21 Φεβ 2011

110 ~ Ελένη Ζαφειρίου: ...αλλά σ' αυτό το χώρο!

= ...η μάνα μου ήταν ηθοποιός. Βρέθηκε, η μάνα μου στη Λάρισα, με το θίασο του γιου της, την εποχή που γίνεται το παζάρι. Έμενε σ' ένα ξενοδοχείο, που τα παράθυρά του έβλεπαν στην πλατεία του παζαριού. Καθώς ντυνόταν για να πάει στο θέατρο για πρόβα, άκουγε ένα κλάμα μικρού παιδιού πολύ δυνατό και την ενοχλούσε. Κατέβηκε απ' το ξενοδοχείο, και περνώντας μέσα από το παζάρι, πέφτει απάνω στο παιδάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει σκούζοντας. Σταμάτησε, είδε έναν άντρα καθισμένο χάμω σταυροπόδι να πουλάει κάτι. Τον τριγύριζαν δύο αγόρια, και το μικρότερο γκρινιάρικο κοριτσάκι, που εξακολουθούσε να κλαίει. Τίνος είναι αυτό το κοριτσάκι που κλαίει έτσι τόσες ώρες; ρώτησε τον άνδρα που κάθονταν χάμω σταυροπόδι. «Δικό μου είναι πανάθεμά το. Από το πρωί δεν έχει σταματεμό. Μπας και ξέρω τι να του κάνω; Έτσι μούρχεται να το στραγγαλίξω!» «Καλά, και πού είναι η μάνα του,» τον ρωτάει; «Δεν έχει μάνα, απόθανε μόλις το γέννησε, και με άφησε με τρεις διαόλους». Χωρίς πολλές κουβέντες και μεγάλες σκέψεις του λέει: «Δώσε μου εμένα το κοριτσάκι σου και θα πάμε στο συμβολαιογράφο να κάνουμε ένα συμφωνητικό ότι μου το δίνεις για ψυχοπαίδι». Χωρίς άλλες κουβέντες, έτσι έγινε. Σε λίγες μέρες το μπουλούκι του γιου της Δημήτρη Ζαφειρίου, έφευγε από τη Λάρισα για άλλη πιάτσα, με ένα ακόμη μέλος του θιάσου, την Ελενίτσα της Κυριακούλας.

= Τα μικρά μου, χρόνια, πριν πάω σχολειό δεν τα θυμάμαι με λεπτομέρειες, γιατί ο θίασος ταξίδευε κάθε τόσο από πόλη σε πόλη και εγώ άλλαζα συχνά εντυπώσεις. Πότε κοιμόμασταν σε σπίτια, πότε σε πανδοχεία και με κλείδωναν λέγοντάς μου ότι είναι ώρα να κοιμηθώ. Όταν με άφηναν σε σπίτια, οι σπιτονοικοκυρές με τάιζαν και μ' έριχναν στα ρούχα όσο το δυνατόν γρηγορώτερα να γλιτώσουν από τη γκρίνια μου, γιατί τους ζητούσα τη μάνα μου. Μονάχα όταν άρχισα να πηγαίνω σχολειό και συναναστράφηκα παιδιά συνομήλικά μου και έπρεπε όταν με άφηναν μόνη να διαβάζω, ξεφυλλίζοντας τα βιβλία, να γράφω, να ζωγραφίζω, όλα αυτά γέμιζαν κάπως τη ζωή μου και άρχισα πια να σκέπτομαι.

= Εκείνη την εποχή τα παιδιά των ηθοποιών δοκίμαζαν πολλές κρίσεις. Πρώτον, έπρεπε να πάρουνε ενδεικτικό σχολείου από κάθε πόλη, κάθε φορά που ο θίασος έφευγε για να πάει αλλού. Δεύτερον ήταν τρομερό ν' αλλάζεις δασκάλους, συμμαθητές και περιβάλλον κάθε λίγο και λιγάκι. Τρίτον, το επάγγελμα ηθοποιός, δεν ήταν όπως τώρα. Υπάγονταν στους μάγους, στους γύφτους, στους καραγκιοζοπαίχτες, και γενικά ήταν ανεπιθύμητοι. Για να καταλάβετε εκείνη την εποχή, σας λέω ότι σπάνια νοίκιαζαν στους «θεατρίνους» - όπως τους έλεγαν -, τα σπίτια τους. Τους θεωρούσαν πρόστυχους. Αν υπήρχαν ξενοδοχεία (πανδοχεία), ή ήταν πολύ ακριβά και δεν είχαν τόσα λεφτά, ή δεν τους έβαζαν, μήπως δεν δουλέψει ο θίασος και φύγουν χωρίς να τους πληρώσουν.

= Θα ήμουνα μεγαλούτσικη, γιατί θυμάμαι ότι κάποτε που φτάσαμε σε μια πόλη, δεν έβρισκε η μάνα μου σπίτι, ούτε καν χάνι για να με βάλει να κοιμηθώ, και εκείνη να πάει στο θέατρο γιατί το βράδυ είχαν παράσταση. Βιαστική, με κρατούσε απ' το χέρι και όποιον έβρισκε στο δρόμο τον ρωτούσε αν ήξερε κανένα σπίτι να νοικιάζεται. Κάποιος της έδειξε ένα. Χτύπησε την πόρτα, μας άνοιξαν, τους είπε τι ήθελε.

Μόλις άκουσαν τη μάνα μου να τους λέει ότι είναι ηθοποιός, κατσούφιασαν, και ψυχρά της απάντησαν: «Δεν έχουμε τίποτα». Τόσο απελπισμένη ήταν η έρμη, που είδε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στο απάνω πάτωμα και τους λέει: «Έχω στρωσίδια, σας παρακαλώ πολύ, αφήστε με να στρώσω κάτω από τη σκάλα, να βάλω το παιδί μου να κοιμηθεί, είναι κουρασμένο απ' το ταξίδι, και αύριο πρέπει να πάει σχολείο. Βιάζομαι να πάω και εγώ στο θέατρο να ετοιμάσω την παράσταση. Όταν τελειώσω θα έρθω να κοιμηθώ και εγώ μαζί του. Αύριο μου λέτε τι λεπτά θέλετε για νοίκι, και εγώ θα σας προπληρώσω δέκα μέρες». Την άλλη μέρα συμφώνησε μαζί τους και κοιμόμασταν κάτω απ' την ξύλινη σκάλα αρκετές μέρες, γιατί η πιάτσα ήταν μεγάλη και ο θίασος δούλεψε.

= Όπως όλα τα παιδιά των ηθοποιών έτσι κι εγώ έπαιζα σε όλα τα έργα που χρειαζόντουσαν παιδιά, όπως στη: «Μήδεια», τον «Οιδίποδα Τύραννο», τη «Γενοβέφα», τον «Αθανάσιο Διάκο», που τον έπαιζαν στην εθνική μας γιορτή, καθώς και σε πολλά άλλα. Ήταν δύσκολο να βρουν στήν επαρχία δυο παιδιά μαζί. Αν έπαιζα εγώ το ένα, ευκολώτερα έβρισκαν ακόμα ένα παιδάκι. Είχα όμως και παραξενιές, παρ' όλο που ήμουνα μικρή. Ενώ στον «Οιδίποδα», που τον έπαιζε ο γιος της ήμουνα πρόθυμη, μόλις μου έλεγαν να παίξω στη «Μήδεια», που την έπαιζε η μάνα μου, αντιδρούσα πεισματικά και τους έλεγα ξεκάθαρα: «Δε θέλω να παίξω, δε μ' αρέσει το έργο». Τι με παρακαλούσαν, τι μου έταζαν δώρα, αν παίξω, εγώ τίποτα. Ξεκάθαρα τους επαναλάμβανα: «Δεν θέλω». Μια μέρα, μ' έπιασε ο γιος της με το μαλακό, και μέσα σε όλα με ρώτησε: «Γιατί Ελενάκι μου, αφού παίζεις χωρίς αντιρρήσεις σε μένα, γιατί δεν παίζεις και με τη μάνα μας;» Χωρίς να το πολυσκεφτώ, του απάντησα αναιδέστατα: «Η μάνα μας δεν είναι καλή ηθοποιός και δεν μ' αρέσει». Γέλασε, μ' αγκάλιασε, με φίλησε και δεν μου είπε τίποτα. Έτσι, δεν έπαιξα ποτέ άλλοτε στη «Μήδεια» με τη μάνα μου. Με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβα γιατί δεν ήθελα να παίζω στη «Μήδεια». Φαίνεται ότι υποσυνείδητα δεν μου άρεσε η «Μήδεια» (διασκευή Βερναρδάκη) γιατί ήταν στην καθαρεύουσα και η μάνα μου (παρ' όλο που τη λάτρευα) σαν ηθοποιός ήταν στομφώδης, κατώτερη απ' το γιο της, και μένα δεν μ' ενθουσίαζε. Ο γιος της πριν κάνει δικό του θίασο συνεργάστηκε ακόμη και με τον Αιμίλιο Βεάκη.

