31 Μαρ 2014

164 ~ Χρόνης Μπότσογλου: Η εμπειρία του βιωμένου χώρου

Η ζωή είναι πολύ φτωχή για να μην είναι αιώνια, λέει ο Μπόρχες. Τη δική μου αιωνιότητα τη ζω με τη συνείδηση που έχω αποκτήσει, ονειροπολώντας ανάμεσα σε λαμπρά μνημεία του παρελθόντος και μια ανιαρή καθημερινότητα. Γι αυτό θα αναφερθώ στη μοναδική εμπειρία μιας μικρής νυχτερινής στιγμής που έζησα στο χώρο του λιοτριβιού του Γιώργου Ελευθεριάδη, το οποίο είχα μετατρέψει σε ατελιέ και δούλευα τα καλοκαίρια από το 1977 μέχρι το 1986, στην Πέτρα της Λέσβου.

Αύγουστος μήνας, προς το τέλος του, η μέρα μίκρυνε πολύ, κλείδωσα και πήγα να συναντήσω τους άλλους που άρχισαν τα ούζα στην πλατεία. Ο καιρός έχει ψυχράνει αρκετά και ξέχασα τη ζακέτα μου στο χώρο του σαπουναριού όπου δούλευα —το σαπουναριό είναι ο επάνω χώρος του λιοτριβιού— αναβάλλω να πάω να την πάρω, όμως όσο νυχτώνει, νιώθω να κρυώνω περισσότερο. Στο τέλος με στέλνει η Ελένη με το ζόρι. Το χώρο τον γνωρίζω σαν να είναι σπίτι μου. Άνοιξα, ο διακόπτης του ηλεκτρικού είναι δίπλα στο κλειστό φύλλο της πόρτας, αλλά διστάζω, γιατί στη σχισμή υπάρχουν αραχνοφωλιές και παράτησα τον αναπτήρα μαζί με τα τσιγάρα στο τραπέζι. Βιάζομαι να τελειώσω. Είμαι σίγουρος για το χώρο, κι ας μη βλέπω τίποτα. Το τσιμεντένιο πεζούλι, μέσα από την πόρτα, μια δρασκελιά, μετά ένα μικρό, χαμηλό σκαλί, κανονικά θα έπρεπε να ήταν τρία, αλλά θα έκλειναν το χώρο της δουλειάς. Κατεβαίνω. Σαν να συνηθίζω το σκοτάδι και παρόλο που άφησα την πόρτα ανοιχτή, τα φώτα του δρόμου δε φτάνουν να φωτίσουν αυτό τον Άδη. Οι ασπρισμένοι τοίχοι στο βάθος, πάνω από την τζαμαρία που χωρίζει τον πίσω χώρο, στο πατάρι του μεσοπατώματος μόλις που διακρίνονται. Λίγο αριστερά να αποφύγω τους πάγκους με τα φίλτρα. Μετά το βαρέλι στενεύει το πέρασμα, να προσέξω μην ακουμπήσω και λερωθώ. Άλλα τρία βήματα, δίπλα το αυλάκι, μπροστά στη σκάλα ένας σωλήνας χάνει νερό και έχει δημιουργηθεί λασπουριά, το τσουπί που ρίξανε πάνω έχει μουλιάσει, μεγάλο βήμα λοιπόν για το πρώτο σκαλί. Τα ποντίκια χαρχαλεύουν εκεί δίπλα, δε φαίνεται να ενοχλούνται από την παρουσία μου. Δε με νοιάζουν τα ποντίκια. Το επόμενο βήμα στο τρίτο σκαλί, γιατί το δεύτερο είναι ξεκολλημένο. Έφτασα στο διάδρομο του μεσοπατώματος. Παρόλο που έχω απλωμένα και τα δύο χέρια μπροστά από τα μούτρα μου, ένας αραχνοϊστός μού κόλλησε στο κούτελο, η αφή του μου δημιουργεί μια αίσθηση φρίκης. Τέσσερα βήματα και δεξιά η απότομη σκάλα που ανεβάζει στο χώρο του σαπουναριού. Είναι πολύς ο καιρός που έπαψε να λειτουργεί σαν τέτοιο, γι' αυτό και ο χώρος είναι εντελώς άδειος, στρωμένος απ' άκρη σ' άκρη με τσουπιά που τα απλώσανε μετά το πλύσιμο τους να στεγνώσουν, αφού βγήκε το λάδι και της φετινής σοδειάς.

Έπειτα από το σκοτάδι... Μα πού βρέθηκα ξαφνικά; Σαν να πέρασα σε άλλη διάσταση... Μέσα στον αχανή ενιαίο χώρο με τα χτισμένα παράθυρα από τις τρεις μεριές ανοιχτά —και μάλιστα τα περισσότερα να λείπουν, εντελώς κατεστραμμένα, απομένουν μονάχα τα παράθυρα της όψης από τη μεριά της θάλασσας— υπήρχε ένα φως, σαν από φεγγαρόφωτο! Έξω η σκοτεινή βοή του κύματος, νύχτα ασέληνη. Από πού έφεγγε αυτό το φως; Μήπως η θάλασσα που έσκαγε στα κράσπεδα του δρόμου, που τη χωρίζει από το λιοτρίβι, αντανακλούσε με τρόπο μυστηριακό εκεί μέσα το φως του ήλιου που ολημέρα τη ζέσταινε; Ή μήπως ξεχάστηκε απ' το απομεσήμερο, όταν οι αχτίδες της δύσης ανάβουν τα ντουβάρια μέχρι μέσα; Ήταν κάτι που δεν μπορούσα λογικά να εξηγήσω, όπως στα θαύματα! Το φως, εγκλωβισμένο σ' εκείνο τον κλειστό χώρο, έκανε τους τοίχους να φωσφορίζουν και να μεταβάλλουν συνέχεια τα σχήματα τους, ενώ τα χτισμένα με τούβλα παράθυρα μοιάζαν πόρτες που κάθε μια άνοιγε σ' έναν τόπο μυστικό. Σκεφτόμουν ότι μετά τον Άδη εδώ ήταν το Καθαρτήριο όπου όφειλα να εγκαταλείψω όλες τις εκδοχές του καλού και του κακού, αναζητώντας μόνο την ενότητα του εαυτού μου...

Δεν ξέρω πόση ώρα έμεινα έτσι. Συνήλθα μόνο όταν άκουσα να με φωνάζουν απ' έξω.
Χρόνης Μπότσογλου (1941)



Θα πρέπει να ήμουνα στο γυμνάσιο (εξατάξιο). Δε θυμάμαι πού το διάβασα, είναι όμως από τα πράγματα που παίξανε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνείδησής μου, μια επιλογή η οποία καθόρισε τη σπουδή στην τέχνη μου. Είχα διαβάσει ότι ο Μπέρναρντ Σο σε μια συνέντευξή του είχε πει: «Εγώ είμαι μεγάλος καλλιτέχνης, όμως δεύτερης κατηγορίας». Κάπως έτσι το κατάλαβα. Με απασχόλησε το τι εννοούσε, με βασάνισε πολύ, πολλά χρόνια. Και αποφάσισα ότι εγώ θα γίνω πρώτης κατηγορίας, χωρίς να με νοιάζει αν θα μείνω μικρός καλλιτέχνης.


*απόσπασμα από το βιβλίο του Χρόνη Μπότσογλου
Το χρώμα της σπουδής
Εκδόσεις Πατάκη, 2005

*φωτογραφίες: gkakourouchroni.com, enet.gr,
popaganda.gr, epsilonartgallery.blogspot.com

*πίνακες: poemsgolitsis.blogspot.com,
ebooks.edu.gr, e-go.gr


links:
- tovima.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Πίσω από το είδωλο
(συν/ξη στην Σόνια Ζαχαράτου. Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τχ. 483
- kathimerini.gr: Χρόνης Μπότσογλου - Ταλέντο είναι η ικανότητα επιλογής
(της Γιούλης Επτακοίλη)
- Βιβλιοθήκες Ε.Ε.Ι.: Χρόνης Μπότσογλου - Η ζωή και το έργο του
- popaganda.gr: Χρόνης Μπότσογλου: «Μνήμη είναι ο τρόπος που ζούμε τα πράγματα»
(της Λίνας Ρόκου)

Ετικέτες , ,

12 Μαρ 2014

163 ~ Τζόρτζιο ντε Κίρικο: τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης

Η πιο μακρινή ανάμνηση που έχω από τη ζωή μου είναι η ανάμνηση μιας κάμαρας μεγάλης και ψηλοτάβανης. Ήταν νύχτα σ' εκείνη τη σκοτεινή και θλιβερή κάμαρα. Οι λάμπες πετρελαίου ήταν αναμμένες και σκεπασμένες με τα αμπαζούρ. Θυμάμαι τη μητέρα μου καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Αλλού καθόταν η μικρή μου αδελφή, που πέθανε λίγο αργότερα. Ήταν μια παιδούλα έξι ή επτά χρονών, γύρω στα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Εγώ κρατούσα στο χέρι δυο στρογγυλά δισκάρια από επίχρυσο μέταλλο, τρύπια στο κέντρο, που είχαν πέσει από ένα είδος ανατολίτικης μαντίλας, που φορούσε η μητέρα μου στο κεφάλι και που ήταν ολόγυρα στολισμένη μ' αυτά. Κοιτάζοντας τα δυο στρογγυλά δισκάρια, νομίζω ότι ο νους μου πήγαινε σε τύμπανα, σε πιάτα, σε κάτι που θα 'πρεπε να βγάζει κάποιον ήχο, κάτι με το οποίο κανείς παίζει παράγοντας ήχους ή παράγει ήχους παίζοντας. Η χαρά όμως που αισθανόμουν κρατώντας τα στα μικρά δάχτυλά μου, που ήταν αδέξια όπως τα δάχτυλα των πρωτόγονων αλλά και των σύγχρονων ζωγράφων, συνδεόταν χωρίς άλλο μ' εκείνο το βαθύ αίσθημα τελειότητας που με καθοδήγησε πάντα στη δουλειά μου σαν καλλιτέχνη. Εκείνα τα πραγματάκια, απόλυτα όμοια μεταξύ τους, απόλυτα ταιριαστά και αστραφτερά μ' εκείνη την ολοστρόγγυλη τρύπα στο κέντρο, μου φαίνονταν τότε σαν κάτι το θαυμαστό, όπως αργότερα θαυμαστός μού φάνηκε ό Ερμής του Πραξιτέλη στο Μουσείο της Ολυμπίας και ακόμα αργότερα η Αρπαγή των θυγατέρων του Λυσίππου, του Ρούμπενς, στην Πινακοθήκη του Μονάχου, και πριν από λίγα χρόνια ο περίφημος πίνακας του Βερμέερ από το Ντελφτ «Η κυρία και η υπηρέτρια», στο Metropolitan Museum της Νέας Υόρκης.

