23 Ιουν 2015

171 ~ Τζακ Λόντον: ήμουν έτσι καμωμένος

Ήταν στο Ρένο της Νεβάδα, καλοκαίρι του 1892. Ήταν και παζάρι κι η πόλη ήταν γεμάτη μικρολωποδύτες και απατεωνίσκους, για να μη μιλήσουμε για στίφη ολόκληρα από πειναλέους αλήτες. Οι πειναλέοι αλήτες έκαναν την πόλη «πειναλέα» πόλη. Βροντούσαν τις πίσω πόρτες των σπιτιών των ευυπόληπτων πολιτών, μέχρι που οι πίσω πόρτες έπαψαν πια ν' ανοίγουν.

Δύσκολη πόλη για μάσες, έλεγαν τον καιρό εκείνο οι αλήτες. Ξέρω πως μου 'λειψαν πολλά γεύματα, παρά το γεγονός ότι μπορούσα να συρθώ ως την επόμενη αν μου βροντούσαν κατάμουτρα μια πόρτα, για να τσιμπήσω κάτι ή να με τραπεζώσουν ή και να ζητιανέψω στο δρόμο. Βρέθηκα σε τόσο δύσκολη θέση σ' αυτή την πόλη, που, μια μέρα, ξέφυγα απ' το φύλακα και τρύπωσα στο ιδιωτικό βαγόνι ενός περιοδεύοντα εκατομμυριούχου. Το τρένο ξεκινούσε την ώρα που ανέβηκα στο βαγόνι και όρμηξα στον εκατομμυριούχο που λέγαμε, ενώ μόλις ένα βήμα πίσω μου είχα το φύλακα, που πολεμούσε να με τσακώσει. Η τύχη μου κρεμόταν από μια κλωστή, γιατί μόλις ακούμπησα τον εκατομμυριούχο, με τσίμπησε κι ο φύλακας. Δεν είχα καιρό για τυπικότητες.

«Δω 'μου μια δεκάρα να φάω», είπα. Κι όσο ζω δε θα ξεχάσω τον εκατομμυριούχο, που έβαλε το χέρι στην τσέπη και μου 'δωσε... μάλιστα... ακριβώς... μια δεκάρα. Πιστεύω ακράδαντα πως τόσο είχε αναστατωθεί, ώστε υπάκουσε αυτόματα και, από τότε, πολλές φορές κατηγόρησα τον εαυτό μου που δεν του ζήτησα ένα ολόκληρο δολάριο. Γιατί ξέρω ότι θα μου το 'δινε. Απομακρύνθηκα τρέχοντας απ' το ιδιωτικό βαγόνι, ενώ ο φύλακας πολεμούσε να μου δώσει μια κλοτσιά στη μούρη. Δε με πέτυχε. Κι ας βρισκόμουν σε πολύ μειονεκτική θέση, γιατί προσπαθούσα να κατέβω απ' το τελευταίο σκαλί του βαγονιού και να μη σπάσω κιόλας το λαιμό μου, ενώ ταυτόχρονα, είχα κι από πάνω απ' το βαγόνι έναν εξαγριωμένο αιθίοπα που προσπαθούσε να με χτυπήσει καταπρόσωπο με ποδάρες πενήντα νούμερο! Μα την πήρα τη δεκάρα! Την πήρα!

[….] Μα αυτό το κάτι που 'θελα να φάω με δυσκόλεψε πολύ. Σε μια ντουζίνα σπίτια, με πέταξαν με τις κλωτσιές έξω. Μερικές φορές, με πρόσβαλαν κιόλας και τα αμπαρωμένα σπίτια με πληροφορούσαν πως θα τις έτρωγα στα γερά αν τολμούσα να τα ενοχλήσω. Το χειρότερο ήταν ότι οι πληροφορίες αυτές ήταν σωστές. Γι' αυτό και το 'χα πάρει απόφαση να φύγω την ίδια εκείνη νύχτα για τα δυτικά. Ο Τζον ο Νόμος έφερνε βόλτες στην πόλη, γυρεύοντας τους νηστικούς και τους άστεγους, γιατί αυτό αξίωναν οι αμπαρωμένοι κάτοικοι της πόλης.

Σ' άλλα σπίτια, μου βροντούσαν κατάμουτρα την πόρτα, κόβοντας στη μέση τα ευγενικά και ταπεινά μου παρακάλια να μου δώσουν κάτι να φάω. Σ' ένα σπίτι, δεν άνοιξαν καν την πόρτα. Στάθηκα στο κατώφλι και χτύπησα κι οι από μέσα με κοιτούσαν απ' το παράθυρο. Κρατούσαν μέχρι κι ένα καλοθρεμμένο παιδάκι ψηλά, στους ώμους τους, για να του δείξουν κι εκείνου τον αλήτη που δεν έμελλε να πάρει ούτε ψίχουλο απ' το σπίτι τους.

Άρχισα να καταλαβαίνω πως θα ήμουν υποχρεωμένος να στραφώ για φαγητό στους πολύ φτωχούς. Οι πολύ φτωχοί είναι το τελευταίο και σίγουρο αποκούμπι για τους πεινασμένους αλήτες. Πάντα μπορείς να βασιστείς στους πολύ φτωχούς. Ποτέ δε διώχνουν τους πεινασμένους. Πάμπολλες φορές, σ' όποιο μέρος των ΗΠΑ κι αν βρισκόμουν, αρνήθηκαν να μου δώσουν φαΐ τα μέγαρα πάνω στους λόφους. Μα πάντα μου 'διναν φαΐ τα φτωχοκάλυβα στο ρέμα ή στο έλος, που τα σπασμένα τους παράθυρα τα έκλειναν κουρέλια κι όπου κατοικούσαν μανάδες με κουρασμένο πρόσωπο, τσακισμένες απ' τη σκληρή δουλειά.

[….] Στη θύμησή μου έχει μείνει ένα συγκεκριμένο σπίτι απ' όπου με διώξανε κείνο το βράδυ. Τα παράθυρα της βεράντας έβλεπαν στην τραπεζαρία και μέσα απ' αυτά είδα έναν άντρα να τρώει πίτα, μια μεγάλη κρεατόπιτα. Στάθηκα στην ανοιχτή πόρτα και, την ώρα που μιλούσαμε, εξακολουθούσε το φαγητό του. Ευημερούσε και η ευμάρειά του τον είχε κάνει να δυσφορεί με τα λιγότερο τυχερά αδέρφια του.

Έκοψε στη μέση τα παρακάλια μου να μου δώσουν κάτι να φάω και γαύγισε: «Δεν πιστεύω πως θες να δουλέψεις».

Ε, αυτό ήταν τελείως ξεκάρφωτο. Δεν είχα πει τίποτα για δουλειά. Το θέμα της συζήτησης που άνοιξα ήταν το «φαΐ». Στην πραγματικότητα, δεν ήθελα να δουλέψω. Ήθελα να πάρω το νυχτερινό τρένο για τα δυτικά.
«Δε θα πεινούσες αν έβρισκες δουλειά», γρύλλισε.

Έριξα μια ματιά στην πειθήνια γυναίκα του και κατάλαβα ότι, αν δεν ήταν παρών αυτός ο Κέρβερος, θα την είχα δοκιμάσει τούτη την κρεατόπιτα. Μα ο Κέρβερος έτρωγε τώρα ολομόναχος την πίτα και κατάλαβα ότι, αν ήθελα να την δοκιμάσω κι εγώ, θα έπρεπε να τον κολακέψω. Για τούτο, αναστέναξα βαθιά μέσα μου και δέχτηκα την εργασιακή του ηθική.

«Και βέβαια θέλω δουλειά», μπλοφάρησα.
«Δε σε πιστεύω», ξεφύσησε.
«Δοκίμασέ με», αποκρίθηκα, συνεχίζοντας τη μπλόφα μου.
«Εντάξει», είπε. «Έλα στη γωνιά του τάδε και του τάδε δρόμου» -(ξέχασα τα ονόματά τους)- «αύριο το πρωί. Ξέρεις, εκεί που είναι εκείνο το καμένο σπίτι. Θα σε βάλω ν' ανεβάζεις τούβλα».
«Εντάξει, κύριε. Θα 'ρθω».

Γρύλλισε κι εξακολούθησε το φαΐ του. Εγώ περίμενα. Μετά από ένα δυο λεπτά σήκωσε το κεφάλι και με κοίταξε μ' ένα ύφος που 'λεγε «ακόμα εδώ είσαι;» και ρώτησε:
«Λοιπόν;».
«Πε...περιμένω να μου δώσετε κάτι να φάω», είπα ευγενικά.
«Το 'ξερα πως δεν ήθελες να δουλέψεις!» μούγκρισε.

Είχε δίκιο, φυσικά. Μα στο συμπέρασμα του θα πρέπει να 'φτασε διαβάζοντας τη σκέψη μου, γιατί ήταν αδύνατο να φτάσει με τη λογική σ' αυτό.

«Βλέπετε, τώρα πεινάω», είπα, ήρεμα πάλι. «Αύριο το πρωί θα πεινάω ακόμα περισσότερο. Σκεφτείτε πόσο θα πεινάω αν όλη τη μέρα ανεβάζω τούβλα χωρίς να βάλω ούτε μπουκιά στο στόμα μου. Αν, όμως, μου δώσετε κάτι να φάω τώρα, αύριο θα είμαι σε καλή φόρμα και θα κουβαλήσω τα τούβλα».

Συλλογίστηκε για ώρα το επιχείρημά μου, ενώ ταυτόχρονα εξακολουθούσε να μασάει. Η γυναίκα του έκανε τρέμοντας κάτι να πει, για να εξιλεωθούν οικογενειακά, μα δεν τόλμησε.

«Να σου πω τι θα κάνω», μου είπε ανάμεσα στις μπουκιές του. «Θα 'ρθεις να δουλέψεις αύριο και το μεσημέρι θα σου δώσω μια μπροστάντζα για να πας να φας. Αυτό θα δείξει αν μιλάς ειλικρινά ή όχι».

«Στο μεταξύ...», άρχισα να λέω, μα με διέκοψε.

«Αν σου δώσω κάτι να φας τώρα, δεν πρόκειται να σε ξαναδώ ποτέ. Α, σας ξέρω εσάς. Για δες με καλά. Δε χρωστάω σε κανέναν. Και ποτέ δεν έπεσα τόσο χαμηλά, ώστε να γυρεύω φαγητό από άλλον. Πάντα έβγαζα το ψωμί μου. Το κακό με σένα είναι πως είσαι τεμπέλης κι ακαμάτης. Το βλέπω στο πρόσωπό σου. Εγώ δούλεψα και ήμουν τίμιος. Μόνος μου ανέβηκα στη θέση που βρίσκομαι. Και συ μπορείς να κάνεις το ίδιο, φτάνει να δουλέψεις και να 'σαι τίμιος».
«Όπως εσείς;» ρώτησα.

Αλίμονο, η βλοσυρή, τσακισμένη απ' τη δουλειά ψυχή αυτού του ανθρώπου δεν άφηνε να την αγγίξει ούτε μια αχτίδα χιούμορ.
«Ναι, όπως εγώ», αποκρίθηκε.
«Όλοι μας;» ρώτησα.
«Ναι, όλοι σας», απάντησε, με φωνή γεμάτη σιγουριά.
«Μα αν γινόμασταν όλοι σαν κι εσάς», είπα, «επιτρέψτε μου να σας επισημάνω πως δε θα έμενε κανένας για ν' ανεβάζει τούβλα για λογαριασμό σας».

