1 Φεβ 2014

161 ~ Ράντγιαρντ Κίπλινγκ: Στο σπίτι της Ευτυχίας

Image and video hosting by TinyPic
Από το Κολόμπο έφτασα στο νότιο άκρο της Ινδίας που δεν το γνώριζα. Πέρασα τέσσερις μέρες και τέσσερις νύχτες σε ένα τρένο όπου δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε λέξη από όσα λέγονταν γύρω μου. Ύστερα έφτασα στον ανοιχτό Βορρά και τη Λαχώρη, όπου ξέκλεψα μερικές μέρες για να επισκεφτώ τους δικούς μου. Θα επέστρεφαν σε λίγο για να εγκατασταθούν μόνιμα στην «Πατρίδα». Αυτή λοιπόν ήταν η τελευταία μου ματιά στο μόνο πραγματικό σπιτικό που είχα γνωρίσει μέχρι τότε.

Ύστερα κατέβηκα στη Βομβάη, όπου η άγια μου, τόσο γερασμένη αλλά και τόσο ίδια κι απαράλλακτη, με υποδέχτηκε με ευχές και δάκρυα. Κατόπιν πήγα στο Λονδίνο για να παντρευτώ, το Γενάρη του '92', εν μέσω μιας επιδημίας γρίπης, κατά την οποία οι εργολάβοι κηδειών δεν έβρισκαν πια μαύρα άλογα και αναγκάζονταν να μεταφέρουν τους νεκρούς με καφετιά. Οι ζωντανοί ήταν οι περισσότεροι κλινήρεις. (Δε γνωρίζαμε τότε πως η επιδημία αυτή ήταν η πρώτη προειδοποίηση ότι η μάστιγα που είχαμε ξεχάσει για πολλές γενιές είχε αρχίσει να κινείται έξω από τη Μαντζουρία).

Όλα αυτά με επηρέασαν όσο θα επηρέαζαν οποιονδήποτε άλλο νέο υπό τις συνθήκες αυτές. Μέλημα μου ήταν να φύγω από το λοιμοκαθαρτήριο το συντομότερο δυνατόν. Δεν ήμουν άνθρωπος κάποιας σημασίας; Δεν είχα αρκετές -περισσότερες από δυο, τουλάχιστον- χιλιάδες λίρες σε καταθέσεις; Ο ίδιος ο διευθυντής της τράπεζας, μου είχε προτείνει να επενδύσω κάποιο μέρος του «κεφαλαίου» μου, σε λουλάκι για παράδειγμα. Προτίμησα για άλλη μια φορά, όμως, να επενδύσω σε εισιτήρια από τον Κουκ -για δυο- και να κάνω ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο. Όλα κανονίστηκαν με ακρίβεια, ώστε τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει τα σχέδια.

Έτσι παντρευτήκαμε στην εκκλησία με το μυτερό καμπαναριό στην πλατεία Λάνγκαμ. Ο Γκος, ο Χένρυ Τζέημς και ο ξάδερφος μου Άμπροζ Πόιντερ ήταν όλοι κι όλοι οι καλεσμένοι στο γάμο. Χωρίσαμε στην πόρτα της εκκλησίας σκανδαλίζοντας το νεωκόρο• η γυναίκα μου πήγε να δώσει τα φάρμακα στην άρρωστη μητέρα της και εγώ στο γαμήλιο πρόγευμα με τον Άμπροζ Πόιντερ. Όταν επέστρεψα μετά για να πάρω τη σύζυγό μου, είδα στερεωμένη με βαρίδια στο βρεμένο πεζοδρόμιο, όπως ήταν το έθιμο εκείνες τις ξέγνοιαστες μέρες, μια αφίσα από χαρτί εφημερίδας που ανακοίνωνε το γάμο μου, κάτι που με έκανε να αισθανθώ αμήχανος κι απροστάτευτος.

Μερικές μέρες αργότερα ανεβήκαμε στο μαγικό χαλί μας, που επρόκειτο να μας ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο, ξεκινώντας από τον βυθισμένο στο χιόνι Καναδά. Ανάμεσα στα γαμήλια δώρα μας ήταν ένα μεγάλο ασημένιο φλασκί γεμάτο ουίσκι, που έπασχε όμως από ακράτεια. Χύθηκε μέσα στη βαλίτσα όπου βρισκόταν μαζί με τα φανελένια πουκάμισα. Μύριζε όλο το βαγόνι απ' άκρη σ' άκρη πολύ πριν καταλάβουμε την αιτία. Όταν πια καταλάβαμε από πού ερχόταν η μυρωδιά, όλοι οι συνταξιδιώτες μας, οικτίρανε το κακόμοιρο το κορίτσι που είχε δέσει τη ζωή της με έναν αναίσχυντο μέθυσο. Έτσι, μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα, για την οποία εμείς ήμασταν ολότελα αθώοι, φτάσαμε στο Βανκούβερ, όπου με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον και για να επιβεβαιώσουμε τον πλούτο μας, αγοράσαμε -ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε- είκοσι εκτάρια στην ερημιά που ονομαζόταν Βόρειο Βανκούβερ και τώρα είναι μέρος της πόλης. Υπήρχε όμως κάποιος λάκκος στη φάβα, όπως μάθαμε πολλά χρόνια αργότερα και αφού είχαμε πληρώσει ένα σωρό φόρους για την έκταση αυτή: ανακαλύψαμε ότι ανήκε σε κάποιον άλλον. Η μόνη παρηγοριά που είχαμε από τους χαμογελαστούς ανθρώπους του Βανκούβερ ήταν: «Το αγοράσατε από τον Στηβ, έτσι; Μάλιστα, τον Στηβ. Δεν έπρεπε να αγοράσετε από τον Στηβ. Όχι! Όχι από τον Στηβ». Και έτσι ο καλός Στηβ μάς θεράπευσε από την κλίση μας στην κερδοσκοπία των ακινήτων.

Ύστερα πήγαμε στη Γιοκοχάμα, όπου ένα ζευγάρι μάς περιποιήθηκε με εκπληκτική ευγένεια και δεν έδειξε καμιά ιδιοτέλεια. Μας φιλοξένησαν στο σπίτι τους και φρόντισαν να επισκεφτούμε την Ιαπωνία την εποχή που ανθίζουν οι ακακίες και οι παιωνίες. Εκεί, ένα ζεστό ξημέρωμα, μας ξάφνιασε ένας σεισμός (προφητικός όπως αποδείχτηκε) και τρέξαμε έξω στον κήπο, όπου ένας ψηλός γιαπωνέζικος κέδρος κουνούσε με φρενήρη ρυθμό την κορυφή του μπρος πίσω σαν να έλεγε «σ' τα 'λεγα εγώ», παρόλο που τίποτε άλλο δεν κουνιόταν. Λίγο αργότερα, κάποιο υγρό πρωινό, επισκέφτηκα το υποκατάστημα της τράπεζας μου στη Γιοκοχάμα για να πάρω ένα μέρος των χρημάτων μου. Ο διευθυντής μου είπε: «Γιατί να μην πάρετε περισσότερα; Θα είναι εξίσου εύκολο». Απάντησα ότι δεν ήθελα να έχω πάνω μου πολλά μετρητά, καθώς ήμουν απρόσεχτος, αλλά ότι θα κοίταζα τους λογαριασμούς μου και ίσως να πήγαινα ξανά αργότερα το απόγευμα. Αυτό και έκανα. Μέσα σε αυτό όμως το μικρό χρονικό διάστημα η τράπεζά μου, όπως εξηγούσε η ανακοίνωση στην κλειστή της πόρτα, είχε αναστείλει τις πληρωμές. (Ναι, τελικά θα ήταν καλύτερα να είχα επενδύσει το «κεφάλαιο» μου, όπως είχε προτείνει ο διευθυντής στο Λονδίνο).

Επέστρεψα για να μεταφέρω τα νέα στη σύζυγό μου. Είχαμε μόλις τρεις μήνες παντρεμένοι και περιμέναμε παιδί. Εκτός από τα χρήματα που είχα πάρει εκείνο το πρωί (ο διευθυντής με είχε παροτρύνει όσο του επέτρεπε η θέση του), τα κουπόνια του Κουκ που δεν είχαμε εξαργυρώσει και τα προσωπικά μας είδη στις αποσκευές μας, δεν είχαμε τίποτε απολύτως. Συστάθηκε αμέσως μια Επιτροπή Τρόπων και Μέσων, που βοήθησε τη μεταξύ μας κατανόηση πολύ περισσότερο από έναν κύκλο αξιόχρεου συζυγικού βίου. Η υποχώρηση -ή φυγή αν προτιμάτε- ήταν ενδεδειγμένη. Πόσα θα μας επέστρεφε ο Κουκ για τα εισιτήρια, χωρίς βέβαια να περιλαμβάνεται το κόστος των χαμένων μας ονείρων; «Όλα όσα έχετε πληρώσει βέβαια», απάντησαν από το υποκατάστημα του Κουκ στη Γιοκοχάμα. «Αυτά τα πράγματα είναι τυχερά, και ορίστε η επιστροφή των χρημάτων σας».