[....] Πέρασαν σκοτεινά χρόνια. Θυμάμαι συγκεχυμένα τον αδελφό μου. Τον θυμάμαι μικρό, μικρό, τρομαχτικά μικρό, σα μερικά πρόσωπα απειλητικά που βλέπει κανείς στα όνειρα. Ξαναβλέπω μέσα στο λυκόφως σκηνές που συνδέονται με μακρόχρονες αρρώστιες, όπως ο τύφος, και με επίπονες αναρρώσεις. Θυμάμαι μια πελώρια μηχανική πεταλούδα που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από το Παρίσι μια φορά που βρισκόμουν σε ανάρρωση.Image and video hosting by TinyPic Από το κρεβατάκι μου κοιτούσα εκείνο το παιχνίδι, περίεργος και φοβισμένος με τον ίδιο τρόπο που οι πρώτοι άνθρωποι πρέπει να παρατηρούσαν τους γιγαντιαίους πτεροδάκτυλους, που τα πνιγηρά δειλινά και τις παγερές αυγές πετούσαν βαριά με τις σαρκώδεις φτερούγες τους πάνω από λίμνες ζεστές, που κόχλαζαν και άφηναν τολύπες θειικού ατμού. Θυμάμαι ένα σπίτι όπου μέναμε. Ένα σπίτι πελώριο και θλιβερό σα μοναστήρι. Ο ιδιοκτήτης λεγόταν Βούρος. Το σπίτι αυτό ήταν χτισμένο στην πάνω μεριά της πολιτείας. Από το παράθυρό μου διέκρινα μακριά ένα στρατώνα του πυροβολικού. Κάθε επέτειο της ελληνικής εθνικής γιορτής μια πυροβολαρχία έβγαινε από το προαύλιο καλπάζοντας ορμητικά και κατευθυνόταν σ' ένα λόφο που βρισκόταν πίσω σε κάποια απόσταση. Μόλις έφθαναν πάνω εκεί οι άνδρες, κατέβαιναν απ' τα σκευοφόρα και από τα άλογα, τοποθετούσαν τα κανόνια στη σειρά και μετά έριχναν άσφαιρες ομοβροντίες. Σφαιρικά σώματα λευκά, ίδια σύννεφα που έπεσαν στη γη, στροβιλίζονταν για λίγο και μετά διαλύονταν και εξαφανίζονταν στα πλευρά του λόφου. Ο ήχος έφθανε μετά κι έκανε να τρέμουν ελαφρά τα τζάμια των παραθύρων. Το γεγονός αυτό, που βλέπει κανείς πρώτα τη λάμψη και μετά ακούει τον κρότο, μ' εντυπωσίαζε πολύ. Αργότερα έμαθα το γιατί, αλλά ακόμα και σήμερα εντυπωσιάζομαι λίγο όταν, κοιτώντας μακριά ένα κανόνι που ρίχνει, βλέπω πρώτα τη λάμψη και μετά ακούω τον κρότο.

Σ' εκείνη τη μακρινή περίοδο της ζωής μου ένιωσα τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Αισθανόμουν μεγάλη χαρά να ξεπατικώνω διάφορες ζωγραφιές τοποθετώντας πάνω στο τζάμι του παραθύρου τη ζωγραφιά μ' ένα φύλλο χαρτιού από πάνω. Έμενα κατάπληκτος και ένιωθα μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που έβλεπα να παρουσιάζονται στο χαρτί τα ακριβή περιγράμματα της ζωγραφιάς εκείνης που τόσο θαύμαζα, αλλά το πάθος μου, χαρακτηριστικό για έναν καλλιτέχνη στα πρώτα του βήματα σαν κι εμένα, δεν έβρισκε ικανοποίηση: ήθελα να αντιγράφω τη ζωγραφιά χωρίς να την ξεπατικώνω. Έτσι έβαλα τα δυνατά μου για να το πετύχω, αλλά συναντούσα μεγάλη δυσκολία. Μια μέρα, θυμάμαι, προσπαθούσα να αντιγράψω μια φιγούρα που παρουσίαζε τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή με εμφάνιση γυμνού νέου, ζωσμένου στη μέση με ένα δέρμα από κριάρι. Το κεφάλι του αγίου εικονιζόταν λίγο ελλειπτικό και ελαφρώς γυρμένο στο δεξιό ώμο, και αυτή η έλλειψη και η κίνηση μου φαίνονταν εμπόδια αξεπέραστα. Ήμουν απελπισμένος. Τότε ήρθε ο πατέρας μου να με βοηθήσει. Πήρε το μολύβι και σχεδίασε πάνω στο κεφάλι του αγίου ένα σταυρό του οποίου το κέντρο βρισκόταν στο κέντρο του κεφαλιού. Μετά ζωγράφισε έναν όμοιο σταυρό πάνω στο σχέδιο μου, εκεί όπου βρισκόταν το κεφάλι. Μου έδειξε πώς μπορούσα να βοηθηθώ μ' αυτούς τους δυο σταυρούς για να βρω τη θέση των ματιών, της μύτης, του στόματος, το ύψος και την απόσταση που έπρεπε να βρίσκεται το αυτί, τη γραμμή του κρανίου και του σαγονιού, κι έτσι με πολλή υπομονή, μετά από επανειλημμένες διορθώσεις, κατάφερα να ζωγραφίσω αρκετά καλά το κεφάλι του αγίου. Μεγάλη υπήρξε ή ικανοποίηση μου πού είχα μάθει το σύστημα των δυο σταυρών.

Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα. Ήταν μηχανικός και συγχρόνως άρχοντας από άλλες εποχές. Θαρραλέος, έντιμος, εργατικός, έξυπνος και καλός. Είχε σπουδάσει στη Φλωρεντία και στο Τορίνο και από μια ολόκληρη πολυμελή οικογένεια ευγενών ήταν ο μόνος που είχε θελήσει να εργαστεί. Όπως πολλοί άνθρωποι του δέκατου ένατου αιώνα διέθετε ποικίλες ικανότητες και αρετές. Ήταν άριστος μηχανικός, έγραφε με ωραιότατους χαρακτήρες, σχεδίαζε, είχε πολύ καλό αυτί για τη μουσική, ήταν παρατηρητικός και δηκτικός, μισούσε την αδικία, αγαπούσε τα ζώα, συμπεριφερόταν υπεροπτικά στους πλούσιους και τους ισχυρούς και ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί και να βοηθήσει τους πιο αδύνατους και φτωχούς. Ήταν επίσης έξοχος ιππέας και είχε μονομαχήσει μερικές φορές με πιστόλι. Η μητέρα μου φύλαγε μια σφαίρα από πιστόλι, ντυμένη με χρυσό, που είχαν αφαιρέσει από το δεξιό μηρό τού πατέρα μου μετά από μια τέτοια μονομαχία.

Αυτά τα είπα για να δείξω ότι ο πατέρας μου, όπως πολλοί άνδρες της εποχής εκείνης, ήταν ακριβώς το αντίθετο των περισσότερων σημερινών ανδρών, που τους λείπει η αίσθηση της πραγματικότητας και κάθε ταμπεραμέντο, που είναι αδέξιοι και ανίκανοι και επιπλέον καθόλου ιπποτικοί, που είναι πολύ καιροσκόποι και έχουν το κεφάλι τους παραγεμισμένο με βλακεία. Αν, για παράδειγμα, σήμερα, ένα παιδί δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει ένα κεφάλι, ο πατέρας του, ασφαλώς, δεν θα ξέρει να του υποδείξει το σύστημα των δυο σταυρών. Και αν, κατά κακή τύχη του παιδιού, ο πατέρας του είναι και «διανοούμενος», ε! τότε όχι μόνο δεν θα μπορεί να του διδάξει κανένα σύστημα, αλλά θα το ενθαρρύνει να ζωγραφίζει άσχημα, να ζωγραφίζει όλο και χειρότερα, να ζωγραφίζει φρικτά, ελπίζοντας ότι έτσι κάποια μέρα θα μπορέσει να γίνει ένας Ματίς και να κερδίσει φήμη και χρήματα.

[....] Μετά την οικία Βούρου πήγαμε να μείνουμε σ' ένα άλλο σπίτι, στου Γουναράκη. Ήταν μια έπαυλη νεοκλασικού ρυθμού με ωραίο κήπο στον οποίο υπήρχε ένας ευκάλυπτος. Ο πατέρας μου έλειπε συχνά, γιατί πήγαινε στον Βόλο, την κωμόπολη όπου γεννήθηκα, όπου επέβλεπε και διηύθυνε την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Οι αναμνήσεις της ζωής μου στην οικία Γουναράκη είναι πολύ αόριστες. Από τα βορινά παράθυρα το βλέμμα πλανιόταν μακριά, μέχρι μια οροσειρά που το χειμώνα σκεπαζόταν με χιόνια κι απ' όπου κατέβαινε ένας ψυχρός άνεμος που πάγωνε το σπίτι. Θυμάμαι ένα ωραιότατο βιβλίο που μου χάρισαν στις γιορτές και που λεγόταν Οι γελωτοποιοί νάνοι. Οι εικόνες εκείνου του βιβλίου ήταν έξοχες. Θυμάμαι ακόμα ένα άλλο βιβλίο όπου εικονίζονταν με χρώματα ολόκληρες οικογένειες γάτων. Εκείνοι οι γάτοι, τόσο ωραία σχεδιασμένοι καί χρωματισμένοι, τόσο ζωντανοί, ξυπνούσαν μέσα μου μια μεγάλη επιθυμία να σχεδιάσω και να ζωγραφίσω. Σκεφτόμουν πόσο ωραίο θα ήταν να μπορούσα να παραστήσω ένα ζώο με τις γραμμές του και τα χρώματά του τόσο τέλεια. Η μητέρα μου, μου είχε αγοράσει ένα άλμπουμ για να εξασκούμαι στο σχέδιο: το άλμπουμ αυτό περιείχε υποδείγματα σχεδίων που παρίσταναν λουλούδια. Μερικά απ' αυτά τα υποδείγματα αποτελούνταν από το περίγραμμα μόνον, άλλα είχαν και τη φωτοσκίαση. Θυμάμαι ότι αντέγραψα με πολλή προσοχή δυο τριαντάφυλλα. Η μητέρα μου με βοήθησε να γράψω ένα γραμματάκι στον πατέρα μου και έβαλε στο φάκελο και το σχέδιο των λουλουδιών. Ο πατέρας μου, μου απάντησε συγχαίροντάς με για τις προόδους που έκανα στη δύσκολη τέχνη του σχεδίου. Όταν ο καιρός ήταν καλός, πήγαινα με τον αδελφό μου στον κήπο και εκεί με μια μικρή τσάπα κι ένα φτυαράκι κάναμε σε μικρή κλίμακα εργασίες διαμόρφωσης του εδάφους. Αλλά ύστερα έβρεχε κι η δουλειά χαλούσε απ' το νερό.

[....] Στην οικία Γουναράκη μείναμε για λίγο καιρό.Ο πατέρας μου έπρεπε να μείνει στον Βόλο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί μια άλλη διακλάδωση της σιδηροδρομικής γραμμής κατασκευαζόταν κατά μήκος των βουνών που απλώνονται στα ανατολικά της πόλης. Τότε, με όλα μας τα έπιπλα, τα μπαούλα και τις βαλίτσες, ξεκινήσαμε για την πόλη των Αργοναυτών, πάνω σ' ένα ατμόπλοιο που σάλπαρε από τον Πειραιά.