Τ ορκίζομαι, τα μάτια της γυναίκας του σα να χαμογέλασαν φευγαλέα. Όσο για κείνον, έμεινε εμβρόντητος. Ποτέ δεν θα μάθω αν αυτό έγινε επειδή φαντάστηκε μιαν ανθρωπότητα μεταρρυθμισμένη, όπου δε θα μπορούσε ν' απασχολήσει ανθρώπους για να κουβαλάνε τούβλα, ή εξαιτίας του θράσους μου.
Jack London (1876-1916)



Κάθε λίγο και λιγάκι, σε εφημερίδες, περιοδικά και λεξικά με βιογραφίες, διαβάζω για τη ζωή μου. Τα κείμενα αυτά, με προσοχή και περίσκεψη διατυπωμένα, με πληροφορούν ότι έγινα αλήτης με σκοπό να μελετήσω κοινωνιολογία. Αυτό δείχνει μεν την φρόνηση και τη διακριτικότητα των βιογράφων μου, αλλά δεν είναι διόλου σωστό. Έγινα αλήτης... ε, γιατί είχα μέσα μου δίψα για ζωή, γιατί μες στο αίμα μου είχα τη λαχτάρα της περιπέτειας, που δε μ' άφηνε να μείνω ήσυχος. Η κοινωνιολογία ήρθε μετά, τελείως συμπτωματικά. Ήρθε μετά, όπως το δέρμα σου υγραίνεται αφού πρώτα σε καταβρέξουνε. Βγήκα «στο Δρόμο» γιατί δεν μπορούσα να μείνω μακριά απ' αυτόν. Γιατί στην τσέπη μου δεν είχα παράδες για ν' αγοράσω εισιτήριο για το τρένο. Γιατί ήμουν έτσι καμωμένος, ώστε το θεωρούσα αδιανόητο να δουλεύω σ' όλη μου τη ζωή στο ίδιο μέρος. Γιατί... ε, γιατί μου ήταν ευκολότερο να βγω στο Δρόμο, παρά να μη βγω.


*αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Τζακ Λόντον Ο δρόμος
Μετάφραση: Βασίλης Τομανάς
Εκδόσεις: Τζιαμπίρης-Πυραμίδα, 1997

*φωτογραφίες: blog.dnevnik.hr, london.sonoma.edu, mikecornelison.com,
barbarakay.ca, fireworksbayarea.com, crisismagazine.com


links:
The Jack London Online Collection
Η ιστορία µιας άγνωστης ελληνικής µετάφρασης
Ο επαναστάτης συγγραφέας-κουρσάρος...

Ετικέτες , ,

5 Ιουλ 2014

169 ~ Πάμπλο Νερούδα: είμαι ποιητής της κακοκαιρίας, του κρύου λόγγου, και της βροχής

Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, όπου, κάθε Δεκέμβρη με τις εξετάσεις, τα μαθηματικά μού είχανε γίνει εφιάλτης, βρέθηκα εξωτερικά έτοιμος για ν' αντιμετωπίσω το πανεπιστήμιο στο Σαντιάγο της Χιλής. Και λέω εξωτερικά έτοιμος, γιατί εσωτερικά είμουνα γεμάτος βιβλία, όνειρα και ποιήματα, που βομβούσαν στο κεφάλι μου σα μελίσσι έτοιμο να μεταναστεύσει.

Εφοδιασμένος με ένα τενεκεδένιο μπαούλο και με το απαραίτητο μαύρο κοστούμι του ποιητή, λιγνός και τροχισμένος σα μαχαίρι, μπήκα στην τρίτη θέση του νυχτερινού τρένου που θα μ' έφερνε στην πρωτεύουσα. Το ταξίδι διαρκούσε μια μέρα και μια νύχτα.

Αυτό το μακρί τρένο, που τόσες φορές με ταξίδεψε, ασκεί ακόμη στη μνήμη μου μια παράξενη γοητεία. Είχε να διατρέξει ζώνες και κλίματα διαφορετικά, που μου 'διναν την εντύπωση ότι ταξίδευα σε πολλές χώρες διαδοχικά. Και μέσα στα βαγόνια της τρίτης θέσης μια ολόκληρη ζωή ξετυλιγόταν κάθε φορά μπροστά στα μάτια μου: Χωριάτες με μουσκεμένα πόντσος και καλάθια με πουλερικά και σιωπηλοί μαπούτσοι κατάκλυζαν όλους τους χώρους. Πολλοί είταν εκείνοι που ταξίδευαν χωρίς να πληρώνουν εισιτήριο, κρυμμένοι κάτου από τα καθίσματα. Και ολόκληρη θεατρική παράσταση δινόταν οσάκις εμφανιζόταν ο ελεγκτής. Ένας αριθμός από δάφτους εξαφανιζόταν. Μερικοί σκεπάζονταν με τα πόντσα τους και πάνου τους αμέσως δυο επιβάτες προφασίζονταν ότι δήθεν παίζουν χαρτιά, χωρίς ποτέ αυτό το αυτοσχέδιο τραπέζι να κινήσει την προσοχή του ελεγκτή.

Από τα δάση τις δρεις και τις αροκάριες και τα σπίτια από χλωρό ξύλο της πατρίδας μου, μεταφερόμασταν στις λεύκες και στα χωματένια πλίθινα σπίτια του κέντρου της Χιλής. Παρότι έκαμα πολλές φορές αυτό το ταξίδι, πάει κ' έλα, από την επαρχία μου στο Σαντιάγο και αντίστροφα, ωστόσο πάντοτε αισθανόμουνα να πνίγουμαι, όταν βγαίναμε από τα μεγάλα δάση και αποχωριζόμασταν από τη μητρική αγκαλιά του ξύλου. Τα πλίθινα σπίτια, οι πόλεις με παρελθόν μού φαίνονταν γεμάτα αράχνες και σιωπή. Μέχρι τώρα εξακολουθώ να είμαι ποιητής της κακοκαιρίας του κρύου λόγγου και της βροχής, που έκτοτε τα έχασα.

Ερχόμουνα συστημένος σε μια πανσιόν της οδού Μαρούρη αρ. 513. Δεν ξεχνώ αυτό τον αριθμό για κανένα λόγο. Ξεχνώ συνήθως όλες τις ημερομηνίες ακόμη και τα χρόνια, αλλ' αυτός ο αριθμός 513 μού χαράχτηκε έκτοτε στο κεφάλι μου από το φόβο να μη φτάσω ποτέ σ' εκείνη την πανσιόν και να χαθώ μέσα στη μεγαλόσχημη και άγνωστή μου πρωτεύουσα. Το δωμάτιό μου είχε και μπαλκόνι όπου καθόμουνα να βλέπω την αγωνία του κάθε βραδιού, τον ουρανό φασκιωμένο με πράσινο και κιννάβαρι, την κατάθλιψη των προαστιακών σπιτιών που απειλούντανε από την πυρκαγιά του.

Η πείνα που τράβηξα εκείνα τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής δεν περιγράφεται. Έγραψα περισσότερα πράγματα από όσα είχα γράψει μέχρι τότε, αλλά έφαγα πολί λιγότερο. Μερικοί από τους ποιητές που γνώρισα εκείνη την εποχή δεν άντεξαν τις αυστηρές δίαιτες της φτώχιας και πέθαναν. Ανάμεσά τους θυμάμαι κ' έναν ποιητή της ηλικίας μου, πολί ψηλότερο και ασχημότερο από εμέ. Ο λεπτός του λυρισμός, γεμάτος περιεχόμενο, διαπερνούσε τα αισθητήρια όργανα του κάθε ακροατηρίου που τον άκουε. Ονομαζόταν Ρωμαίος Μούργκα.

Μ' αυτόν τον Ρωμαίο Μούργκα, μια φορά, πήγαμε να διαβάσουμε στίχους μας σε μια γιορτή που θα γινόταν στην πόλη Σαν Μπερνάρντο, κοντά στην πρωτεύουσα. Πριν εμφανιστούμε στη σκηνή μια ατμόσφαιρα μεγάλου γλεντιού επικρατούσε. Ο κόσμος διασκέδαζε με την ψυχή του• η βασίλισσα των ανθεστηρίων ακολουθούμενη από την κατάλευκη και κατάξανθη αυλή της έκανε παρέλαση• οι λόγοι των προκρίτων του χωριού έδιναν κ' έπαιρναν και τα αμυδρώς μουσικά συγκροτήματα αυτής της περιοχής ενθουσίαζαν τους πάντες• όμως μόλις εμφανίστηκα στη σκηνή και άρχισα να απαγγέλλω τους στίχους μου, με την πιο παραπονιάρικη φωνή του κόσμου, όλα άλλαξαν: το κοινό εσκυθρώπασε, έβηχε, ξεστόμιζε καλαμπούρια, τέλος άρχισε να διασκεδάζει πάρα πολι με τη μελαγχολική ποίησή μου. Μπροστά σ' αυτή την απαράδεχτη αντίδραση των βαρβάρων επίσπευσα το διάβασμά μου και παραχωρόντας τη θέση μου στο σύντροφό μου Ρωμαίο Μούργκα αποχώρησα. Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Βλέποντας το κοινό να βγαίνει στη σκηνή εκείνος ο μαντράχαλος Δον Κιχώτης δυο μέτρα ψηλός, με ρούχα σκούρα και φθαρμένα και να αρχίζει την απαγγελία του, με φωνή ακόμα πιο παραπονιάρικη από τη δική μου, δε μπόρεσε πια να συγκρατήσει την αγανάκτησή του και μαζικά ξέσπασε σε πρόγκα και γιουχαΐσματα: Ποιητές πεινάλες, πάρτε δρόμο και φύγετε, μας φώναζαν. Δεν άφισαν να πάει χαμένη η γιορτή τους.

Από την πανσιόν της οδού Μαρούρη αποσύρθηκα σα μαλάκιο που το σκάει από το κέλυφός του. Ξέφυγα απ' αυτή την κρυψώνα για να γνωρίσω τη θάλασσα, δηλαδή τον κόσμο. Η άγνωστη θάλασσα είτανε για με οι δρόμοι του Σαντιάγο που μόλις αντιλαμβανόμουνα πηγαίνοντας από το παλιό κτίριο του πανεπιστημίου στο απομονωτήριο δωμάτιο της πανσιόν όπου έμενα.

Ήξερα ότι οι προηγούμενές μου πείνες θα αύξαιναν με το καινούριο τόλμημά μου. Οι ξενοδόχισσές μου της πανσιόν, απόμακρα δεμένες με την επαρχία μου, μ' ευσπλαχνιζόντουσαν καμιά φορά και με φίλευαν με καμιά πατάτα ή κανένα κρεμμύδι. Αλλά είτανε δυνατό να υποχωρήσω: η ζωή, ο έρωτας, η δόξα, η ανεξαρτησία με καλούσαν. Ω, έτσι νόμιζα!

Το πρώτο ανεξάρτητο δωμάτιο που βρήκα και νοίκιασα είτανε στην οδόν Αργκουέλιες, κοντά στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Σε ένα παράθυρο αυτού του σκοτεινού δρόμου κρεμόταν μια πινακίδα: «νοικιάζουνται δωμάτια». Ο ιδιοκτήτης του σπτιού κατοικούσε στα μπροστινά δωμάτια. Είτανε ένας γκριζομάλλης άντρας με αριστοκρατική εμφάνιση, αλλά με μάτια που μου φάνηκαν αλλόκοτα. Είτανε πολιλογάς και ευφράδης. Εκέρδιζε τη ζωή του σαν κομμωτής κυριών, αλλά δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο επάγγελμα που εξασκούσε. Οι πραγματικές ασχολίες του, καθώς μου εξήγησε, είτανε άλλες, πολί ανώτερες από τη δουλιά του και πολί υψηλές, αφορούσαν περισσότερο τον αόρατο κόσμο και το υπερπέραν.

Έβγαλα τα βιβλία μου και τα λίγα ρούχα μου από το μπαούλο, που με συντρόφευε από την Τεμούκω, και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι για να διαβάσω και να κοιμηθώ, υπερήφανος για την ανεξαρτησία μου και την τεμπελιά μου.

Το σπίτι δεν είχε εσωτερική αυλή παρά μόνο ένα χαγιάτη όπου έβγαζαν απειράριθμα κλειστά δωμάτια. Εξερευνόντας από το πρωί της άλλης ημέρας τη δαιδαλώδη του κατασκευή παρατήρησα ότι πάνου σ' όλους τους τοίχους και στο αποχωρητήριο ακόμη κρεμόντουσαν πινακίδες που έλεγαν λίγο πολί το ίδιο πράγμα: «Συμμορφώσου. Δε μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί μας. Είσαι πεθαμένη». Προειδοποιήσεις ανησυχητικές που πλήθαιναν από δωμάτιο σε δωμάτιο, στην τραπεζαρία, στους διαδρόμους, στα σαλονάκια.