= Πριν τελειώσω το Δημοτικό σχολείο η μάνα μου αποφάσισε - αφού τα συμφώνησε και με το γιο της, να με φέρει ο ίδιος στην Αθήνα, και να με κλείσει στις καλόγριες. Στο θίασο Ζαφειρίου εκείνη την εποχή ήταν και οι γονείς της Νανάς Σκιαδά. Αποφάσισαν κι εκείνοι να στείλουν στις ίδιες καλόγριες τη μεγαλύτερη αδελφή τής Νανάς, την Δημαρέτη. Δε θυμάμαι με ποιο τρόπο την έστειλαν. Έμαθα μετά από χρόνια, ότι τέλειωσε τις καλόγριες, και βρίσκεται παντρεμένη στην Αμερική. Μ' έφερε λοιπόν στην Αθήνα ο Ζαφειρίου με την «προίκα» μου, όπως την έλεγαν οι καλόγριες. Σεντόνια, πάπλωμα, πετσέτες, αλλαξές. Ένα μικρό μπαουλάκι γεμάτο ρούχα. Στην Αθήνα, στην οδό Λένορμαν, κρατούσαν μόνιμα δυο δωμάτια στην αυλή που είχα πρωτογνωρίσει. Τη μια μέρα φτάσαμε και την άλλη θα με πήγαινε στις καλόγριες. Εκεί που μου εξηγούσε το καλό που θα μου κάνει, που δεν θα μετακινούμαι από τόπο σε τόπο, λαβαίνει ένα τηλεγράφημα από τη μάνα του που του έλεγε: — Ανάβαλε είσοδο Ελενίτσας στο σχολείο, έρχομαι αμέσως. Ήρθε η μάνα του, και του εξήγησε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να επιβλέπει από κοντά η ίδια την Ελενίτσα. Με τα απλά επιχειρήματά της, τον έπεισε, και την ίδια μέρα φύγαμε, η μάνα μου, ο γιος της, η προίκα μου κι εγώ για να συνεχίσουμε τα περιπετειώδη ταξίδια μας.

= Ίσως να μη γνώριζα ποτέ τους μεγάλους καλλιτέχνες αν η ή μάνα μου δεν είχε μέσα της εκτός από τα τρυφερά αισθήματα, και κριτήρια καλλιτεχνικά. Μια μέρα μού λέει «αύριο ή μεθαύριο να πάμε να δεις ένα έργο που το ξέρεις κι έχεις παίξει». Πάντα μου άρεσαν οι εκπλήξεις γι' αυτό δεν τη ρώτησα να μου πει καμιά λεπτομέρεια. Δεν άργησε όμως να έρθει η πολυπόθητη αυτή μέρα. Αφού ντυθήκαμε «ευπρεπώς» (έτσι το έλεγε η μάνα μου, της άρεσε η καθαρεύουσα) πήραμε την ανηφόρα της οδού Λένορμαν, φτάσαμε στο Μεταξουργείο, και από εκεί μπήκαμε στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και σε λίγο φτάσαμε στο «Εθνικό Θέατρο». Στην πόρτα τής έφεραν λίγες δυσκολίες γιατί είχαν μόνο μία θέση, γι' αυτήν. Τους εξήγησε ότι θα καθήσει στην άκρη και 'γώ θ' ακουμπήσω στο χερούλι του καθίσματός της, χωρίς να ενοχλώ τους θεατές. Δεν επέμειναν περισσότερο, μπήκαμε στην πλατεία.

Θεέ μου, τι έκπληξη ήταν αυτή μόλις αντίκρισα το σκηνικό!!!

Η αυλαία ήταν ανοιχτή, δε χρειαζόταν ν' ανοίξει για ν' αρχίσει η παράσταση. Εγώ δε μπορούσα να φανταστώ το έργο που θα έβλεπα, γι' αυτό αγωνιούσα ν' αρχίσει. Επιτέλους άρχισαν και με τα πρώτα λόγια κατάλαβα ότι έπαιζαν τον «Οιδίποδα Τύραννο», έβλεπα τη μεγαλόπρεπη παράσταση του Φώτη Πολίτη χωρίς να ξέρω ότι Οιδίποδα έπαιζε ο Μεγάλος Βεάκης, Ιοκάστη η ανεπανάληπτη Παξινού, τους υπόλοιπους ρόλους ο Μινωτής, ο Ροζάν, ο Γιώργος Γληνός, ο Παρασκευάς, ο Κωτσόπουλος, κι όλη η καλλιτεχνική αφρόκρεμα εκείνης της εποχής. Παρακολουθώντας αυτή την παράσταση, νοερώς αποφάσισα να ακολουθήσω το επάγγελμα του ηθοποιού, αλλά σ' αυτό το χώρο.
Ελένη Ζαφειρίου (1916–2004)




* Τα κείμενα είναι αποσπάσματα από σελίδες αυτοβιογραφίας
της Ελένης Ζαφειρίου που δημοσιεύθηκαν, το 1991, σε 4
τεύχη (53, 54, 55 και 56) του περιοδικού Οδός Πανός
,
* όλες οι φωτογραφίες, εκτός της πέμπτης, είναι από
τα παραπάνω τεύχη της Οδού Πανός.
Η πέμπτη είναι από το news.pathfinder.gr


Ακόμα:
η Ελένη Ζαφειρίου
- στο CineHellas.com και
- στο anapolisi.blogspot.gr

Ετικέτες , ,

28 Σεπ 2009

82 ~ Μελίνα Μερκούρη: Ποτέ δεν διάβασα τίποτα

Ο πρώτος άντρας που αγάπησα ονομαζόταν Σπύρος. Ήταν υπερβολικά όμορφος, υπερβολικά γοητευτικός. Το στόμα του μύριζε γλυκύτερα απ' το στόμα οποιουδήποτε άντρα που γνώρισα ποτέ. Λάτρευα το αγκάλιασμά του, ένα αγκάλιασμα που ήταν αρωματισμένο με ροδόνερο και βασιλικό. Ήταν δυνατός. Ήταν ψηλός. Αγαπούσε τη γυναίκα του και την απατούσε. Αγαπούσε τους γιους του και τους φρόντιζε. Ένιωθε πάθος για μένα, κι αυτό έκανε τα παιδικά μου χρόνια πολύ ευτυχισμένα. Ο Σπύρος ήταν ο παπούς μου. Ήταν επίσης Δήμαρχος Αθηναίων επί τριάντα χρόνια.

Ο γιος του, ο Σταμάτης, ο πατέρας μου, ήταν επίσης προορισμένος για την πολιτική. Αλλά ακόμα κι όταν παντρεύτηκε στην προχωρημένη ηλικία των είκοσι δύο χρόνων με μια κοπέλα που ήταν είκοσι ενός, εξακολούθησε να ζει στο σπίτι του Μεγάλου Σπύρου και να κυριαρχείται από εκείνον. Ο Σπύρος ήταν η ανώτατη εξουσία. Όλοι ήμαστε σκλάβοι του αλλά ήταν μια γλυκιά σκλαβιά. [....] η μητέρα μου η Ειρήνη και η γιαγιά μου η Αμαλία, ήταν περιορισμένες στο σπίτι και στις χαρές του κεντήματος. Αν ποτέ έρριχναν μια λοξή ματιά σ' έναν άντρα, απειλούνταν με στραγγαλισμό ή και διώξιμο. Εξάλλου, κανένας Αθηναίος με λογική δεν θα τολμούσε να πλησιάσει μια γυναίκα της οικογένειας μας. Ο Μεγάλος Σπύρος είχε πιστόλια στο σπίτι. Αυτό ήταν γνωστό. Και ο πατέρας μου, όχι μόνο για έναν εντυπωσιακό κατάλογο από απιστίες αλλά και για το ανέμελο θάρρος του, ονομαζόταν «Ντ' Αρτανιάν».

Ακόμη και σαν παιδί αναγνώριζα το άδικο αυτών των διπλών κριτηρίων. Υπήρχαν πολλοί «Ντ' Αρτανιάν» στην Αθήνα, αλλά όχι αρκετές «Μυλαίδες». Αποφάσισα να γίνω η «Μυλαίδη» ή η Λαίδη Χάμιλτον ή η Μεγάλη Αικατερίνη, αλλά ασφαλώς να μην δεχθώ τη ζωή της μητέρας μου ή της γιαγιάς μου. Με λίγα λόγια, ήθελα ν' αλλάξω την εποχή. Αμφιβάλλω αν ήμουν εγώ υπεύθυνη γι' αυτό, αλλά οι καιροί έχουν αλλάξει.

Τα παιδικά μου χρόνια ήταν πολύ ευτυχισμένα. Ο παπούς με προστάτευε. Μ' έπαιρνε μαζί του όπου κι αν πήγαινε. Όλα μάς διασκέδαζαν κι όλοι μάς ζήλευαν. Ήμουν η αγαπημένη του και ήταν παράδεισος να' σαι η αγαπημένη του αγαπημένου τέκνου της Αθήνας. Ιδιαίτερα τις απόκριες. Τις Κυριακές της απόκριας, διασχίζαμε την Αθήνα μέσα σ' ανοιχτό αμάξι κι ο άρχοντας της πόλης συναντούσε το λαό του. Κι εγώ ήμουν εκείνη που καθόταν δίπλα του. Αλλά πρώτα, μια μικρή πρόβα. Κάθισε ίσια, με αξιοπρέπεια, με σιγουριά. Υποκλίσου με χάρη, δεξιά, αριστερά. Πολύ καλά! Πάμε!

[....] Ας μην ξεχάσω τους σωματοφύλακες του παπού Σπύρου. Ήταν θαυμάσιοι και χρήσιμοι — η Ελλάδα, δόξα τω Θεώ ήταν πάντα θερμή χώρα και η συνεχής επανεκλογή του Μεγάλου Σπύρου, του δημιουργούσε μερικούς εχθρούς. Οι σωματοφύλακές του ήταν οι πρώτοι σύντροφοι μου στα παιχνίδια. Μ' άφηναν να πιάνω τα πιστόλια τους και να φοράω τις σιδερένιες γροθιές τους...