Στο μεταξύ μεγάλωνα. Η περιέργειά μου και η προσοχή με την οποία παρακολουθούσα το θέατρο της ζωής μεγάλωνε. Στον Βόλο ο πατέρας μου, ζήτησε από ένα νεαρό υπάλληλο των σιδηροδρόμων να μου παραδίδει μαθήματα σχεδίου. Ο πρώτος αυτός δάσκαλός μου λεγόταν Μαυρουδής κι ήταν Έλληνας από την Τεργέστη που μιλούσε λίγο τα ιταλικά με προφορά βενετσιάνικη. Σχεδίαζε θαυμάσια. Όταν μου μάθαινε να διαγράφω προσεκτικά το περίγραμμα μιας μύτης, ενός ματιού, ενός στόματος, ενός αυτιού, μιας μπούκλας, μιας κορδέλας δεμένης σε φιόγκο, όταν μου μάθαινε να κάνω σκιές και να τους δίνω διαβαθμίσεις διασταυρώνοντας προσεκτικά τις γραμμές του μολυβιού, μου έδινε μια τόσο ισχυρή και βαθιά εντύπωση μαεστρίας ώστε, αργότερα, οι άλλες εντυπώσεις που είχα, όταν κοιτούσα τα σχέδια του Ραφαέλλο, όταν αντέγραφα και μιμόμουν τα σχέδια του Χολμπάιν και του Μικελάντζελο, όταν μελετούσα με το μεγεθυντικό φακό τα σχέδια του Ντύρερ, μπορούν να θεωρηθούν σε σύγκριση μηδαμινές.

Όταν βρισκόμουν απέναντι από το σκιτσογράφο Μαυρουδή, τον κοιτούσα, και κοιτώντας τον πλανιόμουν σ' ένα χιμαιρικό κόσμο φαντασιώσεων. Φανταζόμουν ότι ο άνθρωπος εκείνος θα μπορούσε να ζωγραφίσει τα πάντα, ακόμα και από μνήμης, ακόμα και στο σκοτάδι, ακόμα και χωρίς να βλέπει, ότι θα μπορούσε να σχεδιάσει τα σύννεφα που δραπετεύουν πάνω στον ουρανό, και τα φυτά της γης, τα φουντωτά κλαδιά των δέντρων που σαλεύουν από τον άνεμο,Image and video hosting by TinyPic και τα λουλούδια με τα πιο πολύπλοκα σχήματα, τους ανθρώπους και τα ζώα, τα φρούτα και τα λαχανικά, τα ερπετά και τα έντομα, τα ψάρια που γλιστρούν μέσα στα νερά, και τα πουλιά που πετούν ψηλά, σκεφτόμουν ότι όλα, όλα θα μπορούσε να τα σχεδιάσει με την άκρη του μαγικού του μολυβιού εκείνος ο καταπληκτικός άνθρωπος. Κοιτώντας τον φανταζόμουν ότι ήμουν εκείνος... Ναι, θα ήθελα τότε να ήμουν ο άνθρωπος εκείνος, θα ήθελα να ήμουν ο σκιτσογράφος Μαυρουδής. Βρισκόμουν στην ψυχική κατάσταση του γιατρού Μποβαρύ όταν, κοντά στον επίλογο του περίφημου μυθιστορήματος του Φλωμπέρ, συναντά τον Ροδόλφο Μπουλανζέ και κάθονται μαζί στο τραπέζι κάποιου εστιατορίου. Ο γιατρός Μποβαρύ ξέρει ότι ο Ροδόλφος υπήρξε εραστής της γυναίκας του, αφού μετά την αυτοκτονία της συζύγου είχε βρει μερικά γράμματα σ' ένα μυστικό συρτάρι, αλλά ο Ροδόλφος νομίζει ότι ο γιατρός το αγνοεί ακόμα και, για να διαλύσει τη βαριά ατμόσφαιρα, μιλάει πολύ και γρήγορα για όλα και για τίποτα, για θέματα της εξοχής, για τα εσπεριδοειδή, για βοσκήματα και τα λοιπά, αλλά ο γιατρός καταβεβλημένος από τον απέραντο πόνο δεν τον ακούει, τον κοιτάζει έντονα, κοιτάζει τον άνθρωπο που εκείνη αγάπησε, και, λέει ο Φλωμπέρ, il aurait voulu etre cet homme.

[....] Το ψάρεμα ήταν για μένα μια μεγάλη χαρά. Σίγουρα όλες εκείνες οι μοναδικές θεαματικές ομορφιές που είδα στην Ελλάδα παιδί και που υπήρξαν ό,τι ωραιότερο είδα μέχρι σήμερα στη ζωή μου με εντυπωσίασαν τόσο βαθιά, έμειναν τόσο ισχυρά χαραγμένες μέσα στην ψυχή και στη σκέψη μου, επειδή εγώ είμαι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, που όλα τα αισθάνεται και τα καταλαβαίνει εκατό φορές πιο έντονα από τους άλλους.

Για να πάμε για ψάρεμα, σηκωνόμασταν πολύ πρωί και, όταν μπαίναμε στη βάρκα που θα μας πήγαινε στ' ανοιχτά, στη μέση του κόλπου, ξημέρωνε ακόμα. Η θάλασσα ήταν καθρέφτης- ποτέ ξανά σε άλλες χώρες δεν είδα έναν τόσο όμορφο υδάτινο καθρέφτη. Κάθε τόσο, πάνω σ' εκείνη τη λαμπερή επιφάνεια, κάποιο ψάρι, κάποιος θεϊκός κέφαλος, έκανε ένα πήδημα έξω απ' το νερό.
Μετά από τόσα χρόνια ξαναβλέπω αυτό το θέαμα όπως το έβλεπα τότε, αλλά, αν ήθελα να το περιγράψω με ακρίβεια, να το παρουσιάσω με την πένα, το μολύβι ή το πινέλο, δεν θα τα κατάφερνα καθόλου.
Giorgio de Chirico (1888-1978)

Image and video hosting by TinyPic
(φωτ: Irving Penn)

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Τζόρτζιο ντε Κίρικο Αναμνήσεις από τη ζωή μου,
-μετάφραση: Έμμυ Λαμπίδου - Βαρουξάκη
-επιμέλεια: Πέτρος Λεκαπηνός
Εκδόσεις: Ύψιλον, 1985

*φωτογραφίες: η πρώτη και η δεύτερη είναι από το βιβλίο,
η τρίτη από το pinterest.com και η τελευταία από το fouit.gr

*πίνακες: artslife.com

links:
- Fondazione Giorgio e Isa de Chirico
- Giorgio de Chirico: Myth and Mystery

Ετικέτες , ,

23 Οκτ 2013

156 ~ Αλέκος Φασιανός: Είμαι τοπικός καλλιτέχνης

Image and video hosting by TinyPic
*[ο παππούς μου] έπαιξε τον πρωταρχικό ρόλο. Ήταν καλλιτεχνική φύση. Όταν με είδε πώς ζωγράφιζα, με ενεθάρρυνε πάρα πολύ. Με πήρε κοντά του και έκανα τα πρωτογράμματα στα χειρόγραφα, γιατί έγραφε σχόλια για τα ευαγγέλια και άλλα κείμενα. Ο παππούς μου είχε χιούμορ. Από αυτόν κληρονόμησα το χιούμορ...

*... η μαμά ήταν ελεύθερη. Μου αγόραζε μικρούς μουσαμάδες, που εγώ ζωγράφιζα. Μετά τους πήγαινε στου Λυμπεράκη και έλεγε «Μου είπε ο γιος μου 13,5x21,2» κι αυτό έμοιαζε παράξενο, να ακούνε τόσες λεπτομέρειες από ένα παιδί 14 ετών. Ήμουν σαν μια μασκότ εκεί και μια φορά είχα γνωρίσει και τον Μόραλη. Μετά, σε μια Πανελλήνια έστειλα κι εγώ ένα έργο, γιατί νόμιζα ότι καθένας μπορούσε να στείλει έργο. Φυσικά, δεν το δέχθηκαν, λόγω της ηλικίας μου...

*Είχαμε πολλές στολές μουσικών στο σπίτι μας. Ο πατέρας μου ήταν αξιωματικός μουσικής. Είχε οργανώσει όλες τις στρατιωτικές μπάντες, φιλαρμονικές. Οι στολές ήταν εντυπωσιακές και πολύχρωμες. Εγώ ενθουσιαζόμουν με τα χρώματα Ήταν τελείως αντίθετα με τον τρόπο ζωής και την εμφάνιση των ανθρώπων που φορούσαν γκρίζα και μουντά χρώματα.

Μου έκανε εντύπωση πώς έβγαιναν οι άνθρωποι τις Κυριακές καλοντυμένοι, με μαύρα κοστούμια και αυστηρές γραβάτες και παπούτσια λουστρίνια και περπατούσαν στους χωματόδρομους. Αυτές οι εικόνες ήταν παράξενες για μένα. Δηλαδή, άνθρωποι καλοντυμένοι, να κάνουν βόλτες στους χωματόδρομους του Μεταξουργείου και σε άλλες γειτονιές πλάι σε χαμόσπιτα με μισογκρεμισμένους σοβάδες, ανάμεσα σε βρωμόνερα και σαπουνάδες. Μου έκαναν πολλή εντύπωση αυτές οι εικόνες. Κάπως έτσι, σκεπτόμουν, θα ήταν και οι αρχαίοι Έλληνες, γιατί έμεναν σε πολύ απλά σπίτια πλινθόκτιστα και έβγαιναν καλοντυμένοι με τους χιτώνες και πήγαιναν στους ναούς...

*Είχα δει ένα έργο του [του Μπουζιάνη] και ενθουσιάστηκα... Τότε ερχόταν στο θείο μου ένας πλασιέ βιβλίων και μου έφερνε βιβλία του Βαν Γκογκ, του Ρουό, του Μαρκέ και του Γκογκέν. Ο Ρουό μου έκανε πολλή εντύπωση. Ο Μαρκέ μου άρεσε περισσότερο, γιατί νόμιζα ότι μπορούσα να ζωγραφίσω κι εγώ έτσι. Μετά ήταν και οι εικόνες στις εκκλησίες. Εκεί πήγαινα με τον παππού μου στο Μοναστήρι του Δαφνιού, την παραμονή της λειτουργίας και κοιμόμαστε κατάχαμα. Έβλεπα τις εικόνες των αγίων στους τοίχους γεμάτους υγρασία και ανάμεσα, κάτι σαύρες και σαρανταποδαρούσες... Αυτά όλα με συγκινούσαν. Ήθελα να τα ζωγραφίσω. Νομίζω ότι ήθελα να ζωγραφίζω από τη στιγμή που κατάλαβα τον κόσμο. Έβλεπα τις εικόνες και ήθελα να τις αντιγράψω, αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω την τεχνική. Μετά, όταν είδα τα έργα του Μαρκέ και αργότερα τα αρχαία Ελληνικά, με ενεθάρρυναν και μου άνοιξαν τους δρόμους για τη ζωγραφική.

* [στην εφηβεία] για πρώτη φορά έκανα με πενάκι ένα έργο που λέγεται "Ο πόλεμος". Ήμουν τότε επηρεασμένος από τον εμφύλιο, δέκα επτά ετών, πριν πάω στη Σχολή Καλών Τεχνών. Ήταν ένα τανκ με σήμα γερμανικό. Και γύρω τα είχα ανακατέψει όλα. Αξιωματικούς, ανθρώπους νεκρούς, όπλα, οβίδες και όλα τα υλικά του πολέμου, σε μια σύνθεση παραγεμισμένη. Μετά, όταν μπήκα στη Σχολή Καλών Τεχνών, δεν ζωγράφιζα πια έτσι. Εκεί έπρεπε να γίνεται μια ζωγραφική με μετρήματα με άξονες, με τριγωνάκια σχηματοποιημένα... Απελευθερώθηκα μόνος μου, γιατί είδα ότι αυτή η ζωγραφική δεν σε οδηγούσε στη γνώση της φύσης, αλλά στη γεωμετρική αποτύπωση.