Έκανε ένα από κείνους τους κρύους χειμώνες του Σαντιάγο της Χιλής. Η αποικιακή κληρονομιά τής Ισπανίας άφισε τη χώρα μου ανυπεράσπιστη απέναντι στη φυσική τραχύτητα, χωρίς μέσα και βολές για ν' αντιστέκεται στο κρύο και στη ζέστη. (Πενήντα χρόνια υστερότερα απ' αυτό που διηγούμαι, ο Ιλίας Έρεμπουργκ μου έλεγε ότι ποτέ δε δοκίμασε τόσο κρύο όσο στη Χιλή, αυτός που ερχόταν από τους παγωμένους δρόμους της Μόσχας). Ο χειμώνας εκείνος είχε μπλαβίσει τα τζάμια. Τα δέντρα των δρόμων ετουρτούριζαν από την παγωνιά. Τα άλογα των παλιών αμαξιών έβγαζαν σύγνεφα ατμούς από τα ρουθούνια τους. Είταν η χειρότερη στιγμή για να ζήσω σ' αυτό το σπίτι και μάλιστα ανάμεσα σε σκοτεινούς υπαινιγμούς για το υπερπέραν.

Ο σπιτονοικοκύρης μου, coiffeur pour dames και αποκρυφιστής, μου εξήγησε με ηρεμία, ενώ με κοιτούσε βαθιά στα μάτια με τα τρελλά τα δικά του.
— Η γυναίκα μου η Χαρίτω, πέθανε πριν τέσσερεις μήνες. Η μεταθανάτια αυτή περίοδος είναι πολί δύσκολη για τους πεθαμένους. Δε μπορούν να συνηθίσουν το θάνατο και εξακολουθούν να συχνάζουν στα ίδια μέρη όπου ζούσαν πριν από το θάνατό τους. Εμείς δεν τους βλέπουμε. Πρέπει όμως να τους δώσουμε να καταλάβουν, ότι δεν πρέπει να πιστεύουν ότι μείναμε αδιάφοροι στο χαμό τους και να τους πείσουμε να μην υποφέρουν γι' αυτό. Για τούτο κ' εγώ τοποθέτησα στη Χαρίτω αυτές τις πινακίδες, που θα της δώσουν ευκολότερα να καταλάβει τη σημερινή της κατάσταση και για να βάλει καλά στο μυαλό της ότι είναι μακαρίτισσα.

Όσο και να τον άκουα πειθήνια, ο αλλόκοτος αυτός σπιτονοικοκύρης μου, είχε τη γνώμη ότι είμουνα υπερβολικά ζωηρός. Άρχισε να επιτηρεί τις εισόδους και τις εξόδους μου, να μου κανονίζει ποια γυναίκα θα με επισκεφτεί, να κατασκοπεύει τα βιβλία μου και την αλληλογραφία μου. Αν τύχαινε να μπω στο δωμάτιό μου απρόοπτα, συναντιόμουνα πάντοτε με τον αποκρυφιστή, που έψαχνε στα περιορισμένα μου έπιπλα, ελέγχοντας τα φτωχά πράγματα που πρόσφατα είχα αγοράσει.

Έπρεπε με κάθε τρόπο να ψάξω μέσα στη βαριχειμωνιά, αψηφόντας την ταλαιπωρία τής αναζήτησης μέσα από τους παγωμένους δρόμους, να βρω ένα καινούριο κατάλυμα, όπου θα στέγαζα την απειλούμενη ανεξαρτησία μου. Το βρήκα λίγα μέτρα πιο κάτω από το σπίτι που κατοικούσα, μέσα σε ένα πλυντήριο. Το 'βλέπε κανείς με το πρώτο ότι εκεί η καινούρια σπιτονοικοκυρά μου δεν είχε καμιά σχέση με το υπερπέραν. Μέσ' από κρύες εσωτερικές αυλές, με συντριβάνια φραγμένα, που η υδάτινη μούχλα εκάλυπτε με στέρεα πράσινα χαλιά, εκτείνονταν μερικοί κήποι παρατημένοι. Στο βάθος αυτών των κήπων βρισκόταν ένα δωμάτιο με ταβάνι στρωτό και πολί ψηλό, με παράθυρα ανοιγμένα πάνου από τις μεγάλες πόρτες, που μεγάλωναν στα μάτια μου την απόσταση ανάμεσα στο έδαφος και την οροφή. Στο σπίτι λοιπόν αυτό και σ' αυτό το δωμάτιο έμεινα τελικά.

Όσοι από μας τους φοιτητές είμασταν ποιητές εκάναμε μια ζωή πολί άτακτη. Εγώ βέβαια υπεράσπιζα όσο μπορούσα τις επαρχιακές συνήθειες, εργαζόμενος στο δωμάτιό μου, γράφοντας διάφορα ποιήματα την ημέρα και πίνοντας ατέλειωτα φλιτζάνια τσάι. που έψηνα μόνος μου. Αλλά δεν έμενα αδιάφορος στην πολιτάραχη ζωή των συγγραφέων της εποχής μου που διεξαγόταν έξω από το δωμάτιό μου και στους δρόμους και που ασκούσε πάνω μου τη δική της γοητεία. Οι συγγραφείς του καιρού εκείνου δε συχνάζαμε στα καφενεία αλλά στις μπιραρίες και στις ταβέρνες. Οι συζητήσεις και οι στίχοι πήγαιναν κ' ερχόντανε μέχρι τα ξημερώματα. Οι σπουδές μου πήγαιναν κ' έρχόντανε κι αυτές, αλλά πίσω.

Η εταιρία των σιδηροδρόμων προμήθευε στον πατέρα μου για την εργασία του στις μεγάλες κακοκαιρίες μια κάπα από τσόχα γκρίζα που δε χρησιμοποιούσε ποτέ. Εγώ λοιπόν αυτή την κάπα σκέφτηκα να τήνε κάμω ρεγάλο στην ποίηση. Τρεις ή τέσσερεις ποιητές ακόμη άρχισαν να χρησιμοποιούν όμοιες κάπες με τη δική μου, που απλούστατα πήγαινε από χέρι σε χέρι. Αυτό το χρησιδάνειο προκαλούσε την αγανάκτηση του καλού κόσμου καθώς και άλλου όχι τόσο καλού. Είταν η εποχή του ταγκό, που έφτανε στη Χιλή όχι μόνο με τους κανόνες του και τις κιθάρες με τις «πένες», τα ακορντεόν του και το ρυθμό τους, αλλ' ακόμη και με μια συνοδεία καθάρματα που πλημμύρισαν τη νυχτερινή ζωή και τις γωνιές μας όπου μαζευόμασταν τα βράδια. Ο κόσμος αυτός της αλητείας, χορεύτριες και αγαπητικοί, δημιουργούσε ζητήματα γύρω από τις κάπες μας και τη ζωή μας. Οι ποιητές όμως αντιστεκόμασταν με σταθερότητα.

Εκείνη την εποχή απόχτησα την ανέλπιστη φιλία μιας απερίγραφτης χήρας, με τεράστια γαλανά μάτια που αχνά σκοτείνιαζαν στην ανάμνηση του πρόσφατα πεθαμένου συζύγου της. Ο σύζυγος αυτός υπήρξε μυθιστοριογράφος, έγινε όμως περισσότερο γνωστός από την ωραία του εμφάνιση. Και οι δυο τους αποτελούσαν ένα παροιμιώδες ζευγάρι, εκείνη με μαλλιά ξανθά σταρένια, τέλειο σώμα και μάτια που θύμιζαν τη βαθιά γαλάζια θάλασσα, εκείνος πολί ψηλός, αθλητικός, με εξαίσιο παράστημα. Τζάμπα όμως όλ' αυτά: Ο μυθιστοριογράφος εκμηδενίστηκε από τη φυματίωση. Μια φυματίωση που την έλεγαν καλπάζουσα. Από τότε είχα σκεφτεί ότι η ξανθή γόησσα δεν είτανε καθόλου ξένη με το κακό που βρήκε το σύντροφο της. Η προπενικιλινική εποχή με το καλπάζον άρμα της υπέρμετρης ερωτικής ιδιοσυγκρασίας της θεάς Αφροδίτης άρπαξαν απ' αυτό τον κόσμο τον αείμνηστο μυθιστοριογράφο.

Επειδή συνδέθηκε μαζί μου η ωραία χήρα δεν χωρίστηκε από τα πένθιμα φορέματά της, μαύρα μεταξωτά και βιολετί, που την έκαναν να φαίνεται σαν ένας χιονάτος καρπός τυλιγμένος σ' ένα φλοιό πένθους. Ο φλοιός λοιπόν αυτός ένα βράδι γλύστρησε στο δωμάτιο μου στο βάθος του πλυντηρίου και μπόρεσα να ψαχουλέψω το χιονάτο καρπό, να τον διατρέξω μαλακά ολόκληρο με τα χέρια μου και να διαπιστώσω ότι τσουρούφλιζε. Έφτανε στο τέλος της η περίπτυξή μας όταν κάτω από τα μάτια μου εκείνη έκλεισε τα βλέφαρα της και φώναξε: «Ω, Ρομπέρτο, Ρομπέρτο!», αναστενάζοντας ή κλαίγοντας με αναφυλλητά. (Είχα την εντύπωση ότι διεξαγόταν μια ιεροτελεστία. Η ιέρεια έκανε έκκληση στο χαμένο Θεό πριν να παραδοθεί σε μια καινούρια λατρευτική πράξη).

Εντούτοις και παρά την ακόρεστη νεότητά μου η χήρα μού φάνηκε υπερβολική. Οι επικλήσεις της γινόντανε κάθε μέρα και περισσότερο επείγουσες και η μανιώδης καρδιά της με οδηγούσε αργά αργά αλλά σίγουρα σε μια πρώιμη εξαφάνιση. Ο ερωτάς σε τέτιες δόσεις δεν είταν σύμφωνος με τον υποσιτισμό μου. Και ο υποσιτισμός μου γινότανε ολοένα και περισσότερο δραματικός.
Pablo Neruda (1904–1973)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού Πάμπλο Νερούδα
Η ζωή μου (Απομνημονεύματα)
- μετάφραση: Α.Ι. Λιβέρης
- εκδόσεις: Αλκαίος, 1975

*φωτογραφίες: poetryireland.ie, pinterest.com,
poesia.about.com, neruda.uchile.cl,
article.wn.com, theguardian.com


Ακόμα:
ο Πάμπλο Νερούδα στα λογοτεχνικά ταξίδια στον κόσμο

Link:
Universidad de Chile: La vida del poeta - Cronología

Σημ: Στην αναδημοσίευση του αποσπάσματος διατηρήθηκε η ορθογραφία, η σύνταξη, και η στίξη της πρωτότυπης μετάφρασης, πλην του πολυτονικού, όπως, άλλωστε, συμβαίνει και σε κάθε ανάρτηση των Αυτοβιογραφικών με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου είναι προφανές ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος.

Ετικέτες , ,

1 Φεβ 2014

161 ~ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ: Στο σπίτι της Ευτυχίας

Image and video hosting by TinyPic
Από το Κολόμπο έφτασα στο νότιο άκρο της Ινδίας που δεν το γνώριζα. Πέρασα τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες σε ένα τρένο όπου δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε λέξη από όσα λέγονταν γύρω μου. Ύστερα έφτασα στον ανοιχτό Βορρά και τη Λαχώρη, όπου ξέκλεψα μερικές μέρες για να επισκεφτώ τους δικούς μου. Θα επέστρεφαν σε λίγο για να εγκατασταθούν μόνιμα στην «Πατρίδα». Αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία μου ματιά στο μόνο πραγματικό σπιτικό που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.

Ύστερα κατέβηκα στη Βομβάη, όπου η άγια μου, τόσο γερασμένη αλλά και τόσο ίδια κι απαράλλακτη, με υποδέχτηκε με ευχές και δάκρυα. Κατόπιν πήγα στο Λονδίνο για να παντρευτώ, το Γενάρη του '92', εν μέσω μιας επιδημίας γρίπης, κατά την οποία οι εργολάβοι κηδειών δεν έβρισκαν πια μαύρα άλογα και αναγκάζονταν να μεταφέρουν τους νεκρούς με καφετιά. Οι ζωντανοί ήταν οι περισσότεροι κλινήρεις. (Δε γνωρίζαμε τότε πως η επιδημία αυτή ήταν η πρώτη προειδοποίηση ότι η μάστιγα που είχαμε ξεχάσει για πολλές γενιές είχε αρχίσει να κινείται έξω από τη Μαντζουρία).

