31 Μαρ 2014

164 ~ Χρόνης Μπότσογλου: Η εμπειρία του βιωμένου χώρου

Η ζωή είναι πολύ φτωχή για να μην είναι αιώνια, λέει ο Μπόρχες. Τη δική μου αιωνιότητα τη ζω με τη συνείδηση που έχω αποκτήσει, ονειροπολώντας ανάμεσα σε λαμπρά μνημεία του παρελθόντος και μια ανιαρή καθημερινότητα. Γι αυτό θα αναφερθώ στη μοναδική εμπειρία μιας μικρής νυχτερινής στιγμής που έζησα στο χώρο του λιοτριβιού του Γιώργου Ελευθεριάδη, το οποίο είχα μετατρέψει σε ατελιέ και δούλευα τα καλοκαίρια από το 1977 μέχρι το 1986, στην Πέτρα της Λέσβου.

Αύγουστος μήνας, προς το τέλος του, η μέρα μίκρυνε πολύ, κλείδωσα και πήγα να συναντήσω τους άλλους που άρχισαν τα ούζα στην πλατεία. Ο καιρός έχει ψυχράνει αρκετά και ξέχασα τη ζακέτα μου στο χώρο του σαπουναριού όπου δούλευα —το σαπουναριό είναι ο επάνω χώρος του λιοτριβιού— αναβάλλω να πάω να την πάρω, όμως όσο νυχτώνει, νιώθω να κρυώνω περισσότερο. Στο τέλος με στέλνει η Ελένη με το ζόρι. Το χώρο τον γνωρίζω σαν να είναι σπίτι μου. Άνοιξα, ο διακόπτης του ηλεκτρικού είναι δίπλα στο κλειστό φύλλο της πόρτας, αλλά διστάζω, γιατί στη σχισμή υπάρχουν αραχνοφωλιές και παράτησα τον αναπτήρα μαζί με τα τσιγάρα στο τραπέζι. Βιάζομαι να τελειώσω. Είμαι σίγουρος για το χώρο, κι ας μη βλέπω τίποτα. Το τσιμεντένιο πεζούλι, μέσα από την πόρτα, μια δρασκελιά, μετά ένα μικρό, χαμηλό σκαλί, κανονικά θα έπρεπε να ήταν τρία, αλλά θα έκλειναν το χώρο της δουλειάς. Κατεβαίνω. Σαν να συνηθίζω το σκοτάδι και παρόλο που άφησα την πόρτα ανοιχτή, τα φώτα του δρόμου δε φτάνουν να φωτίσουν αυτό τον Άδη. Οι ασπρισμένοι τοίχοι στο βάθος, πάνω από την τζαμαρία που χωρίζει τον πίσω χώρο, στο πατάρι του μεσοπατώματος μόλις που διακρίνονται. Λίγο αριστερά να αποφύγω τους πάγκους με τα φίλτρα. Μετά το βαρέλι στενεύει το πέρασμα, να προσέξω μην ακουμπήσω και λερωθώ. Άλλα τρία βήματα, δίπλα το αυλάκι, μπροστά στη σκάλα ένας σωλήνας χάνει νερό και έχει δημιουργηθεί λασπουριά, το τσουπί που ρίξανε πάνω έχει μουλιάσει, μεγάλο βήμα λοιπόν για το πρώτο σκαλί. Τα ποντίκια χαρχαλεύουν εκεί δίπλα, δε φαίνεται να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Δε με νοιάζουν τα ποντίκια. Το επόμενο βήμα στο τρίτο σκαλί, γιατί το δεύτερο είναι ξεκολλημένο. Έφτασα στο διάδρομο του μεσοπατώματος. Παρόλο που έχω απλωμένα και τα δύο χέρια μπροστά από τα μούτρα μου, ένας αραχνοϊστός μού κόλλησε στο κούτελο, η αφή του μου δημιουργεί μια αίσθηση φρίκης. Τέσσερα βήματα και δεξιά η απότομη σκάλα που ανεβάζει στο χώρο του σαπουναριού. Είναι πολύς ο καιρός που έπαψε να λειτουργεί σαν τέτοιο, γι' αυτό και ο χώρος είναι εντελώς άδειος, στρωμένος απ' άκρη σ' άκρη με τσουπιά που τα απλώσανε μετά το πλύσιμο τους να στεγνώσουν, αφού βγήκε το λάδι και της φετινής σοδειάς.

Έπειτα από το σκοτάδι... Μα πού βρέθηκα ξαφνικά; Σαν να πέρασα σε άλλη διάσταση... Μέσα στον αχανή ενιαίο χώρο με τα χτισμένα παράθυρα από τις τρεις μεριές ανοιχτά —και μάλιστα τα περισσότερα να λείπουν, εντελώς κατεστραμμένα, απομένουν μονάχα τα παράθυρα της όψης από τη μεριά της θάλασσας— υπήρχε ένα φως, σαν από φεγγαρόφωτο! Έξω η σκοτεινή βοή του κύματος, νύχτα ασέληνη. Από πού έφεγγε αυτό το φως; Μήπως η θάλασσα που έσκαγε στα κράσπεδα του δρόμου, που τη χωρίζει από το λιοτρίβι, αντανακλούσε με τρόπο μυστηριακό εκεί μέσα το φως του ήλιου που ολημέρα τη ζέσταινε; Ή μήπως ξεχάστηκε απ' το απομεσήμερο, όταν οι αχτίδες της δύσης ανάβουν τα ντουβάρια μέχρι μέσα; Ήταν κάτι που δεν μπορούσα λογικά να εξηγήσω, όπως στα θαύματα! Το φως, εγκλωβισμένο σ' εκείνο τον κλειστό χώρο, έκανε τους τοίχους να φωσφορίζουν και να μεταβάλλουν συνέχεια τα σχήματα τους, ενώ τα χτισμένα με τούβλα παράθυρα μοιάζαν πόρτες που κάθε μια άνοιγε σ' έναν τόπο μυστικό. Σκεφτόμουν ότι μετά τον Άδη εδώ ήταν το Καθαρτήριο όπου όφειλα να εγκαταλείψω όλες τις εκδοχές του καλού και του κακού, αναζητώντας μόνο την ενότητα του εαυτού μου...

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Συνήλθα μόνο όταν άκουσα να με φωνάζουν απ' έξω.
Χρόνης Μπότσογλου (1941)



Θα πρέπει να ήμουνα στο γυμνάσιο (εξατάξιο). Δε θυμάμαι πού το διάβασα, είναι όμως από τα πράγματα που παίξανε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησής μου, μια επιλογή η οποία καθόρισε τη σπουδή στην τέχνη μου. Είχα διαβάσει ότι ο Μπέρναρντ Σο σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Εγώ είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, όμως δεύτερης κατηγορίας». Κάπως έτσι το κατάλαβα. Με απασχόλησε το τι εννοούσε, με βασάνισε πολύ, πολλά χρόνια. Και αποφάσισα ότι εγώ θα γίνω πρώτης κατηγορίας, χωρίς να με νοιάζει αν θα μείνω μικρός καλλιτέχνης.


*απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μπότσογλου
Το χρώμα της σπουδής
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

*φωτογραφίες: gkakourouchroni.com, enet.gr,
popaganda.gr, epsilonartgallery.blogspot.com

*πίνακες: poemsgolitsis.blogspot.com,
ebooks.edu.gr, e-go.gr


links:
- tovima.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Πίσω από το είδωλο
(συν/ξη στην Σόνια Ζαχαράτου. Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τχ. 483
- kathimerini.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Ταλέντο είναι η ικανότητα επιλογής
(της Γιούλης Επτακοίλη)
- Βιβλιοθήκες Ε.Ε.Ι.: Χρόνης Μπότσογλου - Η ζωή και το έργο του
- popaganda.gr: Χρόνης Μπότσογλου: «Μνήμη είναι ο τρόπος που ζούμε τα πράγματα»
(της Λίνας Ρόκου)

Ετικέτες , ,

23 Οκτ 2013

156 ~ Αλέκος Φασιανός: Είμαι τοπικός καλλιτέχνης

Image and video hosting by TinyPic
*[ο παππούς μου] έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο. Ήταν καλλιτεχνική φύση. Όταν με είδε πώς ζωγράφιζα, με ενεθάρρυνε πάρα πολύ. Με πήρε κοντά του και έκανα τα πρωτογράμματα στα χειρόγραφα, γιατί έγραφε σχόλια για τα ευαγγέλια και άλλα κείμενα. Ο παππούς μου είχε χιούμορ. Από αυτόν κληρονόμησα το χιούμορ...