Και έτσι πήραμε το δρόμο της επιστροφής, διασχίζοντας τον παγωμένο Βόρειο Ειρηνικό και το χιονισμένο Καναδά, και φτάσαμε στις παρυφές μιας μικρής πόλης της Νέας Αγγλίας, όπου ο παππούς της γυναίκας μου από τη μεριά του πατέρα της (ένας Γάλλος) είχε στήσει το σπιτικό και το υποστατικό του πριν από πολλά χρόνια. Η περιοχή ήταν ανοιχτή, με βουνά και δάση και χωρισμένη σε αγροκτήματα των πενήντα ως δυο χιλιάδων άγονων εκταρίων. Οι χωματόδρομοι συνέδεαν τα αγροτόσπιτα που ήταν ντυμένα με άσπρες σανίδες, και τα πιο ηλικιωμένα μέλη των οικογενειών αγωνίζονταν για να κρατήσουν σε χαμηλά επίπεδα τις υποθήκες που ροκάνιζαν τις περιουσίες τους. Οι νεότεροι είχαν -φύγει για άλλα μέρη. Υπήρχαν επίσης πολλά εγκαταλειμμένα σπίτια. Κάποια κατέρρεαν μπροστά στα μάτια σου. Από άλλα είχαν μείνει μόνο οι πέτρινες καμινάδες, ή μικρές λιμνούλες με πράσινα νερά που τις συγκρατούσε κάποιος αήττητος θάμνος πασχαλιάς. Σε ένα μικρό αγρόκτημα υπήρχε ένα κτίριο, γνωστό με την ονομασία «Σπίτι της Ευτυχίας», στο οποίο συνήθως κατοικούσε κάποιος εργάτης. Είχε έναν και μισό όροφο, δεκαεπτά πόδια ύψος μέχρι την κολοφώνια δοκό, δεκαεπτά πόδια βάθος, και συνολικό πλάτος, μαζί με την κουζίνα και την ξυλαποθήκη, είκοσι επτά πόδια. Η παροχή νερού ήταν μόνο ένας μολύβδινος σωλήνας της μισής ίντσας, συνδεδεμένος με μια πηγή στη γειτονιά. Ήταν όμως κατοικήσιμο και διέθετε ένα μεγάλο υγρό κελάρι. Το ενοίκιο του ήταν δέκα δολάρια ή δυο λίρες το μήνα.

Το πήραμε. Το επιπλώσαμε με την απλότητα που διακρίνει το σύστημα αγοράς-ενοικίασης. Αγοράσαμε, από δεύτερο ή τρίτο χέρι, μια τεράστια σόμπα αέρος που την εγκαταστήσαμε στο κελάρι. Κάναμε μεγάλες τρύπες στα λεπτά πατώματα για να περάσουμε τους σωλήνες οκτώ ιντσών από κασσίτερο που είχε η σόμπα (το πώς δεν καιγόμασταν στα κρεβάτια μας κάθε βδομάδα του χειμώνα, δεν θα μπορέσω ποτέ να καταλάβω) και ήμασταν εξαιρετικά ικανοποιημένοι από τον εαυτό μας.

Καθώς πέρασε το καλοκαίρι της Νέας Αγγλίας και προχωρήσαμε στο θερμό φθινόπωρο, στοίβαξα συμμετρικά κομμένα ξύλα γύρω γύρω στα περβάζια του σπιτιού και βοήθησα στην κατασκευή μιας μικρής βεράντας χωρίς σκεπή στη μια πλευρά του για μελλοντική χρήση. Όταν ήρθε ο χειμώνας και τα καμπανάκια των ελκήθρων ακουγόντουσαν όλη την ώρα στο λευκό κόσμο που μας περιέβαλλε, αισθανθήκαμε ασφάλεια. Κατά καιρούς είχαμε και κάποια υπηρέτρια. Αυτές, μερικές φορές έβρισκαν την απομόνωση αβάσταχτη και έφευγαν απροειδοποίητα, μια μάλιστα άφησε και το μπαούλο της. Το γεγονός δεν μας προβλημάτιζε καθόλου. Ένα πιάτο έχει πάντα δυο πλευρές και το πλύσιμο των κατσαρολικών κρύβει τόσο λίγο μυστήριο όσο και το στρώσιμο των κρεβατιών. Όταν πάγωναν οι μολύβδινοι σωλήνες, φορούσαμε τα πανωφόρια μας από δέρμα ρακούν και τους ζεσταίναμε με κεριά. Η κρεβατοκάμαρα στη σοφίτα δεν είχε χώρο για παιδική κούνια και έτσι αποφασίσαμε ότι ένα μπαούλο θα ήταν ό,τι πρέπει. Δε φθονούσαμε κανέναν. Ακόμα και όταν άρχισαν να κόβουν βόλτες στο κελάρι μας ασβοί, γνωρίζοντας τη φύση των ζώων, ακινητοποιηθήκαμε μέχρι να ευαρεστηθούν να αποχωρήσουν.

Οι γείτονές μας όμως αντιμετώπιζαν χωρίς καθόλου χιούμορ τη συμπεριφορά μας. Εδώ υπήρχε ένας ξένος από μια αντιπαθητική ράτσα, που οι φήμες έλεγαν ότι «έβγαζε εκατό δολάρια από ένα μπουκάλι μελάνι των δέκα σεντς», που «έγραφαν οι εφημερίδες γι' αυτόν» και που είχε παντρευτεί ένα «κορίτσι των Μπαλεστιέ». Μήπως και η γιαγιά της δεν ζούσε ακόμα στο κτήμα των Μπαλεστιέ, όπου ο «γερο-Μπαλεστιέ», αντί για υποστατικό, είχε χτίσει ένα μεγάλο σπίτι, στο οποίο δειπνούσαν αργά και με επίσημο ένδυμα, πίνοντας κόκκινα κρασιά, σύμφωνα με τα γαλλικά έθιμα, αντί για το πρέπον ουίσκι; Και ιδού αυτός ο Βρετανός, με την πρόφαση ότι έχει χάσει λεφτά, είχε βολέψει τη γυναίκα του «ανάμεσα στους δικούς της» στο Σπίτι της Ευτυχίας. Δεν ήταν κόσμιο να κάνουν τέτοιου είδους σχόλια ενώπιον μας. Έτσι μας παρακολουθούσαν, όσο διακριτικά μπορούν οι χωριάτες της Νέας Αγγλίας, και η όποια ανοχή έδειχναν στο «Βρετανό» ήταν μόνο για χάρη του «κοριτσιού των Μπαλεστιέ».

Είχαμε όμως δεχτεί το πρώτο σοκ της νέας ζωής μας στην πρώτη κρίση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουμε. Η Επιτροπή Τρόπων και Μέσων πέρασε μια ριζοσπαστική απόφαση, που δεν ανακλήθηκε ποτέ, ότι στο εξής, όποιο κι αν ήταν το τίμημα, θα έπρεπε να είναι κυρία του συλλογικού εγώ της.

Καθώς άρχισαν να έρχονται χρήματα από την πώληση βιβλίων και διηγημάτων, το πρώτο πράγμα που κάναμε ήταν να πάρουμε πίσω τα δικαιώματα για τα Υπηρεσιακά Στιχουργήματα, τις Απλές Ιστορίες και τα έξι βιβλία τσέπης που είχα πουλήσει για να μπορέσω να φύγω από την Ινδία το '89. Κόστισαν αρκετά, αλλά όταν πια πέρασαν στην ιδιοκτησία μας, το Σπίτι της Ευτυχίας ανάσανε πιο άνετα.
Joseph Rudyard Kipling (1865–1936)

Image and video hosting by TinyPic

*από το αυτοβιογραφικό βιβλίο τού
Ράντγιαρντ Κίπλινγκ Κάτι από τη ζωή μου,
σε μετάφραση Σοφίας Παυλίδου
Εκδόσεις: Printa, 2002

*φωτογραφίες: commons.wikimedia.org,
rudyard-kipling.tumblr.com, commons.wikimedia.org,
heritage-history.com, www.pbs.org, theguardian.com


ακόμα:
- ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ στους νομπελίστες της λογοτεχνίας

Ετικέτες , , ,

27 Φεβ 2013

146 ~ Σέιμους Χήνυ: Διάλειμμα στα μέσα του τριμήνου


Κάθισα όλο το πρωί στο αναρρωτήριο
Μετρώντας καμπάνες να σημαίνουν πένθιμα σε τάξεις την λήξη τους.
Στις δύο η ώρα οι γείτονές μας με πήγαν με αυτοκίνητο σπίτι.

Στο χωλ συνάντησα τον πατέρα μου να κλαίει --
Πάντα ήταν ψύχραιμος στις κηδείες --
Και ο Μεγάλος Τζίμ Έβανς έλεγε ότι ήταν ένα σκληρό χτύπημα.

Το μωρό μουρμούρισε και γέλασε και κούνησε το καροτσάκι
Όταν μπήκα, και ντράπηκα
Τους ηλικιωμένους που σηκώνονταν όρθιοι για να μου σφίξουν το χέρι μου

Και να μου πουν ότι "λυπούνται για την στεναχώρια μου"
ψίθυροι πληροφoρούσαν τους ξένους ότι ήμουν ο μεγαλύτερος,
Μακριά στο σχολείο, καθώς η μητέρα μου κρατούσε το χέρι μου

Στο δικό της και έβγαζε άγριους χωρίς δάκρυα στεναγμούς.
Στις δέκα η ώρα το ασθενοφόρο έφθασε
Με το πτώμα, με σταματημένη την αιμορραγία και με επιδέσμους από τις νοσοκόμες.