Όλα αυτά με επηρέασαν όσο θα επηρέαζαν οποιονδήποτε άλλο νέο υπό τις συνθήκες αυτές. Μέλημα μου ήταν να φύγω από το λοιμοκαθαρτήριο το συντομότερο δυνατόν. Δεν ήμουν άνθρωπος κάποιας σημασίας; Δεν είχα αρκετές -περισσότερες από δυο, τουλάχιστον- χιλιάδες λίρες σε καταθέσεις; Ο ίδιος ο διευθυντής της τράπεζας, μου είχε προτείνει να επενδύσω κάποιο μέρος του «κεφαλαίου» μου, σε λουλάκι για παράδειγμα. Προτίμησα για άλλη μια φορά, όμως, να επενδύσω σε εισιτήρια από τον Κουκ -για δυο- και να κάνω ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο. Όλα κανονίστηκαν με ακρίβεια, ώστε τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια.

Έτσι παντρευτήκαμε στην εκκλησία με το μυτερό καμπαναριό στην πλατεία Λάνγκαμ. Ο Γκος, ο Χένρυ Τζέημς και ο ξάδερφος μου Άμπροζ Πόιντερ ήταν όλοι κι όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο. Χωρίσαμε στην πόρτα της εκκλησίας σκανδαλίζοντας το νεωκόρο• η γυναίκα μου πήγε να δώσει τα φάρμακα στην άρρωστη μητέρα της και εγώ στο γαμήλιο πρόγευμα με τον Άμπροζ Πόιντερ. Όταν επέστρεψα μετά για να πάρω τη σύζυγό μου, είδα στερεωμένη με βαρίδια στο βρεμένο πεζοδρόμιο, όπως ήταν το έθιμο εκείνες τις ξέγνοιαστες μέρες, μια αφίσα από χαρτί εφημερίδας που ανακοίνωνε το γάμο μου, κάτι που με έκανε να αισθανθώ αμήχανος κι απροστάτευτος.

Μερικές μέρες αργότερα ανεβήκαμε στο μαγικό χαλί μας, που επρόκειτο να μας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ξεκινώντας από τον βυθισμένο στο χιόνι Καναδά. Ανάμεσα στα γαμήλια δώρα μας ήταν ένα μεγάλο ασημένιο φλασκί γεμάτο ουίσκι, που έπασχε όμως από ακράτεια. Χύθηκε μέσα στη βαλίτσα όπου βρισκόταν μαζί με τα φανελένια πουκάμισα. Μύριζε όλο το βαγόνι απ' άκρη σ' άκρη πολύ πριν καταλάβουμε την αιτία. Όταν πια καταλάβαμε από πού ερχόταν η μυρωδιά, όλοι οι συνταξιδιώτες μας, οικτίρανε το κακόμοιρο το κορίτσι που είχε δέσει τη ζωή της με έναν αναίσχυντο μέθυσο. Έτσι, μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα, για την οποία εμείς ήμασταν ολότελα αθώοι, φτάσαμε στο Βανκούβερ, όπου με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και για να επιβεβαιώσουμε τον πλούτο μας, αγοράσαμε -ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε- είκοσι εκτάρια στην ερημιά που ονομαζόταν Βόρειο Βανκούβερ και τώρα είναι μέρος της πόλης. Υπήρχε όμως κάποιος λάκκος στη φάβα, όπως μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα και αφού είχαμε πληρώσει ένα σωρό φόρους για την έκταση αυτή: ανακαλύψαμε ότι ανήκε σε κάποιον άλλον. Η μόνη παρηγοριά που είχαμε από τους χαμογελαστούς ανθρώπους του Βανκούβερ ήταν: «Το αγοράσατε από τον Στηβ, έτσι; Μάλιστα, τον Στηβ. Δεν έπρεπε να αγοράσετε από τον Στηβ. Όχι! Όχι από τον Στηβ». Και έτσι ο καλός Στηβ μάς θεράπευσε από την κλίση μας στην κερδοσκοπία των ακινήτων.

Ύστερα πήγαμε στη Γιοκοχάμα, όπου ένα ζευγάρι μάς περιποιήθηκε με εκπληκτική ευγένεια και δεν έδειξε καμιά ιδιοτέλεια. Μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους και φρόντισαν να επισκεφτούμε την Ιαπωνία την εποχή που ανθίζουν οι ακακίες και οι παιωνίες. Εκεί, ένα ζεστό ξημέρωμα, μας ξάφνιασε ένας σεισμός (προφητικός όπως αποδείχτηκε) και τρέξαμε έξω στον κήπο, όπου ένας ψηλός γιαπωνέζικος κέδρος κουνούσε με φρενήρη ρυθμό την κορυφή του μπρος πίσω σαν να έλεγε «σ' τα 'λεγα εγώ», παρόλο που τίποτε άλλο δεν κουνιόταν. Λίγο αργότερα, κάποιο υγρό πρωινό, επισκέφτηκα το υποκατάστημα της τράπεζας μου στη Γιοκοχάμα για να πάρω ένα μέρος των χρημάτων μου. Ο διευθυντής μου είπε: «Γιατί να μην πάρετε περισσότερα; Θα είναι εξίσου εύκολο». Απάντησα ότι δεν ήθελα να έχω πάνω μου πολλά μετρητά, καθώς ήμουν απρόσεχτος, αλλά ότι θα κοίταζα τους λογαριασμούς μου και ίσως να πήγαινα ξανά αργότερα το απόγευμα. Αυτό και έκανα. Μέσα σε αυτό όμως το μικρό χρονικό διάστημα η τράπεζά μου, όπως εξηγούσε η ανακοίνωση στην κλειστή της πόρτα, είχε αναστείλει τις πληρωμές. (Ναι, τελικά θα ήταν καλύτερα να είχα επενδύσει το «κεφάλαιο» μου, όπως είχε προτείνει ο διευθυντής στο Λονδίνο).

Επέστρεψα για να μεταφέρω τα νέα στη σύζυγό μου. Είχαμε μόλις τρεις μήνες παντρεμένοι και περιμέναμε παιδί. Εκτός από τα χρήματα που είχα πάρει εκείνο το πρωί (ο διευθυντής με είχε παροτρύνει όσο του επέτρεπε η θέση του), τα κουπόνια του Κουκ που δεν είχαμε εξαργυρώσει και τα προσωπικά μας είδη στις αποσκευές μας, δεν είχαμε τίποτε απολύτως. Συστάθηκε αμέσως μια Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, που βοήθησε τη μεταξύ μας κατανόηση πολύ περισσότερο από έναν κύκλο αξιόχρεου συζυγικού βίου. Η υποχώρηση -ή φυγή αν προτιμάτε- ήταν ενδεδειγμένη. Πόσα θα μας επέστρεφε ο Κουκ για τα εισιτήρια, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνεται το κόστος των χαμένων μας ονείρων; «Όλα όσα έχετε πληρώσει βέβαια», απάντησαν από το υποκατάστημα του Κουκ στη Γιοκοχάμα. «Αυτά τα πράγματα είναι τυχερά, και ορίστε η επιστροφή των χρημάτων σας».

Και έτσι πήραμε το δρόμο της επιστροφής, διασχίζοντας τον παγωμένο Βόρειο Ειρηνικό και το χιονισμένο Καναδά, και φτάσαμε στις παρυφές μιας μικρής πόλης της Νέας Αγγλίας, όπου ο παππούς της γυναίκας μου από τη μεριά του πατέρα της (ένας Γάλλος) είχε στήσει το σπιτικό και το υποστατικό του πριν από πολλά χρόνια. Η περιοχή ήταν ανοιχτή, με βουνά και δάση και χωρισμένη σε αγροκτήματα των πενήντα ως δυο χιλιάδων άγονων εκταρίων. Οι χωματόδρομοι συνέδεαν τα αγροτόσπιτα που ήταν ντυμένα με άσπρες σανίδες, και τα πιο ηλικιωμένα μέλη των οικογενειών αγωνίζονταν για να κρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα τις υποθήκες που ροκάνιζαν τις περιουσίες τους. Οι νεότεροι είχαν -φύγει για άλλα μέρη. Υπήρχαν επίσης πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια. Κάποια κατέρρεαν μπροστά στα μάτια σου. Από άλλα είχαν μείνει μόνο οι πέτρινες καμινάδες, ή μικρές λιμνούλες με πράσινα νερά που τις συγκρατούσε κάποιος αήττητος θάμνος πασχαλιάς. Σε ένα μικρό αγρόκτημα υπήρχε ένα κτίριο, γνωστό με την ονομασία «Σπίτι της Ευτυχίας», στο οποίο συνήθως κατοικούσε κάποιος εργάτης. Είχε έναν και μισό όροφο, δεκαεπτά πόδια ύψος μέχρι την κολοφώνια δοκό, δεκαεπτά πόδια βάθος, και συνολικό πλάτος, μαζί με την κουζίνα και την ξυλαποθήκη, είκοσι επτά πόδια. Η παροχή νερού ήταν μόνο ένας μολύβδινος σωλήνας της μισής ίντσας, συνδεδεμένος με μια πηγή στη γειτονιά. Ήταν όμως κατοικήσιμο και διέθετε ένα μεγάλο υγρό κελάρι. Το ενοίκιο του ήταν δέκα δολάρια ή δυο λίρες το μήνα.

Το πήραμε. Το επιπλώσαμε με την απλότητα που διακρίνει το σύστημα αγοράς-ενοικίασης. Αγοράσαμε, από δεύτερο ή τρίτο χέρι, μια τεράστια σόμπα αέρος που την εγκαταστήσαμε στο κελάρι. Κάναμε μεγάλες τρύπες στα λεπτά πατώματα για να περάσουμε τους σωλήνες οκτώ ιντσών από κασσίτερο που είχε η σόμπα (το πώς δεν καιγόμασταν στα κρεβάτια μας κάθε βδομάδα του χειμώνα, δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω) και ήμασταν εξαιρετικά ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας.

Καθώς πέρασε το καλοκαίρι της Νέας Αγγλίας και προχωρήσαμε στο θερμό φθινόπωρο, στοίβαξα συμμετρικά κομμένα ξύλα γύρω γύρω στα περβάζια του σπιτιού και βοήθησα στην κατασκευή μιας μικρής βεράντας χωρίς σκεπή στη μια πλευρά του για μελλοντική χρήση. Όταν ήρθε ο χειμώνας και τα καμπανάκια των ελκήθρων ακουγόντουσαν όλη την ώρα στο λευκό κόσμο που μας περιέβαλλε, αισθανθήκαμε ασφάλεια. Κατά καιρούς είχαμε και κάποια υπηρέτρια. Αυτές, μερικές φορές έβρισκαν την απομόνωση αβάσταχτη και έφευγαν απροειδοποίητα, μια μάλιστα άφησε και το μπαούλο της. Το γεγονός δεν μας προβλημάτιζε καθόλου. Ένα πιάτο έχει πάντα δυο πλευρές και το πλύσιμο των κατσαρολικών κρύβει τόσο λίγο μυστήριο όσο και το στρώσιμο των κρεβατιών. Όταν πάγωναν οι μολύβδινοι σωλήνες, φορούσαμε τα πανωφόρια μας από δέρμα ρακούν και τους ζεσταίναμε με κεριά. Η κρεβατοκάμαρα στη σοφίτα δεν είχε χώρο για παιδική κούνια και έτσι αποφασίσαμε ότι ένα μπαούλο θα ήταν ό,τι πρέπει. Δε φθονούσαμε κανέναν. Ακόμα και όταν άρχισαν να κόβουν βόλτες στο κελάρι μας ασβοί, γνωρίζοντας τη φύση των ζώων, ακινητοποιηθήκαμε μέχρι να ευαρεστηθούν να αποχωρήσουν.

Οι γείτονές μας όμως αντιμετώπιζαν χωρίς καθόλου χιούμορ τη συμπεριφορά μας. Εδώ υπήρχε ένας ξένος από μια αντιπαθητική ράτσα, που οι φήμες έλεγαν ότι «έβγαζε εκατό δολάρια από ένα μπουκάλι μελάνι των δέκα σεντς», που «έγραφαν οι εφημερίδες γι' αυτόν» και που είχε παντρευτεί ένα «κορίτσι των Μπαλεστιέ». Μήπως και η γιαγιά της δεν ζούσε ακόμα στο κτήμα των Μπαλεστιέ, όπου ο «γερο-Μπαλεστιέ», αντί για υποστατικό, είχε χτίσει ένα μεγάλο σπίτι, στο οποίο δειπνούσαν αργά και με επίσημο ένδυμα, πίνοντας κόκκινα κρασιά, σύμφωνα με τα γαλλικά έθιμα, αντί για το πρέπον ουίσκι; Και ιδού αυτός ο Βρετανός, με την πρόφαση ότι έχει χάσει λεφτά, είχε βολέψει τη γυναίκα του «ανάμεσα στους δικούς της» στο Σπίτι της Ευτυχίας. Δεν ήταν κόσμιο να κάνουν τέτοιου είδους σχόλια ενώπιον μας. Έτσι μας παρακολουθούσαν, όσο διακριτικά μπορούν οι χωριάτες της Νέας Αγγλίας, και η όποια ανοχή έδειχναν στο «Βρετανό» ήταν μόνο για χάρη του «κοριτσιού των Μπαλεστιέ».

