26 Ιουν 2011

117 ~ Βάλτερ Μπένγιαμιν: Επαίτες και πόρνες

Στα παιδικά μου χρόνια ήμουν δέσμιος της παλιάς και της νέας δυτικής πλευράς της πόλης. Το σόι μου έμενε τότε σ' αυτές τις δύο συνοικίες με μία συμπεριφορά ανάμεικτη από πείσμα και υπερηφάνεια, γεγονός που τους έκανε να ζουν σ' ένα γκέτο που το θεωρούσαν φέουδό τους. Παρέμενα κλεισμένος σε αυτή τη συνοικία χωρίς να γνωρίσω άλλη. Για τα πλούσια παιδιά της ηλικίας μου οι φτωχοί ήταν μόνο ζητιάνοι. Είχα κάνει μεγάλη πρόοδο όταν ανακάλυψα πρώτη φορά ότι η φτώχεια αποτελεί το όνειδος της κακοπληρωμένης εργασίας. Ήταν σ' ένα μικρό κείμενο, το πρώτο που συνέταξα εντελώς μόνος μου, για λογαριασμό μου. Το θέμα του ήταν ένας άνθρωπος που μοίραζε διαφημιστικά φυλλάδια, καθώς και οι ταπεινώσεις που υφίστατο από τους περαστικούς που αδιαφορούσαν γι' αυτά. Τότε ο φτωχός -έτσι τελείωνα- ξεφορτώνεται κρυφά το πακέτο. Σίγουρα ήταν ο πλέον αναποτελεσματικός τρόπος να τακτοποιήσει την κατάσταση. Όμως, την εποχή εκείνη δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλη μορφή εξέγερσης εκτός από τη σκανταλιά. Είναι αλήθεια ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα προσωπικής εμπειρίας. Κατέφευγα σ' αυτήν όταν προσπαθούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου. Κυρίως όταν έβγαινε για ψώνια, τότε που το πείσμα μου και η επιμονή μου την έφερναν σε κατάσταση απόγνωσης. Συνήθιζα πράγματι, να μενω πάντα μισό βήμα πίσω. Σαν να μην ήθελα σε καμία περίπτωση να πηγαίνω μπροστά, ούτε ακόμα και με την ίδια μου τη μητέρα. Ο λόγος που κατά τις κοινές μας εξόδους στην πόλη αισθανόμουνα αυτή την ονειροπόλο αντίσταση, αποκαλύφθηκε αργότερα, όταν ο λαβυρινθώδης χαρακτήρας της πόλης ξανοίχτηκε στη σεξουαλική επιθυμία. Αλλά αυτή η τελευταία, κατά τις πρώτες ψηλαφήσεις αναζητούσε λιγότερο τη σάρκα και περισσότερο την εντελώς κολασμένη ψυχή, που τα φτερά της έλαμπαν σαπρά στο φώς ή λαγοκοιμούνταν ακόμα, αναδιπλωμένα κάτω από τη γούνα που περιέβαλλε αυτήν τη ψυχή σαν κουκούλι. Επωφελούμουν, λοιπόν, από ένα βλέμμα που φαινόταν να μη βλέπει το τρίτο κομμάτι από αυτό που πραγματικά παρατηρούσε. Ωστόσο, ήδη από τότε, όταν η μητέρα μου αποδοκίμαζε την απέχθεια που ένιωθα και τη νυσταλέα περιπλάνησή μου, διέβλεπα αμυδρά τη δυνατότητα να διαφύγω μια μέρα από την κηδεμονία της, χάρη στη συνωμοτικότητα αυτών των δρόμων, μέσα στους οποίους, ήταν προφανές, δεν είχα βρει το δικό μου. Σε κάθε περίπτωση δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η αίσθηση -δυστυχώς απατηλή- ότι μπορούσα να ξεφύγω από τη μητέρα μου από την κοινωνική της τάξη και από τη δική μου, εξηγούσε την ακατανίκητη παρόρμηση που μ' έκανε να πλησιάζω μέσα στο δρόμο μια πόρνη. Αυτό μπορούσε να διαρκεί κάποιες ώρες πριν το αποτολμήσω. Η φρίκη που ένιωθα τότε ήταν η ίδια με αυτήν που θα ένιωθα μπροστά σε ένα αυτόματο, το οποίο αρκούσε να του θέσει κανείς ένα ερώτημα για να αρχίσει να λειτουργεί... Και τότε έριχνα τη φωνή μου μέσα στη σχισμή. Το αίμα βούιζε στ' αυτιά μου και δεν ήμουν ικανός να συλλέξω τα λόγια που έπεφταν από αυτό το έντονα μακιγιαρισμένο στόμα. Δραπέτευα για να επαναλάβω, την ίδια νύχτα -πόσες φορές ακόμα- την τρελή αυτή προσπάθεια. Όταν, καμιά φορά χαράματα, σταματούσα σε μια αυλόπορτα και παγιδευόμουν χωρίς διέξοδο στα ασφαλτοστρωμένα δεσμά του δρόμου, δεν ήταν και τα πιο καθαρά χέρια αυτά που με απελευθέρωναν.
Walter Benjamin (1892-1940)




