10 Ιαν 2014

160 ~ Κώστας Ουράνης: μια βουβή μνησικακία

Image and video hosting by TinyPic
Ο πατέρας είχε «φάμπρικα» στην Πόλη, - στο Γαλατά. Μια φορά το μήνα μας έστελνε με τον Ατζιμπάρο, τον ταχυδρόμο, γράμμα, λεφτά κι' ένα κοφίνι με λογής-λογής παραγγελίες της μητέρας. «Αγαπητή μου σύζυγος Αγγελική μετά της μητρός σου και του τέκνου μας σας ασπάζομαι», έγραφε ο πατέρας - κι' έδινε οδηγίες στη μητέρα για το τόκισμα των χρημάτων και, σε μένα, τις συμβουλές του. Η μητέρα τού απαντούσε, πάλι με τον Ατζιμπάρο, μ' ένα σωρό συστάσεις για την υγεία του κι' ολόκληρο κατεβατό χαιρετισμούς από συγγενείς και φίλους - και του 'στελνε πλεχτές κάλτσες και γλυκά του σπιτιού.

Τον ίδιο δεν τον βλέπαμε παρά μια φορά το χρόνο: ερχόταν πάντα αρχές Φλεβάρη κι' έφευγε ύστερ' από τη Λαμπρή. Σε κάθε ταξίδι του μας έφερνε δώρα: μεταξωτό ύφασμα της μητέρας, μαύρο χαβιάρι της θείας Ελένης, ταμπάκο της γιαγιάς, ασημένια κουταλάκια ή τίποτα άλλο για το «προικιό»  της Ερήνης, και, σε μένα, μια ναυτική φορεσιά, σεκέρια πολίτικα και μορουνόλαδο που το είχε σε μεγάλη υπόληψη. Κοντά σ' αυτά έφερνε και για το σπίτι τενεκέδες βούτυρο, τυρί κασκαβάλι και μερικές μποτίλιες από το καλύτερο ρακί της φάμπρικάς του.

Ο ερχομός του ήταν μεγάλη γιορτή για το σπίτι. Το σαλόνι γέμιζε επισκέψεις. Η Ερήνη, μ' άσπρη κεντητή ποδιά και με τις καλές της παντούφλες, τριγυρνούσε ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο με ροσόλι για τις κυρίες, κονιάκ για τους κυρίους και κουραμπιέδες για όλους. Η μητέρα, από κοντά της, μοίραζε λινά πετσετάκια κι' άκουγε τα «καλώς τον δεχτήκατε»  των επισκεπτών και τα συγχαρητήρια των κυριών για την επιτυχία των κουραμπιέδων της με το ίδιο ευχαριστημένο χαμόγελο. Την Κυριακή, στην εκκλησία, ο παπάς έφερνε του πατέρα ξεχωριστό αντίδωρο, τυλιγμένο στο χαρτί σα λουκούμι, κι' ο πατέρας έριχνε στο δίσκο ένα χρυσό εικοσόφραγκο.

Τις πρώτες μέρες ο πατέρας ήταν στο σπίτι σα φιλοξενούμενος. Δεν ανακατευόταν σε τίποτα. Όταν όμως οι επισκέψεις τελείωναν κ' η χαρά για τον ερχομό του κατακάθιζε, η εξουσία του σπιτιού περνούσε από τα χέρια της μητέρας στα δικά του.

Αυτό γινόταν γύρω από το μεγάλο στρογγυλό τραπέζι της τραπεζαρίας. Ο πατέρας έβαζε τα γυαλιά του χαμηλά στη μύτη, άνοιγε ένα δεφτέρι - κ' η μητέρα τού παρουσίαζε λογαριασμούς εξόδων, αποδείξεις, μετοχές και γραμμάτια. Ο πατέρας καλλιγραφούσε αριθμούς στο δεφτέρι του, έδενε με κορδέλλες χωριστά τα γραμμάτια και χωριστά τις μετοχές και κλείδωνε όλα σ' ένα δικό του ντουλάπι όπου φύλαγε τα κυνηγετικά του σύνεργα. Η μητέρα απόμενε με τα κλειδιά του κελαριού και των σεντουκιών μονάχα. Κι' από κείνη την ημέρα ούτε ψώνια έκανε, ούτε αποφάσεις έπαιρνε. Ο πατέρας φρόντιζε για όλα - κ' η θέλησή του ήταν νόμος στο σπίτι.