Είχαμε όμως δεχτεί το πρώτο σοκ της νέας ζωής μας στην πρώτη κρίση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε. Η Επιτροπή Τρόπων και Μέσων πέρασε μια ριζοσπαστική απόφαση, που δεν ανακλήθηκε ποτέ, ότι στο εξής, όποιο κι αν ήταν το τίμημα, θα έπρεπε να είναι κυρία του συλλογικού εγώ της.

Καθώς άρχισαν να έρχονται χρήματα από την πώληση βιβλίων και διηγημάτων, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάρουμε πίσω τα δικαιώματα για τα Υπηρεσιακά Στιχουργήματα, τις Απλές Ιστορίες και τα έξι βιβλία τσέπης που είχα πουλήσει για να μπορέσω να φύγω από την Ινδία το '89. Κόστισαν αρκετά, αλλά όταν πια πέρασαν στην ιδιοκτησία μας, το Σπίτι της Ευτυχίας ανάσανε πιο άνετα.
Joseph Rudyard Kipling (1865–1936)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Κάτι από τη ζωή μου,
σε μετάφραση Σοφίας Παυλίδου
Εκδόσεις: Printa, 2002

*φωτογραφίες: commons.wikimedia.org,
rudyard-kipling.tumblr.com, commons.wikimedia.org,
heritage-history.com, www.pbs.org, theguardian.com


ακόμα:
- ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ στους νομπελίστες της λογοτεχνίας

Ετικέτες , , ,

27 Φεβ 2013

146 ~ Σέιμους Χήνυ: Διάλειμμα στα μέσα του τριμήνου


Κάθισα όλο το πρωί στο αναρρωτήριο
Μετρώντας καμπάνες να σημαίνουν πένθιμα σε τάξεις την λήξη τους.
Στις δύο η ώρα οι γείτονές μας με πήγαν με αυτοκίνητο σπίτι.

Στο χωλ συνάντησα τον πατέρα μου να κλαίει --
Πάντα ήταν ψύχραιμος στις κηδείες --
Και ο Μεγάλος Τζίμ Έβανς έλεγε ότι ήταν ένα σκληρό χτύπημα.

Το μωρό μουρμούρισε και γέλασε και κούνησε το καροτσάκι
Όταν μπήκα, και ντράπηκα
Τους ηλικιωμένους που σηκώνονταν όρθιοι για να μου σφίξουν το χέρι μου

Και να μου πουν ότι "λυπούνται για την στεναχώρια μου"
ψίθυροι πληροφoρούσαν τους ξένους ότι ήμουν ο μεγαλύτερος,
Μακριά στο σχολείο, καθώς η μητέρα μου κρατούσε το χέρι μου

Στο δικό της και έβγαζε άγριους χωρίς δάκρυα στεναγμούς.
Στις δέκα η ώρα το ασθενοφόρο έφθασε
Με το πτώμα, με σταματημένη την αιμορραγία και με επιδέσμους από τις νοσοκόμες.

Το επόμενο πρωινό ανέβηκα στο δωμάτιο. Λευκόια
Και κεριά καταπράυναν το προσκεφάλι' Τον είδα
Για πρώτη φορά σε έξι εβδομάδες. Χλωμότερος τώρα,

Να φορά μία σαν παπαρούνα μελανιά στον αριστερό κρόταφό του,
Ήταν ξαπλωμένος στο τεσσάρων ποδιών κουτί όπως στην κούνια του.
Καθόλου χτυπητά σημάδια, ο προφυλακτήρας τον χτύπησε χειρουργικά .

Ένα κουτί τεσσάρων ποδιών, ένα πόδι για κάθε χρονιά.
Seamus Heaney (1939)


* η μετάφραση είναι του Νίκου Παναγόπουλου
από το Βακχικόν, τχ.4
*Φωτογραφίες: theweek.co.uk, time4reading.blogspot.com



- Στο ποίημα Διάλειμμα στα μέσα του τριμήνου (Mid-Term Break)
ο Σέιμους Χήνυ αφηγείται ένα οδυνηρό προσωπικό του βίωμα:
τον θάνατο του τετράχρονου αδελφού του, Κρίστοφερ


- ο Seamus Heaney διαβάζει το ποίημα
The Blackbird Of Glanmore, και στην εισαγωγή του
αναφέρεται στο ίδιο θλιβερό γεγονός που
σημάδεψε την παιδική του ηλικία:

(uploader: poetictouch2012)

Ετικέτες , , ,

14 Ιουλ 2012

137 ~ Χοσέ Αγκουστίν Γκοϋτισόλο: πάντα η θλίψη με συνόδευε


Αυτοβιογραφία

Όταν ήμουν μικρούλης
ήμουν πάντα θλιμμένος
κι ο πατέρας μου μου 'λεγε
κοιτώντας με ενώ κούναγε
το κεφάλι του: γιε μου
για τίποτα δεν κάνεις.

Στο σχολειό ύστερα πήγα
με ψωμάκια κι αντίο
μα κι εκεί πάντα η θλίψη
με συνόδευε. Ο δάσκαλος
έγρουζε: πιτσιρίκο
για τίποτα δεν κάνεις.

Ήρθε κατόπι ο πόλεμος
ο θάνατος —τον είδα—
κι όταν πέρασε κι όλοι
τον ξεχάσαν, εγώ
με θλίψη άκουγα πάντα:
για τίποτα δεν κάνεις.

Ως κι όταν μακριά
πανταλόνια μου βάλαν
η θλίψη ευθύς αμέσως
μου άλλαξε πανταλόνια.
Οι φίλοι μου είπαν τότε:
για τίποτα δεν κάνεις.

Στο δρόμο και στην τάξη
ενώ άκουγα και μάθαινα
της αδικίας τους νόμους
με κυνηγούσε πάντα
η θλιβερή επωδός:
για τίποτα δεν κάνεις.

Από θλίψη σε θλίψη
τα σκαλιά κατρακύλησα
της ζωής. Και μια μέρα
το κορίτσι που αγάπησα
μου 'πε καταχαρούμενο:
για τίποτα δεν κάνεις.

Τώρα μαζί της ζω
φίνος, καλοντυμένος.
Έχουμε και μια κόρη
που της λέω πότε-πότε
χαρούμενος κι εγώ:
για τίποτα δεν κάνεις.
José Agustín Goytisolo (1928-1999)


* - από την  Σύγχρονη Ισπανική Ποίηση
Εισαγωνή, ανθολόγηση, μετάφραση: Ηλίας Ματθαίου
εκδόσεις: Γνώση, 1989
*Φωτογραφίες: ddd.uab.cat, www.ctv.es

Ετικέτες , ,

6 Ιουν 2012

135 ~ Ζοζέ Σαραμάγκου: ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν στο χωριό μου έμαθαν από τόσο μακρινούς χρόνους να διαπραγματεύονται με τα δυο ποτάμια ώστε κατέληξαν να διαμορφώσουν το χαρακτήρα τους, ο Αλμόντα, που κυλάει μπροστά στα πόδια τους, ο Τάγος πιο κάτω, μισοκρυμμένος πίσω από ένα τείχος από λεύκες, φλαμουριές και ιτιές που τον συνοδεύει στο ρου του, και ο ένας και ο άλλος, για καλούς και κακούς λόγους, πανταχού παρόντες στη μνήμη και στη λαλιά κάθε οικογένειας. Σ' αυτά τα μέρη ήρθα στον κόσμο, κι απ' αυτά τα μέρη, δεν ήμουν καλά καλά δύο χρόνων, οι γονείς μου, μετανάστες σπρωγμένοι από την ανάγκη, με πήραν στη Λισαβόνα, όπου αλλιώς αισθάνονται, σκέφτονται και ζουν, και θα 'λεγε κανείς πως το ότι γεννήθηκα εκεί που γεννήθηκα ήταν απόρροια μιας τυχαίας παρεξήγησης, μια συμπτωματική αφηρημάδα του πεπρωμένου, που ήταν ακόμα στο χέρι του να τη διορθώσει. Δεν ήταν έτσι. Χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, το παιδί είχε ήδη απλώσει έλικες και ρίζες, ο εύθραυστος σπόρος που ήμουν τότε είχε προλάβει να πατήσει στο χώμα με τα μικροσκοπικά και αβέβαια πόδια του για να δεχτεί απ' αυτό ανεξίτηλα το αυθεντικό σημάδι της γης, του κινούμενου βυθού του απέραντου ωκεανού από αέρα, του βούρκου αυτού, πότε ξερού, πότε υγρού, που τον συνθέτουν φυτικά και ζωικά υπολείμματα, απόβλητα απ' όλα και απ' όλους, φαγωμένοι βράχοι, κονιορτοποιημένοι, πολλαπλές και καλειδοσκοπικές ουσίες που πέρασαν από τη ζωή και επέστρεψαν στη ζωή, όπως ακριβώς επιστρέφουν οι ήλιοι και οι σελήνες, οι πλημμύρες και οι ξηρασίες, τα κρύα και οι ζέστες, οι αέρηδες και οι άπνοιες, οι πόνοι κι οι χαρές, τα όντα και το τίποτα. Μονάχα εγώ ήξερα, χωρίς συναίσθηση πως το ξέρω, ότι στα δυσανάγνωστα κατάστιχα του πεπρωμένου και στους τυφλούς μαιάνδρους της τύχης ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ. Σε όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, κι επίσης τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, αυτό το φτωχό και άξεστο χωριό, με τα θορυβώδη του σύνορα από νερό και πράσινο, με τα χαμηλά του σπίτια περιτριγυρισμένα από το ασημωμένο γκρίζο των ελαιώνων, κάποιες φορές να το ψήνει η λάβρα του καλοκαιριού, άλλες φορές να το διαπερνά η δολοφονική παγωνιά του χειμώνα ή να το πνίγουν οι φουσκονεριές που έμπαιναν μέσα, ήταν το λίκνο όπου ολοκληρώθηκε η εκκόλαψη μου, ο σάκος όπου το μικρό μαρσιποφόρο κούρνιασε για να γίνει άνθρωπος, σιωπηλός, μυστικός, αλληλέγγυος, αυτός που μπορούσε να γίνει.
* * *