*... η μαμά ήταν ελεύθερη. Μου αγόραζε μικρούς μουσαμάδες, που εγώ ζωγράφιζα. Μετά τους πήγαινε στου Λυμπεράκη και έλεγε «Μου είπε ο γιος μου 13,5x21,2» κι αυτό έμοιαζε παράξενο, να ακούνε τόσες λεπτομέρειες από ένα παιδί 14 ετών. Ήμουν σαν μια μασκότ εκεί και μια φορά είχα γνωρίσει και τον Μόραλη. Μετά, σε μια Πανελλήνια έστειλα κι εγώ ένα έργο, γιατί νόμιζα ότι καθένας μπορούσε να στείλει έργο. Φυσικά, δεν το δέχθηκαν, λόγω της ηλικίας μου...

*Είχαμε πολλές στολές μουσικών στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός μουσικής. Είχε οργανώσει όλες τις στρατιωτικές μπάντες, φιλαρμονικές. Οι στολές ήταν εντυπωσιακές και πολύχρωμες. Εγώ ενθουσιαζόμουν με τα χρώματα Ήταν τελείως αντίθετα με τον τρόπο ζωής και την εμφάνιση των ανθρώπων που φορούσαν γκρίζα και μουντά χρώματα.

Μου έκανε εντύπωση πώς έβγαιναν οι άνθρωποι τις Κυριακές καλοντυμένοι, με μαύρα κοστούμια και αυστηρές γραβάτες και παπούτσια λουστρίνια και περπατούσαν στους χωματόδρομους. Αυτές οι εικόνες ήταν παράξενες για μένα. Δηλαδή, άνθρωποι καλοντυμένοι, να κάνουν βόλτες στους χωματόδρομους του Μεταξουργείου και σε άλλες γειτονιές πλάι σε χαμόσπιτα με μισογκρεμισμένους σοβάδες, ανάμεσα σε βρωμόνερα και σαπουνάδες. Μου έκαναν πολλή εντύπωση αυτές οι εικόνες. Κάπως έτσι, σκεπτόμουν, θα ήταν και οι αρχαίοι Έλληνες, γιατί έμεναν σε πολύ απλά σπίτια πλινθόκτιστα και έβγαιναν καλοντυμένοι με τους χιτώνες και πήγαιναν στους ναούς...

*Είχα δει ένα έργο του [του Μπουζιάνη] και ενθουσιάστηκα... Τότε ερχόταν στο θείο μου ένας πλασιέ βιβλίων και μου έφερνε βιβλία του Βαν Γκογκ, του Ρουό, του Μαρκέ και του Γκογκέν. Ο Ρουό μου έκανε πολλή εντύπωση. Ο Μαρκέ μου άρεσε περισσότερο, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα να ζωγραφίσω κι εγώ έτσι. Μετά ήταν και οι εικόνες στις εκκλησίες. Εκεί πήγαινα με τον παππού μου στο Μοναστήρι του Δαφνιού, την παραμονή της λειτουργίας και κοιμόμαστε κατάχαμα. Έβλεπα τις εικόνες των αγίων στους τοίχους γεμάτους υγρασία και ανάμεσα, κάτι σαύρες και σαρανταποδαρούσες... Αυτά όλα με συγκινούσαν. Ήθελα να τα ζωγραφίσω. Νομίζω ότι ήθελα να ζωγραφίζω από τη στιγμή που κατάλαβα τον κόσμο. Έβλεπα τις εικόνες και ήθελα να τις αντιγράψω, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω την τεχνική. Μετά, όταν είδα τα έργα του Μαρκέ και αργότερα τα αρχαία Ελληνικά, με ενεθάρρυναν και μου άνοιξαν τους δρόμους για τη ζωγραφική.

* [στην εφηβεία] για πρώτη φορά έκανα με πενάκι ένα έργο που λέγεται "Ο πόλεμος". Ήμουν τότε επηρεασμένος από τον εμφύλιο, δέκα επτά ετών, πριν πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήταν ένα τανκ με σήμα γερμανικό. Και γύρω τα είχα ανακατέψει όλα. Αξιωματικούς, ανθρώπους νεκρούς, όπλα, οβίδες και όλα τα υλικά του πολέμου, σε μια σύνθεση παραγεμισμένη. Μετά, όταν μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν ζωγράφιζα πια έτσι. Εκεί έπρεπε να γίνεται μια ζωγραφική με μετρήματα με άξονες, με τριγωνάκια σχηματοποιημένα... Απελευθερώθηκα μόνος μου, γιατί είδα ότι αυτή η ζωγραφική δεν σε οδηγούσε στη γνώση της φύσης, αλλά στη γεωμετρική αποτύπωση.

*Πήγαινα συχνά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και έβλεπα στα βάζα και στις λευκές ληκύθους τις παραστάσεις. Έλεγα πως οι ζωγράφοι αυτοί κάνανε ένα ελεύθερο σχέδιο. Δεν είχανε ασφαλώς μπροστά τους ένα μοντέλο όταν έφτιαχναν το βάζο. Σκέφτηκα ότι αυτοί είχαν κατανοήσει την πραγματικότητα.

Βλέποντας τα έργα του Μουσείου και τα προηγούμενα έργα μου, επανήλθα σ' αυτήν την αίσθηση της πραγματικότητας της φύσης. Προσπαθούσα, δηλαδή, να αντιγράψω τη φύση και επειδή δεν μπορούσα να την κάνω ακριβώς, την έκανα όπως μπορούσα, με τα δικά μου μέσα. Κι έτσι διαμορφώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το ύφος της ζωγραφικής μου. Έκανα εκείνη την εποχή μια ενότητα από μουσικούς.

*Μετά είναι οι ποδηλάτες και οι παραμορφωμένοι άνθρωποι. Έβλεπα τότε εφιάλτες , είχα επηρεαστεί και από τα σουρεαλιστικά ποιήματα του Σαχτούρη κι έκανα ανθρώπους με τεράστια μάτια μέσα σε κήπους...
...στους ποδηλάτες υπάρχουν τα πιο ζωντανά βιώματα. Είναι οι ήρωες της μεταπολεμικής εποχής. Οι άνθρωποι που ζούσαν με το αμερικανικό όνειρο μέσα από τα δέματα από την ΟΥΝΡΑ. Που φορούσαν τα φαρδιά παντελόνια, τα χρωματιστά πουκάμισα και τις γραβάτες και σακάκια που ποτέ δεν ήταν στο κανονικό μέγεθος, ρούχα μιας πεπερασμένης μόδας του '35. Είμαι εγώ. Είμαστε εμείς. Εμείς, αυτοί οι καλοντυμένοι νέοι, νοικιάζαμε ποδήλατο και πηγαίναμε στη Βουλιαγμένη. Και τα ποδήλατα συχνά τα στολίζαμε με δάφνες και θυμάρια. Εικόνες γραφικές και ρομαντικές μαζί. Γιατί, όπως τις έβλεπα, ένιωθα έναν υπερβατισμό. Ο ποδηλάτης δεν ήταν μια απλή μορφή νέου, αλλά ένας Πήγασος με κόκκινη γραβάτα, που ανέμιζε καθώς κατηφόριζε το δρόμο, χτυπώντας εκείνο το γραφικό, με τον περίεργο ήχο κουδουνάκι του ποδηλάτου του.

*...είμαι πάντα κοντά στη δημιουργία. Όταν φτιάχνω κάτι, ευχαριστιέμαι απόλυτα. Οι πρώτες δημιουργίες ήταν σαν λάμψη. Ξαφνικά πετάγεται μια φωτιά όταν ανακαλύπτεις τη ζωγραφική. Και δεν θα έχεις ξανά ποτέ αυτό το συναίσθημα, γιατί το πρώτο έργο που έφτιαξα (είναι ένας μουσικός με στολή, που κάθεται σκεπτικός με το χέρι ακουμπισμένο στο σαγόνι), τότε για μένα αυτό ήταν κάτι πολύ έντονο και το κοίταζα για μια εβδομάδα. Ήταν το δημιούργημά μου.