Για μένα, ως τόσο, ο πατέρας εξακολουθούσε να 'ναι σαν ένας φιλοξενούμενος. Όσο έλειπε, ο νους μου δεν πήγαινε σ' αυτόν, κι' όταν ερχόταν έμενε τόσο λίγο που δεν πρόφταινα να τον συνειθίσω.

Η μητέρα θα το διαισθανόταν γιατί δεν άφηνε ευκαιρία που να μη μου τονίσει πως έπρεπε να κάνω το «παν» για να του είμαι ευχάριστος κι' ότι είχα χρέος να παρακαλάω το Θεό να κόβει χρόνια από μένα και να τα δίνει σ' εκείνον «γιατί, αν ό μη γένοιτο, πάθαινε τίποτα, θα χάναμε το στήριγμά μας».

Το χρέος μου το 'κανα. Προσευχόμουν μ' ευσυνειδησία στο Θεό να μακραίνει τα χρόνια του σε βάρος των δικών μου, τον ευχαριστούσα όταν μου 'φερνε από το καφενείο το λουκούμι που κέρδιζε στην κοντσίνα, του φιλούσα το χέρι όταν έβαζε δεκάρες στον κουμπαρά μου και του 'κανα γονατιστή μετάνοια όταν μου συχωρνούσε καμμιά αταξία μου. Δεν έκανα, όμως, τίποτα περισσότερο από το χρέος μου. Η καρδιά μου του 'μενε κλεισμένη. Όσο καιρό ήταν στο σπίτι, ένοιωθα τον εαυτό μου σαν ένα κλαρί λυγαριάς που το κρατάν λυγισμένο δυο χέρια. Κι' όταν έφευγε, η ψυχή μου ξανατεντωνόταν - με μια δυνατή ανακούφιση...

Όχι πως ήταν κακός μαζί μου ο πατέρας. Με μάλωνε πολύ λιγότερο από τη μητέρα. Αλλά ήταν λιγομίλητος κι' επίσημος - σαν τον επιθεωρητή που μας ερχόταν δυο φορές το χρόνο στο σχολείο.

[....] Όταν ξαναρχόταν από την Πόλη, γινόταν μια άλλη, τέτοια, τελετή. Μου έδειχνε να θαυμάσω τη μετοχή που μου είχε αγοράσει - και την έκλεινε ύστερα στο ντουλάπι του.

Μου είχε ειπεί ότι όλες αυτές τις μετοχές θα μου τις έδινε στα χέρια μου όταν θα τελείωνα το στρατιωτικό μου, η προοπτική όμως αυτή δε μου έδινε καμμία χαρά. Το εναντίο. Κάθε φορά που έριχνα τα λεφτά μου μέσα στον κουμπαρά ήταν σα να τα 'ριχνα μέσα σ' ένα βαθύ, σκοτεινό πηγάδι. Η ψυχή μου σπάραζε. Συλλογιζόμουν πόσες μεγάλες μπίλλιες, πόσους λαμπρούς μολυβένιους στρατιώτες, πόσες χρωματιστές χαλκομανίες ή πόσες καραμέλες θα μπορούσα ν' αγόραζα μ' αυτά - και κρατούσα του πατέρα μου, που μου τα στερούσε, μια βουβή μνησικακία.
Κώστας Ουράνης (1890-1953)
Image and video hosting by TinyPic

*απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό διήγημα του Κώστα Ουράνη "Ο πατέρας".
Δημοσιεύθηκε στη Νέα Εστία, τχ. 632 την 1η Νοεμβρίου 1953
(τεύχος-αφιέρωμα, τέσσερις μήνες μετά το θάνατό του), με την σημείωση:
"Ο πατέρας" βρέθηκε ατελείωτος στα χαρτιά του Κώστα Ουράνη.
Είναι ένα κεφάλαιο από το πεζογράφημα παιδικών αναμνήσεων
που λογάριαζε να τυπώσει με τον τίτλο "Αναβίωση".

*η φωτογραφία είναι από το ίδιο τεύχος της Ν.Ε.