Το σπίτι όπου γεννήθηκα δεν υπάρχει πια, αλλά το γεγονός αυτό μου είναι αδιάφορο γιατί δεν έχω κρατήσει καμία ανάμνηση από τη ζωή μου σ' αυτό. Εξαφανίστηκε επίσης μέσα σ' ένα σωρό χαλασμάτων και το άλλο, που για δέκα ή δώδεκα χρόνια υπήρξε η υπέρτατη εστία, η πιο προσωπική και βαθιά, η φτωχή κατοικία των παππούδων μου από την πλευρά της μητέρας μου, Ζοζέφα και Ζερόνιμο ονομάζονταν, το μαγικό εκείνο κουκούλι όπου ξέρω πως κυοφορήθηκαν οι αποφασιστικές μεταμορφώσεις μου ως παιδιού και ως εφήβου. Αυτή η απώλεια ωστόσο πάει πολύς καιρός που έπαψε να με πληγώνει, με τη ανακατασκευαστική δύναμη που έχει η μνήμη, μπορώ να ορθώσω ανά πάσα στιγμή τους λευκούς της τοίχους, να φυτέψω την ελιά που έριχνε σκιά στην είσοδο, ν' ανοίξω και να κλείσω το πορτάκι και το φράχτη του αγρόκηπου όπου μια μέρα είδα μια μικρή οχιά κουλουριασμένη, να μπω στο γουρουνοστάσι για να δω τα γουρουνάκια να θηλάζουν, να πάω στην κουζίνα και να χύσω απ' το κανάτι στην ξεφλουδισμένη κούπα το νερό που για χιλιοστή φορά θα μου σβήσει τη δίψα εκείνου του καλοκαιριού. Λέω τότε στη γιαγιά μου: «Γιαγιά, πάω να κάνω μια βόλτα». Εκείνη λέει: «Πήγαινε, πήγαινε», αλλά δεν μου συστήνει να προσέξω, εκείνους τους καιρούς οι ενήλικες είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους μικρούς που ανάτρεφαν. Βάζω ένα κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί και μια χούφτα ελιές και ξερά σύκα στο δισάκι μου, πιάνω ένα ξύλο, μήπως και χρειαστεί να αμυνθώ σε κάποιο κακό συναπάντημα με σκύλο, και βγαίνω στους αγρούς. Δεν έχω πολλές επιλογές: ή το ποτάμι και την αξεμπέρδευτη βλάστηση που καλύπτει και προστατεύει τις όχθες, ή τους ελαιώνες και τις σκληρές θημωνιές από το θερισμένο στάρι, ή το πυκνό αγριόδασος από σορβιές, οξιές, φλαμουριές και ιτιές που πλαισιώνει τον Τάγο προς τα κατάντη, μετά από το σημείο της συμβολής του με τον Αλμόντα, ή, τέλος, με κατεύθυνση το Βορρά, κάπου πέντε ή έξι χιλιόμετρα απ' το χωριό, το Έλος του Μποκιλόμπο, μια λίμνη, ένα βάλτο, μια γούρνα που ο δημιουργός των τοπίων ξέχασε να πάρει μαζί του στον παράδεισο. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές βέβαια, αλλά για το μελαγχολικό παιδί, για τον σκεπτικό και συχνά θλιμμένο έφηβο, αυτά ήταν τα τέσσερα μέρη στα οποία χωριζόταν το σύμπαν, κι ίσως το καθένα απ' αυτά να ήταν ένα σύμπαν από μόνο του. Η περιπέτεια μπορεί να κρατούσε ώρες, αλλά δεν τελείωνε ποτέ προτού επιτευχθεί ο στόχος της. Να διασχίζω μόνος τους καυτούς ελαιώνες, ν' ανοίγω κοπιαστικά δρόμο ανάμεσα από θάμνους, από κορμούς, από πρίνους, από αναρριχητικά φυτά που ύψωναν συμπαγή σχεδόν τείχη στις όχθες των δυο ποταμών, ν' ακούω καθισμένος σ' ένα σκοτεινό ξέφωτο τη σιωπή του δάσους να σπάει μονάχα απ' το τιτίβισμα των πουλιών και το τρίξιμο των κλαριών κάτω από την ώθηση του ανέμου, να μετακινούμαι πάνω στο έλος, περνώντας από κλαδί σε κλαδί σε μια έκταση κατοικημένη από τις κλαίουσες ιτιές που φύτρωναν μέσ' από το νερό, δεν είναι όλα αυτά, θα πει κανείς, παλικαριές που δικαιολογούν ιδιαίτερη μνεία σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου στα πέντε ή έξι χρόνια, κάθε παιδί του πολιτισμένου κόσμου, ακόμα κι αν είναι νωθρό και ζει καθιστική ζωή, έχει ταξιδέψει ήδη στον Άρη για να κάνει σκόνη όσα πράσινα ανθρωπάκια βρέθηκαν στο δρόμο του, έχει ξεκάνει τον τρομερό στρατό των μηχανικών δράκων που φυλούσε τον χρυσό στο Φορτ Νοξ, έχει κάνει κομματάκια το βασιλιά των τυραννόσαυρων, έχει κατέβει χωρίς σκάφανδρο και χωρίς βαθυσκάφος στις βαθύτερες υποβρύχιες σπηλιές, έχει σώσει την ανθρωπότητα από τον τερατώδη μετεωρίτη που ερχόταν για να καταστρέψει τη Γη. Μπροστά σε τέτοια ανώτερα κατορθώματα το αγοράκι της Αζινιάγκα θα είχε μόνο να αντιτάξει την ανάβαση του μέχρι την κορυφή μιας φλαμουριάς είκοσι μέτρων, ή, ταπεινά, αλλά ασφαλώς με μεγαλύτερη γευστική απολαβή, τις αναβάσεις του στη συκιά του κήπου, νωρίς το πρωί, για να μαζέψει τα φρούτα, υγρά ακόμη από τη βραδινή δροσιά, και να ρουφήξει σαν λαίμαργο πουλί τη σταγόνα μέλι που ξεπηδούσε απ' το εσωτερικό τους. Μικροπράγματα, στ' αλήθεια, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο ηρωικός νικητής του τυραννόσαυρου δεν θα ήταν ικανός ούτε σαύρα να πιάσει με τα χέρια του.

Κάποιοι δηλώνουν στα σοβαρά, με την επικουρική επικύρωση μιας κλασικής παραπομπής, πως το τοπίο είναι κατάσταση ψυχής, πράγμα που, με κοινές λέξεις, θέλει να πει ότι η εντύπωση που προκαλείται από την ενατένιση ενός τοπίου εξαρτάται πάντα από τις ιδιοσυγκρασιακές διακυμάνσεις και την ιλαρή ή χολερική διάθεση που δρούσαν μέσα μας την ακριβή στιγμή που το είχαμε μπροστά στα μάτια μας. Δεν τολμώ να το αμφισβητήσω. Συμπεραίνει πάντως κανείς πως οι καταστάσεις της ψυχής αποτελούν αποκλειστική ιδιοκτησία της ενηλικίωσης, των μεγάλων, των ανθρώπων που είναι ικανοί πλέον να κουμαντάρουν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιδεξιότητα, τους σοβαρούς όρους με τους οποίους οι ανάλογες λεπτολογίες αναλύονται, προσδιορίζονται και ανατέμνονται. Ζητήματα των ενηλίκων, που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Κανείς δεν ρώτησε αυτό τον έφηβο, για παράδειγμα, πώς αισθανόταν από διάθεση και ποιες ενδιαφέρουσες δονήσεις κατέγραφε ο σεισμογράφος της ψυχής του όταν, νύχτα ακόμα, κάποιο αξέχαστο χάραμα, βγαίνοντας από το στάβλο όπου είχε κοιμηθεί ανάμεσα στ' άλογα, τον άγγιξε στο μέτωπο, στο πρόσωπο, σε όλο το σώμα, και κάπου πέρα απ' το σώμα, η λευκότητα της πιο εκτυφλωτικής σελήνης που μπορεί να είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια. Κι επίσης τι ένιωσε όταν, με τον ήλιο να έχει πια ανατείλει, κι ενώ οδηγούσε τα γουρούνια μέσ' από λόφους και πεδιάδες επιστρέφοντας απ' το παζάρι όπου είχε πουλήσει τα περισσότερα, βρέθηκε να πατάει πάνω σ' ένα μπάλωμα από τραχύ πλακόστρωτο, σχηματισμένο από πλάκες που έμοιαζαν κακοταιριασμένες, απίστευτη ανακάλυψη σ' ένα χερσότοπο που έμοιαζε έρημος και εγκαταλειμμένος από τις απαρχές του κόσμου. Μόνο πολύ αργότερα, χρόνια μετά, θα καταλάβαινε ότι είχε πατήσει σίγουρα πάνω στο χάλασμα ρωμαϊκού δρόμου.
* * *

... πάνω στο ηλιοβασίλεμα, βγήκα από την Αζινιάγκα, απ' το σπίτι των παππούδων μου (θα ήμουν τότε δεκαπέντε χρόνων), για να πάω σ' ένα απομακρυσμένο χωριό στην άλλη όχθη του Τάγου, όπου θα συναντούσα ένα κορίτσι με το οποίο νόμιζα τότε πως ήμουν ερωτευμένος. Στην άλλη όχθη του ποταμού με πέρασε ένας γέρος βαρκάρης ονόματι Γκαμπριέλ (ο κόσμος του χωριού τον φώναζε Γκραβιέλ), κόκκινος απ' τον ήλιο και την αγκουαρδέντε, σαν γίγαντας με λευκά μαλλιά και σωματώδης σαν τον Άγιο Χριστόφορο. Είχα καθίσει στα σανίδια της προβλήτας, που αποκαλούσαμε λιμάνι, της από δω όχθης, και τον περίμενα, ενώ αφουγκραζόμουν, πάνω στην υδάτινη επιφάνεια που έπεφτε πάνω της το τελευταίο φως της μέρας, τον ρυθμικό ήχο των κουπιών. Εκείνος πλησίαζε αργά, κι εγώ κατάλαβα (ήταν άραγε λόγω της ψυχικής μου κατάστασης;) πως ζούσα μια στιγμή που δεν θα ξεχνούσα ποτέ. Λίγο πάνω απ' το λιμάνι της άλλης όχθης υπήρχε ένας θεόρατος πλάτανος που ερχόταν το μεσημέρι και ξαπόσταινε από κάτω το ζευγάρι βόδια του αγροκτήματος. Δρόμο πήρα, έκοψα μέσ' από αναβαθμίδες, ξεχερσώματα, πεδιάδες, βούρκους, καλαμποκοχώραφα, σαν λαθροκυνηγός που ψάχνει το σπάνιο θήραμα. Είχε πέσει η νύχτα, στη σιωπή του κάμπου ακούγονταν μόνο τα δικά μου βήματα. Αν η συνάντηση ευοδώθηκε ή όχι θα το διηγηθώ παρακάτω. Είχε χορό και πυροτεχνήματα, νομίζω πως βγήκα απ' το χωριό όταν πια πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η πανσέληνος, λιγότερο εκθαμβωτική από την άλλη, φώτιζε τα πάντα τριγύρω. Λίγο πριν το σημείο όπου θα έπρεπε να εγκαταλείψω την άσφαλτο και να πάρω το μονοπάτι, ο στενός δρόμος που περπατούσα φάνηκε να σταματά ξαφνικά, να κρύβεται πίσω από μια ψηλή περίφραξη, και μου έδειξε, σαν να ήθελε να εμποδίσει το βάδισμα μου, ένα απομονωμένο δέντρο, ψηλό, θεοσκότεινο στην αρχή, στην αντίθεση της νυχτερινής διαφάνειας του ουρανού. Ξαφνικά όμως φύσηξε μια απότομη αύρα. Έφερε ανατριχίλα στους τρυφερούς βλαστούς της χλόης και ρίγος στις πράσινες σαν λάμες καλαμιές και ανατάραξε τα σταχτιά νερά ενός βούρκου. Σαν κύμα ξεσήκωσε τα απλωμένα κλαδιά των δέντρων, σκαρφάλωσε στον κορμό τους μουρμουρίζοντας, και τότε, άξαφνα, τα φύλλα έστρεψαν προς τη σελήνη την κρυμμένη πλευρά κι ολόκληρη η οξιά (οξιά ήταν) σκεπάστηκε με λευκό μέχρι την πιο ψηλή κορφή. Ήταν μια στιγμή, μια στιγμή και τίποτα παραπάνω, αλλά η ανάμνηση της θα κρατήσει όσο κρατήσει κι η ζωή μου. Δεν υπήρχαν τυραννόσαυροι, Αρειανοί και μηχανικοί δράκοντες, μπορεί βέβαια ένας μετεωρίτης να διέσχισε τον ουρανό (δεν είναι δα απίστευτο), αλλά η ανθρωπότητα, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν διέτρεξε κίνδυνο. Μετά από πολύ περπάτημα, το ξημέρωμα αργούσε ακόμα, βρέθηκα καταμεσής ενός κάμπου σε μια καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά και άχυρα, και μέσα είχε ένα κομμάτι μουχλιασμένη μπομπότα για να ξεγελάσω την πείνα μου. Εκεί κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, με το πρώτο φως της μέρας, και βγήκα έξω, τρίβοντας τα μάτια μου, μπροστά στη φωτεινή ομίχλη που δεν μ' άφηνε καλά καλά να δω τους κάμπους τριγύρω, ένιωσα μέσα μου, αν θυμάμαι καλά, αν δεν είναι τωρινή μου επινόηση, πως είχα μόλις, επιτέλους, γεννηθεί. Ώρα μου ήταν.
José Saramago (1922–2010)


* αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Ζοζέ Σαραμάγκου Μικρές αναμνήσεις
εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

* φωτογραφίες: entrelineas.org,
alejandra-desde-mas-alla.lacoctelera.net,
bolanoread.blogspot.com, nytimes.com,
blog.ricecracker.net, guardian.co.uk


Links:
- nobelprize.org: Αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφτηκε
κατά την χρονική περίοδο της απονομής
του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας

- Ελευθεροτυπία, 20/6/2010: Adeus, Ζοζέ Σαραμάγκου
- Η Αυγή, 18/10/2011: Ζοζέ Σαραμάγκου: Θα χρειαζόμασταν
μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων

- Καθημερινή, 27/6/2010: Ο ρομαντικός Ζοζέ Σαραμάγκου


Ετικέτες , , ,

19 Φεβ 2012

129 ~ Γκάρυ Σνάιντερ: Εγώ, ο Γκάρυ Σνάιντερ

Εγώ ο Γκάρυ Σνάιντερ γεννήθηκα στο Σαν Φρανσίσκο το 1930. Πήγα γυμνάσιο στο Σηάτλ και στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Στο Κολλέγιο του Ρηντ στο Πόρτλαντ έκανα διατμηματικές μεταπτυχιακές σπουδές στη λογοτεχνία και την ανθρωπολογία, με ειδικότητα στην αμερικανο-ινδιάνικη εθνολογία, από όπου πήρα το πτυχίο μου το 1951 γράφοντας πτυχιακή εργασία με θέμα «Οι Διαστάσεις ενός Μύθου». Υπήρξα στενός φίλος με τους συγγραφείς και Ζεν Βουδιστές Λου Γουέλς και Φίλιπ Γουάλεν που βρέθηκαν όλοι τους στο Ρηντ, την ίδια εποχή.