Αν δεν έχω άλλο ρεκόρ, έχω ένα ρεκόρ που θα το διατηρήσω για πάντα. Κανένα παιδί σ' οποιοδήποτε εκπαιδευτικό σύστημα οπουδήποτε, δεν θα μπορούσε να συγκεντρώσει στη σχολική του καριέρα περισσότερα μηδενικά από μένα. Δεν ήταν ότι ήμουν εντελώς ηλίθια. Το σχολείο ήταν ένα ατέλειωτο μαρτύριο. Ήταν ένα συνωμοτικό σχέδιο των ενηλίκων που είχε σκοπό να με βάλει με το ζόρι σε μια ομάδα μαζί με άλλα κακότυχα παιδιά με μοναδικό σκοπό να μου κοπανήσει στο κεφάλι πράγματα που μ' έκαναν να πλήττω μέχρι θανάτου. Κανένας δεν πήγε σε περισσότερα σχολεία, γιατί δεν πέταξαν κανέναν έξω από περισσότερα σχολεία. Ποτέ δεν μπορούσα να περάσω σ' ένα διαγωνισμό. Ποτέ. Στο τέλος όλοι οι δάσκαλοι μου υιοθετούσαν την ίδια τακτική. Από αγάπη για τον παπού μου ή από απελπισμένη ανάγκη να με ξεφορτωθούν, με προβίβαζαν στις μεγαλύτερες τάξεις όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Αλλά για ν' αποφοιτήσω, είχα μπροστά μου τις απολυτήριες εξετάσεις.

Ήταν καταστροφή. Δεν ήξερα απολύτως τίποτα κι ο καθηγητής ήξερε πως δεν ήξερα τίποτα. Κοίταζα συνεχώς μια την άσπρη κόλλα, μια τον καθηγητή κι ύστερα ξανά την άσπρη κόλλα. Μετά από μια ολόκληρη ώρα η κόλλα ήταν ακόμα λευκή. Άφησα κάτω το μολύβι μου και σήκωσα ψηλά τα χέρια μου κάνοντας νόημα πως παραδίδομαι. Πράγμα παράξενο, ο καθηγητής μου χαμογέλασε με τρόπο γεμάτο αγάπη. Με πλησίασε. Μου έκανε μια ερώτηση σχετικά με γεωμετρία. Του είπα πως δεν ήξερα τίποτα. Κοίταξε πέρα, ύστερα με ξανακοίταξε και το χαμόγελο του έδειχνε περισσότερη αγάπη παρά ποτέ. Μου έκανε μια ερώτηση σχετικά με τη βυζαντινή ιστορία. Του είπα πως οι ερωτήσεις του δεν θα τον οδηγούσαν πουθενά. Πάλι κοίταξε αλλού και με ξανακοίταξε με χαμόγελο λατρείας. Τότε μάντεψα ξαφνικά τι κοίταζε κάθε φορά που έστρεφε τα μάτια του από μένα. Εκεί, πίσω απ' το τζάμι της πόρτας, στέκονταν ο Μίμης κι ο Κώστας. Με μάτια που φλέγονταν και τα πιστόλια τους τραβηγμένα, έδειχναν ποια ακριβώς τύχη περίμενε το δάσκαλο αν η Μελίνα αποτύχαινε στις εξετάσεις της.

... ...
Αν έχω δώσει την εντύπωση πως τα παιδικά μου χρόνια ήταν όλο γέλιο και διασκέδαση, επιτρέψτε μου να επανορθώσω αμέσως. Υπήρχε επίσης ένας ωκεανός από σκοτούρες. Η πρώτη μου συνάντηση με την απελπισία έγινε όταν ήμουν τριάμισι χρονών. Η μητέρα μου ανήγγειλε ότι θ' αποκτούσε ένα άλλο παιδί. Αμέσως αναγνώρισα ότι αυτή ήταν μια συνωμοσία εναντίον της ασφάλειας μου και της προνομιακής μου θέσης. Το μίσος κι ο θυμός μου δεν έμειναν ανεκδήλωτα. Έπαψα να μιλάω στη μητέρα μου και στον πατέρα μου. Ούτε καλημέρα ούτε καλησπέρα. Ούτε λέξη. Αλλά χρειαζόμουν ένα συνένοχο. Ποιον άλλον απ' τον παπού Σπύρο; Όπως το περίμενα, με κατάλαβε θαυμάσια. Πρότεινε να εφαρμόσουμε το σπαρτιατικό νόμο και με ρώτησε αν καταλάβαινα τι εννοούσε. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, αλλά τον κοίταξα ίσια στα μάτια κι είπα ναι. Όμως μου το εξήγησε. Αν το νεογέννητο ήταν κορίτσι κι αυτό φοβόμουν περισσότερο, τότε θα το στραγγάλιζε, θα τό' πνιγε, θα το εξαφάνιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Κι αν ήταν αγόρι, δεν θά 'πρεπε να στενοχωριέμαι. Καθησυχασμένη, ξανάρχισα να λέω καλημέρα στη μητέρα μου.

Η τύχη το' φέρε να γεννηθεί το παιδί αρσενικό κι έτσι το κρατήσαμε. Τό 'βγαλαν Σπύρο. Τον δέχτηκα. Δεν είχα περιθώριο εκλογής. Η μητέρα μου τον αγαπούσε, η γιαγιά μου τον αγαπούσε, ο παπούς μου τον αγαπούσε, οι σωματοφύλακες τον αγαπούσαν, ο θείος Γιώργος τον αγαπούσε και τώρα που το ξανασκέφτομαι, είμαι σίγουρη πως κι ο πατέρας μου τον αγαπούσε αν και δεν βρισκόταν εκεί όταν έφτασε ο γιος του. Όχι, αυτή ήταν η δεύτερη κακοτυχία. Ο πατέρας μου ο Σταμάτης, ο «Ντ' Αρτανιάν», όταν η μαμά βρισκόταν σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, τό 'σκασε με μια γοητευτική ηθοποιό, που είχε τα πιο όμορφα μάτια στην Αθήνα μετά από μένα. Ήταν σε δυσμένεια στο σπίτι, του πατέρα του. Δεν επιτρεπόταν σε κανένα ν' αναφέρει τ' όνομα του. Αλλά η γιαγιά Αμαλία τον επισκεπτόταν κρυφά. Αναγνώριζα πως η φυγή του πατέρα μου ήταν σοβαρή αλλά η αληθινή συμφορά ήρθε όταν η μητέρα μου, που είχε εγκαταλειφθεί, αποφάσισε να καταφύγει στο σπίτι της μητέρας της. Δεν νομίζω να γνώρισα ποτέ τόσο έντονη δυστυχία όσο τη μέρα που αφήσαμε το σπίτι του παππού. Η γιαγιά Λάππα ήταν καλή γυναίκα αλλά ήταν αυστηρή και απαιτούσε τάξη και σιωπή. Ο άντρας της είχε πεθάνει από άσθμα και στα πολλά χρόνια που τού 'κανε τη νοσοκόμα είχε συνηθίσει να μένει στο σπίτι. Κρατούσε τα παντζούρια μισόκλειστα. Ήταν νευρωτική σχετικά με τα χρήματα. Παρά ν' αγοράζει ρούχα προτιμούσε να ντύνεται σπάνια. Κυκλοφορούσε στα σιωπηλά σκοτεινά δωμάτια με μια αρχαία ρόμπα και παντόφλες. Το να πάμε από το σπίτι του παπού Σπύρου στο δικό της ήταν σαν να πηγαίναμε απ' το καρναβάλι στο μοναστήρι. Μόνο η σπλαχνική απόφαση της μαμάς να μ' αφήνει να πηγαίνω για φαγητό στον Μεγάλο Σπύρο κάθε μέρα μ' εμπόδισε να πάθω νευρικό κλονισμό.

Έπειτα χτύπησε η τραγωδία. Ο παπούς Σπύρος, ο ένας και μοναδικός, το πάθος μου, για να μην τον ξεπεράσει ο γιος του, ερωτεύτηκε μια άλλη γυναίκα. Το όνομα της ήταν Νανά, σαν τη Νανά του Ζολά και μου φαινόταν χίλιες φορές χειρότερη απ' τη Νανά του Ζολά. Μια παράξενη εκλογή. Ποτέ δεν διάβασα το Ζολά. Ποτέ δεν διάβασα τίποτα.

Το δέρμα της Νανάς ήταν άσπρο σαν το γάλα. Αυτό από μόνο του, στην Ελλάδα, ήταν πρόκληση απιστίας. Ήταν παχουλή, ήταν μικρόσωμη, όχι μικρόσωμη, αλλά κοντή. Αλλά ο Σπύρος την αγαπούσε και την έβλεπε όμορφη. Η γιαγιά μου η Αμαλία ένιωθε σχεδόν τόσο προδομένη όσο εγώ. Εκείνη η αξιαγάπητη γυναίκα που ήταν αξιαγάπητη και χαρούμενη κι έλεγε θαυμάσιες ιστορίες, δεν μπορούσε ν' αντιμετωπίσει αυτό το φριχτό γεγονός. Όπως οι περισσότερες Ελληνίδες, είχε μάθει να συμβιβάζεται με τις απιστίες του άντρα της. Αλλά αυτή τη φορά ήταν ερωτευμένος. Αυτό ήταν άλλο ζήτημα. Τι έπρεπε να κάνει; Έγινε ένα συμβούλιο γυναικών. Η γιαγιά μου, η μητέρα μου, η γιαγιά Λάππα κι εγώ. Έγινε στο δωμάτιο της Αμαλίας. Καθίσαμε εκεί μπροστά σε ολόκληρες σειρές από περούκες που είχε φτιάξει μόνη της. Ήταν ο ιστός της Πηνελόπης της. Το συμβούλιο εξέφρασε ομόφωνα αντιπάθεια για τη Νανά, για όλους τους άντρες και, πάνω απ' όλα, για τον Σπύρο. Στην ηλικία του και στη θέση του! Στο κάτω κάτω ήταν ο Δήμαρχος της Αθήνας! (Η Αμαλία δεν τον έλεγε ποτέ «Σπύρο», αλλά πάντα «Δήμαρχε»). Το συμβούλιο πήρε γρήγορα μια απόφαση. Υπήρχε μόνο ένας άνθρωπος που, στερώντας τον απ' τη στοργή και τη φροντίδα του, θα μπορούσε να τον κάνει να υποφέρει και να λογικευθεί. Αυτός ο άνθρωπος ήταν η Μελίνα, εγώ.