Το επόμενο πρωινό ανέβηκα στο δωμάτιο. Λευκόια
Και κεριά καταπράυναν το προσκεφάλι' Τον είδα
Για πρώτη φορά σε έξι εβδομάδες. Χλωμότερος τώρα,

Να φορά μία σαν παπαρούνα μελανιά στον αριστερό κρόταφό του,
Ήταν ξαπλωμένος στο τεσσάρων ποδιών κουτί όπως στην κούνια του.
Καθόλου χτυπητά σημάδια, ο προφυλακτήρας τον χτύπησε χειρουργικά .

Ένα κουτί τεσσάρων ποδιών, ένα πόδι για κάθε χρονιά.
Seamus Heaney (1939)


* η μετάφραση είναι του Νίκου Παναγόπουλου
από το Βακχικόν, τχ.4
*Φωτογραφίες: theweek.co.uk, time4reading.blogspot.com



- Στο ποίημα Διάλειμμα στα μέσα του τριμήνου (Mid-Term Break)
ο Σέιμους Χήνυ αφηγείται ένα οδυνηρό προσωπικό του βίωμα:
τον θάνατο του τετράχρονου αδελφού του, Κρίστοφερ


- ο Seamus Heaney διαβάζει το ποίημα
The Blackbird Of Glanmore, και στην εισαγωγή του
αναφέρεται στο ίδιο θλιβερό γεγονός που
σημάδεψε την παιδική του ηλικία:

(uploader: poetictouch2012)

Ετικέτες , , ,

6 Ιουν 2012

135 ~ Ζοζέ Σαραμάγκου: ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ

Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν και έζησαν στο χωριό μου έμαθαν από τόσο μακρινούς χρόνους να διαπραγματεύονται με τα δυο ποτάμια ώστε κατέληξαν να διαμορφώσουν το χαρακτήρα τους, ο Αλμόντα, που κυλάει μπροστά στα πόδια τους, ο Τάγος πιο κάτω, μισοκρυμμένος πίσω από ένα τείχος από λεύκες, φλαμουριές και ιτιές που τον συνοδεύει στο ρου του, και ο ένας και ο άλλος, για καλούς και κακούς λόγους, πανταχού παρόντες στη μνήμη και στη λαλιά κάθε οικογένειας. Σ' αυτά τα μέρη ήρθα στον κόσμο, κι απ' αυτά τα μέρη, δεν ήμουν καλά καλά δύο χρόνων, οι γονείς μου, μετανάστες σπρωγμένοι από την ανάγκη, με πήραν στη Λισαβόνα, όπου αλλιώς αισθάνονται, σκέφτονται και ζουν, και θα 'λεγε κανείς πως το ότι γεννήθηκα εκεί που γεννήθηκα ήταν απόρροια μιας τυχαίας παρεξήγησης, μια συμπτωματική αφηρημάδα του πεπρωμένου, που ήταν ακόμα στο χέρι του να τη διορθώσει. Δεν ήταν έτσι. Χωρίς κανείς να το αντιληφθεί, το παιδί είχε ήδη απλώσει έλικες και ρίζες, ο εύθραυστος σπόρος που ήμουν τότε είχε προλάβει να πατήσει στο χώμα με τα μικροσκοπικά και αβέβαια πόδια του για να δεχτεί απ' αυτό ανεξίτηλα το αυθεντικό σημάδι της γης, του κινούμενου βυθού του απέραντου ωκεανού από αέρα, του βούρκου αυτού, πότε ξερού, πότε υγρού, που τον συνθέτουν φυτικά και ζωικά υπολείμματα, απόβλητα απ' όλα και απ' όλους, φαγωμένοι βράχοι, κονιορτοποιημένοι, πολλαπλές και καλειδοσκοπικές ουσίες που πέρασαν από τη ζωή και επέστρεψαν στη ζωή, όπως ακριβώς επιστρέφουν οι ήλιοι και οι σελήνες, οι πλημμύρες και οι ξηρασίες, τα κρύα και οι ζέστες, οι αέρηδες και οι άπνοιες, οι πόνοι κι οι χαρές, τα όντα και το τίποτα. Μονάχα εγώ ήξερα, χωρίς συναίσθηση πως το ξέρω, ότι στα δυσανάγνωστα κατάστιχα του πεπρωμένου και στους τυφλούς μαιάνδρους της τύχης ήταν γραμμένο πως έπρεπε να επιστρέψω στην Αζινιάγκα για να μπορέσω να γεννηθώ. Σε όλη τη διάρκεια της παιδικής μου ηλικίας, κι επίσης τα πρώτα χρόνια της εφηβείας, αυτό το φτωχό και άξεστο χωριό, με τα θορυβώδη του σύνορα από νερό και πράσινο, με τα χαμηλά του σπίτια περιτριγυρισμένα από το ασημωμένο γκρίζο των ελαιώνων, κάποιες φορές να το ψήνει η λάβρα του καλοκαιριού, άλλες φορές να το διαπερνά η δολοφονική παγωνιά του χειμώνα ή να το πνίγουν οι φουσκονεριές που έμπαιναν μέσα, ήταν το λίκνο όπου ολοκληρώθηκε η εκκόλαψη μου, ο σάκος όπου το μικρό μαρσιποφόρο κούρνιασε για να γίνει άνθρωπος, σιωπηλός, μυστικός, αλληλέγγυος, αυτός που μπορούσε να γίνει.
* * *

Το σπίτι όπου γεννήθηκα δεν υπάρχει πια, αλλά το γεγονός αυτό μου είναι αδιάφορο γιατί δεν έχω κρατήσει καμία ανάμνηση από τη ζωή μου σ' αυτό. Εξαφανίστηκε επίσης μέσα σ' ένα σωρό χαλασμάτων και το άλλο, που για δέκα ή δώδεκα χρόνια υπήρξε η υπέρτατη εστία, η πιο προσωπική και βαθιά, η φτωχή κατοικία των παππούδων μου από την πλευρά της μητέρας μου, Ζοζέφα και Ζερόνιμο ονομάζονταν, το μαγικό εκείνο κουκούλι όπου ξέρω πως κυοφορήθηκαν οι αποφασιστικές μεταμορφώσεις μου ως παιδιού και ως εφήβου. Αυτή η απώλεια ωστόσο πάει πολύς καιρός που έπαψε να με πληγώνει, με τη ανακατασκευαστική δύναμη που έχει η μνήμη, μπορώ να ορθώσω ανά πάσα στιγμή τους λευκούς της τοίχους, να φυτέψω την ελιά που έριχνε σκιά στην είσοδο, ν' ανοίξω και να κλείσω το πορτάκι και το φράχτη του αγρόκηπου όπου μια μέρα είδα μια μικρή οχιά κουλουριασμένη, να μπω στο γουρουνοστάσι για να δω τα γουρουνάκια να θηλάζουν, να πάω στην κουζίνα και να χύσω απ' το κανάτι στην ξεφλουδισμένη κούπα το νερό που για χιλιοστή φορά θα μου σβήσει τη δίψα εκείνου του καλοκαιριού. Λέω τότε στη γιαγιά μου: «Γιαγιά, πάω να κάνω μια βόλτα». Εκείνη λέει: «Πήγαινε, πήγαινε», αλλά δεν μου συστήνει να προσέξω, εκείνους τους καιρούς οι ενήλικες είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους μικρούς που ανάτρεφαν. Βάζω ένα κομμάτι καλαμποκίσιο ψωμί και μια χούφτα ελιές και ξερά σύκα στο δισάκι μου, πιάνω ένα ξύλο, μήπως και χρειαστεί να αμυνθώ σε κάποιο κακό συναπάντημα με σκύλο, και βγαίνω στους αγρούς. Δεν έχω πολλές επιλογές: ή το ποτάμι και την αξεμπέρδευτη βλάστηση που καλύπτει και προστατεύει τις όχθες, ή τους ελαιώνες και τις σκληρές θημωνιές από το θερισμένο στάρι, ή το πυκνό αγριόδασος από σορβιές, οξιές, φλαμουριές και ιτιές που πλαισιώνει τον Τάγο προς τα κατάντη, μετά από το σημείο της συμβολής του με τον Αλμόντα, ή, τέλος, με κατεύθυνση το Βορρά, κάπου πέντε ή έξι χιλιόμετρα απ' το χωριό, το Έλος του Μποκιλόμπο, μια λίμνη, ένα βάλτο, μια γούρνα που ο δημιουργός των τοπίων ξέχασε να πάρει μαζί του στον παράδεισο. Δεν υπήρχαν πολλές επιλογές βέβαια, αλλά για το μελαγχολικό παιδί, για τον σκεπτικό και συχνά θλιμμένο έφηβο, αυτά ήταν τα τέσσερα μέρη στα οποία χωριζόταν το σύμπαν, κι ίσως το καθένα απ' αυτά να ήταν ένα σύμπαν από μόνο του. Η περιπέτεια μπορεί να κρατούσε ώρες, αλλά δεν τελείωνε ποτέ προτού επιτευχθεί ο στόχος της. Να διασχίζω μόνος τους καυτούς ελαιώνες, ν' ανοίγω κοπιαστικά δρόμο ανάμεσα από θάμνους, από κορμούς, από πρίνους, από αναρριχητικά φυτά που ύψωναν συμπαγή σχεδόν τείχη στις όχθες των δυο ποταμών, ν' ακούω καθισμένος σ' ένα σκοτεινό ξέφωτο τη σιωπή του δάσους να σπάει μονάχα απ' το τιτίβισμα των πουλιών και το τρίξιμο των κλαριών κάτω από την ώθηση του ανέμου, να μετακινούμαι πάνω στο έλος, περνώντας από κλαδί σε κλαδί σε μια έκταση κατοικημένη από τις κλαίουσες ιτιές που φύτρωναν μέσ' από το νερό, δεν είναι όλα αυτά, θα πει κανείς, παλικαριές που δικαιολογούν ιδιαίτερη μνεία σε μια εποχή σαν τη δική μας, όπου στα πέντε ή έξι χρόνια, κάθε παιδί του πολιτισμένου κόσμου, ακόμα κι αν είναι νωθρό και ζει καθιστική ζωή, έχει ταξιδέψει ήδη στον Άρη για να κάνει σκόνη όσα πράσινα ανθρωπάκια βρέθηκαν στο δρόμο του, έχει ξεκάνει τον τρομερό στρατό των μηχανικών δράκων που φυλούσε τον χρυσό στο Φορτ Νοξ, έχει κάνει κομματάκια το βασιλιά των τυραννόσαυρων, έχει κατέβει χωρίς σκάφανδρο και χωρίς βαθυσκάφος στις βαθύτερες υποβρύχιες σπηλιές, έχει σώσει την ανθρωπότητα από τον τερατώδη μετεωρίτη που ερχόταν για να καταστρέψει τη Γη. Μπροστά σε τέτοια ανώτερα κατορθώματα το αγοράκι της Αζινιάγκα θα είχε μόνο να αντιτάξει την ανάβαση του μέχρι την κορυφή μιας φλαμουριάς είκοσι μέτρων, ή, ταπεινά, αλλά ασφαλώς με μεγαλύτερη γευστική απολαβή, τις αναβάσεις του στη συκιά του κήπου, νωρίς το πρωί, για να μαζέψει τα φρούτα, υγρά ακόμη από τη βραδινή δροσιά, και να ρουφήξει σαν λαίμαργο πουλί τη σταγόνα μέλι που ξεπηδούσε απ' το εσωτερικό τους. Μικροπράγματα, στ' αλήθεια, το πιθανότερο όμως είναι ότι ο ηρωικός νικητής του τυραννόσαυρου δεν θα ήταν ικανός ούτε σαύρα να πιάσει με τα χέρια του.