ακόμα:
- ο Κώστας Ουράνης στο jukebox

Ετικέτες , ,

10 Δεκ 2009

86 ~ Marcello Mastroianni: πήρα το δρόμο, με τα κουβάρια μου

...όταν έπαιζα στο Μιλάνο στο Μηχανικό πιάνο σε σκηνοθεσία Μιχάλκοφ, ζήτησε να με δει ο καθηγητής Μουζάτι, ο ψυχαναλυτής. Πήγα να τον δω. Είχε γράψει μια κωμωδία και ήθελε πολύ να τη διαβάσω. Ίσως είχε την ελπίδα ότι θα την έπαιζα. Επωφελήθηκα απ' τη συνάντηση για να του μιλήσω για κάτι εντελώς διαφορετικό:

«Κύριε Καθηγητά, μερικές φορές για να με πάρει ο ύπνος, πρέπει να σκεφτώ ότι βρίσκομαι στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, προστατευμένος μέσα σε μια σπηλιά, ενώ έξω βρέχει. Πώς εξηγείται αυτό;» Και ο Μουζάτι, με τη βενετσιάνικη προφορά του, μου λέει: «Μα επειδή θέλετε να μπείτε στην κοιλιά της μητέρας σας!» «Αλήθεια, αυτό είναι όλο;» «Μα βέβαια, σαν ένα μωρό!»

Μου κακοφάνηκε η απάντηση. «Είμαι καλλιτέxνης», σκεφτόμουνα και περίμενα ποιος ξέρει ποια πολύπλοκη εξήγηση. «Όχι, όχι, όχι», μου είπε ο ψυxαναλυτής, «αυτή είναι η υγρή προστατευτική σπηλιά.» Να πάρει η οργή!

Πάντως δεν μπορώ να πάψω να επιστρέφω με το νου σ' εκείνα τα χρόνια του πολέμου, ένα θέμα που τους κάνει όλους να βαριούνται, ιδιαίτερα τους νέους. Μου έρxεται στο μυαλό ένα επεισόδιο, που έxει μείνει βαθιά xαραγμένο στη μνήμη μου.

Εκείνη την εποχή λοιπόν, ήμουνα κρυμμένος στη Βενετία. Είχα καταφέρει να το σκάσω από κείνο το Στρατιωτικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο που δούλευα, σχεδόν στα σύνορα με την Αυστρία. Στη Βενετία είχα βρει καταφύγιο σ' έναν γέρο ράφτη, ένα είδος γέρο-Τζεπέτο. Ήταν ο κύριος Καλτσαβάρα, που μου είχε δώσει ένα δωματιάκι στη σοφίτα του σπιτιού του.

Εκείνο τον καιρό, κυρίως στα βουνά όπου δούλευα, υπήρχε η μανία για εκείνα τα πουλόβερ με τα ελάφια (μια μόδα που ξαναγύρισε, γιατί τελευταία βλέπω συχνά πουλόβερ γεμάτα σχέδια). Δεν είχα όμως ούτε δεκάρα. Εντάξει, είχα κάποιες οικονομίες, από τα λίγα που μας έδιναν εκεί στο Στρατιωτικό Γεωγραφικό Ινστιτούτο. Μου ήρθε λοιπόν μια μεγαλοφυής ιδέα. Ξήλωσα όλα τα πουλόβερ που μου είχε φτιάξει η μητέρα μου. Τότε το μαλλί ήταν χειροποίητο και τα πλεκτά απ' αυτό το μαλλί, που το λέγανε λάνα μαρκετζιάνα, τσιμπούσανε. Μετά από δυο τρεις μέρες άρχιζαν να μαλακώνουν, αλλά όταν τα πρωτοφορούσες σε ταράζανε στη φαγούρα. Τα ξέπλεξα λοιπόν όλα και τα έκανα κουβάρια. Και έτυχε να μάθω ότι στο Μπασάνο Ντελ Γκράπα υπήρχαν πλεκτήρια όπου ίσως θα μπορούσαν να μου φτιάξουν το πουλόβερ με τα ελάφια.