*Αυτοδίδακτος, αλλά επιστημονικώς αυτοδίδακτος θέλω να είμαι, γιατί βγαίνει η διδαχή μου μέσα από την παρατήρηση της φύσης. Δεν είμαι ένας λαϊκός αυτοδίδακτος που δεν παρατήρησε τη φύση.

*Αυτό που άλλοι το θεωρούν μειονέκτημα, εγώ το βλέπω προτέρημα, γιατί πιστεύω ότι κάθε λαός μπορεί να μορφώσει τη δική του κουλτούρα, δεν έχει ανάγκη να προστρέχει αλλού, και αν το κάνει το κάνει μόνο από αδυναμία. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες προστρέχουν στη Δύση και στην Αμερική και δεν βλέπουν τις πηγές τους. Ο Μαγιακόφσκι έχει γράψει ένα ποίημα καταπληκτικό, που λέει: «Δεν έχω ανάγκη από το Παρίσι, γύρισα από το Παρίσι...», κάπως έτσι. Εγώ πιστεύω στις δικές μας πηγές. Είμαι τοπικός καλλιτέχνης.
Aλέκος Φασιανός (1935)

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Αλέκος Φασιανός στην Κίτσα Μπόντζου για το
περιοδικό ΕΝΑ - τχ. 42, 13 Οκτ. 1993
*Φωτογραφίες: in.gr, aparaskevi-images.gr,
ellinikospiti.gr, ethnos.gr


κάτι ακόμα:
- 9 Οκτ. 2013: Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής ο Αλέκος Φασιανός

Ετικέτες , ,

30 Μαΐ 2013

151 ~ Γιάννης Κακλέας: Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές

Image and video hosting by TinyPic
*Εμείς είμαστε Βαλκάνιοι. Φέρε μια εικόνα στο μυαλό σου: μονοκατοικία, φουλ το ραδιόφωνο και η τηλεόραση τέρμα, πρέπει να βλέπαμε συνέχεια ματς. Σαν σκηνή από ταινία του Κουστουρίτσα ήμασταν. Φτωχή οικογένεια -στιλβωτής ήταν ο πατέρας μου-, ζούσαμε σε μια γειτονιά της 25ης  Μαρτίου, στην Ανάληψη. Και κάθε Κυριακή στο τραπέζι είχαμε ψητό με πατάτες. Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές. Θυμάμαι τη διαδρομή, από το σπίτι στο φούρνο, για να πάρω το ταψί με το φαγητό.
[Κάθε φορά έκανε την ίδια σκέψη: Να είχε έναν χοντρό μαρκαδόρο και κάποια στιγμή που δεν θα κοίταζε ο φούρναρηε να άλλαζε όνομα. Να έγραφε «Κακλέας» σε ένα ξένο ταψί, πιο μεγάλο, με πιο πολύ κρέας και μπόλικες καλοψημένες πατάτες. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένα παιδί από ένα γεμάτο πιάτο; Μία φορά έστω να έτρωγε όσο ήθελε. Να έσκαγε από το φαγητό!]

*Ο πατέρας μου ήταν όμορφος άνθρωπος, τα πράγματα όμως στο σπίτι δεν ήταν πολύ ήρεμα. [Φασαριόζικη οικογένεια, με εκρήξεις όσο τα παιδιά μεγάλωναν. Και κορύφωση τη στιγμή που ο γιος τους τους ανακοίνωσε ότι σκόπευε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη - πρέπει να ήταν τέλος του '70. Τον πέταξαν έξω από το σπίτι. Εκείνοι είχαν ριζώσει στην πόλη τους και αρνούνταν πεισματικά ότι το παιδί τους θα άφηνε το «οχυρό» για την πρωτεύουσα. Και μάλιστα για να γίνει ηθοποιός.]

*Η μητέρα μου μαγείρευε χάλια. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, ήταν καθαρή εκπρόσωπος του ντανταϊσμού. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Μάλλον γι' αυτό και εμένα μου αρέσουν τα ρεμπέτικα και ο Μάρκος Βαμβακάρης - η Σύρος, τι ωραίο νησί!

*Δεν ξυπνάω νωρίς και αυτό το ξέρουν όλοι και ευτυχώς το σέβονται. Την ώρα του καφέ δεν μιλάω σε κανέναν. Είναι η δική μου στιγμή συγκέντρωσης.

*Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν ερχόμουν εδώ μέσα [στην κουζίνα]. Δεν ήθελα να ξυπνάω. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Είχα κατάθλιψη. Σωριαζόμουν πάνω στο τραπέζι, δεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ, δεν ήξερα πού πήγαινα, είχα χάσει τον εαυτό μου, βαθιά και ουσιαστικά. Τώρα όμως η ζωή μου είναι πολύχρωμη, αισιόδοξη, γι' αυτό και θέλω να έχει η κουζίνα μου έντονο χρώμα.

*Μικρός έγραφα σε χαρτί τα όνειρά μου. [Οσο μεγαλώνει, όμως, δεν τα θυμάται.]  Είναι τέτοια η κούραση, που πέφτω ξερός. Το δικαίωμα στην τεμπελιά που διεκδικούσαμε κάποτε δεν ήρθε ποτέ. Είχα πιστέψει κι εγώ το παραμύθι ότι μεγαλώνοντας όλα θα έστρωναν. Τίποτα, όμως, ούτε αργίες ούτε διακοπές. Τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι θεατρικούς χώρους, βιότοπους καλλιτεχνικούς. Δεν με ενδιαφέρει ο χρόνος. Δεν μετράω την ηλικία. Νιώθω άχρονα. Τα υπόλοιπα τα θεωρώ λίγο αμερικανιές. Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω... θεατρικές καταστάσεις. Και πώς να σ' το πω, επειδή λατρεύω τον κινηματογράφο; Μερικές φορές νιώθω σαν τον Στιβ Μακ Κουίν, στη "Μεγάλη Απόδραση". Θυμάσαι στην ταινία, τη φόρα που παίρνει όταν γκαζώνει με τη μηχανή του, σε εκείνη την ανεπανάληπτη σκηνή όπου θέλει να πηδήξει απέναντι, να περάσει το φράχτη, να το σκάσει και να προσγειωθεί στην ελευθερία του; Κάπως έτσι με ονειρεύομαι. Θέλω να ζήσω τη μεγάλη απόδραση.
Γιάννης Κακλέας

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Γιάννης Κακλέας στην Λίνα Παπαδάκη για το
περιοδικό Κ της Καθημερινής - τχ.516, 21.04.2013
*Φωτογραφίες: tovima,gr, dailymotion.com, K, ethnos.gr,

Ετικέτες , , ,

10 Δεκ 2012

142 ~ Δημήτρης Μυταράς: χρώμα και ποίηση

Image and video hosting by TinyPic
*...το όνειρό μου πάντα ήταν να παραμείνω ένας ερασιτέχνης. [....] Όμως στη ζωγραφική δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντ' αυτού, κατέληξα καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, με χιλιάδες κόσμο να με τραβολογάει προς όλες τις κατευθύνσεις, να προσπαθώ να ισορροπήσω διάφορα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και να αποτελώ έναν ταλαίπωρο κυματοθραύστη για τα κύματα των χιλιάδων νέων, που με αντιμετωπίζουν, αδιακρίτως, σαν ένα κατεστημένο εμπόδιο στην ομαλή τους εξέλιξη προς την τέχνη και τελικώς τη δόξα, που τους περιμένει στην άκρη του δρόμου. Η κορύφωση της ατυχίας μου ήταν η εκλογή μου σαν πρύτανη, εν μέσω άλλων επαγγελματιών πρυτάνεων, η οποία και ήταν και το τελευταίο σκαλοπάτι της πτώσεως μου στα νύχια του επαγγελματισμού και της καλής λεγομένης κοινωνίας γενικά!