*Πήγαινα συχνά στο Αρχαιολογικό Μουσείο και έβλεπα στα βάζα και στις λευκές ληκύθους τις παραστάσεις. Έλεγα πως οι ζωγράφοι αυτοί κάνανε ένα ελεύθερο σχέδιο. Δεν είχανε ασφαλώς μπροστά τους ένα μοντέλο όταν έφτιαχναν το βάζο. Σκέφτηκα ότι αυτοί είχαν κατανοήσει την πραγματικότητα.

Βλέποντας τα έργα του Μουσείου και τα προηγούμενα έργα μου, επανήλθα σ' αυτήν την αίσθηση της πραγματικότητας της φύσης. Προσπαθούσα, δηλαδή, να αντιγράψω τη φύση και επειδή δεν μπορούσα να την κάνω ακριβώς, την έκανα όπως μπορούσα, με τα δικά μου μέσα. Κι έτσι διαμορφώθηκε, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το ύφος της ζωγραφικής μου. Έκανα εκείνη την εποχή μια ενότητα από μουσικούς.

*Μετά είναι οι ποδηλάτες και οι παραμορφωμένοι άνθρωποι. Έβλεπα τότε εφιάλτες , είχα επηρεαστεί και από τα σουρεαλιστικά ποιήματα του Σαχτούρη κι έκανα ανθρώπους με τεράστια μάτια μέσα σε κήπους...
...στους ποδηλάτες υπάρχουν τα πιο ζωντανά βιώματα. Είναι οι ήρωες της μεταπολεμικής εποχής. Οι άνθρωποι που ζούσαν με το αμερικανικό όνειρο μέσα από τα δέματα από την ΟΥΝΡΑ. Που φορούσαν τα φαρδιά παντελόνια, τα χρωματιστά πουκάμισα και τις γραβάτες και σακάκια που ποτέ δεν ήταν στο κανονικό μέγεθος, ρούχα μιας πεπερασμένης μόδας του '35. Είμαι εγώ. Είμαστε εμείς. Εμείς, αυτοί οι καλοντυμένοι νέοι, νοικιάζαμε ποδήλατο και πηγαίναμε στη Βουλιαγμένη. Και τα ποδήλατα συχνά τα στολίζαμε με δάφνες και θυμάρια. Εικόνες γραφικές και ρομαντικές μαζί. Γιατί, όπως τις έβλεπα, ένιωθα έναν υπερβατισμό. Ο ποδηλάτης δεν ήταν μια απλή μορφή νέου, αλλά ένας Πήγασος με κόκκινη γραβάτα, που ανέμιζε καθώς κατηφόριζε το δρόμο, χτυπώντας εκείνο το γραφικό, με τον περίεργο ήχο κουδουνάκι του ποδηλάτου του.

*...είμαι πάντα κοντά στη δημιουργία. Όταν φτιάχνω κάτι, ευχαριστιέμαι απόλυτα. Οι πρώτες δημιουργίες ήταν σαν λάμψη. Ξαφνικά πετάγεται μια φωτιά όταν ανακαλύπτεις τη ζωγραφική. Και δεν θα έχεις ξανά ποτέ αυτό το συναίσθημα, γιατί το πρώτο έργο που έφτιαξα (είναι ένας μουσικός με στολή, που κάθεται σκεπτικός με το χέρι ακουμπισμένο στο σαγόνι), τότε για μένα αυτό ήταν κάτι πολύ έντονο και το κοίταζα για μια εβδομάδα. Ήταν το δημιούργημά μου.

*Αυτοδίδακτος, αλλά επιστημονικώς αυτοδίδακτος θέλω να είμαι, γιατί βγαίνει η διδαχή μου μέσα από την παρατήρηση της φύσης. Δεν είμαι ένας λαϊκός αυτοδίδακτος που δεν παρατήρησε τη φύση.

*Αυτό που άλλοι το θεωρούν μειονέκτημα, εγώ το βλέπω προτέρημα, γιατί πιστεύω ότι κάθε λαός μπορεί να μορφώσει τη δική του κουλτούρα, δεν έχει ανάγκη να προστρέχει αλλού, και αν το κάνει το κάνει μόνο από αδυναμία. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες προστρέχουν στη Δύση και στην Αμερική και δεν βλέπουν τις πηγές τους. Ο Μαγιακόφσκι έχει γράψει ένα ποίημα καταπληκτικό, που λέει: «Δεν έχω ανάγκη από το Παρίσι, γύρισα από το Παρίσι...», κάπως έτσι. Εγώ πιστεύω στις δικές μας πηγές. Είμαι τοπικός καλλιτέχνης.
Aλέκος Φασιανός (1935)

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Αλέκος Φασιανός στην Κίτσα Μπόντζου για το
περιοδικό ΕΝΑ - τχ. 42, 13 Οκτ. 1993
*Φωτογραφίες: in.gr, aparaskevi-images.gr,
ellinikospiti.gr, ethnos.gr


κάτι ακόμα:
- 9 Οκτ. 2013: Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής ο Αλέκος Φασιανός

Ετικέτες , ,

10 Δεκ 2012

142 ~ Δημήτρης Μυταράς: χρώμα και ποίηση

Image and video hosting by TinyPic
*...το όνειρό μου πάντα ήταν να παραμείνω ένας ερασιτέχνης. [....] Όμως στη ζωγραφική δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αντ' αυτού, κατέληξα καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών, με χιλιάδες κόσμο να με τραβολογάει προς όλες τις κατευθύνσεις, να προσπαθώ να ισορροπήσω διάφορα αλληλοσυγκρουόμενα συμφέροντα και να αποτελώ έναν ταλαίπωρο κυματοθραύστη για τα κύματα των χιλιάδων νέων, που με αντιμετωπίζουν, αδιακρίτως, σαν ένα κατεστημένο εμπόδιο στην ομαλή τους εξέλιξη προς την τέχνη και τελικώς τη δόξα, που τους περιμένει στην άκρη του δρόμου. Η κορύφωση της ατυχίας μου ήταν η εκλογή μου σαν πρύτανη, εν μέσω άλλων επαγγελματιών πρυτάνεων, η οποία και ήταν και το τελευταίο σκαλοπάτι της πτώσεως μου στα νύχια του επαγγελματισμού και της καλής λεγομένης κοινωνίας γενικά!

* Ήθελα να γίνω θυρωρός. Μέσα στην άγρια μετεμφυλιακή κατάσταση 1950-1960, η ήσυχη ζωή των θυρωρών της Αθήνας ήταν όαση. Σκεφτόμουν λοιπόν ότι έτσι θα δούλευα λίγες ώρες το πρωί κι όλη την υπόλοιπη μέρα θα ζωγράφιζα ήσυχος. Απέτυχε κι αυτό το όνειρο!

* Ο Μπρακ λέει ότι «ο πίνακας είναι ένα καρφί που κρεμάς τις ιδέες σου». Έτσι κι εγώ, κάθε ποίημα που τελειώνω, το κρεμάω σ' ένα καρφί. Ίσως [στην ποίηση νιώθω πιο ελεύθερος] γιατί στην ποίηση είμαι ερασιτέχνης. Δεν βάζω όρια. Δεν σκέφτομαι. Ό,τι αισθάνομαι, το γράφω, κι αυτό μ' αρέσει.



* Τα ποιήματα των δωματίων [είναι αυτοβιογραφικά]. Κι αυτά μ' εκφράζουν πιο πολύ.

- Αν βάλω μια γλυκιά ώχρα μεγάλη κι ένα γκρίζο βγάζω:
Στο κέντρο του δωματίου μου
στέκω ακίνητος
και ακούω τη
βοή της πόλης
και τον ψίθυρο
των διαβρωμένων τοίχων
ακούω τον ήχο της σκόνης
που σκεπάζει τα έπιπλα
τα χαλιά και το πάτωμα.

- Αν βάλω γκρι και καφέ, τότε θα βγάλω:
Η σκόνη κάθεται
παντού.
Σκέπαζει τις καρέκλες
τα χαλιά
τις χαραμάδες και
τις κρυφές γωνίες.
Εχτές παρατηρούσα
το χέρι μου
σιγά σιγά
το σκέπαζε η σκόνη.

Αν βάλω κίτρινο (όμως κίτρινο citron, και γκρίζο, τότε βγάζω:
Γράφω τηλέφωνα
σε μικρά χαρτιά
σε ευρετήρια.
Όταν ξεχνώ τους
ανθρώπους
τα ευρετήρια γίνονται
μικρά νεκροταφεία.

Δημήτρης Μυταράς (1934)

Image and video hosting by TinyPic


*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Δημήτρης Μυταράς στην Μελίνα Αδαμοπούλου για το
περιοδικό ΕΝΑ - τχ.31, 1/8/1985
*Φωτογραφίες: www.infokids.gr, tanea.gr, ethnos.gr

Ετικέτες , ,

26 Μαρ 2012

131 ~ Γιάννης Τσαρούχης: Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως.

Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα.

Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που 'χαν αυλή και κάμαρες γύρω γύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα.

Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους που 'χε δυο αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ' ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.

Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις σε μία γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ' ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή.

Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία, στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70x100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ' έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυο μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες» ποιο είναι το καλύτερο απ' τα δύο.

Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ' ευχαριστήσει.

Τα πρώτα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυο σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μη παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι' ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι' ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πώς είσαι έτσι σ' αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ' αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι' αυτό δεν πρέπει να δουλεύομε Κυριακή.

Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ' αυτή την δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.

Τo δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ' ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ' ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.

Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ' ένα βιβλίο που 'χε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ' τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα, και χαρτοπαιξία κι' είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration καi το άλλο η Vie Parisienne. To τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες.

[....] Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ' την εταιρία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς.

Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δύο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Tα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θειας μου σχεδιασμένα απ' τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ' τον στενό του συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, ποτέ καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς. Σ' αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήταν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.

Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι' επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογενείας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.

Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα, σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πικ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του ΄δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ' το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ' αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ που 'χε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.

Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό, θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ' το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι' είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο το ΄χε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαινω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι' οι δυο απ' τους κακοποιούς».

[....] Ένα άλλο είδος εντύπωση μου 'χαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ' το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου. Μαζί μας ήταν και δύο άλλα παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να του δείξω μερικές ακουαρελλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μου 'πε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μου 'παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στην μουσική, στην φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ' την παλιά Ελληνική Τέχνη. Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ' τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ' τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού, θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα.

