάγιο. Όμως κανείς, θαρρώ, έξω από μένα, δεν θα μπορούσε να επικοινωνήσει καλύτερα με τον Θεό και μ' εκείνον. Έκαμα μια προσευχή, έλεγα λόγια, άγγιζα το μάρμαρο, εκεί στο μέρος που ήταν το αγαπημένο κεφάλι, το πλατύ κι ερωτευμένο στήθος, ο άντρας, που γεύτηκα τόσες νύχτες και μεσημέρια. Στο φως, στο φως, να 'σαι στο φως, αγάπη μου, έλεγα, και να βλέπεις και το δράμα του κόσμου. Ό,τι όμορφο, ό,τι καλό, ό,τι θα σου 'δινε χαρά. Ήσουν και είσαι η ευτυχία μου. Ο κόσμος είναι τραγικός, μια πληγή είναι, καλύτερα που είσαι μακριά κι αναπαμένος, Αν θέλεις πάρε με, να 'ρθω, όχι, δεν φοβούμαι, ούτε λυπούμαι, ξέρω πως θα φροντίζεις για μένα, Άντρα μου, Αγιέ μου.

Κι αφού έκλαψα πολύ, και χαμογέλασα για να σ' ευχαριστήσω, έφυγα. Κλείστηκα στην κάμαρα μας. Διάβασα το «Ταξίδι στην Μέση Ανατολή και στο Άγιον Όρος», ένα μέρος του. Μετά το φαγητό, αποκοιμήθηκα. Με ξύπνησε δυνατή βροχή. Στάλες κάθετες και πλούσιες. Άνοιξα το παράθυρο...
Κοραλία Ανδρειάδη Θεοτοκά (1935-1976)

* Το αυτοβιογραφικό κείμενο, είναι από την λέξη, τχ. 59-60
Νοέμβρης '86
* οι φωτογραφίες είναι από τα τεύχη 10, 14 και
107, του ίδιου λογοτεχνικού περιοδικού


Ακόμα:
η Κοραλία Θεοτοκά στο χωρίς άλλη αναβολή

Ετικέτες , ,