* Ήθελα να γίνω θυρωρός. Μέσα στην άγρια μετεμφυλιακή κατάσταση 1950-1960, η ήσυχη ζωή των θυρωρών της Αθήνας ήταν όαση. Σκεφτόμουν λοιπόν ότι έτσι θα δούλευα λίγες ώρες το πρωί κι όλη την υπόλοιπη μέρα θα ζωγράφιζα ήσυχος. Απέτυχε κι αυτό το όνειρο!

* Ο Μπρακ λέει ότι «ο πίνακας είναι ένα καρφί που κρεμάς τις ιδέες σου». Έτσι κι εγώ, κάθε ποίημα που τελειώνω, το κρεμάω σ' ένα καρφί. Ίσως [στην ποίηση νιώθω πιο ελεύθερος] γιατί στην ποίηση είμαι ερασιτέχνης. Δεν βάζω όρια. Δεν σκέφτομαι. Ό,τι αισθάνομαι, το γράφω, κι αυτό μ' αρέσει.



* Τα ποιήματα των δωματίων [είναι αυτοβιογραφικά]. Κι αυτά μ' εκφράζουν πιο πολύ.

- Αν βάλω μια γλυκιά ώχρα μεγάλη κι ένα γκρίζο βγάζω:
Στο κέντρο του δωματίου μου
στέκω ακίνητος
και ακούω τη
βοή της πόλης
και τον ψίθυρο
των διαβρωμένων τοίχων
ακούω τον ήχο της σκόνης
που σκεπάζει τα έπιπλα
τα χαλιά και το πάτωμα.

- Αν βάλω γκρι και καφέ, τότε θα βγάλω:
Η σκόνη κάθεται
παντού.
Σκέπαζει τις καρέκλες
τα χαλιά
τις χαραμάδες και
τις κρυφές γωνίες.
Εχτές παρατηρούσα
το χέρι μου
σιγά σιγά
το σκέπαζε η σκόνη.

Αν βάλω κίτρινο (όμως κίτρινο citron, και γκρίζο, τότε βγάζω:
Γράφω τηλέφωνα
σε μικρά χαρτιά
σε ευρετήρια.
Όταν ξεχνώ τους
ανθρώπους
τα ευρετήρια γίνονται
μικρά νεκροταφεία.

Δημήτρης Μυταράς (1934)

Image and video hosting by TinyPic


*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Δημήτρης Μυταράς στην Μελίνα Αδαμοπούλου για το
περιοδικό ΕΝΑ - τχ.31, 1/8/1985
*Φωτογραφίες: www.infokids.gr, tanea.gr, ethnos.gr

Ετικέτες , ,

26 Μαρ 2012

131 ~ Γιάννης Τσαρούχης: Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως.

Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα.

Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που 'χαν αυλή και κάμαρες γύρω γύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα.

Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους που 'χε δυο αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ' ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.

Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις σε μία γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ' ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή.

Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία, στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70x100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ' έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυο μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες» ποιο είναι το καλύτερο απ' τα δύο.

Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ' ευχαριστήσει.

Τα πρώτα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυο σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μη παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι' ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι' ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πώς είσαι έτσι σ' αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ' αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι' αυτό δεν πρέπει να δουλεύομε Κυριακή.

Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ' αυτή την δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.

Τo δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ' ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ' ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.

Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ' ένα βιβλίο που 'χε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ' τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα, και χαρτοπαιξία κι' είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration καi το άλλο η Vie Parisienne. To τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες.

[....] Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ' την εταιρία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς.

Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δύο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Tα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θειας μου σχεδιασμένα απ' τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ' τον στενό του συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, ποτέ καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς. Σ' αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήταν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.

Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι' επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογενείας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.

Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα, σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πικ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του ΄δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ' το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ' αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ που 'χε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.

Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό, θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ' το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι' είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο το ΄χε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαινω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι' οι δυο απ' τους κακοποιούς».

[....] Ένα άλλο είδος εντύπωση μου 'χαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ' το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου. Μαζί μας ήταν και δύο άλλα παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να του δείξω μερικές ακουαρελλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μου 'πε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μου 'παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στην μουσική, στην φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ' την παλιά Ελληνική Τέχνη. Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ' τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ' τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού, θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα.

[....] Εκείνη την εποχή, θα 'μουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι' αποφάσισα ν' αυτοκτονήσω σιγά σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχα φάει πριν. Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής. Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του - κι' είχε πολλές - χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γερο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιους, Ο ένας ήταν αστυφύλακας κι' ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στην Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε Βαζαντινή.
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)



* το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την λέξη, τχ. 7
Σεπτέμβρης '81

* φωτογραφίες: ardin-rixi.gr, tovima.gr, os3.gr,
omikron.tv, silezukuk.tumblr.com, paidevo.gr


Links:
- Περιοδικό Ως3:
Αφιέρωμα στον Γιάννη Τσαρούχη
- Το Βήμα:
Ο μεγάλος έλληνας ζωγράφος κάνει
την προσωπική εξομολόγησή του


Aκόμα:
- Ακροκέραμα:
Εμπλουτισμένη, με πίνακες του Γιάννη Τσαρούχη,
αναδημοσίευση της παρούσας ανάρτησης.


Ετικέτες , ,

11 Δεκ 2010

106 ~ Bάσω Κατράκη: σπίτι μέσα στη θάλασσα

Γεννήθηκα στο Αιτωλικό του Μεσολογγίου. Το Αιτωλικό είναι ένα μικρό νησάκι, που το συνδέουνε με τη στεριά δυο μακριά πέτρινα γεφύρια με πολλές μικρές τοξωτές καμάρες. Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθότανε όλο ψαράδες. Ένα ξυπόλυτο μελισσολόι τριγύριζε ολοήμερα, με τις γυναίκες τους συνέχεια γκαστρωμένες και τα παιδιά , μπακανιασμένα από την ελονοσία.

Ο πατέρας μου λεγότανε Γιώργης Λεονάρδος κι ήτανε κτηματίας, μα περισσότερο τραγουδούσε κι έψελνε στην εκκλησία με μια σπάνια ωραία, ζεστή φωνή. Όταν τραγουδούσε μαζευότανε κόσμος και κοσμάκης σπίτι μας για να τον ακούσει. Η μανούλα μου ύφαινε ολοκέντητα λεπτά μεταξωτά και μπαμπακερά και πολύχρωμα μάλλινα κιλίμια. Είχε πάρει κι ένα χρυσό βραβείο σε μια Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι.

Τα δυο μου αδέρφια, ήτανε μεγαλύτερα από μας τα κορίτσια. Ο μεγάλος, φοιτητής τότε της φιλολογίας μας έφερνε από την Αθήνα ένα μαγικό για μας κόσμο. Παλιά βιβλία με χρωματιστές χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, χρωματιστές εικόνες και χαλκομανίες, μπογιές και πινέλα και δεν άφηνε παλιατζίδικο της Αθήνας αγύριστο. Ο μικρότερος, ό,τι έβλεπε το μάτι του τόκαναν τα χέρια του, και μαζί με όλα, ζωγραφίζανε κιόλας και οι δυό τους.

Γύρω-γύρω από τη μικρή μας θάλασσα ήτανε η έξοχή, γεμάτη ελιές, χωράφια καρπερά, μποστάνια, καπνοτόπια, σιτηρά. Μια ζωή στη στεργιά και στη θάλασσα, γεμάτη ιδρώτα και μόχθο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα. Διάβαζα βιβλία και βιβλία πούχε ο αδερφός μου κι οι φίλοι μας. Μ’ άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ ή ποίηση. Κοντά στ’ αδέρφια μου ζωγράφιζα κι εγώ.

Κρυφά, ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο απίστευτα μεγάλο που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει στο μυαλό μου. Ό, τι έβλεπα, έλεγα: - Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω. Kαι πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία. Δεν ήξερα ακόμα ότι, άλλο πράμα είναι η Τέχνη.

Και μια μέρα, σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα. Κι’ αν γίνω ζωγράφος; Πώς έγινε έτσι άξαφνα αυτό, δεν το κατάλαβα. Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου, κι έχασα τον κόσμο. Από τότε, δεν είχα τίποτε άλλό στο μυαλό μου νύχτα και μέρα. Μα, χίλιες δυο αναποδιές ξεφυτρώσανε, και ξαφνικά, ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά κι έπεσε πολύ πίκρα και θλίψη στο σπίτι μας, πού κράτησε εφτά ολόκληρα χρόνια.