Ψηφίστηκε πως δεν θα έτρωγα πια μαζί του το μεσημέρι. Έπειτα η απόφαση άλλαξε. Θα έτρωγα μαζί του αλλά δεν θα του μιλούσα. Ούτε λέξη. Όχι ώσπου ν' αφήσει την πόρνη του, τη Νανά. Ο παπούς Σπύρος κατάλαβε αμέσως τη συνωμοσία. Αλλά ήταν καμωμένος από σκληρό μέταλλο. Αντιμετώπισε τη σιωπή μου με τη δική του. Ήταν ένας αγώνας θελήσεων. Υπήρξαν εβδομάδες καθημερινών γευμάτων κι ούτε λέξη δεν ειπώθηκε. Στην αρχή νόμισα πως ήθελε να δείξει πως η γυναίκα του σπιτιού δεν μπορούσε να του επιβάλει τη θέληση της. Έπειτα κατάλαβα πως ήταν βαθιά επηρεασμένος απ' τη Νανά. Ήμουν τρελή από ζήλεια.

Μια μέρα, μετά το συνηθισμένο σιωπηλό γεύμα, με πήρε σταθερά απ' το χέρι. Με οδήγησε σ' ένα δρόμο και σ' ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Εκεί ήταν ακόμη ένας σοφέρ κι οι σωματοφύλακες, ο Μίμης και ο Κώστας. Έδωσε διαταγή να ξεκινήσουμε. Τότε μόνο κατάλαβα πως ήταν ντυμένος μάλλον επίσημα. Αλλά δεν του έκανα καμιά ερώτηση. Προχωρήσαμε σιωπηλοί. Όταν απείχαμε μίλια απ' τη ν Αθήνα, ανήγγειλε ότι πηγαίναμε σε μια επίσημη εκδήλωση. Ένα καινούριο ξενοδοχείο έκανε εγκαίνια στην Κηφισιά, λίγο έξω απ' την Αθήνα. Δέχθηκα αυτή την εξήγηση χωρίς κανένα σχόλιο — σιωπηλά. Ύστερα λίγο πριν φτάσουμε στην Κηφισιά μου αποκάλυψε τους σκοτεινότερους σκοπούς του. Η Νανά θα πήγαινε στην τελετή κι εγώ έπρεπε να την χαιρετίσω ευγενικά. Τον κοίταξα με μίσος και ζήτησα να με γυρίσει αμέσως στην Αθήνα. Ο Μεγάλος Σπύρος διάταξε να σταματήσει το αυτοκίνητο. Έδειξε το δρόμο. Ο τρόπος του ήταν τόσο αποφασιστικός ώστε ούτε οι σωματοφύλακες δεν είπαν τίποτα. Το να βγει κανείς από ένα αυτοκίνητο είναι άχαρη δουλειά ακόμη και στην καλύτερη στιγμή. Τα κατάφερα με χάρη. Χωρίς λέξη απομακρύνθηκα κι άρχισα να βαδίζω αποφασιστικά προς την Αθήνα. Δεν σκέφτηκα τα πολλά χιλιόμετρα που θά'πρεπε να περπατήσω. Περπατούσα, γεμάτη θυμό και ζήλεια. Πέρασε πολλή ώρα ώσπου το αυτοκίνητο γύρισε για να με πάρει. Ο Μίμης άνοιξε την πόρτα και με τράβηξε στο μπροστινό κάθισμα.

Η δεξίωση στην Κηφισιά ήταν μεγάλη. Πολλοί επίσημοι ήταν εκεί. Μερικοί απ' αυτούς είδαν τη Νανά, ντυμένη στην πένα, νά 'ρχεται προς το μέρος μου και να μου προσφέρει το λευκό σαν γάλα χέρι της. Είδαν επίσης εμένα να μένω ακίνητη σαν άγαλμα και να την κοιτάζω ώσπου τράβηξε το χέρι της. Σ' όλο το δρόμο της επιστροφής προς την Αθήνα, ο Σπύρος καθόταν και με κοίταζε με τον τρόπο ενός άντρα που καταλαβαίνει τις γυναίκες. Κι ένιωσα ένα θαυμάσιο συναίσθημα πως ήμουν μεγάλη. Χωρίς να μιλήσει μου είπε: «Ζηλεύεις κι αυτό είναι φυσιολογικό». Χωρίς να μιλήσω του είπα: «Είσαι θυμωμένος μαζί μου κι έχεις το δικαίωμα να είσαι». Και πήρα το χέρι του. Πάντα μ' άρεσε ν' αγγίζω τις λεπτές γαλάζιες φλέβες του χεριού του. Με πήρε στην αγκαλιά του. Κι έτσι, σε μικρή ηλικία, οραματίστηκα για λίγο τι μπορούσε να είναι η αγάπη. Πάντως, είμαι υποχρεωμένη να προσθέσω πως δεν άφησε τη Νανά.
Μελίνα Μερκούρη (1920-1994)




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
της Μελίνας Μερκούρη Γεννήθηκα Ελληνίδα, Ιούνιος 1995
* οι φωτογραφίες είναι από το site
του Δημήτρη Λυμπερόπουλου (liberopoulos.gr)

Ετικέτες , , , ,

28 Φεβ 2009

70 ~ Δημήτρης Μυράτ: ...ανέσυρα τη Ζωή μου και τους την έδωσα

Βρισκόμαστε στην Πόλη με το θίασο Μαρίκας-Κυβέλης το 1934, μαζί με το ζεύγος Τσαγανέα, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε στα παρασκήνια ο Γιώργος Βιτσώρης. Τον στριμώξαμε σ' ένα καμαρίνι με τον Τσαγανέα και με το τσιγκέλι τού αποσπάσαμε την ομολογία πως ήρθε να δει τον αρχηγό του που κρυβότανε στην Πρίγκηπο κι έφευγε το άλλο βράδυ.

Πέσαμε στα πόδια του. Ο Χρήστος ήταν οργανωμένος τροτσκιστής, εγώ όχι, αλλά ο Βιτσώρης γνώριζε τον απέραντο θαυμασμό μου για τον μεγάλο άνδρα και το κύριο προσόν του χαρακτήρα μου -δεν ξέρω δα αν έχω κι άλλα;- είναι η μπέσα' ίσως επειδή ρέει πολύ αρβανίτικο αίμα στις φλέβες μου. Τον παρακαλέσαμε να μας πάρει μαζί του. Τελικά πείσθηκε, αφού πρώτα του δώσαμε το λόγο μας πως δεν θα μας ξεφύγει κουβέντα, ακόμα και στους πιο δικούς μας. Θα συναντιόμαστε χαράματα την άλλη μέρα στην προκυμαία του Γαλατά. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Η σκέψη πως θα συναντούσα μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες του αιώνα, μου 'φέρνε χτυποκάρδι να μου σπάσει την καρδιά. Λίγα γραπτά του, είχα διαβάσει σε ελληνικές μεταφράσεις, την Προδομένη Επανάσταση, μια έξοχη μονογραφία του Λένιν, μερικά άρθρα, και είχα θαυμάσει τη σαφήνεια με την οποία εξέθετε τις ιδέες του και την εμβρίθεια των κειμένων του. Στη διάρκεια του αμυντικού πολέμου των Μπολσεβίκων, ζήτησε να του στείλουν απ' τη Μόσχα στο Κόκκινο Τραίνο τα άπαντα του Αισχύλου, για να ξεκουράζει το κουρασμένο του μυαλό μόλις είχε λίγον καιρό!

Σχεδόν πρίν φέξει βρεθήκαμε στην προκυμαία με τον Τσαγανέα. Στην καθορισμένη ώρα εμφανίστηκε ο Βιτσώρης μέσα στο σύθαμπο της αυγής και μας δήλωσε ταραγμένος πως η επίσκεψη πρέπει να ματαιωθεί. «Αν τύχει και γίνει καμιά απόπειρα τις επόμενες μέρες της επίσκεψής σας, θα μπείτε στον κατάλογο των υπόπτων. Και τότε δεν την γλυτώνετε. Ήταν επιπόλαιη η υπόσχεση που σας έδωσα». Καταλάβαμε. Αναμετρήσαμε τον κίνδυνο και τρομάξαμε. Όχι μόνο για μας, αλλά και για τον ίδιο τον Βιτσώρη. Τον ξεπροβοδίσαμε λυπημένο μέχρι το παποράκι, χάνοντας μια μοναδική εμπειρία στη ζωή μας. Δεν ξαναείδα τον Βιτσώρη. Έμαθα πως στον πόλεμο βρέθηκε στο Παρίσι και πιάστηκε απ' την Γκεστάπο. Πέθανε στις φυλακές, απ' την καλοπέραση φαντάζομαι. Οι φουκαράδες οι τροτσκιστές από παντού χτυπιόντουσαν!