* από το βιβλίο του Βάλτερ Μπένγιαμιν
Τα παιδικά χρόνια στο Βερολίνο το χίλια εννιακόσια

σε μετάφραση Ιωάννας Αβραμίδου
Εκδ. Άγρα, 2005

*
φωτογραφίες: philosophie.posterous.com,
harvardpress.typepad.com, literaturhaus-frankfurt.de, zeit.de


* Η ανάρτηση αποτελεί πρόταση και δουλειά του Χρήστου
(5ο σχόλιο)

Ακόμα:

- Βάλτερ Μπένγιαμιν: το τίμημα που πλήρωνα για
το αίσθημα ασφάλειας. Στο χωρίς άλλη αναβολή

- Λίζυ Τσιριμώκου: H πορεία ενός κορυφαίου στοχαστή
του 20ού αιώνα προς την αμφισβήτηση - από Το Βήμα, 30/05/2004

Ετικέτες , ,

17 Μαΐ 2008

49 ~ Emile Michel Cioran: ...αλλά η νύχτα ήταν τέλεια.

Ίμπιζα, 31 Ιουλίου 1966. Τη νύχτα αυτή, τελείως ξύπνιος γύρω στις τρεις. Αδύνατον να μείνω άλλο στο κρεβάτι. Βγήκα να περπατήσω κοντά στη θάλασσα, σπρωγμένος από σκέψεις πιο σκοτεινές δε γίνεται. Και αν πήγαινα να πέσω από τον γκρεμό; Ήρθα εδώ για τον ήλιο, και δεν μπορώ να ανεχθώ τον ήλιο. Όλος ο κόσμος είναι ηλιοκαμμένος, πρέπει να μείνω άσπρος, χλωμός. Όσην ώρα έκανα κάθε λογής πικρούς συλλογισμούς, κοίταζα τα πεύκα, τα βράχια, τα κύματα που τα "επισκεπτόταν" το φεγγάρι, και ένιωσα ξαφνικά πόσο γερά ήμουν καρφωμένος πάνω σ' αυτό το όμορφο καταραμένο σύμπαν.

Ίμπιζα, 1η Αυγούστου 1966. Πέρσι, στο πικ-άπ που μου είχε δανείσει ο Φ., άκουσα ένα δίσκο που με καταγοήτευσε. Ήταν ένα ισπανικό τανγκό, να σου ξεσκίζει την καρδιά. Όταν επέστρεψα στο Παρίσι, προσπάθησα να ξαναθυμηθώ το ρυθμό και τη μελωδία. Αδύνατον. Ένα χρόνο μετά, ξαναβρίσκομαι στο ίδιο σπίτι. Την επομένη από την αφιξή μου, την ώρα του μεσημεριανού ύπνου, βλέπω στ' όνειρό μου ότι ακούω ένα τανγκό. Ξυπνώντας είχα ξαναβρεί το τανγκό μου.

...
Τη νύχτα αυτή, για να παρηγορηθώ που δεν μπορούσα να κοιμηθώ, είπα στον εαυτό μου ότι, αν ο ύπνος μού είχε δοθεί όπως στους άλλους, δεν θα μπορούσα να αγκαλιάζω με το μάτι αυτά τα δέντρα με φόντο τον ουρανό και τα κύματα στο βάθος, ούτε θα μπορούσα να νιώθω μ' αυτόν τον τόσο οξύ τρόπο την ανομοιότητά μου με τα όντα, την απόλυτη μοναξιά μου ανάμεσά τους.

Σκέφτηκα επίσης ότι το δράμα μου προερχόταν από τη δίψα μου να ζήσω όπως όλος ο κόσμος και από την ανικανότητά μου, την αδυναμία μου μάλλον, να το καταφέρω. Όταν τα νεύρα, το στομάχι, το συκώτι σου - και πάει λέγοντας - είναι σμπαράλια, δεν βγαίνεις απ' την τρύπα σου ή αποφεύγεις τον ήλιο, τον αέρα, τη θάλασσα, που όλα μαζί δεν μπορεί παρά να αποβούν θανάσιμα για μένα αν θέλω να τ' απολαύσω. Γιατί δυστυχώς αυτό ακριβώς προσπάθησα να κάνω, με το συνηθισμένο αδιόρθωτο πάθος μου,

Η πρώτη μου σκέψη όταν σηκώθηκα απ' το κρεβάτι μέσα στη νύχτα ήταν να πάω να πέσω απ' τον γκρεμό στη θάλασσα. Αλλά η νύχτα ήταν τέλεια, και χωρίς ψεγάδι' έτσι απλά με γέμισε.
Εμίλ Σιοράν (1911- 1995)

Η ήττα μου δεν συνίσταται στο ότι είμαι μόνος
..........αλλά στο ότι αισθάνομαι μόνος



* Το κείμενο αποτελεί μέρος από το Τετράδιο της Ταλαμάνκα
Δημοσιεύθηκε στην Λέξη - 164/165, Αύγ.2001
σε μετάφραση Βαρβάρας Χατζάκη
*Φωτογραφίες: sibiul.ro, poezie.ro, cioran.com

Ετικέτες , ,