Και κάποια μέρα, αφού πέθανε ο πατέρας μου, ξεκίνησα για την Αθήνα μην ξέροντας ακριβώς τι θα κάνω. ... ...
Βάσω Κατράκη (1914-1988)




* To αυτοβιογραφικό κείμενο και οι φωτογραφίες είναι
από τον επίσημο ιστότοπο για την Βάσω Κατράκη
.

Ετικέτες , ,

30 Ιουλ 2009

79 ~ Δήμος Σκουλάκης: πορεία προς την αυτοπεποίθηση

* Όταν ανακοίνωσα στον πατέρα μου την πρόθεση να πάω στην Καλών Τεχνών και να γίνω ζωγράφος, μου λέει: «Δηλαδή θα γίνεις ομοφυλόφιλος», επηρεασμένος από τον Τσαρούχη τον οποίο γνώριζε. Του είπα: Μα ο Παπαλουκάς δεν ήταν ομοφυλόφιλος. Και μου απαντά, «ναι αλλά θα πεινάσεις, σαν κι αυτόν. Ξέχασέ το, θα δώσεις στη Σχολή Ευελπίδων». Ενοχλήθηκε τόσο, που άρχισε να σπάει τα τελάρα που είχα στο δωμάτιο μου, να πετάει τα χρώματα στο πάτωμα, να τα πατάει. Κοίταγα τα πατημένα σωληνάρια. Σαν πτώματα ήτανε. Με πιάσανε τα κλάματα. Σκεφτόμουν έντονα την αυτοκτονία. Έλεγα πως αν δεν γίνω ζωγράφος, δεν έχει νόημα να ζω.

Η συμπαράσταση ήρθε από τη μάνα και κυρίως από τη θεία μου την Παπαστεφάνου. Κανόνισαν κι έφυγα για το Παρίσι. Εκεί έπαιρνα τότε τα χρήματα που μου έστελναν από τον φίλο της θείας μου, τον Κριστιάν Ντιορ. Μάλιστα με ρώτησε αν θέλω να γίνω σχεδιαστής μόδας, να πάω με τα άλλα παιδιά, να με διδάξει. Ανάμεσα στα «παιδιά» ήταν και ο Πιερ Καρντέν.

*...ήθελα ένα κοτλέ κοστούμι σαν του Μοντιλιάνι, είχα λίγα χρήματα, πήγα στον Πιερ Καρντέν, μου το έφτιαξε και δεν δεχόταν να πληρωθεί. Ήμουν ο πιο κομψός αδέκαρος στο Παρίσι... Γύριζα σε μουσεία, σκόρπαγα το χρόνο μου. Έπινα, φλέρταρα και καμιά φορά ζωγράφιζα. Συνόδευα τη μοναξιά μου με ποτό. Από τότε άρχισε η συνήθεια να πίνω.

Η πρώτη [μου εξάρτηση] ήταν με το μύθο των ανθρώπων. Όπως με τον Μοντιλιάνι που τον θεωρούσα μοναδικό ζωγράφο. Τελικά κατάλαβα ότι είναι καλός ζωγράφος, όχι ο μέγιστος. Τώρα με αγγίζουν μέχρι δακρύων αισθητικά ο Βαν Γκονγκ, ο Λωτρέκ. Ολοι οι καταραμένοι...

* η Ποπ Αρτ είναι μια ζωγραφική που με είχε αφήσει άναυδο. Την είδα κυρίως πολιτικά. Είμαστε τότε μια ομάδα αριστερών ζωγράφων, που δεν μας άρεσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Μας δημιουργήθηκε λοιπόν μια μεγάλη επιθυμία με την Ποπ Αρτ, αλλά και μια μεγάλη παρανόηση. Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβουμε ότι η Ποπ Αρτ δεν ήταν επαναστατική ζωγραφική, αλλά μια διαμαρτυρία στην κατανάλωση και παράλληλα υποστήριξη της κατανάλωσης... Επανάσταση στη ζωγραφική μπορείς να κάνεις με τη δουλειά σου. Αλλά επανάσταση στην κοινωνία με τη ζωγραφική δεν μπορείς να κάνεις.

* Ζωγράφιζα μέσα από τις φωτογραφίες, τα πολιτικά γεγονότα, μέχρι το 1967, όταν ήρθε η χούντα. Περνάω στην παρανομία, αναγκάζομαι να φύγω στο εξωτερικό και πρωταρχικό πλέον στοιχείο στη ζωή μου είναι να πέσει η δικτατορία. Πού καιρός, χώρος, λεφτά, μυαλό για ζωγραφική τότε. Απομακρύνομαι και από τα δύο κομμάτια του ΚΚΕ, το οποίο διασπάστηκε και ιδρύουμε το ΕΚΚΕ, από το οποίο αποχώρησα το '75.

* Το ποτό υπάρχει στη ζωή μου συνεχώς. Ξαναγυρίζω το 1977 στο σκίτσο και τις εφημερίδες για βιοπορισμό. Θέλω να ζωγραφίσω, αλλά δεν τολμάω. Βλέπω έκθεση του φίλου και συμμαθητή μου Χρόνη Μπότσογλου, του Ψυχοπαίδη και άλλων, αρρωσταίνω, με πιάνουν τα κλάματα, πάω και μεθάω. Την ίδια εποχή γνωρίζω και τη σημερινή μου γυναίκα, την Αθηνά Ραπίτου, γεγονός πολύ καθοριστικό για μένα. Μια μέρα πάμε στο σπίτι του Μπότσογλου, όπου ανακαλύπτει η Αθηνά έργα μου που τα φύλαγε ο Χρόνης. Καταλαβαίνει ότι είμαι ζωγράφος. Δεν το έλεγα μέχρι τότε, το είχα θάψει μέσα μου, ένιωθα ότι είχα ξοφλήσει ως ζωγράφος. Μου έκανε δώρο ένα καβαλέτο, με στήριζε με κάθε τρόπο. Παράλληλα ο Μπότσογλου μου ζωγραφίζει το πορτρέτο. Ποζάρω, κάθομαι στον καναπέ, βλέπω την πίσω πλευρά του τελάρου, βλέπω το πινέλο να βγάζει τις χαράξεις και να στήνεται το έργο, δεν βλέπω τι ζωγραφίζει. Η μυρωδιά του χρώματος, η όλη διαδικασία, η εικόνα του να δημιουργεί εν θερμώ, με τρέλαιναν. Αυτή η διαδικασία έπαιξε κινητήριο ρόλο. Πριν τελειώσει το έργο του Χρόνη, τις ώρες που γυρίζω από την εφημερίδα το βράδυ, ως το πρωί προσπαθώ να ζωγραφίσω. Κάνω μια σειρά πίνακες που τους κατέστρεψα και καλά έκανα διότι ήταν κακοί. Αυτό επέτεινε τη δυσφορία, το αίσθημα ανικανότητας, την έλλειψη αυτοεκτίμησης. Πίνω υπερβολικά. Συνειδητοποιώ ότι είμαι αλκοολικός... άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα, τρεμούλες στα χέρια, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας. Βρισκόμαστε στο 1979. Στριφογυρίζω σαν τρελός στο ατελιέ και μου ήρθε σωτήρια στο μυαλό, τόσα χρόνια μετά, η ρήση του Τσαρούχη. «Βάλε ένα καθρέφτη απέναντι και φτιάξε τον εαυτό σου». Παίρνω ένα τελάρο, βάζω τον καθρέφτη απέναντι και βγαίνει η αυτοπροσωπογραφία μου. Τελειώνω τρεις η ώρα τη νύχτα. Δεν έχω τηλέφωνο, πηγαίνω σε ένα μπαρ, τηλεφωνώ στον Μπότσογλου και του λέω «Χρόνη, θέλω να έρθεις τώρα». Παίρνει ένα ταξί κι έρχεται. Μόλις βλέπει το έργο, λέει «το έσπασες το τσόφλι. Καλώς ήρθες στη ζωγραφική».