Τι τρελή ιστορία! Μόνο στα δεκαεννιά σου μπορείς έχεις τέτοιες ιδέες, με τους κινδύνους της εποχής, με τους Γερμανούς, τους φασίστες, την κόλαση. Τελικά λοιπόν, ένα ωραίο πρωί, πήρα το δρόμο με τα κουβάρια μου.

Το ίδιο βράδυ, πήρα από το Μέστρε ένα τρένο που πήγαινε προς το Μπασάνο Ντελ Γκράπα. Λόγω των συχνών αεροπορικών επιδρομών τα τρένα ταξίδευαν με σβηστά τα φώτα. Θυμάμαι αυτό το τρένο που ήταν κατάμεστο από κόσμο, ο ένας πάνω στον άλλο, απορούσες ούτε να δεις. Κάποια στιγμή ένιωσα μια γυναικεία παρουσία, μια γυναίκα, που μιλούσε, μάλλον με φίλους, μπορεί να πήγαιναν στα χωριά να ψάξουν για τρόφιμα, δεν ξέρω. Το γεγονός είναι πως κάποια στιγμή, παρά τον περιορισμένο χώρο, εγώ που πάντα ήμουν μεγάλος καπνιστής, βρήκα τρόπο ν' ανάψω ένα τσιγάρο. Κι ανάβοντας το τσιγάρο, όπως ήταν φυσικό, φώτισα το πρόσωπο μου. Θαμπωμένος όμως λίγο απ' αυτό το φως, δεν είδα ποιος βρισκόταν μπροστά μου. Κι εκείνη η γυναίκα πλησίασε, αγγιχτήκαμε και ύστερα ανταλλάξαμε ένα φιλί.

Ήταν μια αίσθηση συγκλονιστική. Και τόσο μυστηριώδης!

Ποτέ δεν είδα ποια ήταν, αν ήταν νέα ή μεγάλη. Δεν το ξέρω, δεν την είδα ποτέ. Γιατί θυμάμαι ότι σε μια απ' τις πρώτες στάσεις, πάντα μες στο σκοτάδι, αυτή η παρέα κατέβηκε και... και δεν έμαθα ποτέ ποιαν φίλησα. Ότι ήταν γυναίκα, αυτό είναι βέβαιο. Αν ήταν όμως ωραία ή άσκημη, αυτό δεν το ξέρω. Πάντως εκείνο το φιλί ήταν πολύ ωραίο. Έδωσε σ' εκείνο το παράλογο ταξίδι μου ένα νόημα σxεδόν ρομαντικό.
Μαρτσέλο Μαστρογιάνι (1924 – 1996)
Marcello Vincenzo Domenico Mastroianni




* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
Marcello Mastroianni, Θυμάμαι, ναι, θυμάμαι
εκδ. Αιώρα, 1998
* Μετάφραση: Λυδία Τρύφωνα
*
Φωτογραφίες: italophiles.com, lessignets.com,
listal.com, utvworldmovies.com, ctothejl.com.

Ετικέτες , ,

16 Οκτ 2009

83 ~ Shirley MacLaine: Η απόφαση

Η Νέα Υόρκη είναι το πιο κατάλληλο μέρος για να ξεπεράσεις μια απογοήτευση, μια αποτυχία ή ένα χωρισμό. Μερικοί τη βρίσκουν σκληρή και μοναχική πόλη. Για μένα είναι αναζωογονητική, κυρίως επειδή είναι αληθινή. Στη Νέα Υόρκη είσαι σίγουρος για τα όσα συμβαίνουν γύρω σου — καλά ή κακά. Δεν υπάρχει τρόπος να σκεπαστούν ή να μεταμφιεστούν. Τις βδομάδες που ακολούθησαν την επιστροφή μου, έπεσα με τα μούτρα σ' αυτή την έντονη ζωή της Νέας Υόρκης.