Τα χρόνια πέρασαν. Κάποιο απογεματάκι εμφανίστηκε η Νίτσα Τσαγανέα στο σπίτι μας στα Πατήσια μ' ένα παλικάρι καμιά εικοσιπενταριά χρονώ, που κρατούσε αγκαλιά ένα μεγάλο βιβλίο τυλιγμένο σ' εφημερίδες. Κλειστήκαμε στο γραφείο του πατέρα μου και η Νίτσα μού σύστησε τον νέο: «Ο Δήμος». «Δήμος τι;» ρώτησα. Έγινε μια μικρή παύση και η Νίτσα επανέλαβε με νόημα: «Ο Δήμος». Κατάλαβα.Ήταν το ψευδώνυμο της παρανομίας. Ο Δήμος ξετύλιξε απ' τις εφημερίδες το βιβλίο και μου το 'δωσε. Ήταν η αυτοβιογραφία του Τρότσκυ Η ζωή μου, σε αγγλική μετάφραση. Μου εξήγησε το σκοπό της επίσκεψής του. Το κόμμα, το τροτσκιστικό, με παρακαλεί να μεταφράσω ένα πολυσέλιδο κεφάλαιο που μου είχαν σημαδέψει. Δέχτηκα πρόθυμα και ρίχτηκα στη δουλειά, διαβάζοντας ταυτόχρονα το αφάνταστα ενδιαφέρον βιβλίο.

Ήρθε ξαφνικά η 4η Αυγούστου και όλα άλλαξαν. Άργησα να μάθω πως ο Δήμος πιάστηκε απ' τους πρώτους και κάπου τον πήγανε, στην Ακροναυπλία ή στο Καλπάκι, άλλη μια επιβεβαίωση της ανέντιμης συκοφαντίας πως οι τροτσκιστές ήταν στην υπηρεσία της Γενικής Ασφάλειας. Φαντάζομαι την κατάπληξη των φανατικών σταλινικών, όταν αποκαλύφθηκε, μετά το θάνατο του, φυσικά, πως ο Στάλιν είχε διατελέσει για ένα μικρό διάστημα, πριν από την επανάσταση, έμμισθο όργανο της Οχράνα, της μυστικής τσαρικής αστυνομίας!

Πέρασαν τα χρόνια της Κατοχής. Και σαν ήρθε η Απελευθέρωση, με πληροφόρησαν οι Τσαγανέηδες -παίζαμε πάντα στον ίδιο θίασο με το εξαίρετο θεατρικό ζευγάρι- πως ο Δήμος βγήκε απ' τίς φυλακές και θα 'ρθουνε μιαν απ' αυτές τις μέρες να παραλάβουνε το βιβλίο και τη μετάφραση, πού είχα βέβαια από καιρό έτοιμη. Καλώς να 'ρθούν. Όμως σε λίγες μέρες οι καλοί φίλοι, μου 'φεραν τα θλιβερά μαντάτα. Ο Δήμος, με την αποχώρηση των Γερμανών, βρέθηκε πάλι λεύτερος και γύρισε στους γονιούς του που τον είχανε ξεγράψει, στο Περιστέρι. Κάηκε το πελεκούδι στη γειτονιά εκείνο το βράδυ. Συγγενείς και φίλοι μαζεύτηκαν στο φτωχικό σπιτάκι να γιορτάσουνε το γυρισμό του νεκραναστημένου. Και τα χαράματα, σαν είχαν όλα καταλαγιάσει μπήκαν στο σπίτι κάτι λεβέντες της ΟΠΛΑ, άρπαξαν τον Δήμο που έκανε εννιά χρόνια στα μπουντρούμια για τις μαρξιστικές του πεποιθήσεις, τον πήγανε σε κάποια χωματερή και τον σφάξανε!

Πέρασαν πάλι τα xρόνια. Κι όσο μεγαλώνεις, περνάνε ακόμα πιο γρήγορα. Ένα βραδινό ήρθαν στα Πατήσια και με ζήτησαν δυο παλικάρια. Είxαμε τότε κυβέρνηση Πλαστήρα. «Ήρθαμε να σας παρακαλέσουμε να μας επιστρέψετε το βιβλίο που σας είxε δώσει ο Δήμος. Ερxόμαστε απ' το κόμμα» (εννοούσαν το τροτσκιστικό). Άρxισε τότε μια ατέλειωτη συζήτηση. Έλεγα πως ύστερα από τόσα xρόνια το βιβλίο είxε περιέλθει στην ιδιοκτησία μου, πως δεν έβλεπα στα χέρια τους καμιά εξουσιοδότηση, κι αυτοί ανέπτυσσαν τα δικά τους επιxειρήματα, που έφτασαν να γίνουν ελαφρώς προσβλητικά, οπόταν, ξαφνικά, ο ένας απ' τους δύο άλλαξε τακτική: «Εντάξει, θα σας πούμε κάτι που εμείς δεν το πιστεύουμε, αλλά σεις, απ' όσα έxουμε ακούσει, ανήκετε στην ιδανιστική φιλοσοφία και το πιστεύετε. Νομίζετε πως η ψυxή του Δήμου θα είναι ευxαριστημένη με την πράξη σας; Να κατακρατάτε ένα βιβλίο που ανήκει νόμιμα στο κόμμα για το οποίο έδωσε τη ζωή του

Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια μου. Η αγάπη μου στο βιβλίο με μετέβαλε σε κοινό κλέφτη. Τους άφησα εκεί που στεκόντουσαν, πήγα στη βιβλιοθήκη, ανέσυρα τη Ζωή μου, γύρισα και τους την έδωσα. Μου είχαν βρει την αχίλλειο πτέρνα μου!
Δημήτρης Μυράτ (1908-1991)

Image and video hosting by TinyPic

* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
Δημήτρης Μυράτ "Οψέ οι μύλοι των θεών"
εκδ. Καστανιώτη, 1998
* οι φωτογραφίες είναι από το ίδιο βιβλίο

Ετικέτες , ,

8 Ιουλ 2008

53 ~ Κατερίνα Γώγου: Aγαπηθήκαμε, ε;

Ο αγαπημένος, ο φίλος, ο σύντροφος, ο άντρας μου, ο πατέρας της Μυρτώς. Κυρίες και κύριοι, πιτσιρικάδες, δημοσιογράφοι, σκηνοθέτες, φίλοι, εχθροί, πολιτικοί: Ο Παύλος Τάσιος. Τρίτους ρόλους εγώ, με συμβόλαιο τιμής, άσχετα από τους όρους, τότε στη Φίνος Φιλμ. Η πρώτη ταινία μου, χωρίς σύμβαση, ήταν του Αλέκου Σακελλάριου. Το ξύλο βγήκε απ' τον Παράδεισο. Ο Σακελλάριος με είχε ανακαλύψει σε κάποιο, πιθανά, μπουλούκι, τη Νένα Νέζερ θυμάμαι και τον Ζαζά. Ή σε καμιά ταβέρνα με ορχήστρα, εκείνες τις αρχαίες, σαν παιδί-τέρας τραγουδίστρια, που δεν ξέρω τι και πώς πια με είχε ανακαλύψει ο τραγουδιστής Γιώργος Λουκάς. Ο Σακελλάριος με βοήθησε. Και τον ευχαριστώ. Γυριζότανε τότε λοιπόν, με σκηνοθέτη τον Γιάννη Δαλιανίδη, η Ψεύτρα. Στην πρωταγωνίστρια δεν άρεσα ποτέ, παρόλο που δεν ήμουνα ξανθιά... Κάπου είχα αργήσει για πρόβα ή γύρισμα κι ήμουνα στο καμαρίνι, όπου ήμαστε στριμωγμένες αρκετές. Ήρθε λοιπόν ο βοηθός του Δαλιανίδη να με φωνάξει. Τον φωνάζανε Παυλάκη, ήτανε και πιτσιρικάς και μικροκαμωμένος. Δεν ξέρω, αυτό το Παυλάκης που άκουγα μου τη βάραγε άσχημα. Αρχή έρωτα; Δεν ξέρω. Κολλήσαμε χωρίς να πάρουμε είδηση και φιλιόμαστε ώρα, αλλά Δε μας ένοιαζε που μας περίμεναν. ΕΡΩΤΑΣ. Είχε πολύ ευγενική φυσιογνωμία κι εμένα μου άρεσε εκτός από τον Τζέιμς Ντην κι ο Μοντγκόμερυ Κλιφτ. Ο Παύλος μού έμοιαζε κάπου σαν συμπεριφορά στον Ντην, στο χάσιμο στον Κλιφτ. Είχα σοκαριστεί από τη δουλειά που έριχνε, δούλευε από τα χαράματα, ερχόταν αργά τη νύχτα, ήμαστε ερωτευμένοι, δεν κοιμόμαστε. Χαράματα, δουλειά πάλι. Μού 'λεγε πως δούλευε λαμόγια, έκανε δηλαδή πως ψωνίζει γραβάτες για να μασήσουνε οι περαστικοί. Μού 'λεγε για κάποια βάρκα, μού 'λεγε πως κοιμότανε σε ταράτσα, μου είπε πως την είχε κοπανήσει πιτσιρίκι να φύγει έξω απ' τα σύνορα και βέβαια Θεσσαλονίκη. Αγαπηθήκαμε, ε, Τάσιε;
Kατερίνα Γώγου (1940-1993)




* Το κείμενο δημοσιεύθηκε στo mic.gr και είναι επιλογή
του Κώστα Γ. Καρδερίνη από το βιβλίο της Κατερίνας
Γώγου μέ λένε ΟΔΥΣΣΕΙΑ - εκδ. Καστανιώτη, 2002
* Φωτογραφίες: athens.indymedia.org, el.wikipedia.org


Ακόμα:
- η Κατερίνα Γώγου στο χωρίς άλλη αναβολή

Ετικέτες , , , ,

13 Ιαν 2008

40 ~ Μηνάς Χατζησάββας: Να μπορείς να μην υπάρχεις μερικές φορές...