Κάποιοι δηλώνουν στα σοβαρά, με την επικουρική επικύρωση μιας κλασικής παραπομπής, πως το τοπίο είναι κατάσταση ψυχής, πράγμα που, με κοινές λέξεις, θέλει να πει ότι η εντύπωση που προκαλείται από την ενατένιση ενός τοπίου εξαρτάται πάντα από τις ιδιοσυγκρασιακές διακυμάνσεις και την ιλαρή ή χολερική διάθεση που δρούσαν μέσα μας την ακριβή στιγμή που το είχαμε μπροστά στα μάτια μας. Δεν τολμώ να το αμφισβητήσω. Συμπεραίνει πάντως κανείς πως οι καταστάσεις της ψυχής αποτελούν αποκλειστική ιδιοκτησία της ενηλικίωσης, των μεγάλων, των ανθρώπων που είναι ικανοί πλέον να κουμαντάρουν, με μικρότερη ή μεγαλύτερη επιδεξιότητα, τους σοβαρούς όρους με τους οποίους οι ανάλογες λεπτολογίες αναλύονται, προσδιορίζονται και ανατέμνονται. Ζητήματα των ενηλίκων, που νομίζουν πως τα ξέρουν όλα. Κανείς δεν ρώτησε αυτό τον έφηβο, για παράδειγμα, πώς αισθανόταν από διάθεση και ποιες ενδιαφέρουσες δονήσεις κατέγραφε ο σεισμογράφος της ψυχής του όταν, νύχτα ακόμα, κάποιο αξέχαστο χάραμα, βγαίνοντας από το στάβλο όπου είχε κοιμηθεί ανάμεσα στ' άλογα, τον άγγιξε στο μέτωπο, στο πρόσωπο, σε όλο το σώμα, και κάπου πέρα απ' το σώμα, η λευκότητα της πιο εκτυφλωτικής σελήνης που μπορεί να είδαν ποτέ ανθρώπινα μάτια. Κι επίσης τι ένιωσε όταν, με τον ήλιο να έχει πια ανατείλει, κι ενώ οδηγούσε τα γουρούνια μέσ' από λόφους και πεδιάδες επιστρέφοντας απ' το παζάρι όπου είχε πουλήσει τα περισσότερα, βρέθηκε να πατάει πάνω σ' ένα μπάλωμα από τραχύ πλακόστρωτο, σχηματισμένο από πλάκες που έμοιαζαν κακοταιριασμένες, απίστευτη ανακάλυψη σ' ένα χερσότοπο που έμοιαζε έρημος και εγκαταλειμμένος από τις απαρχές του κόσμου. Μόνο πολύ αργότερα, χρόνια μετά, θα καταλάβαινε ότι είχε πατήσει σίγουρα πάνω στο χάλασμα ρωμαϊκού δρόμου.
* * *

... πάνω στο ηλιοβασίλεμα, βγήκα από την Αζινιάγκα, απ' το σπίτι των παππούδων μου (θα ήμουν τότε δεκαπέντε χρόνων), για να πάω σ' ένα απομακρυσμένο χωριό στην άλλη όχθη του Τάγου, όπου θα συναντούσα ένα κορίτσι με το οποίο νόμιζα τότε πως ήμουν ερωτευμένος. Στην άλλη όχθη του ποταμού με πέρασε ένας γέρος βαρκάρης ονόματι Γκαμπριέλ (ο κόσμος του χωριού τον φώναζε Γκραβιέλ), κόκκινος απ' τον ήλιο και την αγκουαρδέντε, σαν γίγαντας με λευκά μαλλιά και σωματώδης σαν τον Άγιο Χριστόφορο. Είχα καθίσει στα σανίδια της προβλήτας, που αποκαλούσαμε λιμάνι, της από δω όχθης, και τον περίμενα, ενώ αφουγκραζόμουν, πάνω στην υδάτινη επιφάνεια που έπεφτε πάνω της το τελευταίο φως της μέρας, τον ρυθμικό ήχο των κουπιών. Εκείνος πλησίαζε αργά, κι εγώ κατάλαβα (ήταν άραγε λόγω της ψυχικής μου κατάστασης;) πως ζούσα μια στιγμή που δεν θα ξεχνούσα ποτέ. Λίγο πάνω απ' το λιμάνι της άλλης όχθης υπήρχε ένας θεόρατος πλάτανος που ερχόταν το μεσημέρι και ξαπόσταινε από κάτω το ζευγάρι βόδια του αγροκτήματος. Δρόμο πήρα, έκοψα μέσ' από αναβαθμίδες, ξεχερσώματα, πεδιάδες, βούρκους, καλαμποκοχώραφα, σαν λαθροκυνηγός που ψάχνει το σπάνιο θήραμα. Είχε πέσει η νύχτα, στη σιωπή του κάμπου ακούγονταν μόνο τα δικά μου βήματα. Αν η συνάντηση ευοδώθηκε ή όχι θα το διηγηθώ παρακάτω. Είχε χορό και πυροτεχνήματα, νομίζω πως βγήκα απ' το χωριό όταν πια πλησίαζαν μεσάνυχτα. Η πανσέληνος, λιγότερο εκθαμβωτική από την άλλη, φώτιζε τα πάντα τριγύρω. Λίγο πριν το σημείο όπου θα έπρεπε να εγκαταλείψω την άσφαλτο και να πάρω το μονοπάτι, ο στενός δρόμος που περπατούσα φάνηκε να σταματά ξαφνικά, να κρύβεται πίσω από μια ψηλή περίφραξη, και μου έδειξε, σαν να ήθελε να εμποδίσει το βάδισμα μου, ένα απομονωμένο δέντρο, ψηλό, θεοσκότεινο στην αρχή, στην αντίθεση της νυχτερινής διαφάνειας του ουρανού. Ξαφνικά όμως φύσηξε μια απότομη αύρα. Έφερε ανατριχίλα στους τρυφερούς βλαστούς της χλόης και ρίγος στις πράσινες σαν λάμες καλαμιές και ανατάραξε τα σταχτιά νερά ενός βούρκου. Σαν κύμα ξεσήκωσε τα απλωμένα κλαδιά των δέντρων, σκαρφάλωσε στον κορμό τους μουρμουρίζοντας, και τότε, άξαφνα, τα φύλλα έστρεψαν προς τη σελήνη την κρυμμένη πλευρά κι ολόκληρη η οξιά (οξιά ήταν) σκεπάστηκε με λευκό μέχρι την πιο ψηλή κορφή. Ήταν μια στιγμή, μια στιγμή και τίποτα παραπάνω, αλλά η ανάμνηση της θα κρατήσει όσο κρατήσει κι η ζωή μου. Δεν υπήρχαν τυραννόσαυροι, Αρειανοί και μηχανικοί δράκοντες, μπορεί βέβαια ένας μετεωρίτης να διέσχισε τον ουρανό (δεν είναι δα απίστευτο), αλλά η ανθρωπότητα, όπως αποδείχθηκε αργότερα, δεν διέτρεξε κίνδυνο. Μετά από πολύ περπάτημα, το ξημέρωμα αργούσε ακόμα, βρέθηκα καταμεσής ενός κάμπου σε μια καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά και άχυρα, και μέσα είχε ένα κομμάτι μουχλιασμένη μπομπότα για να ξεγελάσω την πείνα μου. Εκεί κοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα, με το πρώτο φως της μέρας, και βγήκα έξω, τρίβοντας τα μάτια μου, μπροστά στη φωτεινή ομίχλη που δεν μ' άφηνε καλά καλά να δω τους κάμπους τριγύρω, ένιωσα μέσα μου, αν θυμάμαι καλά, αν δεν είναι τωρινή μου επινόηση, πως είχα μόλις, επιτέλους, γεννηθεί. Ώρα μου ήταν.
José Saramago (1922–2010)


* αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Ζοζέ Σαραμάγκου Μικρές αναμνήσεις
εκδόσεις Καστανιώτη, 2008

* φωτογραφίες: entrelineas.org,
alejandra-desde-mas-alla.lacoctelera.net,
bolanoread.blogspot.com, nytimes.com,
blog.ricecracker.net, guardian.co.uk


Links:
- nobelprize.org: Αυτοβιογραφικό σημείωμα που γράφτηκε
κατά την χρονική περίοδο της απονομής
του βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας

- Ελευθεροτυπία, 20/6/2010: Adeus, Ζοζέ Σαραμάγκου
- Η Αυγή, 18/10/2011: Ζοζέ Σαραμάγκου: Θα χρειαζόμασταν
μια εξέγερση ελεύθερων συνειδήσεων

- Καθημερινή, 27/6/2010: Ο ρομαντικός Ζοζέ Σαραμάγκου


Ετικέτες , , ,

9 Δεκ 2011

125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ: είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

[O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.

Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.

Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»
«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.
«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»

Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»

Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»

Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες: Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...

Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»
«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.
«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.
«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»
«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»
«Όχι!»
«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»

Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.
«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.

Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.

Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.

Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.

Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.
«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.

Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.

Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.

Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»
«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.
«Και τι έργο είδαμε;»
«Τσάρλι Τσάπλιν.»
«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»
«Δεν έχω τίποτα.»
«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»
«Όχι.»

Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»
«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»
«Η αγαπημένη του Νταν.»
«Και ποιος είναι ο Ντάν;»
«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»
«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»

Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!
Naguib Mahfouz (1911–2006)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενo είναι από το βιβλίο
του Ναγκίμπ Μαχφούζ Ο καθρέφτης μιας ζωής
(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εκδ. Ψυχογιός, 2001

* φωτογραφίες: midouza.net, faculty.uca.edu,
tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com

Ετικέτες , , ,

8 Ιουν 2011

116 ~ Πάτρικ Γουάιτ: οι πρώτοι ελαφροί κυματισμοί στο ρεύμα του πάθους...

Ήταν το καλοκαίρι του 1926. Ήμουν δεκατεσσάρων ετών και είχαν νοικιάσει το σπίτι στο Φέλφαμ του Σάσεξ. Για τη μητέρα μου, το απαλοπράσινο τοπίο που μας περιέβαλλε ήταν εγγλέζικο, όμορφο, κατά πολύ πιο ελκυστικό απ' το εκτυφλωτικό φως, από την ξηρασία κι από την απειλή των φιδιών. Ο πατέρας μου το είδε σα βοσκότοπο για παραγωγή αρνίσιου και μοσχαρίσιου κρέατος. Όσο για μένα, σήμαινε μοναξιά που μέσα της θα επουλώνονταν οι πληγές μου' μα οι φωνές της υπαίθρου μου υπενθύμιζαν διαρκώς πως ήμουν ένας ξένος.

Ήμουν κυρίως συντροφιά με τον εαυτό μου στο νεογοτθικό σπίτι που είχαν νοικιάσει οι γονείς μου για τις διακοπές: απόλυτα ξεκομμένος από κάθε άλλη πτυχή της ζωής μου — ωστόσο σ' αυτό το σπίτι φαινόταν να διαμορφώνεται η ζωή.

Υπήρχε η Μακρόστενη Αίθουσα, στη μιαν άκρη του κήπου' στην άλλη, ο μεγάλος επίχρυσος καθρέφτης, όλο κηλίδες, λακκάκια και ρυτιδώσεις. Ταλαντευόμουν μες στο υδάτινο γυαλί' ανάλογα με το φως αποσυρόμουν στα έγκατα του ενυδρείου ή έτρεμα στο προσκήνιο σαν κλωστή κιτρινοπράσινου κάρδαμου. Αυτοί που νόμιζαν πως με γνώριζαν δεν είχαν ιδέα για το πλάσμα που ούτε εγώ γνώριζα καλά-καλά.

Αν στο σχολείο ταμπουρωνόμουν μες στην περηφάνια μου, στις διακοπές δραπέτευα απ' αυτήν. Οι δρόμοι του Λονδίνου, μου έδιναν αυτοπεποίθηση. Η μηδαμινότητά μου μου επέτρεπε ν' αφήνομαι να με πηγαίνει το ρεύμα της ζωής. Κατά καιρούς βάδιζα καμαρωτός-καμαρωτός, απολαμβάνοντας την ανωνυμία ανάμεσα στα ροδαλά, απορροφημένα πρόσωπα και σ' εκείνα που ήταν κατάχλομα και μες στη σαστιμάρα. Παρατηρούσα μανιωδώς την αλαζονεία εκείνων που δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν, τους αναιδείς, κουστουμαρισμένους άντρες, τις ψηλόλιγνες γυναίκες τους που αιμορραγούσαν κάτω από καπέλα κλος, με τις γούνες ριγμένες ανοιχτά πάνω στο κοίλωμα που σχηματίζεται δίπλα στο κόκαλο της κλείδωσης και στα ατροφικά τους στήθη. Η ψυχρότητα τους και το γεγονός πως θα με περιφρονούσαν δεν εξασθένισε' απεναντίας, λίπανε το χώμα στο οποίο κείτονταν οι σπόροι του αποικιακού σνομπισμού.

Αυτό που με αναστάτωνε χωρίς να το καταλαβαίνω ήταν οι φωνές των Ουαλών ανθρακωρύχων που τραγουδούσαν αρμονικά καθώς σέρνονταν στην οδό Μπρόμπτον με τα λιγδιασμένα τους αδιάβροχα. Πασχίζοντας για μιαν ανέφικτη Ιερουσαλήμ, μου άγγιζαν μια χορδή που δεν ήξερα πώς να εξερευνήσω. Κατόπιν, στο ξενοδοχείο, ξάπλωνα στο κρεβάτι, σκαμπανεβάζοντας σε μια θάλασσα από ουαλικές φωνές - και σε μια παράλογη δυστυχία. Σηκωνόμουν, έπλενα το πρόσωπο και τα χέρια μου και κατέβαινα με την οικογένεια μου στην ψησταριά για να φάμε τηγανητό αφρομάριδο μέσα σε μικρά πατατοκάλαθα.

[....] Το Φέλφαμ τις περισσότερες φορές ήταν πληκτικό: τα πλεονάζοντα παιδιά που είχαν προσκληθεί να μείνουν επισκέπτονταν Αυστραλούς κι έδιναν λεπτομέρειες των ευρωπαϊκών περιοδειών και την παρουσίαση τους στην Αυλή. Αν οι ενήλικοι παρατηρούσαν ένα νεφελώδες αγόρι, με τα μάτια προσηλωμένα σε κύκλους μπεζ φανέλας, να μπαινοβγαίνει στις συζητήσεις τους, δε μπορούσαν να το καταλάβουν απολύτως. Οι φωνές που προσπαθούσαν να το διασκεδάσουν χαμήλωναν, κι εκείνο μπορούσε να δραπετεύσει προσωρινά, όχι μόνο από την παρέα, αλλά και από τη δική του αντανάκλαση στον καθρέφτη.

Μισούσα την εμφάνιση που είχα κληρονομήσει, αλλά δεν ήξερα με τι να την αντικαταστήσω, αν μπορούσα να επιλέξω — εκτός αν ήταν κάτι δυνατό και όμορφο, τόσο συνηθισμένο όσο αυτοί που περιφρονούσα και ζήλευα.