*...διαπιστώνω μετά θλίψεως ότι έχω εμπόδιο το αλκοόλ. Πιστεύω ότι έχω ξοφλήσει, βουλιάζω σε μια κόλαση αυτοκαταστροφής. Καταφεύγω στο μπουκάλι. Δεν σταματάω [τη ζωγραφική]. Καταλάβαινα ότι δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο, ότι χωρίς ζωγραφική δεν υπάρχω. Αλλά για να κάνω ζωγραφική πρέπει να κόψω το ποτό. Με τη βοήθεια της γυναίκας μου και του ΚΕΘΕΑ αρχίζω έναν σκληρό αγώνα αποτοξίνωσης. Χρειάστηκαν τέσσερα επώδυνα χρόνια για να σταθώ στα πόδια μου. Τέλη του 1984, τελείωσε η ιστορία μου με το αλκοόλ. Δεν είναι τυχαίο πως κόβοντας το ποτό άρχισα σιγά σιγά να αγαπάω τον εαυτό μου και τους άλλους.

Τέλος του '84 εκθέτω εβδομήντα πορτρέτα στην «Ώρα». Έτσι άρχισε η πορεία στην αυτοπεποίθηση.
Δήμος Σκουλάκης (1939)


Δήμος Σκουλάκης: Ομόνοια (1997)

- για τον Δήμο Σκουλάκη εδώ

* Αποσπάσματα από συνέντευξη του Δήμου Σκουλάκη, στον Γιώργο Δουατζή.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κ της Καθημερινής - τ.170/3.9.2006
*η πρωτότυπη φωτογραφία (προ της επεξεργασίας)
είναι από το ίδιο τεύχος

Ενημέρωση 10/12/2014
Η Καθημερινή, 10 Δεκεμβρίου 2014: Πέθανε
ο διακεκριμένος ζωγράφος Δήμος Σκουλάκης

Ετικέτες , ,

12 Ιουλ 2009

78 ~ Μέμος Μακρής: αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά

Έξι η ώρα το πρωί ο ήλιος που σκάει πέφτει μέσα στο δωμάτιό μου και με ξυπνάει. Σηκώνομαι από ένα κρεβάτι μαλακό και, αφού πλυθώ, κατεβαίνω και πηγαίνω κατ' ευθείαν στο ατελιέ μου, όπου ασχολούμαι με την τακτοποίησή του, δηλαδή τη μετατροπή του σε ατελιέ. Γιατί η orangerie είναι ένα κτίριο 10 Χ 4 με μια πλευρά όλο τζαμαρία με πορτοπαράθυρα τζαμένια, αλλά είναι λίγο καταστραμμένη, γιατί οι Γερμανοί την είχανε κάνει σταύλο. Επομένως θέλει μερικές επισκευές, τζάμια και λοιπά. Στις 7 ½ πηγαίνω καμιά πενηνταριά μέτρα πάρα κάτω, όπου είναι μια πισίνα (λίμνη) όπως αυτή του βασιλικού κήπου, και παίρνω το μπάνιο μου. Είναι αρκετά βαθειά ώστε να κολυμπάω. Στις 8.00΄ η γυναίκα, που ήτανε μαγείρισσα στον πρώην πυργοδεσπότη και μένει σε ένα από τα βοηθητικά σπίτια του κτήματος, με φωνάζει για το πρωινό που συνίσταται σε γάλα με καφέ, βούτυρο και ψωμί και φρούτα από τον κήπο. Μετά ξαναγυρίζω στο ατελιέ όπου εργάζομαι. Ένα κοριτσάκι, του περιβολάρη που έχει έρθει εν τω μεταξύ για να μου ποζάρει ως τις 11 ½, οπότε ξαναπαίρνω το μπάνιο μου και πηγαίνω και τρώγω καλομαγειρεμένο φαΐ. Μετά, αφού ξαπλώσω λίγο στο ωραίο κρεβάτι ή επάνω στη χλόη κάτω από πανύψηλες καστανιές, παίρνω το μπλοκ μου και γυρίζω στον κήπο και σχεδιάζω ό,τι βρίσκω μπροστά μου, κότες, κουνέλια, σαλίγκαρους, φύλλα καστανιάς, τοπίο, παιδιά. Στις 6 ½ ξαναγυρίζω να φάω και, αφού κάνω μια καλή βόλτα, γυρίζω στο δωμάτιό μου όπου διαβάζω (σκέψου το παθαίνω και αυτό) ως στις 9 ½' μετά ύπνος. Ελπίζω να ζηλεύεις. Δεν ξεύρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ζωή, για πόσο καιρό θα με αφήσει εκεί ο πυργοδεσπότης και πόσο καιρό ακόμα θα έχω λεφτά για να πληρώνω τη γυναίκα, η οποία είναι 72 χρονών (για να μη γίνει παρεξήγηση), για να μου δίνει αυτό το φαΐ που δεν το έκανα ποτέ στη ζωή μου. Καθώς βλέπεις αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά. Μόνο που αισθάνομαι λίγο μόνος. Τον μόνο άνθρωπο που βλέπω είναι ο περιβολάρης, η μαγείρισσα και τα δυο παιδάκια, του περιβολάρη, αλλά πάντως τουλάxιστο για λίγο καιρό θα μου κάνει καλό και η μοναξιά, γιατί την επιθυμούσα και γιατί έxω μια όρεξη για δουλειά τρομερή. Αν κατορθώσω να οργανωθώ καλά, βρω τα απαιτούμενα και μ' αφήσει και ο ιδιοκτήτης, θα πρέπει να βγάλω δουλειά. Εάν δεν βγάλω, τότε θα πει πως είμαι ένας ηλίθιος και σεις ακόμα περισσότερο που με στείλατε εδώ. - (20 Αυγ. 1947)
Μέμος Μακρής (1913-1993)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο Αγαπητή Τατιάνα
- εκδ. Ίκαρος, 2003
* φωτογραφίες: η πρώτη από το commons.wikimedia.org,
και η δεύτερη από το βιβλίο

Ετικέτες , ,

15 Νοε 2007

35 ~ Ράλλης Κοψίδης: Τα παραμύθια των πειρατών

Το είδα μόλις έφτασα εκείνο το μαγαζάκι του λιμανιού, που ήταν στα μάτια μου τόσα χρόνια. Στεκόμουν, τότε, εκστατικός μπροστά στη μικρή του βιτρίνα, όπου μέσα της απλωνόταν ένας απίστευτος κόσμος. Όλη κι όλη η βιτρίνα ήταν ένα παράθυρο με σκονισμένα τζάμια. Αλλά στα ράφια της, τα ντυμένα με μπλε χαρτί, που είχε πια ξεθωριάσει, τι θησαυρός! Φυλλάδες του Καραγκιόζη, βιβλία για ληστές, η Γενοβέφα, ο Σεβάχ-θαλασσινός, ο Ναστραντίν χότζας, ο Ερωτόκριτος, τετράδια, πένες, χρυσό μελάνι, (εκείνο το βιολετί), σουγιαδάκια, σφυρίχτρες, γκαζές, (τα λεγόμενα γυαλινάκια), πλήθος μαγικά, όσον και δυσπρόσιτα, πράγματα.

Γιατί τα λεφτά (για μένα τουλάχιστον), σπανίζαν. Κύταζα, λοιπόν, θαυμαστικά, (ενώ ήταν κομμένες οι κλωστές που με δένανε με τα πέριξ) τα όσα ήταν εκεί αραδιασμένα, στη μαγική τούτη βιτρίνα. Και από μέσα η Αρετούσα να μου γνέφει, αλλά πώς να φτάσω να πάρω το χρυσό της μήλο που μου έδινε, όταν τζάμια αδιαπέραστα την ξεχώριζαν από μένα;

Πότε πότε βέβαια, μου έπεφτε στα χέρια η δυσεύρετη δραχμή ή το δίφραγκο, και τότε, μετά φόβου θεού, πίστεως και αγάπης βαθύτατης, προσερχόμουν στον έμπορο κι’ έπαιρνα την φυλλάδα κι’ έτρεχα στο σπίτι να την απολαύσω. Κι’ αυτά τα διαβάσματα ήταν τα φτερά που πετούσα...