Πλησίαζαν Χριστούγεννα. Συναντιόμουν με φίλους, έκανα βόλτες στην Σούμπερτ Άλεϊ και χάζευα με τις ώρες τις βιτρίνες στα μαγαζιά της Μάντισον και Λέξιγκτον Άβενιους μέχρι να μου πονέσουν τα πόδια απ' το περπάτημα. Πήγαινα στο Σερεντίπιτι κι έτρωγα παγωμένη μόκα. Έψαχνα το παράρτημα πουκαμίσων του Μπλούμιγκντεϊλ. Πήγαινα με τα πόδια στο Βίλατζ ή και μέχρι την πλατεία Μπίγκμαν κι απολάμβανα τις μυρωδιές του Ιστ Ρίβερ το ηλιοβασίλεμα. Αργά το βράδυ περνούσα από τον «Ελέινς» στην Ογδοηκοστή Ογδόη Οδό και στη Δεύτερη Λεωφόρο, ίσα για να δω ποιοι ήταν μέσα.

Έμενα ως αργά τη νύχτα με τους φίλους μου τους δημοσιογράφους, που μετέφεραν όλες τις μικροειδήσεις που δεν μπορούσαν να δημοσιεύσουν. Πήγα σ' όλα τα βαρετά κουλτουριάρικα κοκτέιλ-πάρτι της Νέας Υόρκης κι έπειτα ξεκουραζόμουν ακούγοντας τους ταξιτζήδες να μου μιλούν για οτιδήποτε, απ' τον Δήμαρχο Λίντσεϊ ως τα διαστημόπλοια. Στεκόμουν στη γωνία πλάι στο μανάβικο, σε μια πόλη που δεν φυτρώνει ούτε τσουκνίδα κι άκουγα τις συζητήσεις σχετικά με ζουμερές ντομάτες, τρυφερές αγκινάρες και άλλα λαχανικά... Μ' άρεσε αυτή η αίσθηση της γειτονιάς, στη μεγάλη, βρόμικη, ανθρώπινη πόλη των οκτώ εκατομμυρίων.

Υποτίθεται πως είναι πόλη καταστροφική, αλλά ο γρήγορος, υγιής ρυθμός της μ' έκανε να ισορροπήσω και πάλι. Ήθελα να τα απολαύσω όλα: τη μυρωδιά πετρελαίου μέσα στα λεωφορεία, τα πλήθη που βγαίνουν απ' τον υπόγειο, τα τεράστια κτίρια, μνημεία του ανθρώπου της Νέας Υόρκης για τον εαυτό του. Ήθελα να καταβροχθίσω κάθε αστακό του Μέιν που μου σερβίριζαν και κάθε καλοψημένη μπριζόλα. Ήθελα να μείνω στο δωμάτιο μου βλέποντας τηλεόραση με τις ώρες και μασουλώντας γλυκά απ' τον αυτόματο πωλητή. Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν λένε τόσες ειδήσεις στην τηλεόραση. Σε κανένα μέρος του κόσμου δεν μπορείς να αγοράσεις γλυκά κανέλλας ρίχνοντας ένα νόμισμα σε μια τρύπα στον τοίχο.

Η Νέα Υόρκη είναι κέντρο επικοινωνιών, είναι μια πόλη στην οποία είναι αδύνατον να πάψεις να επικοινωνείς. Αν πας ως τη γωνία ν' αγοράσεις ένα ψωμάκι, κατά πάσα πιθανότητα θα συναντήσεις και θα συζητήσεις με δυο τουλάχιστον ανθρώπους. Η Νέα Υόρκη είναι η μόνη πόλη που ξέρω στον κόσμο, στην οποία μπορείς να νιώθεις μοναχικός κι απελπισμένος στις εννιά η ώρα το πρωί καθώς πηγαίνεις για κουλούρι στου Κριστίντις κι επτά ώρες μετά να πίνεις άιρις κόφι στου Πι Τζι Κλαρκς μ' ένα τσούρμο φίλους που κονόμησες στο μεταξύ.

Αλλά μόλις πέρασαν αυτές οι πρώτες βδομάδες της επιστροφής μου άρχισα πάλι να νιώθω Αμερικανίδα. Περνούσα τα βράδια μου στο Ελέινς, κουβεντιάζοντας για το ποιος κοιμάται με ποιαν — μέχρι που άρχισαν να κάνουν την εμφάνιση τους σοβαρότερα θέματα συζήτησης: τα προβλήματα στο Κεντ, ο ρατσισμός, ο συντηρητισμός του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι κυβερνητικές επιθέσεις στην ελευθερία του Τύπου, η εγκληματικότητα, η απελευθέρωση των γυναικών και φυσικά το πιο «σκοτεινό» θέμα απ' όλα — το Βιετνάμ. Ένιωθα πως το να γυρίζεις πίσω στην Αμερική είναι σαν να επιστρέφεις πλάι σε κάποιον αγαπημένο, άρρωστο φίλο. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.