[....] Οι γονείς μου ήταν πολύ τρομαγμένοι που είχαν ένα ντελικάτο γιο. Με κρατούσαν μακριά από τα ρεύματα και με προστάτευαν με πολλά μάλλινα. Με χρειάζονταν για να τους δώσω μιαν αίσθηση της δικής τους συνέχειας, κληρονομώντας το μερίδιο μου ενός σημαντικού κτηνοτροφικού αγροκτήματος αρνιών και μοσχαριών. Ο κληρονόμος ενός κτηνοτρόφου έπρεπε να είναι γεροδεμένος, αλλά κανείς δε μπορούσε να διασφαλίσει τη ζωή του γιου που είχαν αποκτήσει. Αν και συνειδητοποιούσα κάπως πως η ατονία και δύσπνοια μου δημιουργούσαν μια σοβαρή κατάσταση, δε στενοχωριόμουν απ' αυτό. Όλα όσα έβλεπα, όλα όσα συνέβαιναν γύρω μου ήταν τόσο ζωντανά που το καθιστούσαν δύσκολο να πιστέψω πως χάνονταν οι γέροι και τα κατοικίδια ζώα.

Κλαίγαμε για τις γάτες και τους σκύλους που θάβαμε κάτω από τους σταυρούς που φτιάχναμε από βελόνες φοινικόφυλλων, σε τάφους πάνω στους οποίους είχαμε φυτέψει μαραμένους κατιφέδες. Οι θάνατοι ηλικιωμένων αναφέρονταν περιστασιακά. Ελάχιστα μας ενδιέφεραν.

Οι καταιγίδες με κεραυνούς μας φόβιζαν περισσότερο από το θάνατο και την Τρελή και από το σχόλιο που κρυφάκουσα σε μια συζήτηση μεταξύ των μητέρων άλλων παιδιών: «...Δεν το θέλει που είναι λιγάκι ασθενικό παιδί...». Ούτε το γέλιο που ακολούθησε βοήθησε στο να εξηγήσει τι ήμουν ή τι είχα κάνει στους προφανώς δυστυχείς γονείς μου.

Ήταν απλώς μια αναλαμπή φόβου, σαν την αστραπή στις μοβ καταιγίδες με κεραυνούς. Υπήρχαν τα ομιχλώδη πρωινά, η επιστροφή στο σπίτι με τα πόδια απ' τα λουτρά και το καρπούζι στο τέλος.

Συνέβη καθώς γύριζα πεζός στο σπίτι απ' τα λουτρά, επτά περίπου χρονών, να έχω την πρώτη μου στύση, θυμάμαι. Ενώ έβλεπα προς τα κάτω, εξέφρασα τη γνώμη στον πατέρα μου πως κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε. Εκείνος εκδήλωσε αυστηρότητα και αμηχανία, μετακίνησε το βρεγμένο μαγιό του απ' τον ένα ώμο στον άλλο και μου είπε να αποχωρήσω για λίγο. Ταυτοχρόνως πρόσεξα μια περαστική αναλαμπή χαμόγελου.

Στην ίδια περίπου ηλικία, μετά τα λουτρά, γνώρισα τον πρώτο μου ποιητή, χωρίς να ξέρω ή να νοιάζομαι και πολύ για το τι είναι ποιητής. Η Σου κι εγώ είχαμε μπηχτεί στο καρπούζι, σ' ό,τι δηλαδή αποτελούσε για μένα το καλύτερο μέρος του κήπου, όλο ίσκιο και πούλιες, κάτω απ' τους καρπούς της αννόνας και τους καρπούς ψιδίου της γουάβας, έξω απ' το δικτυωτό θερινό περίπτερο του κήπου, όταν ο πατέρας μας κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια φέρνοντας κάποιο φίλο που δεν είχα ξαναδεί. Ήταν ντυμένος όπως κάθε κύριος, μ' ένα κοστούμι στο χρώμα του καπνού, με μια χρυσή καδένα ρολογιού να κρέμεται στη μέση του, με ρεπούμπλικα, κι ένα απ' αυτά τα σκληρά κολάρα που λερώνονται στις άκρες με το που έρχονται σ' επαφή με το καθαρότερο δέρμα. Επρόκειτο για το στεγνότερο είδος κυρίου, το πρόσωπο του σα ρυτιδωμένο, μαυρισμένο λεμόνι. Ο πατέρας μου σύστησε τα παιδιά του στον κύριο «Μπάντζο» Πάτερσον. Το αν ο ξένος μίλησε στο παιδί, του οποίου το πρόσωπο ήταν χωμένο σε μια φέτα καρπούζι, δε θυμάμαι. Ο πατέρας μου φαινόταν υπερήφανος για τη γνωριμία. Αναρωτιόμουν έκτοτε για ποιο πράγμα άραγε να συζήτησαν. Θα μπορούσαν να είχαν συναντηθεί εξαιτίας των αλόγων, των προβάτων και των μοσχαριών, και φυσικά η ποίηση ήταν ένα είδος για το οποίο κανείς Γουάιτ που σεβόταν τον εαυτό του δε μπορούσε να νιώθει ντροπή.

Σ' εκείνα τα ομιχλώδη πρωινά του Σίδνεϊ γνώρισα την πρώτη μου στύση και τον πρώτο μου ποιητή: οι πρώτοι ελαφροί κυματισμοί στο ρεύμα του πάθους...
Patrick Victor Martindale White (1912–1990)


* Τα αποσπάσματα είναι από το αυτοβιογραφικό
βιβλίο του Πάτρικ Γουάιτ, Ψεγάδια στον Καθρέφτη,
Μια αυτοπροσωπογραφία

σε μετάφραση Γιάννη Βασιλακάκου
Εκδ. τυπωθήτω, 2008

*
φωτογραφίες: australianoftheyear.org.au,
couriermail.com.au, abc.net.au,
nobel-prize-winners.com, nla.gov.au

Ετικέτες , , ,

12 Ιουλ 2010

98 ~ Έρνεστ Χέμινγουέϊ: Είμαστε πάντα τυχεροί

Εκείνη την περίοδο δεν είχαμε λεφτά για ν' αγοράζουμε βιβλία. Δανειζόμουν βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη Σαίξπηρ και Σία, τη βιβλιοθήκη-βιβλιοπωλείο της Σίλβια Μπιτς, στον αριθμό 12 της οδού Οντεόν. Ήταν μια όαση χαράς πάνω σ' εκείνο τον παγωμένο, ανεμόδαρτο δρόμο, με μια μεγάλη σόμπα το χειμώνα, τραπέζια και ράφια με βιβλία, καινούργια βιβλία, πλάι στο παράθυρο, και στους τοίχους φωτογραφίες διάσημων συγγραφέων, πεθαμένων και ζωντανών. Οι φωτογραφίες έμοιαζαν όλες με απλά στιγμιότυπα, κι έτσι ακόμα και οι πεθαμένοι συγγραφείς έδειχναν στ' αλήθεια ζωντανοί. Η Σίλβια είχε ένα ζωηρό, καλοσμιλεμένο πρόσωπο, μάτια καστανά, αεικίνητα σαν των μικρών ζώων και χαρωπά σαν των μικρών κοριτσιών, και κυματιστά καστανά μαλλιά χτενισμένα πίσω, ώστε να μην κρύβουν το φίνο μέτωπο της, και κομμένα σε μια ίσια γραμμή ακριβώς κάτω από τ' αυτιά, παράλληλη με το γιακά του βελούδινου καφέ σακακιού που φορούσε. Είχε όμορφα πόδια, ήταν καλοσυνάτη, χαρωπή και πονετική και λάτρευε τ' αστεία και το κουτσομπολιό. Κανένας από τους ανθρώπους που έχω γνωρίσει δεν μου φέρθηκε ποτέ τόσο άψογα όσο εκείνη.

Ντρεπόμουν πολύ την πρώτη φορά που μπήκα στο βιβλιοπωλείο και δεν είχα μαζί μου αρκετά χρήματα για να γραφτώ στη δανειστική βιβλιοθήκη. Εκείνη μου είπε ότι μπορούσα να πληρώσω την προκαταβολή όποτε είχα τα λεφτά, μου έφτιαξε μια κάρτα και μου επέτρεψε να πάρω όσα βιβλία ήθελα.

Δεν είχε κανένα λόγο να με εμπιστευτεί. Δεν με γνώριζε και η διεύθυνση που της είχα δώσει, οδός Καρντινάλ Λεμουάν 74, δεν θα μπορούσε να είναι πιο αόριστη. Όμως εκείνη ήταν απολαυστική, γοητευτική και εγκάρδια και πίσω της, στον τοίχο, από το πάτωμα ίσαμε το ταβάνι και συνεχίζοντας ως την πίσω αίθουσα που έβγαζε στην εσωτερική αυλή του κτηρίου, υπήρχαν ατέλειωτα ράφια γεμάτα από το θησαυρό της βιβλιοθήκης της.

Ξεκίνησα από τον Τουργκένιεφ, παίρνοντας και τους δύο τόμους των Σημειώσεων ενός κυνηγού, καθώς κι ένα από τα πρώτα βιβλία του Ντ. Χ. Λόρενς, το Γιοι και εραστές, αν θυμάμαι καλά. Έπειτα η Σίλβια μου είπε να πάρω κι άλλα βιβλία, αν ήθελα. Διάλεξα το Πόλεμος και ειρήνη σε έκδοση Κονστάνς Γκαρνέτ και το Ο παίκτης και άλλα διηγήματα του Ντοστογιέφσκι.