Γιατί ήταν ο κόσμος τριγύρω μου απέραντος, και φραγμένοι οι ορίζοντες... Έτσι μια μέρα με φέραν τα βήματά μου ξανά κατά κεί. Κι’ είδα ένα μικρό βιβλιάριο καινουγιοφερμένο. Έγραφε επάνω του: Tα παραμύθια των πειρατών! Είχανε πάντα, δόξα μεγάλη, στο νου μου, οι αφανείς (δυστυχώς) πειρατές! Ένα καράβι ήταν φουνταρισμένο στο εξώφυλλό του, μέσα σε χρώματα ζαλιστικά των ματιών. Πειρατές μαντηλόδετοι με χατζάρες στα χέρια, είχαν κάνει ρεσάλτο σ’ ένα άλλο πλεούμενο, και μέσα σε θριαμβευτική αιματοχυσία, σαν ν’ ακούγονταν κραυγές πειρατικές νικητήριες! Ενώ η μαύρη σημαία ανέμιζε πάνω ψηλά στον παπαφίγκο!... – Άχ, να το είχα, συλλογίστηκα κεραυνομένος. Μα το ξώφυλλο έγραφε απάνω: 2 δραχμές. Και τις δύο τούτες δραχμές πού να τις βρω; Γιατί τα λεφτά τάχουν, ως γνωστόν, οι μεγάλοι. Όμως και πάλι έπεφτε στα χέρια μας η δραχμή, ή το «δίδραχμον», (ή και πιο πολλά), μετά από επίμονα παρακάλια, στους αρκετά σφιχτοχέρηδες, (λόγω ανάγκης), γονιούς μας, ή με κάποια «θελήματα».

Άλλη λύση δεν είχε. Μια και δυό τρέχω προς το ραφτάδικο του πατέρα. Τον βρίσκω να βάζει χοντρές βελονιές σ’ ένα καναβάτσο για να στρώσει τα πέτα σ’ ένα σακκάκι. –Πατέρα, φωνάζω, έχεις τίποτα έτοιμο να το πάω; -Έχω πως δεν έχω! Στην ώρα ήρθες. Να στο τυλίξω μονάχα. Θα το πας εκεί, σ’ εκείνον τον έμπορα, όπου κάθεται στον καροτσόδρομο λίγο πιο πάνω απ’ τα κατσιβέλικα, κι’ έχει την χουρμαδιά στον μπαξέ του. Ξέρεις εσύ! (Τη χουρμαδιά να μην ήξερα;), - και μην ξεχάσεις να πεις: «με γεια σας», και «φχαριστώ» για ό,τι σου δώσουν, γιατί αλλοιώτικα μπαξίσι δεν δίνουν. Ξεχνιούνται όμως τα τέτοια; Το βουτάω λοιπόν, το έτοιμο κουστούμι, τυλιγμένο σε κόλλα χαρτί, καρφιτσωμένο στις άκρες, (γιατί δεν είχε τότε σελοτέπ και τα τέτοια), και δρόμο. Γεμάτος ελπίδες φτάνω και χτυπάω το μπρούτζινο χεράκι της πόρτας. Και να που ανοίγουν, και βγαίνει η δούλα, και της το δίνω. – Με γεια σας να πεις! της φωνάζω, είπε ο πατέρας μου. Και «φχαριστώ»! μούπε να σας πω, κι’ από πάνω. – Περίμενε λέει η δούλα, και πάει κατά μέσα. Και σε λίγο γυρνάει κι ένα δίφραγκο γυάλιζε στο χέρι της και μου το δίνει.- Άντε σούφεξε πάλι! φωνάζοντας, μου κλείνει με βρόντο την πόρτα. Γιατί έτσι πρέπει να κλείνονται οι μεγάλες πόρτες, και νάναι πάντα κλειστές, καθώς και τα ψηλά παραθύρια, για να μην πολυφαίνονται στα γύρω, και πέσει η υπόληψή τους στα χαμηλά. Είχε τάξη τότε βλέπεις ο κόσμος...

-Δεν πάει να σφαλνά και ν’αμπαρώνει, τώρα, συλλογιέμαι. Και παίρνω δρόμο για το λιμάνι. Από κείνους τους στραβούς και λιθόστρωτους δρόμους, τρέχω να προφτάσω. –Αν τόχει πάρει κανένας άλλος στο μεταξύ; μου περνάει από το νου η απαίσια σκέψη. Αλλά να η βιτρίνα, και νάτο κει ακουμπισμένο το βιβλιαράκι. Εκεί καταμεσίς με περιμένουν τα παραμύθια των πειρατών! Μπαίνω, και πριν προφτάσει ακόμα ο έμπορας να με ρωτήσει: -Έχεις τα λεφτά; του δίνω το δίφραγκο και το παίρνω, και πάλι τρέχοντας, φτάνω στο μαγαζί του πατέρα μου.

-Μπαλώθηκες πάλι, μου λέει, βλέποντας τι κρατούσα στο χέρι. Και τι πήρες, για να δούμε; -Κάτι παραμύθια λέω. –Ά! Μπράβο! –Για φέρε να δω! (Άχ διενεκής λογοκρισία)! –Τι ’ναι τούτα; Τι πειρατές κι αηδίες! Τι εγκληματικά και ληστρικά είναι τούτα; φωνάζει. –Ποιός σου έμαθε να διαβάζεις για αυτούς τους κακούργους! Τι θα γίνεις άμα διαβάζεις τέτοια βιβλία; Έ; Να σου πω εγώ τι θα γίνεις! Θα σε φάνε οι φυλακές φουκαρά μου, σαν αυτουνούς! Και θυμώδης ως ήταν, πιάνει και σκίζει κομματάκια το βιβλιαράκι, και τα πετάει, φύλλο και φτερό, προς τα έξω. Και τα παίρνει τ’αεράκι που φύσαγε ο μπάτης, και τα σκορπά στη στενή αγορά.

Δεν πειράζει. Για το καλό μου τάκανε όλα. Τόσο ήξερε κι' αυτός. Αλλά τότε που να το καταλάβω; Τώρα όμως που θυμάμαι εκείνο το Αυγουστιάτικο απόγευμα, όταν πέσαν με πάταγο, που κανένας δεν άκουσε, τα φτερά της φαντασίας από πάνω μου, και γίναν κομμάτια, στο γεμάτο βρωμιές λιθόστρωτο, δεν ήξερε, αναρωτιέμαι, ο πατέρας μου, ποιοί είναι οι αληθινοί πειρατές, οι γνήσιοι κακούργοι, σ’αυτόν τον κόσμο; Δεν τους έβλεπε άραγες γύρω, (νάχουν συχνά όψιν αγίου), τους ξεχώρισε στο τέλος, τους αληθινούς κουρσάρους απ’ τους ψεύτικους; Μάλλον, ναι, απ’ ότι ξέρω, αλλά ποτέ δεν το είπε... Γιατί ήταν πάντα η Ανάγκη που έφραζε τα στόματα, και πότε σταμάτησε αυτό;...
Ράλλης Κοψίδης (1929)

*Ενημέρωση, Αύγουστος 2010:
Ράλλης Κοψίδης (1929-2010)


Ράλλης Κοψίδης: Το πατρικό μου σπίτι


* Το κείμενο είναι ένα κεφάλαιο από το βιβλίο του Ράλλη Κοψίδη
"το τετράδιο του γυρισμού" και δημοσιεύθηκε στο σερραϊκό
περιοδικό "Γιατί" του Βασίλη Τζανακάρη (Ανθολόγιο 1987)
* Φωτογραφία: Ελευθεροτυπία
* Οι πίνακες του Ράλλη Κοψίδη είναι από το new.depap.gr
και το limnos.e-papadakis.gr

Ετικέτες , ,

4 Μαΐ 2007

2 ~ Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Σε λίγα δευτερόλεπτα είχα τρέξει τη μισή Αφρική.

...Καθόμουνα και παρατηρούσα μυρμηγκοφωλιές με στρατό από μυρμήγκια μικρά και άλλα μεγαλύτερα. Σιγά-σιγά, ακούγοντας, έμαθα τα ζουμπούλια, τους μενεξέδες, τις ντάλιες, τα αστράκια, τους πανσέδες, τα κρίνα, τους ήλιους, τις αζαλέες, τα γαρούφαλα, τις φράντζιες, τις μιμόζες, τις μπουγκανβίλιες, τα γεράνια, τα χρυσάνθεμα, τις παπαρούνες, τις μαργαρίτες, τα γαϊδουράγκαθα, τις τσουκνίδες, τα χαμομήλια.