Καινούργια κινηματογραφικά σενάρια πέφταν στα χέρια μου. Αλλά δεν αναφέρονταν σε τίποτα το πραγματικό. Ήταν σαν να μην είχαν καμιά σχέση με τον αληθινό κόσμο. Ήταν σαν να μην ήξεραν πια τι να δημιουργήσουν οι δημιουργικοί άνθρωποι κι οι ισχυροί του χρήματος δεν θέλαν να ασχοληθούν με τίποτα το συγκλονιστικό. Οι δημιουργοί άκουγαν συνέχεια πως οι παραγωγές σχετικά με τον πόλεμο δεν βρίσκαν χρηματοδότες, πως οι παραγωγές σχετικά με το κίνημα των γυναικών θα απωθούσαν τους άνδρες ακροατές και πως οι παραγωγές με κοινωνική σημασία δεν ενδιέφεραν το κοινό. Έμεναν μόνο το σεξ κι η βία — κι αν συνδύαζες αυτά τα δυο, τόσο το καλύτερο.

Το πρόβλημα ήταν πως όση βία και να 'δειxνες, δεν μπορούσες να συναγωνιστείς τις Ειδήσεις των Επτά. Και το σεξ στις ταινίες ίσως να σ' οδηγούσε ως το Ανώτατο Δικαστήριο. Μ' άλλα λόγια ήμασταν σε αδιέξοδο. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε στον κινηματογράφο και την τηλεόραση ήταν στενά συνδεδεμένα με τα προβλήματα μας σαν xώρα. Μέxρι να βελτιωθούν οι κοινωνικές μας αξίες, δεν θα βελτιωνόταν ούτε ο κινηματογράφος, ούτε η τηλεόραση.

Πήρα μια απόφαση. Πλησίαζαν οι προεδρικές εκλογές, ήθελα να βοηθήσω ν' αλλάξουν τα πράγματα κι ο μόνος τρόπος να το καταφέρω ήταν μέσα από την πολιτική. Δεν ήθελα να ανακατευτώ με τα πολιτικά αλλά ένιωθα πως είχα υποχρέωση να το κάνω. θα δούλευα για κάποιον υποψήφιο που δεν θα φοβόταν να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα, την τωρινή μας κατάσταση — όσο άσχημη κι αν ήταν.
Σίρλεϋ Μακ Λαίην (1934)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το βιβλίο
της Σίρλεϋ Μακ Λαίην Το μεγάλο ταξίδι
εκδ. Κάκτος, 1986
*Μετάφραση: Μανίνα Ζουμπουλάκη
* Φωτογραφίες: born-today.com, transdiffusion.org

Ετικέτες , ,

21 Νοε 2008

62 ~ Orson Welles: Με ενδιαφέρει η πράξη, όχι το αποτέλεσμα

Ήμουν ένα από εκείνα τα τερατώδη πλάσματα, δεν ξέρω αν έχετε υπ' όψη σας, με τη μπαγκέτα του διευθυντή στο χέρι. Έπαιζα βιολί και πιάνο, και δεν υπάρχει τίποτα πιο μισητό πάνω στη γη. Ήμουν ένα από αυτά. Η μητέρα μου, της οποίας το επάγγελμα ήταν μουσικός, πέθανε όταν ήμουν εννέα ετών, και τότε σταμάτησα αμέσως να παίζω μουσική. Ήταν ένα είδος τραύματος, ένα είδος σοκ που οφειλόταν στο θάνατό της, αναμεμειγμένο, πιστεύω, κατά βάθος με την τεμπελιά... και την ευχαρίστηση να μην συνεχίσω να εξασκούμαι στο σολφέζ. Έτσι εγκατέλειψα τη μoυσική μου καριέρα, μιας και αυτός ήταν ο αρχικός μου προορισμός.