«Δεν θα ξαναπεράσετε και πολύ σύντομα, αν είναι να τα διαβάσετε όλα αυτά», είπε η Σίλβια.
«Θα περάσω για να σας πληρώσω», είπα. «Έχω κάποια χρήματα σπίτι μου».
«Δεν το εννοούσα έτσι», είπε. «Μπορείτε να πληρώσετε όποτε σας βολεύει».

«Ο Τζόις πότε περνά αποδώ;» ρώτησα. «Όταν περνάει είναι συνήθως αργά το απόγευμα», είπε. «Δεν τον έχετε δει ποτέ
«Τον έχουμε δει στου Μισό, να τρώει με την οικογένεια του», είπα. «Αλλά δεν είναι ευγενικό να κοιτάζεις τους ανθρώπους όταν τρώνε, και στου Μισό είναι πολύ ακριβά».
«Τρώτε σπίτι
«Τώρα ναι, τις περισσότερες φορές», είπα. «Έχουμε καλή μαγείρισσα».
«Δεν υπάρχουν εστιατόρια κοντά στη γειτονιά σας, έτσι δεν είναι
«Όχι. Μα πώς το ξέρετε
«Ο Λαρμπό ζούσε εκεί», είπε. «Του άρεσε πολύ, αν και είχε αυτό το μειονέκτημα».
«Το πιο κοντινό, καλό και φτηνό μέρος για να φάει κανείς βρίσκεται κοντά στο Παντεόν».
«Δεν την ξέρω αυτή την περιοχή. Εμείς τρώμε σπίτι. Να περάσετε καμιά φορά με τη γυναίκα σας».
«Περιμένετε να δείτε πρώτα αν θα σας πληρώσω», είπα. «Πάντως, σας ευχαριστώ πάρα πολύ».
«Μη διαβάζετε και πάρα πολύ γρήγορα», είπε.

Το σπίτι μας στην οδό Καρντινάλ Λεμουάν ήταν ένα διαμέρισμα δύο δωματίων, χωρίς ζεστό νερό και τουαλέτα, πέρα από έναν κοινόχρηστο αντισηπτικό θάλαμο, διόλου άβολο για κάποιον που ήταν μαθημένος στα εξωτερικά ξύλινα αποχωρητήρια του Μίτσιγκαν. Ήταν ένα πρόσχαρο, ευχάριστο διαμέρισμα, με θαυμάσια θέα, με καλό στρώμα και σούστες στο άνετο κρεβάτι μας στο πάτωμα και με πίνακες της αρεσκείας μας στους τοίχους. Όταν έφτασα εκεί με τα βιβλία, μίλησα στη γυναίκα μου για το υπέροχο μέρος που είχα ανακαλύψει.

«Πάντως, Τέιτι, πρέπει να περάσεις απόψε κιόλας να πληρώσεις», είπε.
«Σίγουρα», απάντησα. «Να πάμε μαζί. Και μετά να κάνουμε κι έναν περίπατο στο ποτάμι, στην προκυμαία».
«Ας περπατήσουμε στην οδό Σηκουάνα, να δούμε όλες τις γκαλερί και τις βιτρίνες των μαγαζιών».
«Σύμφωνοι. Οπουδήποτε μπορούμε να πάμε, και μετά να σταματήσουμε σε κάποιο καινούργιο καφέ, όπου δεν θα ξέρουμε κανέναν και κανείς δεν θα μας ξέρει, να πιούμε ένα ποτό».
«Ή και δύο».
«Και μετά να φάμε κάπου».
«Α, όχι. Μην ξεχνάς ότι έχουμε να πληρώσουμε τη βιβλιοθήκη».
«Θα γυρίσουμε σπίτι και θα φάμε εδώ, θα κάνουμε ένα υπέροχο γεύμα και θα πιούμε Μπον, από το συνεταιρισμό που βλέπεις απ' το παράθυρο ακριβώς εκεί, με τις τιμές του Μπον έξω στη βιτρίνα. Και μετά θα διαβάσουμε και μετά θα πάμε στο κρεβάτι και θα κάνουμε έρωτα».
«Και ποτέ δεν θ' αγαπήσουμε άνθρωπο περισσότερο απ' όσο αγαπάμε ο ένας τον άλλο».
«Όχι. Ποτέ».
«Τι εξαίσιο απόγευμα, τι υπέροχο βράδυ! Ας φάμε, όμως, τώρα».
«Πεινάω πολύ», είπα. «Δούλευα ακόμα και στο καφέ, πίνοντας έναν café crème».
«Πώς πήγε, Τέιτι
«Μια χαρά, νομίζω. Ή μάλλον έτσι ελπίζω. Τι έχουμε για φαγητό
«Ραπανάκια, νόστιμο foie de veau με πουρέ και αντίδια σαλάτα. Και μηλόπιτα».

«Και θα πάρουμε όλου του κόσμου τα βιβλία να διαβάσουμε, κι όταν πηγαίνουμε ταξίδι θα τα κουβαλάμε μαζί μας».
«Θα 'ταν έντιμο αυτό
«Φυσικά».
«Έχει και Χένρι Τζέιμς
«Φυσικά».
«Ω Θεέ μου!» είπε. «Είμαστε τυχεροί που το ανακάλυψες αυτό το μέρος».

«Είμαστε πάντα τυχεροί», είπα, χωρίς, ο ανόητος, να χτυπήσω ξύλο. Και να σκεφτεί κανείς ότι υπήρχε παντού ξύλο στο διαμέρισμα για να το χτυπήσεις.
Ernest Miller Hemingway (1899-1961)




* Το κείμενο είναι από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Έρνεστ Χέμινγουέι Μια κινητή γιορτή
εκδ. Καστανιώτη, 2004
*Μετάφραση: Σταύρος Παπασταύρου
*φωτογραφίες jfklibrary.org, szepseg.com


Περισσότερα:
- Έρνεστ Χέμινγουεϊ: Θα νιώθω τρομερά μόνος, στο χωρίς άλλη αναβολή

Ετικέτες , , ,

16 Φεβ 2009

69 ~ Οδυσσέας Ελύτης: ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο...

...από μικρό παιδί αγαπούσα τη λογοτεχνία και ανακατευόμουνα με τα βιβλία. Κάποτε, μια παράξενη διαίσθηση με έκανε να σκέπτομαι ότι ένα άλλο στρώμα, βαθύτερο, κάτω από το στρώμα των φαινομένων, αποτελούσε την αληθινή ζωή. Και ότι η περιγραφική, η λογική τάξη του λόγου, όπως τη συναντούσα στα μυθιστορήματα που διάβαζα τότε, δεν κατόρθωνε πάντοτε να την αποδώσει. Αλλά ότι υπήρχε μια εντελώς διαφορετική χρήση της γλώσσας, που την έλεγαν λυρική και ότι αυτή είχε τη δύναμη να πλησιάζει και ν' αποκαλύπτει την πραγματικότητα στη βαθύτερη ουσία της, ήταν ένα πράμα που μήτε καν το υποψιαζόμουνα. Χρειάστηκε να περάσει καιρός. Είχα τελειώσει πια το γυμνάσιο, όταν, μια μέρα, ένα τυχαίο γεγονός με έφερε σε επαφή με μερικά από τα καλύτερα έργα συγχρόνων ευρωπαίων ποιητών. Είπα, ένα τυχαίο γεγονός. Αλλά η τύχη, όπως κατάλαβα αργότερα, για έναν ποιητή τουλάχιστον, δεν είναι η απλή σύμπτωση, αλλά το φανέρωμα μιας δύναμης που ο αόρατος μηχανισμός της μας διαφεύγει.

[....] Ως τη στιγμή που έπιασα την πέννα, η προσωπική εμπειρία μου ήταν εντοπισμένη σ' έναν πολύ συγκεκριμένο φυσικό χώρο, που ήταν ο χώρος του Αιγαίου. Ολόκληρη η κατασκευή μου άλλωστε, και η αγωγή μου μπορώ να πω, ήταν νησιωτική - γι' αυτό δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχα γεννηθεί στην Κρήτη. Μέσα μου έκλεινα, σαν σε σπόρο, τη μνήμη μιας ατέλειωτης σειράς προγόνων από τη Λέσβο. Και είχα περάσει όλα τα μυθικά καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων σ' ένα μικρό νησί του Αργολικού, απ' αυτά που είχανε παίξει τόσο μεγάλο ρόλο στην Επανάσταση. Μέσα σ' αυτό το θαλασσινό σχολείο, ένα παιδί με μοναχικές τάσεις, ήτανε φυσικό ν' αποκτήσει μιαν εντελώς ιδιότυπη ευαισθησία. Η φαντασία μου αποθησαύριζε εικόνες που αργότερα, όσο μεγάλωνα, έμελλαν να πάρουν μέσα μου προεκτάσεις άλλες, αισθητικές, ψυχικές και ηθικές ακόμη. Ακρογιάλια έρημα μέσα στο εκτυφλωτικό φως του μεσημεριού' μουράγια με παλιά σκουριασμένα κανόνια' όρμοι παρθένοι κι ανέγγιχτοι, γεμάτοι από τη μυστική ζωή των ψαριών' κήποι κλειστοί και κρεμασμένοι πάνω από τον παφλασμό των κυμάτων' νύχτες που μυρίζανε δεντρολίβανο και ξεχειλίζανε από μυριάδες τριζόνια... Κι αυτά όλα, κατοικημένα από απίθανα πλάσματα, από μυθικές μορφές γυναικών με μακριά μαλλιά και διάφανα σώματα, που κρατούσαν κι έφερναν στα χέρια τους μιαν άλλου είδους αγνότητα. Αυτή ίσως που αντιστοιχούσε στο τοπίο και έλειπε από τη ζωή γύρω μου. Μιαν αγνότητα από ολοκληρωμένες αισθήσεις, που καθαγίαζε ό,τι είχαμε συνηθίσει να ονομάζουμε ταπεινό ή χυδαίο, και που δεν ξεχώριζε το ιδανικό από την ύλη.