Είχαμε μουσμουλιές, και βερυκοκιές δυό-τριών λογιών κιτρονιές, πορτοκαλιές, νεραντζιές και λεμονιές, σ' ένα μέρος που ο πατέρας μου το αποκαλούσε με στόμφο το «φυτώριον». Αλλά το ωραιότερο δέντρο, μετά τη λεύκα και τη μουριά, ήτανε στο τέλος ακριβώς του χτήματος, εκεί που ένα βαθύ αυλάκι μάς χώριζε από το γείτονα: μια πελώρια συκιά. Εκεί απάνω σκαρφάλωνα και καβαλικευτός σ' ένα χοντρό κλωνάρι διάβαζα ένα παιδικό βιβλίο και χαιρόμουνα τη ζωή. Σ' αυτό μου το διάβασμα με συνόδευε μια γλυκιά μουσική. Τα φαρδιά φύλλα της συκιάς χτυπούσαν το 'να τ' άλλο σαν κύμβαλα καθώς περνούσε το αεράκι, κι άλλα δέντρα παρακάτω έκαναν αλλιώτικο ήχο. Το νερό που έτρεχε στο αυλάκι ψιθύριζε κι αυτό κάτι. Και στον ουρανό τα κοτσύφια και οι κεφαλάδες έριχναν καμιά φωνή, ενώ τριγύρω έκοβε βόλτες βιαστικές ένα χελιδόνι ώσπου ν' αποφασίσει να κάτσει για λίγο, κρατώντας ισορροπία στα σύρματα του τηλεγράφου. Βούλες-βούλες έπεφτε το φως τριγύρω μου και στα σταχτιά κλωνάρια της συκιάς που έβγαιναν απ' τη γη σαν μεγάλα ήμερα φίδια. Άλλοτε πάλι, δίπλα στο δροσερό πηγάδι με τη μαρμαρένια γούρνα, αποκάτω απ' την ψηλή λεύκα που πάντα βούιζε και όταν ακόμα κανένα άλλο δέντρο ή φυλλαράκι δεν κουνούσε, καθόμουνα με τη μάνα μου και έκανα ανάγνωση.

Δεν ήμουνα πια στο πρώτο μάθημα όπου, κομπιάζοντας και διστάζοντας, διάβαζα τραγουδιστά «τα ία, τα ρόδα» (που στο μυαλό μου, η τελευταία αυτή λέξη, αν και είχε δίπλα της ζωγραφιστό ένα τριαντάφυλλο, μου θύμιζε χωρίς να το θέλω, τα στρογγυλά και κρύα ρόδια που σπάζαμε με τα χωριατόπουλα και ρουφούσαμε το ζουμί τους). Τώρα διάβαζα τη Χρηστομάθεια και μικρά διηγήματα με την αλεπού και ένα άλλο που ο τίτλος του ήταν «Ο Λέων». Άμα ύστερα, κατά τύχη, έμαθα ότι υπάρχουν και άνθρωποι, και μάλιστα παιδιά, με το όνομα «Λέων», κρυφά λυπόμουν που και μένα δεν μου είχαν δώσει ένα τέτοιο όνομα που ασφαλώς θα πρόσθετε στην εμφάνισή μου κάποια αλλιώτικη αίγλη, σαν να φορούσα πραγματικά τη λεοντή του Ηρακλέους.

Πολλές φορές καθώς διάβαζα με έπιανε νύστα. Η μητέρα μου έραβε δίπλα μου και πάντα βρισκόταν μια μύγα που με ενοχλούσε στριφογυρίζοντας δίπλα μου. Αλλά σιγά-σιγά θάμπωναν και τα γράμματα που ήταν μπρος στα μάτια μου, και η μύγα έφευγε και το κεφάλι μου βάραινε κι έπεφτε απάνω στον αγκώνα μου και έβλεπα καθαρά πως η ιστορία που διάβαζα εγκατέλειπε άξαφνα το χαρτί και ανεβαίνοντας στους ουρανούς έπαιρνε κατεύθυνση προς το άπειρο. Εγώ την ακολουθούσα από πίσω, έσμιγα μαζί της και μιλούσα με το κύριο πρόσωπο και σιγά-σιγά εκείνο χανόταν κι εγώ έπαιρνα τη θέση του και πρόσταζα και κυβερνούσα και κυνηγιόμουν με τους άλλους. Μα πολλές φορές μες στ' όνειρό μου ξεχνούσα την πραγματική μου οντότητα και γινόμουνα στ' αλήθεια άλλος άνθρωπος. Τούτο καθόλου δεν με παραξένευε και το έβρισκα φυσικότατο να έχω γένεια, παραδείγματος χάριν, ή να είμαι ό πραγματικός Ροβινσών ή λιοντάρι και να βρυχώμαι.

Τη νύχτα συχνά με κυνηγούσαν λύκοι ή έπεφτα άξαφνα μέσα σ' ένα βάραθρο ατελείωτο, και τότε ξυπνούσα ή τιναζόμουν και κλοτσούσα στο κρεβάτι μου. Όταν όμως έξω στην αυλή με έπαιρνε ένας μικρός ύπνος διαβάζοντας κοντά στη μητέρα μου, την άκουγα καμιά φορά που έλεγε: «Κοιμάται το αγγελούδι μου». Και αμέσως ήξερα ότι αυτό έβγαινε από το στόμα της μητέρας μου και ότι είχα αποκοιμηθεί. Εν τούτοις δεν έχανα την υπόστασή μου της στιγμής εκείνης και δεν μου φαινόταν ασυμβίβαστο να είμαι συγχρόνως αποκοιμισμένο παιδί κοντά της και λεοντάρι που τρέχει στα παρθένα δάση της Αφρικής.

Με τη φωνή της όμως το όνειρό μου κοβόταν απότομα ή μάλλον με αστραπιαία ταχύτητα έκανε «όπισθεν», απάνω-κάτω όπως μια κινηματογραφική ταινία που τη γυρίζεις ανάποδα αλλά πολύ πιο γρήγορα παρά ό,τι είναι δυνατόν να γίνει στον κινηματογράφο. Το λιοντάρι, χωρίς καλά-καλά να προφτάσω να το αντιληφθώ, ήμουν εγώ, και εγώ δεν ήμουν πια λιοντάρι, αλλά ήμουν καθισμένος στην καρέκλα μου με το κεφάλι ακουμπισμένο στο χέρι μου. Γύρω-γύρω είχε πολύ φως, έκανε ζέστη και καταλάβαινα πως είχα ιδρώσει' η μύγα ακουγόταν στ' αφτιά μου, η μητέρα μου έραβε πάντα και κρατούσα ακόμη στα δάχτυλα το μολύβι με το όποιο έπαιρνα σημειώσεις. Ήξερα πως λίγα δευτερόλεπτα μόνο με είχε πιάσει ο ύπνος και όμως σ' αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα είχα βρει τον καιρό να τρέξω τη μισή Αφρική.
Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας (1906 - 1994)

Image and video hosting by TinyPic


* Το κείμενο είναι από το βιβλίο του Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα
Το χαλί όπου παίζαμε ήταν κόκκινο - Εκδ. Ίκαρος, 1996

* Ο πίνακας είναι από το mmb.org.gr
* Φωτογραφίες: enet.gr, myriobiblos.gr, euro2day.gr
Oι δύο παιδικές είναι από το βιβλίο.



Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας: Σκηνικό “Το πρώτο πρωί του κόσμου”
για την Περσεφόνη των Ζιντ - Στραβίνσκι, Κόβεντ Γκάρντεν, 1961.


Links:
- Απόσπασμα από το ίδιο βιβλίο στο Σπουδαστήριο Nέου Eλληνισμού
- Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Του Ιωακείμ Γρυσπολάκη,
από την Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων
- "Ένας Ύδραίος στην 'Ανδρο", του Γιώργου Καρουζάκη
από την : Ελευθεροτυπία

Ετικέτες , ,