[....] Εκείνη την εποχή, θα 'μουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι' αποφάσισα ν' αυτοκτονήσω σιγά σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχα φάει πριν. Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής. Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του - κι' είχε πολλές - χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γερο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιους, Ο ένας ήταν αστυφύλακας κι' ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στην Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε Βαζαντινή.
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)



* το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την λέξη, τχ. 7
Σεπτέμβρης '81

* φωτογραφίες: ardin-rixi.gr, tovima.gr, os3.gr,
omikron.tv, silezukuk.tumblr.com, paidevo.gr


Links:
- Περιοδικό Ως3:
Αφιέρωμα στον Γιάννη Τσαρούχη
- Το Βήμα:
Ο μεγάλος έλληνας ζωγράφος κάνει
την προσωπική εξομολόγησή του


Aκόμα:
- Ακροκέραμα:
Εμπλουτισμένη, με πίνακες του Γιάννη Τσαρούχη,
αναδημοσίευση της παρούσας ανάρτησης.


Ετικέτες , ,

11 Δεκ 2010

106 ~ Bάσω Κατράκη: σπίτι μέσα στη θάλασσα

Γεννήθηκα στο Αιτωλικό του Μεσολογγίου. Το Αιτωλικό είναι ένα μικρό νησάκι, που το συνδέουνε με τη στεριά δυο μακριά πέτρινα γεφύρια με πολλές μικρές τοξωτές καμάρες. Το σπίτι μας ήτανε σχεδόν όλο μέσα στη θάλασσα και στη γειτονιά καθότανε όλο ψαράδες. Ένα ξυπόλυτο μελισσολόι τριγύριζε ολοήμερα, με τις γυναίκες τους συνέχεια γκαστρωμένες και τα παιδιά , μπακανιασμένα από την ελονοσία.

Ο πατέρας μου λεγότανε Γιώργης Λεονάρδος κι ήτανε κτηματίας, μα περισσότερο τραγουδούσε κι έψελνε στην εκκλησία με μια σπάνια ωραία, ζεστή φωνή. Όταν τραγουδούσε μαζευότανε κόσμος και κοσμάκης σπίτι μας για να τον ακούσει. Η μανούλα μου ύφαινε ολοκέντητα λεπτά μεταξωτά και μπαμπακερά και πολύχρωμα μάλλινα κιλίμια. Είχε πάρει κι ένα χρυσό βραβείο σε μια Διεθνή Έκθεση στο Παρίσι.

Τα δυο μου αδέρφια, ήτανε μεγαλύτερα από μας τα κορίτσια. Ο μεγάλος, φοιτητής τότε της φιλολογίας μας έφερνε από την Αθήνα ένα μαγικό για μας κόσμο. Παλιά βιβλία με χρωματιστές χαλκογραφίες και ξυλογραφίες, χρωματιστές εικόνες και χαλκομανίες, μπογιές και πινέλα και δεν άφηνε παλιατζίδικο της Αθήνας αγύριστο. Ο μικρότερος, ό,τι έβλεπε το μάτι του τόκαναν τα χέρια του, και μαζί με όλα, ζωγραφίζανε κιόλας και οι δυό τους.

Γύρω-γύρω από τη μικρή μας θάλασσα ήτανε η έξοχή, γεμάτη ελιές, χωράφια καρπερά, μποστάνια, καπνοτόπια, σιτηρά. Μια ζωή στη στεργιά και στη θάλασσα, γεμάτη ιδρώτα και μόχθο. Μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον μεγάλωσα. Διάβαζα βιβλία και βιβλία πούχε ο αδερφός μου κι οι φίλοι μας. Μ’ άρεσε πολύ το διάβασμα και πιο πολύ ή ποίηση. Κοντά στ’ αδέρφια μου ζωγράφιζα κι εγώ.

Κρυφά, ονειρευόμουνα να γίνω ζωγράφος, μα μου φαινότανε τόσο απίστευτα μεγάλο που δεν μπορούσε λογικά να χωρέσει στο μυαλό μου. Ό, τι έβλεπα, έλεγα: - Εγώ αυτό μπορώ να το κάνω. Kαι πολλές φορές έβαζα τον εαυτό μου σε δοκιμασία. Δεν ήξερα ακόμα ότι, άλλο πράμα είναι η Τέχνη.

Και μια μέρα, σφηνώθηκε ξαφνικά στο μυαλό μου ένα ερώτημα. Κι’ αν γίνω ζωγράφος; Πώς έγινε έτσι άξαφνα αυτό, δεν το κατάλαβα. Χίλιες καμπάνες χτυπήσανε μέσα μου, κι έχασα τον κόσμο. Από τότε, δεν είχα τίποτε άλλό στο μυαλό μου νύχτα και μέρα. Μα, χίλιες δυο αναποδιές ξεφυτρώσανε, και ξαφνικά, ο πατέρας μου αρρώστησε βαριά κι έπεσε πολύ πίκρα και θλίψη στο σπίτι μας, πού κράτησε εφτά ολόκληρα χρόνια.

Και κάποια μέρα, αφού πέθανε ο πατέρας μου, ξεκίνησα για την Αθήνα μην ξέροντας ακριβώς τι θα κάνω. ... ...
Βάσω Κατράκη (1914-1988)




* To αυτοβιογραφικό κείμενο και οι φωτογραφίες είναι
από τον επίσημο ιστότοπο για την Βάσω Κατράκη
.

Ετικέτες , ,

6 Οκτ 2010

102 ~ Σαλβαντόρ Νταλί: μικρό, μεγάλο, κι ακόμα πιο μικρό απ' το μικρό...

Έφυγα για τη Μαδρίτη με τον πατέρα, μου και την αδερφή μου. Για να σε δεχτούνε στη Σχολή Καλών Τεχνών έπρεπε να κάνεις ένα κλασικό σχέδιο. Το μοντέλο μου ήταν ένα ανάγλυφο του Βάκχου, έργο του Jacopo Sansovino. Είχαμε έξι μέρες καιρό για να το σχεδιάσουμε. H δουλειά μου κυλούσε ομαλά, όταν την τρίτη μέρα, ο θυρωρός που φλυαρούσε με τον πατέρα μου στην αυλή περιμένοντας να βγούμε, είπε ότι φοβόταν μήπως απορριφθώ.
— Δεν αμφισβητώ, έλεγε, την καλλιτεχνική αξία του σχεδίου του γιου σας, αλλά δεν τήρησε τους κανόνες της εξέτασης και είναι απαράβατος όρος το σχέδιο να έχει τις διαστάσεις του χαρτιού Ingres. O γιος σας το έκανε τόσο μικρό ώστε, πραγματικά, σε καμμία περίπτωση δε μπορεί κανείς να θεωρήσει τα κενά σαν περιθώρια.

Από τη στιγμή εκείνη, ο πατέρας μου έπαψε να ζει. Δεν ήξερε τι να συμβουλέψει: να ξαναρχίσω ή, παρ' όλ' αυτά, να συνεχίσω. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της βόλτας και το βράδυ στον κινηματογράφο, ο πατέρας, μου επαναλάμβανε διαρκώς: «Έχεις το κουράγιο να ξαναρχίσεις;». Και ύστερα από μια μεγάλη σιωπή: «Σου μένουν τρεις μέρες!». Ένοιωθα κάποια ευχαρίστηση να τον αναστατώνω, όμως σιγά-σιγά μού μεταδόθηκε το άγxος του. Πριν ξαπλώσουμε μου είπε: «Κοιμήσου και μην το σκέφτεσαι. Αύριο πρέπει να νοιώθεις πολύ καλά για να πάρεις την απόφασή σου».

Την επομένη, με πολύ κουράγιο, τα έσβησα όλα. Το φύλλο του χαρτιού που ξανάγινε άσπρο με παρέλυσε. Γύρω μου, οι υπόλοιποι ανταγωνιστές βρίσκονταν στην τέταρτη μέρα της δουλειάς τους και άρχισαν να βάζουν τις σκιές. Άλλη μια φορά και θα τελείωναν, μη έχοντας παρά να προσέξουν τις τελευταίες λεπτομέρειες. Μου είχε ήδη χρειαστεί περισσότερο από μισή ώρα για να σβήσω το σχέδιο μου. Ξανάρχισα τη δουλειά. Μου πήρε πάνω από μια ώρα για να κάνω τα προκαταρκτικά ενός νέου σxεδίου, αλλά και αυτά τα έκανα τόσο άσχημα, ώστε τα έσβησα όλα και πάλι. Ο πατέρας μου περίμενε στην έξοδο.
— Λοιπόν, τι έκανες;
— Τα έσβησα όλα.
— Και πώς πάει το καινούργιο;
- Δεν το άρχισα ακόμα. Σήμερα έσβησα μόνο και πήρα τα μέτρα. Θέλω να 'μαι σίγουρος γι αυτό που θα ζωγραφίσω αυτή τη φορά.
— Έχεις δίκιο, μου είπε, αλλά δύο ώρες για να πάρεις τα μέτρα είναι πολύ! Δε σου μένουν παρά μόνο δυο μέρες. Δεν έπρεπε να το σβήσεις.

Ούτε εγώ ούτε εκείνος μπορέσαμε να φάμε εκείνη τη μέρα! Σε κάθε γεύμα επέμενε:
— Φάε, φάε! Πρέπει να φας, αν θέλεις να είσαι καλά αύριο.

Ήμασταν χάλια. Ο πατέρας μου δεν έκλεισε μάτι ούτε δευτερόλεπτο, βασανισμένος από την ιδέα ότι δεν έπρεπε να σβήσω το σxέδιο. Την επομένη άρχισα τη δουλειά, χωρίς καν να κοιτάζω το μοντέλο, που το ήξερα απ' έξω. Στο τέλος μόνο της μέρας αντιλήφθηκα ότι είχα κάνει το σχέδιο πολύ μεγάλο. Τα πόδια δεν χωρούσαν στο χαρτί μου. Αυτό ήταν ακόμα χειρότερο από το να αφήσω υπερβολικά μεγάλα περιθώρια. Τα έσβησα όλα από την αρχή. Στην έξοδο βρήκα τον πατέρα μου πελιδνό από ανυπομονησία.
— Λοιπόν;
— Πολύ μεγάλο, του απάντησα.
— Και τι θα κάνεις;
— Το έσβησα ήδη.

Στα γκριζογάλανα μάτια του φάνηκαν δυο δάκρυα.
- Έλα, είπε σαν για να παρηγορήσει τον εαυτό του, έχεις ακόμα όλη την αυριανή μέρα. Πόσες φορές δεν έκανες σxέδια σε λιγότερο από δυο ώρες!

Ήξερα ότι αυτό ήταν ανθρωπίνως αδύνατο, διότι χρειαζόταν τουλάχιστον μια μέρα για το σκίτσο και άλλη μια για τις φωτοσκιάσεις. Ο πατέρας μου το ήξερε επίσης. Όλα είχανε χαθεί. Θα έπρεπε να γυρίσουμε στη Figueras, πνιγμένοι στη ντροπή, εγώ, που ήμουν ο καλύτερος εκεί πέρα. Ο κύριος Nyñes ήταν σίγουρος ότι θα πετύχαινα αμέσως, ακόμα και αν το σχέδιό μου ήταν ένα από τα μετριότερα έργα μου.