* Ναι, ήμoυν ένα ιδιαίτερα κακομαθημένο παιδί. Διότι από την ημέρα που άρχισα να καταλαβαίνω, μου έλεγαν ότι ήμoυν καταπληκτικός. Επί χρόνια δεν άκουσα ποτέ μια απoγoητευτική κουβέντα. Δεν είχα ιδέα για το τι με περίμενε. Ζωγράφιζα, και μου έλεγαν ότι δεν είχαν δει ποτέ ζωγραφιές που να μοιάζουν τόσο πολύ με το πρωτότυπο. Έπαιζα μoυσική και κανένας δεν είχε ξαναπαίξει τόσο καλά. Κι εγώ πίστευα ότι δεν υπήρχαν όρια στις δυνατότητές μου.

* Δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου σε σχολή κινηματογράφου. Δίχως άλλο με άγγιξε η χάρη της απόλυτης άγνοιας. Έμαθα ό,τι χρειάζόταν μέσα σε τρεις ώρες, όχι διότι είμαι ιδιαίτερα έξυπνος, αλλά διότι ο κινηματογράφος είναι απλός.

* Βασικά πιστεύω ότι έκανα λάθος που παρέμεινα στον κόσμο του κινηματογράφου, όμως πρόκειται για ένα σφάλμα για το οποίο δεν μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου, διότι θα ήταν σαν να λέω ότι δεν θα έπρεπε να έχω παντρευτεί μια ορισμένη γυναίκα, αλλά ότι το έκανα διότι την αγαπoύσα. Θα είχα πολύ μεγαλύτερη επιτυχία εάν δεν την είχα παντρευτεί. Θα είχα πολύ μεγαλύτερη επιτυχία εάν είχα εγκαταλείψει αμέσως τον κινηματογράφο, εάν είχα παραμείνει στο θέατρο ή αν είχα μπει στην πολιτική, εάν είχα γίνει συγγραφέας ή οτιδήποτε άλλο. Χαράμισα μεγάλο μέρος της ζωής μου προσπαθώντας να βρω χρήματα, για να μπορέσω να κάνω τη δουλειά μου χρησιμοποιώντας αυτό το τόσο ακριβό κουτί με τα χρώματα, που είναι η ταινία. Χαράμισα πάρα πολλή ενέργεια κυνηγώντας πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημιουργία μιας ταινίας. Ας πούμε ότι χρησιμοποίησα το 2% του χρόνου μου για να δημιουργώ ταινίες, και το 98% για να τραβιέμαι δεξιά και αριστερά ώστε να μπορέσω να τις γυρίσω.
Θα συνεχίσω να είμαι πιστός στο κορίτσι μου. Το αγαπάω. Ερωτεύομαι τόσο παράφορα γυρνώντας μια ταινία, που το θέατρο έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου αρέσει μόνο να γυρίζω ταινίες. Δεν είμαι λάτρης του κινηματογράφου. Δεν πηγαίνω συχνά στον κινηματογράφο. Αντίθετα πιστεύω ότι είναι επιβλαβές για έναν σκηνοθέτη να βλέπει άλλες ταινίες, διότι τελικά τείνομε να τις μιμηθούμε, ή προσπαθούμε να μη τις μιμηθούμε καθόλου.