* Μέσα στην ομάδα [σημ:του Ελεύθερου Θεάτρου] πολιτικοποιήθηκα. Ήμουν από μια οικογένεια που δεν είχε σχέση με την πολιτική. Πολιτικοποιήθηκα πραγματικά - ήταν και χούντα, μην το ξεχνάμε. Μ' αρέσει η συλλογικότητα. Είναι μεγάλη ιστορία να μπορείς να είσαι με τους άλλους. Να μπορείς να μην υπάρχεις μερικές φορές, να υπάρχουν οι άλλοι. Να προσπαθείς να καταλάβεις γιατί στο λέει αυτό ο άλλος και να μην τον παρεξηγείς... και να προχωράει. Βέβαια, είναι πάρα πολύ επώδυνο, πάρα πολύ κουραστικό. Κι επειδή έμαθα να ζω έτσι, μερικά πράγματα κρατήσανε. Οι περισσότερες σχέσεις μου είναι πάντα μακροχρόνιες. Και οι ερωτικές και οι θεατρικές. Είναι μερικά πρόσωπα σημαντικά στη ζωή μου - και στη ζωή μου την προσωπική - που επανέρχονται.

* Δένομαι με τους ανθρώπους. Είμαι άνθρωπος χαμηλών τόνων... πολύ δύσκολα θυμώνω, πολύ δύσκολα εξάπτομαι. Βέβαια, όταν συμβεί αυτό γίνομαι πάρα πολύ κακός. Ακριβώς γιατί φτάνω στα όριά μου και δεν μου αρέσει που μ' αναγκάζουν να είμαι έτσι. Όμως δεν έγινα με πολλούς, πολύ κακός.

* Θέλω να μ' αγαπάνε. Δεν ξέρω γιατί... είναι αδυναμία, είναι κόμπλεξ; Μερικές φορές κιόλας, εις βάρος άλλων πραγμάτων, πιθανόν να μην λέω μερικές φορές την αλήθεια, ακριβώς γιατί αυτός που έχω απέναντί μου θέλω να μ' αγαπήσει. Δεν ξέρω από πού πηγάζει αυτό... φοβάμαι ότι είναι φοβερή αδυναμία δική μου, ενώ μ' αρέσει να συγκρούομαι για να υπάρχει αποτέλεσμα - γιατί χωρίς σύγκρουση δεν υπάρχει, παντού, άλλωστε. Παρ' όλα αυτά, στην προσωπική μου ζωή θέλω να μ' αγαπάνε.

* Στις προσωπικές μου σχέσεις προσπαθώ να δώσω χώρο όσο μου επιτρέπει ο εγωισμός μου. Για να 'ναι κανείς με κάποιον άνθρωπο αρκετά χρόνια, πάει να πει ότι υπάρχουν και από τις δύο πλευρές παραχωρήσεις. Αλλιώς δεν γίνεται.

* Μπορεί να μου καταλογίζουν ότι μερικές φορές είμαι φοβερά εγωιστής, ότι σκέφτομαι μόνο τη δουλειά μου, όμως δεν είναι έτσι. Κάνω πράγματα που οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν ότι τα κάνω. Τα κάνω με κάποιο τρόπο όχι κρυφό, θα έλεγα διακριτικό που ο άλλος δεν το καταλαβαίνει.

* Όσες φορές έχει έρθει "διαζύγιο" στις σχέσεις, είχα φτάσει στον πάτο. Δηλαδή άντεξα ως τον πάτο... και πιο κάτω απ' τον πάτο, θα έλεγα. Και πήρα την απόφαση σαν αυτοσυντήρηση, γιατί αισθανόμουν ότι τελειώνω.

* Προσέχω πάρα πολύ τις σχέσεις μου τις προσωπικές. Αν δεν είμαι έτσι δεμένος δεν μπορώ να ανταπεξέλθω και στο θέατρο. Πρέπει να είμαι ήρεμος για να μπορώ να κάνω και τη δουλειά μου - γιατί την αγαπάω τη δουλειά μου.

* Έφτιαξα τη ζωή μου έτσι ώστε να μην εξαρτάται κανείς από μένα. Έχω συλλάβει τον εαυτό μου να εξαρτώμαι, αλλά, όταν δεν αντέχω άλλο, μπορώ να ζήσω και τη ζωή μου μόνος μου. Μπορώ να το κάνω. Με πόνο καρδιάς, γιατί είμαι και τεμπέλης - θά 'θελα να μου λύνονται τα προβλήματα, αλλά μπορώ να κάνω και μόνος μου. Άλλωστε μόνος σου είσαι στο θέατρο και στην τέχνη... μόνος σου προσπαθείς...
Μηνάς Χατζησάββας (1948)




*Tο κείμενο προέρχεται από απομαγνητοφώνηση
της εκπομπής της ΕΤ1 "Η ζωή είναι αλλού",
που παρουσιάζει η Εύη Κυριακοπούλου.
Προβλήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου του 2007.

* Όλες οι φωτογραφίες είναι από την ίδια εκπομπή,
εκτός της τελευταίας.

Ετικέτες , ,

19 Οκτ 2007

32 ~ Hλίας Λογοθέτης: Σελίδες ημερολογίου

Gouttes de rosées........................................................Λευκάδα (13-17 1/2 χρονών)

Το δωμάτιο ήταν στη γωνία του ιδιωτικού στενού και του δρόμου. Το σπίτι, διώροφο, τυλιγμένο με τσίγκο για προστασία από τη βροχή και την υγρασία. Το παράθυρο έβλεπε τα μάτια σου κι εγώ άκουγα τη φωνή σου. Τραγουδούσες υπέροχα, λέγανε θα γίνεις σοπράνο και γω παιδί σε ποθούσα.

Όταν με πρωτοκάλεσες, με το γνωστό κόλπο του καρπουζιού (το σύνθημά μας ήταν αυτό), τα σπόρια χτυπούσαν στον τσίγκο, εσύ φώναζες "φέρε μου καρπούζι" (θυμάμαι τι ακριβώς έλεγες, δεν έχει πια σημασία). Εγώ παιδευόμουνα ν' ανέβω τις σκάλες του σπιτιού σου κι εσύ με περίμενες. Μ' έπαιρνες στην αγκαλιά σου, θυμάμαι ακόμα τα τεράστια λευκά σου πόδια. Άσε με ανάμεσα στ' ανοιχτόχρωμο χορτάρι / να πιω τις δροσοσταλίδες / που ποτίζουν το τρυφερό λουλούδι. (G Ceronetti: Η σιωπή του σώματος)

Εκείνη τη μέρα στην Πρέβεζα δεν πίστευα στα μάτια μου. Όταν χτύπησα την πόρτα και μου άνοιξες, δεν σε γνώρισα. Γύρισα και έφυγα τρέχοντας. Μου φώναζες κι εγώ έτρεχα να κρυφτώ.

=

Laudatio temporis acti
(Αδύνατον να μην ήσουν ωραία άλλοτε)...........................................Λευκάδα, Νοέμβριος 1965


Η πρώτη κάποιου Νοέμβρη, μας έφερε μια ρυτίδα, δηλαδή ένα σοβαρό πράγμα.
Χαράλαμπος, Νίκος, Ηλίας. Τραπεζίτης, Δάσκαλος, Ηθοποιός. Καναδάς, Λευκωσία, Αθήνα, Κουζούντελη: δρόμος ασμάτων. Πεζοπορία, μια καθημερινή φροντίδα για την ξεκούραση της ψυχής μας. Τελικός προορισμός το καφενείο του μπάρμπα Κώστα του Πάπιου -βαθύφωνος-αφηρημένων ήχων. Γλυκό υποβρύχιο και σουμάδα με παξιμάδι - μνήμη πικραμύγδαλου. Μέρος κατάλληλο για τη ρεμβώδη ιδιώτευσή μας' η κούφια ελιά - σύμβολο προστασίας - φυλακίζει ερμητικά τις συνομιλίες μας.

Κυρά Μηλιά, ψηλή, λιγνό κυπαρίσσι ώριμο (έτσι την λέγαμε οι τρεις μας). Τα χέρια της μυθικά, τουλάχιστον όσο το κορμί της. Διαστάσεις αξιομνημόνευτες. Ανάγνωση Εγκώμιον Παράδοξης Ηθικής (Μπερντιάεφ): συζήτηση χωρίς ακροατήριο.

Σούρουπο και επιστροφή - μια επιστροφή σαν λειτουργία θανάτου. Δωμάτιο - λάμπα πετρελαίου (ακάθαρτου) ήχος της βροχής - νανούρισμα - φωνές ερωτικές σβησμένες στο πεντάγραμμο, δυσδιάκριτες νότες (ακομπανιάρει το μυστηριώδες ροχαλητό του θείου). Πρωινό ξύπνημα - Σχολείο - Θεέ μου τι βαριεστημάρα. Ποίημα Μπλοχ: "Έχω μπόλικο καιρό να πηγαίνω μπρος και πίσω, σιτάρια μπόλικα εγώ έχω να μασήσω να τα φτύσω, έχω ένα σουγιά μικρό να προφτάσω να σουβλίσω"

Τραγούδι όπερας: "Γιατί δεν θα βραδύνω να προβώ να εφορμήσω..." Χορωδία μεγάλη. Χωροφύλακες, μηνύσεις, δικαστήρια - Χαβαλές.