- Αν αποτύχεις, είπε ο πατέρας μου, θα είναι από λάθος μου και από λάθος του ηλίθιου του θυρωρού. Τι ανακατεύτηκε; Αν το σχέδιό σου ήταν καλό, είχε σημασία το μέγεθος;
- Και εγώ αυτό σού έλεγα, του απάντησα με κακία. Αν είναι κάτι καλά ζωγραφισμένο, δεν υπάρχει πρόβλημα!
- Μα μου είxες πει, εσύ ο ίδιος, ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό, δικαιολογήθηκε γεμάτος τύψεις, βασανίζοντας με τα δάχτυλά του μια τούφα από τα μαλλιά του.
— Ποτέ δεν είπα ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό. Είπα «μικρό».
- Εγώ, επανέλαβε, νόμιζα ότι μου είχες πει ότι ήταν πολύ-πολύ μικρό. Λοιπόν, πιθανόν να ήταν εντάξει; Πες μου ακριβώς τις διαστάσεις του, για να μπορέσω να καταλάβω.

Τον βασάνιζα όσο περισσότερο μπορούσα.
— Μιλήσαμε τόσο πολύ γι' αυτό που δε μπορώ να το θυμηθώ ακριβώς. Νομίζω ότι το σχέδιό μου ήταν κανονικό, μάλλον μικρό, αλλά όχι υπερβολικά!
— Προσπάθησε λοιπόν να θυμηθείς! Είχε αυτό το μέγεθος; Μου έδειχνε ένα πηρούνι.
— Πώς θα μπορούσα να μετρήσω το μέγεθος του σχεδίου μου μ' ένα κυρτό πηρούνι;
- Φαντάσου, ξανάρxισε πάλι υπομονετικά, ότι πρόκειται γι' αυτό το μαxαίρι. Είχε αυτό το μέγεθος;
- Νομίζω πως ναι, αλλά ίσως και όχι!
- Είναι ναι ή όχι; ρώτησε με λύσσα.
- Ίσως ναι, ίσως όχι.

Ο πατέρας μου βημάτιζε πάνω κάτω στο δωμάτιο, πνιγμένος από το άγχος και την οργή. Πήρε ένα ψίχουλο ψωμιού, το πέταζε κάτω και πέφτοντας στα γόνατα με ρώτησε ικετευτικά:
- Ήταν μικρό σαν αυτό το ψίχουλο ή μεγάλο σαν αυτή τη ντουλάπα με τον καθρέφτη;

Η αδερφή μου άρχισε τα κλάματα και πήγαμε σ' ένα λαϊκό κινηματογράφο. Στο διάλειμμα όλος ο κόσμος γύρισε για να μ' εξετάσει σαν φαινόμενο. Ήμουν σα μασκαρεμένος ηθοποιός, με το μπαστούνι μου με τη χρυσή λαβή, το βελούδινο σακάκι μου, τα γυναικεία μου μαλλιά και τις φαβορίτες που σκέπαζαν τα μισά μου μάγουλα. Δυο κοριτσάκια, ιδίως, με κοίταζαν εκστασιασμένα, με ανοιχτό το στόμα. Ο πατέρας μου εκνευρίστηκε.
- Σε λίγο δεν θα μπορούμε πια ούτε να βγαίνουμε μαζί σου. Δεν αξίζει τον κόπο ν' αφήσεις μακριά μαλλιά και φαβορίτες για να γυρίσουμε στη Figueras με την ουρά ανάμεσα στα σκέλια!

Εδώ και δυο μέρες το γαλαζωπό βλέμμα του είχε γίνει πικρό και κουρασμένο. Δεν έστριβε πια ούτε την άσπρη τούφα των μαλλιών του που, τώρα, ανασηκωμένη σαν κέρατο, φανέρωνε όλη του την αναστάτωση.

Ξημέρωσε μια σκυθρωπή μέρα. Ήμουν έτοιμος για όλα... Η καταστροφή δε μπορούσε να είναι χειρότερη από τις στιγμές που ζήσαμε την προηγούμενη μέρα. Άρχισα τη δουλειά από την αρχή της ημέρας. Σε μια ώρα τα είχα τελειώσει όλα, ακόμα και τις πιο λεπτεπίλεπτες φωτοσκιάσεις.

Περνούσα την τελευταία ώρα θαυμάζοντας την τελειότητα και την επιτυχία του έργου μου, όταν ξαφνικά αντιλήφθηκα ότι, αυτή τη φορά, αυτό που είχα κάνει ήταν πολύ μικρό, μικρότερο και από το πρώτο μου σχέδιο!

Στη έξοδο βρήκα τον πατέρα μου να διαβάζει εφημερίδα. Μη τολμώντας να με ρωτήσει, περίμενε τις πρώτες μου κουβέντες.
- Έκανα ένα καταπληκτικό σχέδιο. Και αμέσως συμπλήρωσα:
- Δυστυχώς είναι ακόμα πιο μικρό από το πρώτο!

Οι τελευταίες λέξεις είχαν το αποτέλεσμα μιας βόμβας, τα αποτελέσματα των εξετάσεων, όμως, δεν ήταν λιγότερο εκρηκτικά. Με δέχτηκαν στη Σχολή Καλών Τεχνών με αυτό το αιτιολογικό: «Αν και το σχέδιο δεν εκτελέστηκε στις καθορισμένες διαστάσεις, είναι τόσο τέλειο, ώστε η εξεταστική επιτροπή το αποδέχτηκε».
Salvador Dalí (1904-1989)
(Salvador Felip Jacint Dalí Domènech)





* Το κείμενο είναι από το περιοδικό η λέξη - τ.24, Μάιος '83.
* φωτογραφίες: tate.org.uk, whatsontv.co.uk,
robsessedpattinson.com, dali.parkwestgallery.com,
guardian.co.uk
* πίνακες: tate.org.uk., reactorleak.com,
musee-virtuel.com, artistexplorer.com



Ετικέτες , ,

30 Ιουλ 2009

79 ~ Δήμος Σκουλάκης: πορεία προς την αυτοπεποίθηση

* Όταν ανακοίνωσα στον πατέρα μου την πρόθεση να πάω στην Καλών Τεχνών και να γίνω ζωγράφος, μου λέει: «Δηλαδή θα γίνεις ομοφυλόφιλος», επηρεασμένος από τον Τσαρούχη τον οποίο γνώριζε. Του είπα: Μα ο Παπαλουκάς δεν ήταν ομοφυλόφιλος. Και μου απαντά, «ναι αλλά θα πεινάσεις, σαν κι αυτόν. Ξέχασέ το, θα δώσεις στη Σχολή Ευελπίδων». Ενοχλήθηκε τόσο, που άρχισε να σπάει τα τελάρα που είχα στο δωμάτιο μου, να πετάει τα χρώματα στο πάτωμα, να τα πατάει. Κοίταγα τα πατημένα σωληνάρια. Σαν πτώματα ήτανε. Με πιάσανε τα κλάματα. Σκεφτόμουν έντονα την αυτοκτονία. Έλεγα πως αν δεν γίνω ζωγράφος, δεν έχει νόημα να ζω.

Η συμπαράσταση ήρθε από τη μάνα και κυρίως από τη θεία μου την Παπαστεφάνου. Κανόνισαν κι έφυγα για το Παρίσι. Εκεί έπαιρνα τότε τα χρήματα που μου έστελναν από τον φίλο της θείας μου, τον Κριστιάν Ντιορ. Μάλιστα με ρώτησε αν θέλω να γίνω σχεδιαστής μόδας, να πάω με τα άλλα παιδιά, να με διδάξει. Ανάμεσα στα «παιδιά» ήταν και ο Πιερ Καρντέν.

*...ήθελα ένα κοτλέ κοστούμι σαν του Μοντιλιάνι, είχα λίγα χρήματα, πήγα στον Πιερ Καρντέν, μου το έφτιαξε και δεν δεχόταν να πληρωθεί. Ήμουν ο πιο κομψός αδέκαρος στο Παρίσι... Γύριζα σε μουσεία, σκόρπαγα το χρόνο μου. Έπινα, φλέρταρα και καμιά φορά ζωγράφιζα. Συνόδευα τη μοναξιά μου με ποτό. Από τότε άρχισε η συνήθεια να πίνω.

Η πρώτη [μου εξάρτηση] ήταν με το μύθο των ανθρώπων. Όπως με τον Μοντιλιάνι που τον θεωρούσα μοναδικό ζωγράφο. Τελικά κατάλαβα ότι είναι καλός ζωγράφος, όχι ο μέγιστος. Τώρα με αγγίζουν μέχρι δακρύων αισθητικά ο Βαν Γκονγκ, ο Λωτρέκ. Ολοι οι καταραμένοι...

* η Ποπ Αρτ είναι μια ζωγραφική που με είχε αφήσει άναυδο. Την είδα κυρίως πολιτικά. Είμαστε τότε μια ομάδα αριστερών ζωγράφων, που δεν μας άρεσε ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Μας δημιουργήθηκε λοιπόν μια μεγάλη επιθυμία με την Ποπ Αρτ, αλλά και μια μεγάλη παρανόηση. Χρειάστηκαν χρόνια για να καταλάβουμε ότι η Ποπ Αρτ δεν ήταν επαναστατική ζωγραφική, αλλά μια διαμαρτυρία στην κατανάλωση και παράλληλα υποστήριξη της κατανάλωσης... Επανάσταση στη ζωγραφική μπορείς να κάνεις με τη δουλειά σου. Αλλά επανάσταση στην κοινωνία με τη ζωγραφική δεν μπορείς να κάνεις.

* Ζωγράφιζα μέσα από τις φωτογραφίες, τα πολιτικά γεγονότα, μέχρι το 1967, όταν ήρθε η χούντα. Περνάω στην παρανομία, αναγκάζομαι να φύγω στο εξωτερικό και πρωταρχικό πλέον στοιχείο στη ζωή μου είναι να πέσει η δικτατορία. Πού καιρός, χώρος, λεφτά, μυαλό για ζωγραφική τότε. Απομακρύνομαι και από τα δύο κομμάτια του ΚΚΕ, το οποίο διασπάστηκε και ιδρύουμε το ΕΚΚΕ, από το οποίο αποχώρησα το '75.