* Νομίζω ότι γνωρίζετε την ιστορία της Κυρίας της Σαγκάης. Εκείνην την εποχή εργαζόμουν σε μια συναρπαστική θεατρική ιδέα για τον Γύρο του Κόσμου σε Ογδόντα Ημέρες, την οποία έπρεπε αρχικά να παραγάγει ο Μάικ Τοντ. Όμως ο Τοντ κήρυξε πτώχευση από τη μία στιγμή στην άλλη, και εγώ βρέθηκα στη Βοστόνη την ημέρα της πρεμιέρας, να αδυνατώ να παραλάβω τα κοστούμια από το σταθμό, διότι υπήρχε ένα χρέος πενήντα χιλιάδων δολαρίων. Δίχως εκείνα τα χρήματα δεν μπορούσαμε να ανεβάσουμε το έργο. Εκείνην την εποχή είχα ήδη χωρίσει από τη Ρίτα, ούτε καν μιλούσαμε. Δεν είχα πρόθεση να γυρίσω ταινία μαζί της. Από τη Βοστόνη επικοινώνησα με τον Χάρι Κον, τον διευθυντή της Κολούμπια, ο οποίος βρισκόταν στο Χόλιγουντ και του είπα: «Έχω μια καταπληκτική ιστορία, εάν μου στείλεις πενήντα χιλιάδες δολάρια με τηλεγραφική επιταγή μέσα σε μία ώρα, υπογράφω σuμβόλαιo για το γύρισμα», Ο Κον με είχε ρωτήσει: «Τι ιστορία;», Εγώ τηλεφωνούσα από το ταμείο του θεάτρου, Δίπλα υπήρχε ένας πάγκος με εκτεθειμένα βιβλία τσέπης, και του έδωσα τον τίτλο ενός από αυτά: Η Κυρία της Σαγκάης. Του είχα πει: «Αγόρασε το μυθιστόρημα και εγώ θα το κάνω ταινία». Μια ώρα αργότερα λάβαμε τα χρήματα. Στη συνέχεια διάβασα το βιβλίο και το βρήκα απαίσιο, έτσι κάθισα κάτω και προσπάθησα να γράψω μια ιστορία όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Έφτασα στο Χόλιγουντ με πολύ περιορισμένο βαλάντιo και έξι εβδoμάδες για το γύρισμα. Όμως χρειαζόμουν και άλλα χρήματα για το θέατρό μου. Ο Κον με ρώτησε γιατί δεν χρησιμοποιούσα τη Ρίτα. Εκείνη είχε πει ότι θα το ήθελε πολύ. Την άφησα να καταλάβει ότι η ηρωίδα δεν ήταν συμπαθής, ήταν μια γυναίκα που είχε σκοτώσει και αυτό μπορούσε να βλάψει την εικόνα της σταρ στα μάτια του κοινού. Όμως η Ρίτα ήταν απόλυτα αποφασισμένη να παίξει σε αυτήν την ταινία, έτσι αντί να στοιχίσει τριακόσιες πενήντα χιλιάδες δολάρια μετατράπηκε σε ταινία των δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Η Ρίτα φέρθηκε με μεγάλη συναδελφικότητα. Αυτός που πραγματικά έφριξε βλέποντας την ταινία ήταν ο Κον.

* Δεν αφοσιώνομαι σε αυτό που κάνω. Πράγματι, κατ' εμένα δεν αξίζω τίποτα. Δεν είμαι όμως κυνικός όσον αφορά την επεξεργασία των υλικών. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Εμείς οι επαγγελματίες πειραματιστές κληρονομήσαμε μια παλιά παράδοση. Μερικοί από εμάς υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά οι μούσες μας δεν έγιναν ποτέ ερωμένες μας. Π.χ., ο Λεονάρντο θεωρούσε τον εαυτό του έναν επιστήμονα που ζωγράφιζε και όχι τόσο ένα ζωγράφο που ήταν και επιστήμονας. Σίγουρα δεν θέλω να παρομοιάσω τον εαυτό μου με τον Λεονάρντο, απλώς προσπαθώ να εξηγήσω ότι υπάρχει μια ατελείωτη σειρά ατόμων, τα οποία ήδη βλέπουν το έργο τους σαν μια διαφορετική ιεραρχία αξιών, που είναι σχεδόν ηθικές αξίες. Κατά συνέπεια δεν εκστασιάζομαι όταν βρεθώ μπροστά σε ένα αριστούργημα. Εκστασιάζομαι όταν βρεθώ μπροστά στην ανθρώπινη μηχανή. Το έργο μας, αφ' ης στιγμής τελειώσει, δεν έχει τη σπουδαιότητα που του αποδίδουν. Εμένα με ενδιαφέρει η πράξη, όχι το αποτέλεσμα, και με αφορά το αποτέλεσμα μόνο όταν αυτό μυρίζει ανθρώπινο ιδρώτα ή σκέψη.
Όρσον Γουέλς (1915-1985)




* από το Δέντρο - τχ. 141/142, Μάιος 2005
[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Όρσον Γουέλς
"It's all true-Interviews on the art of cinema"]
απόδοση για το Δέντρο: Φανή Μουρίκη
* φωτογραφίες: bergen-filmklubb.no, afi.com,
cincity2000.com

Ετικέτες , , , ,