Από κει άρχισε να κεντρίζει το ενδιαφέρον μου ο μυστικός μηχανισμός των μεταμορφώσεων που έκλεινε σε λανθάνουσα κατάσταση η πραγματικότητα, και που μόνον η φαντασία μπορούσε ν' αποκαλύψει.
Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το
περιοδικό η λέξη - τ.164/165, Αύγ. 2001
* οι φωτογραφίες είναι από το περιοδικό χάρτης,
τ.21/22/23, Νοε.1986

Ετικέτες , , ,

24 Οκτ 2008

60 ~ Γιώργος Σεφέρης: Mέρες


Λαμπρή, 6 Μάη 1945
Στην πλαϊνή ταβέρνα τραγουδούν, μαζί με άλλα τραγούδια, το Χριστός Ανέστη. Όλος ο κόσμος διψασμένος για τούτη την Ανάσταση.
Σα να άραξα σήμερα στο λιμάνι που άφησα, εδώ και τέσσερα χρόνια, τη Μεγάλη Παρασκευή, σ' ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι στον Ωρωπό. Ένα ξαλάφρωμα, και κάπως - αρκετά ίσως - χαμένος' όπως ο ναύτης που γυρίζει στο σπίτι του. Χρησιμοποιώ τώρα τις νύχτες' ως τις 3-3 1/2 το πρωί. Ο μόνος τρόπος να πραγματοποιήσω την "αποστράτευσή" μου.
Έχω ξαναπιάσει Καβάφη, ολωσδιόλου μηχανικά, για να πάρω από κάπου μιαν αρχή. Όλα τούτα δύσκολα' τα περασμένα εφτά χρόνια με βαραίνουν, και θα με βαραίνουν για πολύ ακόμη.

*
Τρίτη, 8 Μάη 1945
19.30. Τελειώνει η μέρα. Πουλιά τιτιβίζουν έξω στο περιβόλι, και ο αιώνιος σύντροφός μου, ο κόκορας. Γυρίζω από το Υπουργείο' χάνεται ο καιρός σε άδειες κουβέντες. Όμως η συμμετοχή σε τέτοιες κουβέντες είναι κι αυτή μέρος της υπαλληλικής ευσυνειδησίας. Σήμερα η μέρα που τελείωσε ο Πόλεμος. Το πρωί, από την ταράτσα του Υπουργείου, η παρέλαση' τσολιάδες που έχουν γίνει πια κινούμενα σκηνικά, κουρδισμένα στην εντέλεια. Δεν έχω κανένα αίσθημα' το μόνο που με συγκίνησε το πρωί, κοιτάζοντας το δρόμο από το παράθυρο του σπιτιού μου, ένας τυφλός παίζοντας στη φυσαρμόνικά του τον Ύμνο, καθώς προχωρούσε σέρνοντας τα πόδια του.

*
Πέμπτη, 31 Οκτώβρη 1946
Χτες στον «Ποσειδώνα» κι έπειτα στη Βαγιονιά. Η βορινή θάλασσα ακίνητη σαν καλοκαίρι. Κολύμπι. Το ακρογιάλι γεμάτο πελαγίσια ξαφρίσματα (ποτέ μου δεν είδα τόσα πολλά): ρίζες από καλάμια, παράξενα γλυμμένα ξύλα, φελλοί, ένας παράδεισος παιχνίδια για μένα. Έβαλα στο δισάκι μου αρκετά από αυτά τα σιωπηλά αντικείμενα. Είχαμε φύγει στις 10.00, γυρίσαμε στις 16.00' καλό περπάτημα.

Το ποίημα που γράφω από την προπερασμένη Τρίτη, με απότομες αναλαμπές και πτώσεις, σαν το τζάκι μας που καίει χλωρά ξύλα, με κουράζει κάποτε. Σήμερα πρωί γυρίζω από τις 07.00 ακατάστατος, χωρίς να σταματήσω, πασπατεύοντας με τα χέρια μου, φτιάνοντας αντικείμενα που προσπαθώ να τους δώσω μια μορφή οικειότητας, πελεκώντας μια βέργα κυπαρίσσι πού έκοψα χτες. Η μυρωδιά αυτού του ξύλου, η αρχιτεκτονική του, το χρώμα του, με γεμίζουν αγαλλίαση. Αίσθημα σπατάλης, με τη ζωή που κάνω στην Αθήνα, πολύ έντονο από χτες. Ένα οποιοδήποτε χωράφι εδώ τριγύρω θα με εξανθρώπιζε χίλιες φορές περισσότερο από την αθηναίικη ζούγκλα. Έντονη ανάγκη (χτες και σήμερα) ν' αφήσω το Υπουργείο κι όλες αυτές τις φλυαρίες: όχι πια για να έχω τον καιρί να γράφω λογοτεχνί, αλλά για να ωριμάσω και να πεθάνω σαν άνθρωπος.

Βράδυ. Τ' απόγεμα έκοψα ξύλα ώσπου να σκοτεινιάσει. Γύρισα σπίτι ιδρωμένος, με τα χέρια γεμάτα ρετσίνι. Λουτρό, κι έπειτα κάθισα στο τραπέζι μου. Τελείωσα το ποίημα. Τίτλος: «Κίχλη»। Δεν ξέρω αν είναι καλό' ξέρω πως τελείωσε. Τώρα πρέπει να στεγνώσει.
Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)




* από τις Μέρες, τ. Ε' 1 Γενάρη 1945 - 19 Απρίλη 1951
εκδ. Ίκαρος, 1977
* φωτογραφίες: tovima.dolnet.gr, os3.gr


Ακόμα:
- Γιώργος Σεφέρης: Κίχλη

Ετικέτες , , ,

9 Μαΐ 2007

5 ~ William Butler Yeats: Μνήμες της παιδικής ηλικίας και της νεότητας

Κάθομαι στο χώμα και κοιτώ ένα καραβάκι χωρίς κατάρτι με την μπογιά του ξεθωριασμένη και γρατζουνισμένη και μονολογώ μελαγχολικά: "Είναι πολύ πιο μακριά απ' ό,τι παλιότερα" και καθώς το λέω αυτό κοιτώ μια μεγάλη γρατζουνιά στην πρύμνη γιατί ειδικά η γρατζουνιά αυτή είναι πιο μακριά. Μετά, κάποια μέρα στο δείπνο ο θείος μου ο W. Middleton λέει, "Δεν πρέπει να παίρνουμε αψήφιστα τα προβλήματα των παιδιών. Είναι χειρότερα από τα δικά μας επειδή εμείς φτάνουμε κάποτε στο τέλος των προβλημάτων μας ενώ αυτά δεν μπορούν ποτέ να φτάσουν εκεί". Αισθάνομαι ευγνώμων για τα λόγια του, γιατί ξέρω ότι είμαι πολύ δυστυχής και πολλές φορές είπα μέσα μου, "Όταν μεγαλώσεις ποτέ μη μιλήσεις όπως μιλούν οι μεγάλοι για την ευτυχία στην παιδική ηλικία". Ίσως ήδη να είχα περάσει μια νύχτα δυστυχίας όταν, ενώ για πολλές νύχτες προσευχόμουν να πεθάνω, άρχισα τώρα να φοβάμαι ότι όντως πεθαίνω και να προσεύχομαι να ζήσω. Δεν υπήρχε κανένας λόγος για τη δυστυχία μου. Όλοι ήταν καλοί μαζί μου, και ακόμη μετά από τόσα χρόνια αισθάνομαι ευγνωμοσύνη και σεβασμό για τη γιαγιά μου. Το σπίτι ήταν τόσο μεγάλο που πάντα υπήρχε κάποιο δωμάτιο να κρυφτώ, είχα ένα κόκκινο πόνι και έναν κήπο να περιπλανηθώ, δύο σκυλιά που με ακολουθούσαν κατά πόδας -το ένα άσπρο με μαύρες βούλες στο κεφάλι του και το άλλο με μακρύ μαύρο τρίχωμα παντού. Σκεφτόμουν το Θεό και νόμιζα ότι ήμουν πολύ κακός. Κάποια μέρα πέταξα μια πέτρα και χτύπησα κατά λάθος μια πάπια στην αυλή και της έσπασα το φτερό. Απόρησα όταν μου είπαν ότι η πάπια θα αποτελέσει το δείπνο μας και ότι κανείς δε θα με τιμωρούσε.
Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς (1865-1939)

* η μετάφραση είναι της Μαρίας Μουμτζή και
έγινε για τον Κόμβο (komvos.edu.gr)

* φωτογραφίες: gutenberg.org & photoaspects.com

Ετικέτες , , ,