* Το ποτό υπάρχει στη ζωή μου συνεχώς. Ξαναγυρίζω το 1977 στο σκίτσο και τις εφημερίδες για βιοπορισμό. Θέλω να ζωγραφίσω, αλλά δεν τολμάω. Βλέπω έκθεση του φίλου και συμμαθητή μου Χρόνη Μπότσογλου, του Ψυχοπαίδη και άλλων, αρρωσταίνω, με πιάνουν τα κλάματα, πάω και μεθάω. Την ίδια εποχή γνωρίζω και τη σημερινή μου γυναίκα, την Αθηνά Ραπίτου, γεγονός πολύ καθοριστικό για μένα. Μια μέρα πάμε στο σπίτι του Μπότσογλου, όπου ανακαλύπτει η Αθηνά έργα μου που τα φύλαγε ο Χρόνης. Καταλαβαίνει ότι είμαι ζωγράφος. Δεν το έλεγα μέχρι τότε, το είχα θάψει μέσα μου, ένιωθα ότι είχα ξοφλήσει ως ζωγράφος. Μου έκανε δώρο ένα καβαλέτο, με στήριζε με κάθε τρόπο. Παράλληλα ο Μπότσογλου μου ζωγραφίζει το πορτρέτο. Ποζάρω, κάθομαι στον καναπέ, βλέπω την πίσω πλευρά του τελάρου, βλέπω το πινέλο να βγάζει τις χαράξεις και να στήνεται το έργο, δεν βλέπω τι ζωγραφίζει. Η μυρωδιά του χρώματος, η όλη διαδικασία, η εικόνα του να δημιουργεί εν θερμώ, με τρέλαιναν. Αυτή η διαδικασία έπαιξε κινητήριο ρόλο. Πριν τελειώσει το έργο του Χρόνη, τις ώρες που γυρίζω από την εφημερίδα το βράδυ, ως το πρωί προσπαθώ να ζωγραφίσω. Κάνω μια σειρά πίνακες που τους κατέστρεψα και καλά έκανα διότι ήταν κακοί. Αυτό επέτεινε τη δυσφορία, το αίσθημα ανικανότητας, την έλλειψη αυτοεκτίμησης. Πίνω υπερβολικά. Συνειδητοποιώ ότι είμαι αλκοολικός... άρχισαν τα πρώτα συμπτώματα, τρεμούλες στα χέρια, κατάθλιψη, τάσεις αυτοκτονίας. Βρισκόμαστε στο 1979. Στριφογυρίζω σαν τρελός στο ατελιέ και μου ήρθε σωτήρια στο μυαλό, τόσα χρόνια μετά, η ρήση του Τσαρούχη. «Βάλε ένα καθρέφτη απέναντι και φτιάξε τον εαυτό σου». Παίρνω ένα τελάρο, βάζω τον καθρέφτη απέναντι και βγαίνει η αυτοπροσωπογραφία μου. Τελειώνω τρεις η ώρα τη νύχτα. Δεν έχω τηλέφωνο, πηγαίνω σε ένα μπαρ, τηλεφωνώ στον Μπότσογλου και του λέω «Χρόνη, θέλω να έρθεις τώρα». Παίρνει ένα ταξί κι έρχεται. Μόλις βλέπει το έργο, λέει «το έσπασες το τσόφλι. Καλώς ήρθες στη ζωγραφική».

*...διαπιστώνω μετά θλίψεως ότι έχω εμπόδιο το αλκοόλ. Πιστεύω ότι έχω ξοφλήσει, βουλιάζω σε μια κόλαση αυτοκαταστροφής. Καταφεύγω στο μπουκάλι. Δεν σταματάω [τη ζωγραφική]. Καταλάβαινα ότι δεν με ενδιέφερε τίποτα άλλο, ότι χωρίς ζωγραφική δεν υπάρχω. Αλλά για να κάνω ζωγραφική πρέπει να κόψω το ποτό. Με τη βοήθεια της γυναίκας μου και του ΚΕΘΕΑ αρχίζω έναν σκληρό αγώνα αποτοξίνωσης. Χρειάστηκαν τέσσερα επώδυνα χρόνια για να σταθώ στα πόδια μου. Τέλη του 1984, τελείωσε η ιστορία μου με το αλκοόλ. Δεν είναι τυχαίο πως κόβοντας το ποτό άρχισα σιγά σιγά να αγαπάω τον εαυτό μου και τους άλλους.

Τέλος του '84 εκθέτω εβδομήντα πορτρέτα στην «Ώρα». Έτσι άρχισε η πορεία στην αυτοπεποίθηση.
Δήμος Σκουλάκης (1939)


Δήμος Σκουλάκης: Ομόνοια (1997)

- για τον Δήμο Σκουλάκη εδώ

* Αποσπάσματα από συνέντευξη του Δήμου Σκουλάκη, στον Γιώργο Δουατζή.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Κ της Καθημερινής - τ.170/3.9.2006
*η πρωτότυπη φωτογραφία (προ της επεξεργασίας)
είναι από το ίδιο τεύχος

Ενημέρωση 10/12/2014
Η Καθημερινή, 10 Δεκεμβρίου 2014: Πέθανε
ο διακεκριμένος ζωγράφος Δήμος Σκουλάκης

Ετικέτες , ,

12 Ιουλ 2009

78 ~ Μέμος Μακρής: αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά

Έξι η ώρα το πρωί ο ήλιος που σκάει πέφτει μέσα στο δωμάτιό μου και με ξυπνάει. Σηκώνομαι από ένα κρεβάτι μαλακό και, αφού πλυθώ, κατεβαίνω και πηγαίνω κατ' ευθείαν στο ατελιέ μου, όπου ασχολούμαι με την τακτοποίησή του, δηλαδή τη μετατροπή του σε ατελιέ. Γιατί η orangerie είναι ένα κτίριο 10 Χ 4 με μια πλευρά όλο τζαμαρία με πορτοπαράθυρα τζαμένια, αλλά είναι λίγο καταστραμμένη, γιατί οι Γερμανοί την είχανε κάνει σταύλο. Επομένως θέλει μερικές επισκευές, τζάμια και λοιπά. Στις 7 ½ πηγαίνω καμιά πενηνταριά μέτρα πάρα κάτω, όπου είναι μια πισίνα (λίμνη) όπως αυτή του βασιλικού κήπου, και παίρνω το μπάνιο μου. Είναι αρκετά βαθειά ώστε να κολυμπάω. Στις 8.00΄ η γυναίκα, που ήτανε μαγείρισσα στον πρώην πυργοδεσπότη και μένει σε ένα από τα βοηθητικά σπίτια του κτήματος, με φωνάζει για το πρωινό που συνίσταται σε γάλα με καφέ, βούτυρο και ψωμί και φρούτα από τον κήπο. Μετά ξαναγυρίζω στο ατελιέ όπου εργάζομαι. Ένα κοριτσάκι, του περιβολάρη που έχει έρθει εν τω μεταξύ για να μου ποζάρει ως τις 11 ½, οπότε ξαναπαίρνω το μπάνιο μου και πηγαίνω και τρώγω καλομαγειρεμένο φαΐ. Μετά, αφού ξαπλώσω λίγο στο ωραίο κρεβάτι ή επάνω στη χλόη κάτω από πανύψηλες καστανιές, παίρνω το μπλοκ μου και γυρίζω στον κήπο και σχεδιάζω ό,τι βρίσκω μπροστά μου, κότες, κουνέλια, σαλίγκαρους, φύλλα καστανιάς, τοπίο, παιδιά. Στις 6 ½ ξαναγυρίζω να φάω και, αφού κάνω μια καλή βόλτα, γυρίζω στο δωμάτιό μου όπου διαβάζω (σκέψου το παθαίνω και αυτό) ως στις 9 ½' μετά ύπνος. Ελπίζω να ζηλεύεις. Δεν ξεύρω πόσο θα κρατήσει αυτή η ζωή, για πόσο καιρό θα με αφήσει εκεί ο πυργοδεσπότης και πόσο καιρό ακόμα θα έχω λεφτά για να πληρώνω τη γυναίκα, η οποία είναι 72 χρονών (για να μη γίνει παρεξήγηση), για να μου δίνει αυτό το φαΐ που δεν το έκανα ποτέ στη ζωή μου. Καθώς βλέπεις αργεί να 'ρθει η τύχη μου, αλλά έρχεται πριγκιπικά. Μόνο που αισθάνομαι λίγο μόνος. Τον μόνο άνθρωπο που βλέπω είναι ο περιβολάρης, η μαγείρισσα και τα δυο παιδάκια, του περιβολάρη, αλλά πάντως τουλάxιστο για λίγο καιρό θα μου κάνει καλό και η μοναξιά, γιατί την επιθυμούσα και γιατί έxω μια όρεξη για δουλειά τρομερή. Αν κατορθώσω να οργανωθώ καλά, βρω τα απαιτούμενα και μ' αφήσει και ο ιδιοκτήτης, θα πρέπει να βγάλω δουλειά. Εάν δεν βγάλω, τότε θα πει πως είμαι ένας ηλίθιος και σεις ακόμα περισσότερο που με στείλατε εδώ. - (20 Αυγ. 1947)
Μέμος Μακρής (1913-1993)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο Αγαπητή Τατιάνα
- εκδ. Ίκαρος, 2003
* φωτογραφίες: η πρώτη από το commons.wikimedia.org,
και η δεύτερη από το βιβλίο

Ετικέτες , ,

11 Φεβ 2008

42 ~ Νίκος Εγγονόπουλος: Mόνος πόθος μου, να περνώ πάντα απαρατήρητος

... Ήταν η χρονιά όπου ετελείωνα τις εργαστηριακές μου σπουδές στη ζωγραφική. Μαθήτευα πλησίον του Κωνσταντίνου Παρθένη, και το εύρισκα άπρεπο απέναντι στον σεβαστό κι’ αγαπητό δάσκαλο να θέλω να εκδηλωθώ προσωπικά, και μάλιστα σε διαφορετική «σχολή», τον υπερρεαλισμό, την στιγμή που καταρτιζόμουνα κοντά του για το μελλούμενο καλλιτεχνικιό μου στάδιο. Δεν πιστεύω να ήτανε και αντίθετο στην επιθυμία του μεγάλου Παρθένη να βλέπη τους μαθητάς του, μετά το πέρας, όμως, των σπουδών τους, να παίρνουν τον δικό τους δρόμο, σύμφωνα με την ιδιαίτερή τους διάθεση και τις ιδιαίτερές τους κλίσεις.

Όταν ο χαριτωμένος ποιητής Απόστολος Μελαχρινός, προχωρημένο πια το καλοκαίρι του 1938, μου εζήτησε ποιήματα για ναν τα περιλάβη σε τεύχος του περιοδικού του «Κύκλος», τότε το μποpoύσα, και του έδωσα αρκετά της παραγωγής μου εκείνης της χpoνιάς, να διαλέξη όσα ήθελε. Του ήρεσαν τόσο («Τα αρέσω», μου είπεν αυτολεξεί), όπου, όχι μόνο δημοσίεψε πολλά στο αμέσως επόμενο τεύχος του «Κύκλου», αλλά προσφέρθηκε και επέμεινε και να βγάλη σε βιβλίo, πάλι στις εκδόσεις του «Κύκλου», όλα όσα του είχα δώσει. Ο ευγενής αυτός άνθρωπος κάθησε μαζί μου και κάναμε τη σελιδοποίηση. Ύστερα φpόντισε τη στoιχειoθέτηση. Αρκετά στoιχειοθέτησε και με το ίδιο του το χέpι - δεν θα την ξεχάσω ποτε αυτή τη μεγάλη τιμή που μου έyινε - καθώς είχε εγκατεστημένο το τυπογραφείο του «Κύκλου» σ' ένα δωμάτιo της τότε κατoικίας του, στην οδό Δαιδάλoυ. Ο αλησμόνητος Mελαχρινός φρόντισε ιδιαιτέρως το τύπωμα: μετά από τον διopθωτή, διάλεξε και τον καλύτερο πιεστή που μπορούσε να βρεθή στην Αθήνα εκείνο τον καιρό. Επέμενε, μάλιστα, γα το εξώφυλλο και για την εσωτεpική πρώτη σελίδα του τίτλου να χρησιμοποιηθούν δυο χρωμάτων μελάνια. Και το βιβλίo παpoυσιάστηκε, ένα, ή το πολύ, δυο μήνες ύστερ' από το περιoδικό.