Α! Πάντα έχανα την κορώνα από το μαθητικό μου πηλίκιο.
Ηλίας Λογοθέτης


* Το κείμενο είναι από ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ - τ.95, Οκτ. 1996
* η φωτογραφία είναι από το filmfestival.gr

Ετικέτες , ,

11 Οκτ 2007

31 ~ Τζένη Καρέζη: To διαβατήριο των ερώτων μας

Θεσσαλονίκη. Η Θεσσαλονίκη μου! Κατοχή. Πείνα, βομβαρδισμοί και καταφύγια. Κι ένα κοριτσάκι, η Ευγενούλα πολύ άρρωστο. Θα 'ναι δεν θα 'ναι πέντε χρονών. Η μαμά του δεν μπορεί να το σηκώσει από το κρεβάτι. Και κείνο φοβάται. Ακούει τους άλλους να τρέχουνε, τα άλλα παιδάκια να φωνάζουνε, τις μπόμπες να πέφτουνε, βλέπει τη γιαγιά του και τον πατέρα του να φεύγουν τρομαγμένοι με τους άλλους, και το πιάνουν τα κλάματα. Και τότε η μαμά του, για να το παρηγορήσει, πάει και βάζει στο γραμμόφωνο την Ενάτη του Μπετόβεν. Και το δωμάτιο γεμίζει μάγια. Κάτι ήχοι απίστευτοι, και η ομορφιά και η ευτυχία να εισβάλλουν ξαφνικά από παντού. Πού είναι η απελπισία, πού ο τρόμος; Πού οι πανικόβλητοι άνθρωποι; Πού πήγε όλη αυτή η τρομάρα; Πώς έγινε; Τι έγινε; Τι όμορφα που είναι όλα! Νάτα λοιπόν τα παραμύθια. Νάτα τα πριγκηπόπουλα, οι πριγκήπισσες και οι μάγισσες. Όλα εδώ, κοντά της. Δικά της. Όλη η μαγεία της ζωής δικιά της. Η Ευγενούλα σκουπίζει τα μάτια της, αφήνει τη μαμά της να της αλλάξει την πετσέτα στο μέτωπό της, της πιάνει το χέρι και ακούει τον Μπετόβεν. Και είναι αυτή η πρώτη επαφή της με την Τέχνη.

[...]Σε στιγμές μαύρες όπως και σε εποχές ευφορίας, πάντα εκεί καταφεύγω. Δεν έχω άλλη διαφυγή, ούτε άλλη επιλογή. Με αφήνει εντελώς αδιάφορη η λογική και η σοφία. Κρατάω μόνο το συναίσθημα, αυτό το φτερούγισμα της ψυχής, και είναι, νομίζω, το καλύτερο μέσον για να πλησιάσω το όνειρο.

Πίσω στην Ευγενούλα τώρα. Ήταν πολύ ευαίσθητο παιδί. Πολύ ευαίσθητη ήταν και η υγεία της. Αρρώσταινε συνεχώς. Ως τα έντεκά της χρόνια. Ως την ώρα που μπήκε στην εφηβεία. Από τότε δεν ξαναρρώστησε ποτέ. Αντίθετα, σε όλη της τη ζωή είχε μια θηριώδη υγεία και μια παροιμιώδη ανθρώπινη αντοχή. Αλλά τώρα, είπαμε: είναι μονάχα πέντε ετών. Αρρωσταίνει λοιπόν. Της κάνουνε τρεις τέσσερις παρακεντήσεις στα αυτάκια της. Χωρίς να την κοιμήσουν. Θεέ μου, τι αφόρητος πόνος! Της έχουν πει, ότι αν κουνηθεί την ώρα που μπαίνει εκείνη η τεράστια βελόνα θα μείνει κουφή. Σφίγγει τα δόντια της, κλείνει τα μάτια της, η μανούλα της της κρατάει το κεφάλι, η τεράστια βελόνα μπαίνει στο μυαλό της, και κείνη εκεί, ακίνητη. Τελικά, όχι μόνον δεν κουφάθηκε, αλλά απέκτησε ένα τρομερό αυτί, που πιάνει τον παραμικρό θόρυβο, την παραμικρή ανάσα, όταν παίζει πάνω στη σκηνή. Πιάνει ακόμα κι ένα θρόισμα ή κάποιο κομπολόι από τα τελευταία καθίσματα κάθε θεατρικής αίθουσας.

Έτσι λοιπόν, κεφαλοδεμένη και φοβερά αδύνατη, πάει στο δημοτικό. Και ερωτεύεται! Ο Ηρακλής! Τι ωραίο αγόρι! Ο μπαμπάς του είχε γραφείο τελετών. Βοήθαγε κι αυτός όσο μπορούσε. Ξενύχταγε ο κακόμοιρος, και το πρωί όλο νύσταζε στην τάξη. Κλείνανε τα ματάκια του. Ο Ηρακλής μόλις την έβλεπε να φτάνει στο σχολείο, έτρεχε και ανέβαινε στο δέντρο της αυλής. Τα μάτια του ορθάνοιχτα. Και κάρβουνο. Δύο παιδάκια. Το ένα αδύναμο και το άλλο θεόγερο και πανέμορφο. Και να κοιτάζονται, εκεί, στην αυλή των θαυμάτων.

Από τότε πιστεύω ότι το πιο ερωτικό στον άνθρωπο είναι τα μάτια. Το βλέμμα κι ό,τι κρύβει είναι το διεθνές, το διαχρονικό, το μεταφυσικό, το πανίσχυρο, το αδιαμφισβήτητο ανθρώπινο διαβατήριο. Ή μάλλον, το διαβατήριο των ερώτων μας. ...
Τζένη Καρέζη (1936-1992)

* Το κείμενο είναι απόσπασμα από την αυτοβιογραφία,
που έγραψε η Τζένη Καρέζη λίγους μήνες πριν το θάνατό της.
Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό
"η λέξη" - τ.115, Μάιος '93
* φωτογραφίες: Το πορτρέτο είναι από το finosfilms.com
Η φωτογραφία με την μητέρα της Θεώνη, είναι από το τεύχος 115 της "λέξης"

Ετικέτες , ,

3 Οκτ 2007

30 ~ Κώστας Καζάκος: Το τραίνο που ταξιδεύω ακόμα

Το σαλόνι του σπιτιού μας ήτανε απαγορευμένο για μας τα παιδιά. Το ξεκλείδωνε η μάνα μου μόνο στις γιορτές κι όταν είχαμε επισκέψεις στο σπίτι. [...] Μέσα στο σαλόνι υπήρχαν και δυο κομμάτια άλλης κατηγορίας. Ξενόφερτα. Τα είχε φέρει ο παππούλης μου, ο γερο- Ντίνης από το Ντιτρόιτ της Αμερικής. Στη γωνία στεκότανε το γραμμόφωνο, το Κολούμπια, αστραφτερό με βαθυκόκκινη λάκα, ψηλό, επιβλητικό, με ενσωματωμένη δισκοθήκη και με δυο πορτάκια που τα ανοίγαμε για να ακούγεται η φωνή. Είχε τρεις-τέσσερες πλάκες με ρεμπέτικα, τραβηγμένα στην Αμερική στις αρχές του αιώνα, την «Ουγγρική Ραψωδία» του Λιστ, δυο σονάτες του Σούμπερτ και δυο πλάκες με τραγούδια και άριες του Καρούζο. Κολλητά του, ήτανε μια όρθια βιβλιοθήκη, με ράφια μόνο, από αφρικάνικο κοκκινόξυλο. Τα κάτω ράφια, μέχρι το πάτωμα, είχανε μέσα τους 24 τόμους της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας του «Πυρσού». Στο μεσαίο ράφι ήτανε η Σιδηρά Διαθήκη του Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Τα Κατά Συνθήκην Ψεύδη του Μαξ Νορντάου, Τα Μυστήρια του Κνουτ Χάμσουν, το Πόλεμος και Ειρήνη του γερο- Τολστόη, οι Αδελφοί Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι, Η Ανθή του Αντρέγιεφ και πέντε κοντόχοντροι μαύροι τόμοι, Οι Άθλιοι του Ουγκώ, στη μαγευτική αρχαιοπρεπή μετάφραση του Σκυλίτση. Στα τρια από πάνω ράφια, ψηλά, ήτανε τρεις σειρές άσπρα ομοιόμορφα βιβλία, αριθμημένα σα στρατιωτάκια. Ο «Πάπυρος». Οι αρχαίοι έλληνες συγγραφείς. Μερικές τραγωδίες, ο Ησίοδος, ο Όμηρος, ο Ηρόδοτος, Πλάτωνας και Αριστοτέλης, ο Θουκυδίδης, ο Ξενοφώντας, ο Πλούταρχος. Η Βιβλιοθήκη του πατέρα μου.

Το '41, στον πρώτο χρόνο της Κατοχής, ήμουνα έξι χρόνων πια κι η γλώσσα μου άρχισε να ξεθαρρεύει με τα γράμματα και τις συλλαβές. Διάβαζα κανονικά τότε. Μου λέει ο πατέρας μου μια μέρα: «Το κλειδί της σάλας το κρύβει η μάνα σου στο συρτάρι του κομοδίνου του δικού μου, στην κρεβατοκάμαρα. Άμα θέλεις να ξεφυλλίσεις τα βιβλία, να το παίρνεις και να το ξαναβάζεις στη θέσητου. Αλλά κοίτα να μη σε καταλάβει.»

Από τη μια το συνωμοτικό, από την άλλη η ευωδιά του πεντακάθαρου σαλονιού, μέχρι που τέλειωσε η Κατοχή και ήρθε η Απελευθέρωση, τα διάβασα, τα ξαναδιάβασα πάλι και πάλι. Φύλλο και φτερό γίνανε τα βιβλία. Δέκα χρόνων ήμουνα δεν ήμουνα, μου έλεγες μια λέξη κι αμέσως σου έλεγα τον τόμο του «Πυρσού» που θα την έβρισκες. Το τάδε περιστατικό του Πελοποννησιακού Πολέμου και σου έλεγα αμέσως αν ήτανε σε δεξιά ή σε αριστερή σελίδα του Θουκυδίδη.