Στη Βορειοδυτική Ακτή εργάστηκα στη φάρμα της οικογένειάς μου και εποχιακά στα δάση. Δούλεψα επίσης και για την εφημερίδα Ορεγκόνιαν του Πόρτλαντ κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων. Έγινα αφοσιωμένος υπερασπιστής του φυσικού κόσμου και μέλος των περίφημων ορειβατών «Ματζάμας» και της «Κοινότητας της άγριας υπαίθρου» περίπου την ίδια εποχή που επιδόθηκα στο σκι και την ορειβασία των χιονισμένων βουνοκορφών, σε ηλικία δεκαεπτά ετών.

Έπειτα από ένα εξάμηνο μεταπτυχιακών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα στη γλωσσολογία, έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στις ασιατικές γλώσσες για τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Εκεί γνώρισα τον Κένεθ Ρέξροθ, τον Ρόμπερτ Ντάνκαν, τον Τζακ Σπάισερ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Τζακ Κέρουακ και πολλούς συγγραφείς, οι οποίοι υπήρξαν συντελεστές της μεγάλης άνθησης της ποίησης της Δυτικής Ακτής που ξεκίνησε τη δεκαετία του '50. Εξαιτίας της σχέσης μου με τους λογοτεχνικούς πατριάρχες, Γκίνσμπεργκ και Κέρουακ, ταυτίζομαι μερικές φορές με τη γενιά των Μπητ. Στο έργο του The Dharma Bums o Κέρουακ βασίζει τον χαρακτήρα του Japhy Ryder σ' εμένα.

Το 1950 παντρεύτηκα την Άλισον Γκας και χωρίσαμε το 1952. Το 1956 ταξίδεψα στο Κυότο με κρατική υποτροφία όπου παρέμεινα στο Ζεν ναό του Σοκόκου-Γι. Εργάστηκα ως ερευνητής και μεταφραστής των Ζεν βουδιστικών κειμένων και σπούδασα Ριντζάι Ζεν Βουδισμό στο μοναστήρι του Νταιτόκου-Γι υπό την επίβλεψη του Όντα Σέσσο Ρόσσι.

Έγραψα πολλές συλλογές ποίησης από τη στιγμή που άφησα την Αμερική για την Ιαπωνία. Όσο ζούσα στο Κυότο, δημιούργησα επαφές με κοινωνικά κλειστούς βουδιστικούς και πνευματικούς κύκλους, ιδιαίτερα όσους ασχολούνταν με την ειρήνη, την οικολογία, τις μειονότητες και τα γυναικεία ζητήματα. Η σχέση μου με τον ποιητή και πνευματικό ηγέτη Νανάο Σακάκι με οδήγησε σε απομακρυσμένα νησιά και στην καλλιτεχνική ζωή του Τόκυο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ιαπωνία (1956-1968) ταξίδεψα αρκετά στο εξωτερικό. Εργάστηκα εννέα μήνες στο μηχανοστάσιο ενός τάνκερ που ταξίδευε μεταξύ του Περσικού Κόλπου και των λιμένων πετρελαίου του Ειρηνικού. (Πρώτα ταξίδεψα από την Νέα Υόρκη στη Βενεζουέλα το 1948. Εξακολουθώ να έχω χαρτιά ναυτικού και μια κάρτα της Εθνικής Ναυτιλιακής Ένωσης.) Περιηγήθηκα για έξι μήνες στην Ινδία και επισκέφθηκα ιερές πόλεις με τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Πήτερ Ορλόφσκυ και την Τζόαν Κάιγκερ, την οποία παντρεύτηκα το 1960 και χωρίσαμε το 1965. Η ομάδα αυτή συναντήθηκε με τον Δαλάι Λάμα. Ύστερα πέρασα μια ακαδημαϊκή χρονιά στην Καλιφόρνια, στα μέσα της δεκαετίας του '60, διδάσκοντας δημιουργική συγγραφή στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ.

Ο δάσκαλός μου Όντα Σέσσο Ρόσσι πέθανε το 1967. Εγώ εξακολούθησα να έχω σχέσεις με το μοναστήρι του Νταιτόκου-Γι, αλλά διερεύνησα επίσης και τις θεωρίες και τους ναούς του Σίνγκον και του Τεντάι Βουδισμού για δύο χρόνια. Το 1967 έζησα στο Μπάνυαν Άσραμ και παντρεύτηκα την Μάσα Ουεχάρα στο χείλος ενεργού ηφαιστείου με την οποία και απέκτησα δύο γιους. Το 1969 επέστρεψα οριστικά στο Δυτικό ημισφαίριο.

Για πολλά χρόνια ταξίδευα εκτεταμένα για τρεις ή τέσσερις μήνες κάθε χρόνο. Επισκεπτόμουν πανεπιστήμια, έκανα απαγγελίες ποίησης, έδινα διαλέξεις, συμμετείχα σε συνέδρια, καθοδηγούσα σεμινάρια και είχα στενή συνεργασία με περιβαλλοντολογικές ομάδες καθώς και με ομάδες ντόπιων κατοίκων. Ταξίδεψα ξανά στην Ιαπωνία και πήγα επίσης στην Αυστραλία, στην Ευρώπη, στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στην Αλάσκα και τη Χαβάη, μιλώντας για τα χαρακτηριστικά του βουδιστικού διαλογισμού, της οικολογικής πρακτικής, της γλώσσας και της ποιητικής, της σχέσης μεταξύ του πολέμου και της εθνικής κατάστασης, και των βιοτοπικών πολιτικών στρατηγικών. Από το 1985 είμαι μέλος του αγγλικού τμήματος του Πανεπιστημίου του Ντέιβις.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες κατοικώ στη βόρεια Σιέρρα Νεβάδα στις παρυφές του εθνικού δρυμού του Ταχόε, όπου εργάζομαι σ' ένα ορεινό αγρόκτημα με τους παλαιούς και νέους αποίκους της περιοχής. Και εμείς και οι περισσότεροι γείτονές μας ζούμε με ένα συνδυασμό των τεχνολογιών του 19ου και 21ου αιώνα: φούρνους με ξύλα για θέρμανση και μαγείρεμα, φωτοβολταϊκά στοιχεία για ηλεκτρισμό.

Έχω δημοσιεύσει 15 βιβλία ποίησης και πεζού λόγου. Η συλλογή μου Διάφορα ποιήματα απέσπασε το βραβείο του Αμερικανικού Συμβουλίου Τεχνών και Επιστημών το 1965, ενώ Η Πίσω Χώρα μού χάρισε την υποτροφία Γκούγκενχάιμ το 1968. Το βιβλίο μου το Νησί της Χελώνας κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση το 1975. Είμαι μέλος της αμερικανικής Ακαδημίας και του Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων.

Από το 1988 ζω με την Κάρολ Κόντα και τις δύο κόρες της στο Κιτκιντίντζε.
Gary Snyder (1930)



Μια φορά στο Δάσος Σιουσλώ

Κοιμήθηκα κάτω από ροδόδεντρα
Κι όλη τη νύχτα πέφταν άνθη
Ενώ έτρεμα επάνω σε σεντόνι από χαρτόνι
Χωμένα τα πόδια στο σακίδιό μου
Τα χέρια βαθιά μέσα στις τσέπες μου
Αδύνατο να κοιμηθώ.
Θυμήθηκα τότε που πηγαίναμε σχολείο
Και κοιμόμασταν μαζί σ’ ένα μεγάλο ζεστό κρεβάτι
Ήμασταν οι νεώτεροι εραστές
Όταν σταμάτησα να σε βλέπω ήμασταν μόνο δεκαεννιά.
Τώρα οι φίλοι μας είναι παντρεμένοι
Διδάσκεις σε σχολείο πίσω στ’ ανατολικά
Δεν με πειράζει που ζω έτσι
Πράσινοι λόφοι η στενή γαλάζια παραλία
Αλλά κάπου κάπου όταν κοιμάμαι στην ύπαιθρο
Σκέφτομαι τότε που σε είχα.

μτφ: Λιάνα Σακελλίου
από το Πλανόδιον, τχ. 21


* * *
Μεσαύγουστος στο ορεινό παρατηρητήριο Σάρντοου

Κάτω στην κοιλάδα μια καπνιά,
τρεις μέρες ζέστη, μετά από πέντε μέρες βροχής.
Το ρετσίνι λάμπει στα κουκουνάρια,
μες στους βράχους και τις πεδιάδες
σμήνη από καινούργιες μύγες.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πράγματα που κάποτε διάβασα,
λίγους φίλους που 'ναι όμως στις πόλεις.
Πίνοντας κρύο χιονόνερο απ' την τσιγκινη κούπα
κοιτώντας κάτω, μίλια μακριά
μες στον ακίνητο ορεινό αέρα.

μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
από την Ανθολογία Μπιτ Ποίησης
Εκδ. Ροές, 2003



* το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Γκάρυ Σνάιντερ
είναι από τo Πλανόδιον - τχ. 21, Δεκέμβριος 1994
Η μετάφραση είναι της Λιάνας Σακελλίου που επιμελήθηκε
το εκτεταμένο αφιέρωμα (42 σελ.) του περιοδικού.

Όπως αναφέρεται στο αφιέρωμα «το κείμενο αποτελεί μετάφραση
ανέκδοτου αυτοβιογραφικού σημειώματος του Gary Snyder το οποίο
μοίρασε ο ίδιος στους φοιτητές του τον Σεπτέμβριο του 1992 στο
μάθημά του της Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια
στο Ντέιβις. Την σειρά αυτή των μαθημάτων παρακολούθησε συνεργαζόμενη
μαζί του και η επιμελήτρια του παρόντος θέματος ως υπότροφος του
ιδρύματος Fulbright για τις Καλές Τέχνες στην περίοδο 1992-1993.»
* φωτογραφίες: sfgate.com, salamalandro.redezero.org,
whathappenedtokerouac.com, cuke.com, honoluluweekly.com

Ετικέτες , ,

14 Ιαν 2012

127 ~ Σιμόν ντε Μπωβουάρ: εξαιτίας αυτής της μοναξιάς...

* Γεννήθηκα στις 9 Ιανουαρίου 1908 σ' ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

*Πέρασα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Είχα τη μετάληψη μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.

Αν και η μητέρα μου με πήγαινε στη λειτουργία πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησία παρά μόνο για γάμους και κηδείες' χαμογελούσε όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

* Μέχρι τα 12-13 μου όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία. Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη' είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι... γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

Και τελικά σ' ένα σημαντικό θέμα πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου' όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε μ' έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία' μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα. Περνούσα τις διακοπές μου στη Λιμουζέν, σ' ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξέμενα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν' μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» — π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς — και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω. Μια ωραία ημέρα άρχισα να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ... Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μωπασάν, Μπουρζέ, Κλώντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

Δεν είχα καθόλου την εντύπωση ότι έκανα κάτι κακό, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει — με τον τρόπο μου — τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη — γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη — ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει. Ωστόσο ένα βράδυ στη Λιμουζέν έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ' αστέρια, άκουγα το κελάρισμα μιας κρήνης• το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική• ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ' ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ' εκείνον!

* Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δεν με κυρίευσε φόβος• είχα το παράδειγμα του πατέρα μου που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα σε κανένα- ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρε μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου• στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε• αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.
Simone de Beauvoir (1908-1986)




* τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενo
της Σιμόν ντε Μπωβουάρ "Πώς έγινα συγγραφέας"
είναι από την λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβρης '87
(αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία)
Μετάφραση: Κώστας Πολέτης

* φωτογραφίες: scoop.it, ecopolis.org, bookforum.com
biography.com, geocaching.com

Ετικέτες , ,

9 Δεκ 2011

125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ: είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

[O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.

Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.

Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»
«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.
«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»

Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»

Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»

Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες: Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...

Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»
«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.
«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.
«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»
«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»
«Όχι!»
«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»

Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.
«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.

Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.

Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.

Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.

Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.
«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.

Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.

Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.

Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»
«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.
«Και τι έργο είδαμε;»
«Τσάρλι Τσάπλιν.»
«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»
«Δεν έχω τίποτα.»
«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»
«Όχι.»

Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»
«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»
«Η αγαπημένη του Νταν.»
«Και ποιος είναι ο Ντάν;»
«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»
«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»

Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!
Naguib Mahfouz (1911–2006)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενo είναι από το βιβλίο
του Ναγκίμπ Μαχφούζ Ο καθρέφτης μιας ζωής
(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εκδ. Ψυχογιός, 2001

* φωτογραφίες: midouza.net, faculty.uca.edu,
tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com

Ετικέτες , , ,

10 Σεπ 2011

120 ~ Ινιάτσιο Μπουττίττα: Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν

Τη ζωή μου θα 'θελα να τη γράψω τραγουδώντας' ξεκούρδιστη όμως η κιθάρα μου και η φωνή μου βραχνιασμένη... Βέβαια, καλύτερα να τραγουδάς άσχημα παρά να κλαις ωραία, μα τι να κάνω; Να ζητήσω τη βοήθεια του Πανάγαθου; Έτσι έκανε η παραμάνα που με βύζαξε: έκλεινε την πόρτα, άναβε το καντήλι, με ξάπλωνε στο κρεβάτι κι άρχιζε την προσευχή. «Κύριε, σώσε την ψυχή μου, δώσε μου την υγεία, τον άρτο τον επιούσιο, το κρασί το νερό τ' αλάτι, και μη ξεχάσεις το πιπέρι». Γύριζε σε μένα: «Ιγνάτιε, ξαναπές το». Εγώ το ξανάλεγα και κείνη συνέχιζε: «Κύριε, κράτησέ με μακρυά από πειρασμούς, από θανάσιμα αμαρτήματα, από την όψιμη πείνα κι απ' τους κακούς γειτόνους». Εγώ το ξανάλεγα, και κείνη: «Κύριε, η νύχτα είναι μεγάλη, μη μ' αφήνεις μόνη. Έτσι κι έρθει ο διάβολος, θα κλέψει το παιδί μου». Το ξανάλεγα κι έτρεμα.

Μια ώρα, δυο ώρες με προσευχές' ο άνεμος έμπαινε σαν τη σαΐτα από τις χαραμάδες κι ο γάτος στη γωνιά μιαούριζε παραπονιάρικα. Οι προσευχές εκείνες σπαρταράνε ακόμα στη μνήμη μου. Συνέχισα να τις επαναλαμβάνω κάθε βράδυ, χωρίς να πιστεύω πως θα φτάσουν στον ουρανό, ούτε πως το ψωμί και τη δουλειά τα στέλνει ο Κύριος. Νόμιζα πως μιλούσα στα πουλιά. Δεν υπήρχε όμως άλλος τρόπος να με πάρει ο ύπνος, έπρεπε να πω τις προσευχές εκείνες και ύστερα να σταυροκοπηθώ. Ήταν σα να μου είχε κολλήσει κάποιο κακό συνήθειο.

[....] Άρχισα στα δεκαπέντε: ήμουν όμορφος στα δεκαπέντε, πίσω απ' τον πάγκο του μπακάλικου, παιδί για θελήματα, χτενισμένος όμως με τη μόδα και με άσπρη ποδιά. Άρεσα στις γυναίκες. Μπαίνανε στο μαγαζί: «Εκατό γραμμάρια τυρί». Έκοβα το τυρί, έκοβα το σαλάμι κι έκοβα τα χέρια μου. Έχω ακόμη τα σημάδια. Κοίταζα τις κυρίες, όχι το μαχαίρι. Λάθευα στο βάρος και στο μέτρο. Στα χρόνια εκείνα για να βρεις γυναίκα, έπρεπε να 'χεις αρματωμένους εφτά καραμπινιέρους για περίπολο.

[...] Την σελήνη του μέλιτος την πέρασα με μια γρηά θρήσκα που έβλεπε οράματα. Την ηλικία δε σας τη λέω. Πόσα πράγματα δε μπορούμε να πούμε! Ούτε ότι ήταν παρθένα. Οι λέξεις φτάνουνε μέχρι το στόμα, μασημένες, κι ύστερα γλυστράνε στην κοιλιά. Την έλεγαν Δόννα Ευτυχία, ένα όνομα για ευχές. Ερχόταν με ακρίβεια, τα μεσάνυχτα, σαν ξυπνητήρι και με μια οικογενειακή φίλη στην αγκαλιά: τη γάτα. Εγώ στεκόμουν πίσω απ' την πόρτα, άκουγα το μιαούρισμα και άνοιγα. Η γάτα ήταν η ρουφιάνα αλλά δεν το ήξερε. Πώς θα μπορούσε να ξέρει ότι οι γυναίκες είναι υποχρεωμένες να δίνουν λογαριασμό για τα όσα κάνουν; Ότι ο νόμος τις καταδικάζει; Ότι ο άντρας αν τις πιάσει τις σκοτώνει; Ανάμεσα στις γάτες δεν υπάρχουν αυτές οι μπερδεψιές. Ούτε γίνονται εγκλήματα για λόγους τιμής. Δίνουν ραντεβού στις στέγες' η γάτα καταφθάνει με βήματα μετρημένα, ήρεμη: αστροφεγγιά στον ουρανό! Ο γάτος την περιμένει' νοτίζει τα μουστάκια του με τη γλώσσα, σηκώνει τη φούντα της ουράς και κάνει ουράνιο τόξο. Η γάτα ήταν συνένοχος δίχως να το ξέρει' επειδή, περνώντας το δρόμο η Δόννα Ευτυχία, αν τύχαινε να συναντήσει κάποιον, τη δικιολογία την είχε έτοιμη: μου 'φυγε η γάτα. Πήραν τα μυαλά της αέρα! Και τη χτυπούσε με το δάχτυλο στο κεφάλι. Ο περαστικός το πίστευε: εκείνη συνέχιζε να μαλώνει τη γάτα και ύστερα έμπαινε. Έμπαινε με τη γάτα.

Η γάτα, σε ξένο σπίτι, μιαούριζε, τρόμαζε τα ποντίκια. Περισότερο όμως τρόμαζα εγώ. Μην ξεχνάτε ότι η Δόννα Ευτυχία ήταν οραματιζόμενη. Έβγαζε τα ρούχα της, έσβηνε το φως και κουβέντιαζε με τους άγιους. Ένας διάλογος με μια φωνή. Τα λόγια δε μπορούσες να τα καταλάβεις. Μου 'λεγε πως ζητούσε συγχώρεση απ' τα πλάσματα τ' ουρανού, πως ήταν θανάσιμο αμάρτημα να σκανδαλίζεις ένα παιδί. Η συγχώρεση της παραχωρούνταν κάθε βράδυ. Το ίδιο και σε μένα. Εκείνη το έλεγε και με τα χέρια μου έκανε το σημείο του σταυρού. Μου έδινε την άγια ευλογία.

[...] Τις πρώτες ανακαλύψεις, τις έκανα μικρό παιδί, χωρίς σχολειά και δάσκαλους. Δεν έκανα κριτική, δεν προχωρούσα σε βάθος. Περίμενα να πήξει το μυαλό μου. Όταν ο πατέρας μου, έλεγε: «Όποιος σπλαχνίζεται τους άλλους ρίχνει τη σάρκα του στους σκύλους», δεν καταλάβαινα το νόημα που είχαν τα λόγια εκείνα. Έλεγε ακόμη: «Έμεινα ορφανός και ποτέ κανένας δε μου 'δωκε ένα κομμάτι ψωμί. Μ' ανάστησε η μάνα μου με την ανάσα της». Ο πατέρας μου ήταν αγράμματος' κι εγώ αργότερα κατάλαβα πως τα βάσανα διαστρεβλώνουν τα αισθήματα και αποχτηνώνουν τον άνθρωπο. Έβλεπα την αδικία χαραγμένη στα πρόσωπα των φτωχών, στα γυμνά πόδια κάθε μικρού παιδιού, στη ζωή των μεροκαματιάρηδων που ξεκινούσανε χαράματα μ' ένα ξεροκόμματο κι ένα κρεμύδι, και γύριζαν τ' απόβραδο σέρνοντας τα ποδάρια. Θυμάμαι: μπήκε στο μαγαζί ένας άντρας και μου ζήτησε ένα άδειο κουτί. Δεν τον κοίταξα στο πρόσωπο, γιατί διαφορετικά θα καταλάβαινα. Τον είδα ύστερα να περνάει με το κουτί στο κεφάλι. Κουβαλούσε στο κοιμητήρι ένα κοριτσάκι. Ήταν ο πατέρας: ένας νεκρός που συνόδευε μια νεκρή.

Έτσι άρχισα ν' αγαπώ εκείνους που υποφέρουν. Ακόμη όμως δεν ήταν ο σοσιαλισμός.
Ignazio Buttitta (1899–1997)



Οι σημερινοί ποιητές
-στον Cesare Zavattini

Ποιητή στρατευμένο με λένε για να με προσβάλλουν
λες και δεν φοράω πουκάμισο
ρούχα στο κορμί και παπούτσια στα πόδια.
Λες και δεν τρώω ψωμί για να κρατιέμαι ολόρθος
λες και δεν πέφτω για ύπνο το βράδυ με την κοιλιά γεμάτη.

Πρόβατο δίχως μαλλί και γάιδαρο δίχως ουρά
θα μ' ήθελαν: της φύσης έκτρωμα.
Γιατί τέτοιοι είναι οι σημερινοί ποιητές,
πουλιά δίχως κελάηδημα
πουλιά τυφλά με τα φτερά τους μαδημένα;
έχουν τον κόσμο να θερίσουνε
κι αυτοί σταχολογάνε μέσα στο άδειο στήθος τους.

Ανύπαντροι κι αντάμα χήροι φάλτσοι οργανοπαίχτες
ψάχνουν να βρουν την αρμονία σε μια μόνο χορδή της κιθάρας.
Και δεν ξέρουν ότι ο ποιητής είναι θαλασσινός
που ψαρεύει με την απόχη, πως είναι κυνηγός πουλιών
με τα δίχτυα του κάθε εποχή στημένα.
Κι ούτε καταλαβαίνουν πως η ποίηση
έχει τις ρίζες της στη γη και τα κλωνιά ανθισμένα
απλωμένα στον άνεμο σαν τα χέρια τ' ανθρώπου.

Ποιητές αστράτευτοι, σας χαιρετώ'
τον κουρνιαχτό μαζέψτε!
"Μοναξιά και αγιότης" είναι τα λόγια σας'
η αλήθεια όμως σήμερα και πάντα,
μένει ανάμεσα στους ανθρώπους.

απόδοση: Θόδωρος Ιωαννίδης

* Το κείμενo και το ποίημα είναι από το βιβλίο
Ignazio Buttitta, Ο ποιητής ανάμεσα στους ανθρώπους
Απόδοση και επιμέλεια: Θόδωρος Ιωαννίδης
Εκδόσεις: Εγνατία, χ.χ.

* φωτογραφίες: magnumphotos.com


Link:
- Φωτογραφικό άλμπουμ του ποιητή από τον
Ferdinando Scianna (στο Magnum Photos)

Ετικέτες , ,