Ήδη είχαμε προανακρούσματα από την κυκλοφορία του περιoδικoύ. Αλλά, με την εμφάνιση) του βιβλίου, το «σκάνδαλο» το εκσπάσαν υπερέβαινε όχι μόνο κάθε τι το ανάλογο που είχε ποτέ φανερωθεί στα ελληνικά γράμματα, αλλά και τις προβλέψεις τής πιo τολμηρής φαντασίας. Αστραπιαίως έλαβε τέτoιαν ένταση και τέτoιες διαστάσεις, που κι' ο ίδιος ο «ανάδoχος» μου, ο Mελαχρινός, τα έχασε. Αυτός, όπου με κανένα τρόπο δεν μπορούμε να πούμε ότι του έλειψε ποτέ η λεβεντιά. Δεν ανήγγειλε την έκδοση ούτε, ποτέ, περιέλαβε το βιβλίο στους καταλόγους των εκδόσεων του «Κύκλου», που δημοσίευε τακτικά, πίσω, στο εξώφυλλο του περιoδικoύ.

Το δημιουργηθέν σκάνδαλο κι' η επακoλoυθήσασα κατακραυγή εναντίον μου δεν μπορώ να πω πως δεν με έθιξαν, βαθύτατα. Η βίαιη κακoμεταχείρισις σαν υπoδoχή μιας γνήσιας προσφοράς είναι, το λιγώτεpo, σκληρά άδικη. Περιoδικά, εφημερίδες, le premier chien coiffe venu, παρωδούσαν και αναδημοσίευαν, κοροϊδευτικά, τα πoιήματά μου. Mια δε εφημερίδα, από τις μεγάλες, δεν θuμούμαι τώρα πoιά, αυθαδέστατα, ποδοπατώντας κάθε ιδέα πνευματικής, τέλος πάντων, ιδιοκτησίας, αναδημοσίευσε, σε μια ή δυο συνέχειες... ολόκληρο το βιβλίo! Συνοδεία, πάντοτε, χλευαστιxών και κακεντρεχών, όσο κι' επιπόλαιων, σχολίων.

Ποτέ δεν μ' ενδιέφερε η φήμη, η δόξα. Μόνος πόθος μου: να περνώ πάντα απαρατήρητος, αν δεν το μπορούσα ευxάριστoς, ανάμεσα στους συγκαιρινούς μου «συνοδίτας». Kι' όμως άκουσα κι' αυτή την κουβέντα, που μου εξετόξευσε, δεν ξέρω πια σε τι φύλλο, αγανακτισμένος «φιλολογικός» του συνεργάτrις: «Εγγονόπουλε, πάψε πια να βασανίζεσαι και να μας βασανίζης»

Αν η ζωή μου είναι αφιερωμένη στη ζωγραφική και στην ποίηση, είναι γιατί η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν. Έτσι και τότε, παρ’ όλη την απογοήτευσή μου, εξακολουθούσα ανελλιπώς να ζωγραφίζω, «να γράφω»* ποιήματα.
[...]
Σημειωτέον ότι στο μεταξύ ο πόλεμος είχε φθάσει πια ως εδώ. Στρατεύθηκα και με έστειλαν στην πρώτη γραμμή, στην «γραμμή πυρός», όπου με βαστήξανε πεισματάρικα, μέχρι το τέλος των επιχειρήσεων. Δίχως καμμιάν ανάπαυλα, αν εξαιρέσω ένα αρκετά βασανιστικό «ιντερμέδιo» στη «Διλοχία Πειραιώς», απλούν «πειθαρχικόν λόχον». Γιατί κανείς δεν αγνοεί ότι, ιδιαίτερα στην περίοδο της όντως αλησμovήτoυ «4ης Αυγούστου», ο όρος «διανοούμενος» συνεπήγετο και την έννοια του «υπόπτου». Ύστερα απο φονικότατη μάχη, στις 13 Απριλίου 1941, συνελήφθην αιχμάλωτος, κρατήθηκα, με τους συναδέλφους μου, παρανόμως, απο τους Γερμανούς, σε στρατόπεδο «εργασίας αιχμαλώτων», δραπέτευσα, αλώνισα, με τα πόδια, πάνω από την μισήν Ελλάδα, και τέλος επέστρεψα εις τα ίδια. Η εχθρότης και τα «rires jaunes» διατηρόνταν ακόμη αναλλοίωτα, και διετηρήθησαν μέχρι την εποχή του «Μπολιβάρ». Το ποίημα άρεσε στην τότε νεολαία και, σιγά-σιγά, η κατάσταση άρχισε να μαλακώνη. Ίσαμε το σημείο να μου απονεμηθή, το 1958, απο το Υπουργείο Παιδείας, το «Α' βραβείο ποιήσεως» για την εκδοθείσα τον προηγούμενο χρόνο συλλογή μου, αλλά και «δια την προτέραν ποιητικήν προσφοράν» μου. Eίvαι η μόνη τιμή πού μου έγινε ποτέ από το επίσημο κράτος. Με ξάφνιασε δε διπλά, γιατί πρώτον δεν είχα κάμει καμιάν αίτηση και, ως το συνηθίζω, κανένα διάβημα, γι' αυτό το σκοπό, αλλά και γιατί τα περισσότερα μέλη της Επιτpoπής δεν ήσαν φίλοι της δουλειάς μου, και πολλά εξακολουθούν να μην είναι και σήμερα.

Είπα πιο πάνω, ότι οι βιαιότητες των εναντίον μου επιθέσεων δεν με σταματήσανε ποσώς από του να ζωγραφίζω και να «γράφω» ποιήματα. Δεν μπορώ όμως να πω ότι δεν με δυσκόλεψαν,και πολύ μάλιστα, στη ζωή μου*. Καθώς δεν είμαι «οικονομικώς ανεξάρτητος» και μη έχοντας ικανότητα καμιά γι’ αυτά που λεν «διπλωματίες», εργάστηκα συνεχώς, σκληρά, ως υπάλληλος, χωρίς να λείψω ούτε στιγμή. Για να εξασφαλίσω και την ελευθερία μου, και τον λίγο καιρό, και τα ακόμη λιγώτερα μέσα που μου επέτρεψαν να εργαστώ καλλιτεχνικά. Ένας Θεός ξέρει τι απαιτητική, τι πολυδάπανη είναι η ζωγραφική επιστήμη. Τον Μαικήνα δεν τον συνάντησα ποτέ. Υπήρξα καλός υπάλληλος κι αυτό μου το επιτρέπουν ναν το πω τα διάφορα πιστοποιητικά «ικανοποιήσεως» των κατά καιρούς, λίγων ευτυχώς, εργοδοτών μου. Εύκολο να φανταστή κανείς με τι επιεική διάθεση οι διάφοροι εργοδόται είχαν την όρεξη να του εξασφαλίσουν «τα προς το ζην», σε υφιστάμενο που είχε την φήμη του ποιητού, και μάλιστα του «σκανδαλώδους ποιητού»! Ένας-δυo μου εφέρθηκαν και αφάνταστα σκληρά. Σήμερα, η πείρα μου μου επιτρέπει ναν το πω, με απόλυτη ευθύνη, πως, στον τόπο μας, και μάλιστα στα χρόνια τα δικά μας, η εκτίμησις εκδηλώνεται με αμείλικτη καταδίωξη. Πιστεύω πως, παλαιότερα, τον πνευματικό άνθρωπο, η νεο-ελληνική κοινωνία τον περιέβαλλε μόνο μ' απόλυτη αδιαφορία, δίχως μίσος.
[...]
Αν εσώθηκα, αυτό το χρωστώ στους ελάχιστους φίλους που μου παραστάθηκαν. Και, προ πάντων, σε δύο μεγάλους που μ’ ευεργετήσανε ποικιλοτρόπως, και για τους οποίους πρέπει να πω εδώ την μεγάλη μου ευγνωμοσύνη. Εννοώ τον μεγάλο ζωγράφο Κωνσταντίνο Παρθένη και τον μεγάλο ποιητή Ανδρέα Εμπειρίκo.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης είναι ένας πραγματικά μεγάλος ζωγράφος. Ένας από τους πιο μεγάλους τής εποχής μας και συνεπώς όλων των εποχών. Ευτύχησα να σπουδάσω κοντά του. Έτσι, όχι μόνο επωφελήθηκα της υπέροχης διδασκαλίας του: ότι γνωρίζω στη ζωγραφική το οφείλω, αποκλειστικά, σ' αυτόν. Αλλά, ταυτόχρονα, μου επετράπη να γνωρίσω τον άνδρα και να εμψυχωθώ, για όλη μου τη ζωή, έναν άνθρωπο υψηλόφρονα, ευθύ, άτεγκτο και ανεπηρέαστο στο δρόμο τής αρετής, μεγάλης καλλιεργείας, αφάνταστου ψυχικού πλούτου και μεγαλείου, κομψότατο, απέραντα καλό,* έναν αληθινό αριστοκράτη του πνεύματος και της ζωής.

Τα ίδια έχω να πω και για τον Ανδρέα Εμπειρίκo. Ευτύχησα, επίσης, να γνωρίσω κάπως από κοντά τον μεγάλο ποιητή. Πάντοτε με έθελξαν και με γοήτευσαν και με παρηγόρησαν στη ζωή (να η αποστολή της ποιήσεως!), τα υπέροχα έργα του. Τα ποιήματά του, καθώς και όλα του τα γραπτά, είναι προϊόντα μιας μεγάλης φαντασίας, ενός πάρα πολύ πλουσίου πνευματικού και ψυχικού κόσμου, μιας άψογης όσο και βαθειάς γνώσης του ωραίου και του καλού. Τα έργα του και η ζωή του τοποθετούν τον Ανδρέα Εμπειρίκo, ισάξιο, πλάι σ' έναν Σολωμό, σ' έναν Baudelaire, σ' έναν Lautreamont, σ' έναν Δάντη. Ό άνδρας, ακριβώς όπως ο Παρθένης: υπέροχος. Πρέπει να ειπωθή το ίδιο και γι' αυτόν όπως και για τον μεγάλο ζωγράφο: ένας αριστοκράτης του πνεύματος και της ζωής.

Τον Εμπειρίκo ευγνωμονώ και γι’ άλλο κάτι: είναι ο πρώτος που, στο μεγάλο σάλο, σήκωσε θαραλλέα τη φωνή και διαμαρτυρήθηκε για τον άδικο κατατρεγμό μου. Και επέβαλε σιωπή. Γιατί ποτέ δεν έστερξε την ψευτιά και την αδικία. Πάντοτε στάθηκε έτοιμος να υπερασπίση ό,τι θεωρούσε σωστό και δίκαιο, και να στηλιτεύσει κάθε τι που έβλεπε άδικο, ή απλώς κακό. Απίστευτα ανιδιοτελής, ποτέ ο ίδιος δεν καταδέχτηκε μικροσυμφέροντα και μικροπολιτικές, όπως συνηθίζεται, ευρύτατα, εδώ κι αλλού. Όμοια με τον Παρθένη, δουλεύει μεσ’ στην καθαρή χαρά, κι’ είναι το έργο τους και μόνο, και των δυονώ, που θαν τους τοποθετήσει, ασφαλώς και ακόπως, στη θέση που κατέχει δικαιωματικά ο καθείς τους και στον ελληνικό ορίζοντα και στον παγκόσμιο: μια από τις πρώτες. ...
Νίκος Εγγονόπουλος (1907-1985)


* Το κείμενο είναι από το βιβλίο Νίκου Εγγονόπουλου
Μη ομιλείτε εις τον οδηγόν = Τα κλειδοκύμβαλα της σιωπής
εκδ. Ίκαρος, 1966
* Πίνακες: hri.org
* Φωτογραφίες: enet.gr, engonopoulos.gr, enosi.net

Ετικέτες , ,