Τότε έκανα και τη φοβερή μου ανακάλυψη. Έπρεπε να γίνω διανοούμενος. Ο διανοούμενος, έλεγα, είναι ο ήρωας του καλού, που πολεμάει να λιγοστέψει του κακού τη δύναμη μέσα στη ζωή μας. Έπρεπε κι εγώ να μπω σε κείνη την τάξη των ηρώων, που τραβάνε μέσα από το μυαλό τους το τρομερό σπαθί της διανόησης κι αμέσως ο δράκος του κακού χώνεται πανικόβλητος στη σπηλιά του. Ήτανε ό,τι καλύτερο μπορούσα να φανταστώ για την επαγγελματική μου σταδιοδρομία.

Η σειρά του «Πάπυρου» δεν ήταν ολόκληρη. Πολλοί αριθμοί λείπανε. Και μου είχανε μείνει μεγάλα κενά. Ε, λοιπόν, μεγάλωσα κι απόκτησα όλα τα βιβλία, αλλά τα κενά που είχα τότε, δε γιομίσανε ποτέ. Αισθάνομαι ότι τα ίδια κενά τα έχω ακόμα. Λες κι ό,τι έγινε, έγινε εκείνα τα χρόνια, λες και κλειδώθηκε το μυαλό μου. Ό,τι κι αν διάβασα στη ζωή μου, νομίζω ότι είναι στριμωγμένο μέσα σε κείνη την όρθια βιβλιοθήκη του πατέρα μου, ό,τι διάβασα και μ' άρεσε στη ζωή μου, το βλέπω άσπρο κι αριθμημένο, σαν να συμπληρώνει τα στρατιωτάκια του «Πάπυρου».

Ακόμα και τα τρομερά γεγονότα που έζησα, οι ανεμοστρόβιλοι της βαρβαρότητας που σάρωσαν το τοπίο μέσα μου εκείνα τα χρόνια, δεν είμαι σίγουρος αν τα έζησα πραγματικά ή τα διάβασα στο Θουκυδίδη. Ο τρόμος από τα Στούκας κι ο κόσμος που έτρεχε να σωθεί στις γράνες και στα περιβόλια του Πύργου, οι ταγματασφαλίτες του Κοκώνη, οι κραυγές που ξέσκιζαν τα υπόγεια των τμημάτων της Χωροφυλακής, οι ξυπόλυτοι αντάρτες του Μαντούκου σκοτωμένοι στα σκαλοπάτια της Αγίας Κυριακής, τα χλεμπονιάρικα πιτσιρίκια με τις πρησμένες κοιλιές, τα γένια του Βελουχιώτη στο μπαλκόνι του Ιλίου Μέλαθρον, ο Αντώνιος ο δεσπότης που του είχα βαστήξει την πατερίτσα, η παράδοση των όπλων και τα κλάματα των μαυροσκούφηδων του Άρη, η Γκρέτσια Πολιτσάι Χι και το κυνηγητό, το δεύτερο αντάρτικο, το ξεκλήρισμα, ο Μπελογιάννης και ο Πλουμπίδης...

Δέκα-δέκα, στρωματσάδα στο σαλόνι της μάνας μου, σταλιάζανε για μια νύχτα οι αντάρτες κι αξημέρωτα φεύγανε για τα χωριά. Εκείνοι να μου λένε ιστορίες από το βουνό κι εγώ να τους δείχνω τα βιβλία μου. Σπαρμένες, κομματιασμένες ζωές. Ποδοβολητά, χαμηλές κουβέντες και ψίθυροι, μουρμουριστά τραγούδια, μάτια που σκίζανε το σκοτάδι, ιδρωμένα ζυγωματικά, χαίτες παλικαριών, ένα ατέλειωτο νυχτερινό τρένο χιμάει με τ' αστραφτερά του βαγόνια, κι αλωνίζει τα κύτταρα και τα κόκαλά μου.

Μ' αυτό το τρένο ταξιδεύω ακόμα.
Κώστας Καζάκος


* Το κείμενο είναι από ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ - τ.139/140, Φεβρ.2005
*Φωτογραφία: finosfilms.gr

Ετικέτες , ,

30 Μαΐ 2007

14 ~ Σταύρος Ζαλμάς: Έτσι ξεκίνησα

* To 1960 οι δικοί μου μετακόμισαν στα Πατήσια, στην Κηπούπολη Κυπριάδου. Αλλά εγώ εξακολούθησα να περνάω πάρα πολλές ώρες της ημέρας στη Φιλαδέλφεια διότι ήταν εργαζόμενοι οι δικοί μου και δεν είχαν πού να με αφήσουν και με άφηναν σε κάποιους συγγενείς εκεί, στο παλιό μου πατρικό σπίτι. Εν συνεχεία τα προεφηβικά μου και τα εφηβικά μου χρόνια τα πέρασα στα Πατήσια και το '80 μόλις απολύθηκα από το στρατό έφυγα από το σπίτι μου.
* Ανέκαθεν ήθελα να γίνω ηθοποιός. Ανέκαθεν, δηλαδή εννοώ από την ηλικία που ένα παιδί συνειδητοποιεί τον εαυτό του και αρχίζει και σκέφτεται κάποιοα πράγματα για το μέλλον. Ήθελα να γίνω ηθοποιός. Με ενδιέφερε πάρα πολύ το μαγικό πράγμα που συμβαίνει πίσω από τη σκηνή, στα καμαρίνια, στις κουΐντες.
* Με έπαιρναν οι δικοί μου και έβλεπα κάποιες παραστάσεις, όχι πάρα πολλές, αλλά παρακολουθούσαμε κάποιο θέατρο. Όσο μπορούσαν με έπαιρναν μαζί τους και έβλεπα κάποιες παραστάσεις. Και το καλοκαίρι και το χειμώνα. Μάλιστα τότε εκείνα τα χρόνια το καλοκαίρι δέσποζε ο Ψαθάς στα καλοκαιρινά θέατρα. Με είχε πολύ ελκύσει αυτό το μαγικό, αυτό το παραμύθι.
* Από το '82 παίζω στο θέατρο. Ξεκίνησα με τον Μινωτή, δυο φορές συνεργάστηκα μαζί του, έχω δουλέψει με τον θίασο Αλεξανδράκη άλλη μία, εν συνεχεία είχα την μεγάλη τύχη να γνωρίσω το θίασο του Λευτέρη Βογιατζή και να δουλέψω δυο χρόνια μαζί του, παρακολουθώντας όλες τις παραστάσεις από το ηλεκτρολογείο. Μετά δούλεψα με τον Βασίλη Παπαβασιλείου, πάλι για δυο χρόνια, παρακολουθώντας πάλι όλες τις παραστάσεις. Δούλεψα κατ' αποκλειστικότητα με την Ομάδα Εδάφους για έξι ολόκληρα χρόνια με τον Δημήτρη Παπαΐωάννου και έτσι σπούδασα και χορό, δηλαδή έβαλα το σώμα μου σε μια διαδικασία σπουδής της κίνησης και τότε το '87 μέσα από τον Δημήτρη Παπαϊωάννου, ο οποίος ήταν αδελφικός φίλος και παιδικός φίλος με τον Αλέξη Μπίστικα, γνωρίστηκα με τον Αλέξη.
* Μετά από μία πρόβα που είχα με την Ομάδα Εδάφους, έρχεται ο Αλέξης και μου λέει: "Θέλεις να παίξεις στη διπλωματική μου ταινία;" Τότε ο Αλέξης σπούδαζε στο Λονδίνο και του είπα, εγώ δεν είχα ξανακάνει κινηματογράφο, του είπα αν μου πληρώνεις τα έξοδα και τη διαμονή έρχομαι. Και όντως πηγαίνοντας για Αμερική με τον Δημήτρη Παπαΐωάννου, γιατί πηγαίναμε να παρακολουθήσουμε κάτι σεμινάρια χορού, σταθήκαμε στο Λονδίνο 15 ημέρες, κάναμε τα "Μάρμαρα" και φύγαμε.
* Στα "Μάρμαρα", ο Αλέξης αποτύπωσε την νοσταλγία του για την Ελλάδα. Είχε μείνει χρόνια στο Λονδίνο, να σπουδάσει, να δουλέψει, να γνωρίσει ανθρώπους κ.λπ. και συνδύασε αυτή την νοσταλγία με την Ελλάδα, είναι μια πολύ έξυπνη ιδέα που είχε να ξαναφέρει τα Ελγίνεια στο τόπο τους. Δηλαδή τα "Μαρμάρα" είναι μια ταινία αφιερωμένη στην Μελίνα Μερκούρη.
* Η "Γραβάτα" είναι, η λέξη "Γραβάτα" για την συγκεκριμένη ταινία αφορά και το συγκεκριμένο δώρο που δίνει ο ένας φίλος στον άλλον, αλλά και το λογοπαίγνιο, στην Αγγλική γλώσσα "πούρα τάι", στα Αγγλικά σημαίνει και "δεσμός". Και το "Χάραμα" στην τελευταία ταινία που έχει σχέση με το τραγούδι και με το κέντρο αλλά έχει σχέση και με το ξεκίνημα μιας καινούργιας ζωής, μιας καινούργιας γνωριμίας, ενός καινούργιου έρωτα.
Σταύρος Ζαλμάς


* Το κείμενο είναι από την Οδό Πανός - τ.79-80, Αύγ. 1995 και
αποτελείται από αποσπάσματα της συνομιλίας που είχε ο
Στ. Ζαλμάς με τον Γιώργο Χρονά στην εκπομπή
"Χάρτινη Εξέδρα" του Πρώτου Προγράμματος της
Ελληνικής Ραδιοφωνίας
* Φωτογραφία: clubs.pathfinder.gr


Ετικέτες , ,