30 Μαΐ 2013

151 ~ Γιάννης Κακλέας: Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές

Image and video hosting by TinyPic
*Εμείς είμαστε Βαλκάνιοι. Φέρε μια εικόνα στο μυαλό σου: μονοκατοικία, φουλ το ραδιόφωνο και η τηλεόραση τέρμα, πρέπει να βλέπαμε συνέχεια ματς. Σαν σκηνή από ταινία του Κουστουρίτσα ήμασταν. Φτωχή οικογένεια -στιλβωτής ήταν ο πατέρας μου-, ζούσαμε σε μια γειτονιά της 25ης  Μαρτίου, στην Ανάληψη. Και κάθε Κυριακή στο τραπέζι είχαμε ψητό με πατάτες. Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές. Θυμάμαι τη διαδρομή, από το σπίτι στο φούρνο, για να πάρω το ταψί με το φαγητό.
[Κάθε φορά έκανε την ίδια σκέψη: Να είχε έναν χοντρό μαρκαδόρο και κάποια στιγμή που δεν θα κοίταζε ο φούρναρηε να άλλαζε όνομα. Να έγραφε «Κακλέας» σε ένα ξένο ταψί, πιο μεγάλο, με πιο πολύ κρέας και μπόλικες καλοψημένες πατάτες. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένα παιδί από ένα γεμάτο πιάτο; Μία φορά έστω να έτρωγε όσο ήθελε. Να έσκαγε από το φαγητό!]

*Ο πατέρας μου ήταν όμορφος άνθρωπος, τα πράγματα όμως στο σπίτι δεν ήταν πολύ ήρεμα. [Φασαριόζικη οικογένεια, με εκρήξεις όσο τα παιδιά μεγάλωναν. Και κορύφωση τη στιγμή που ο γιος τους τους ανακοίνωσε ότι σκόπευε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη - πρέπει να ήταν τέλος του '70. Τον πέταξαν έξω από το σπίτι. Εκείνοι είχαν ριζώσει στην πόλη τους και αρνούνταν πεισματικά ότι το παιδί τους θα άφηνε το «οχυρό» για την πρωτεύουσα. Και μάλιστα για να γίνει ηθοποιός.]

*Η μητέρα μου μαγείρευε χάλια. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, ήταν καθαρή εκπρόσωπος του ντανταϊσμού. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Μάλλον γι' αυτό και εμένα μου αρέσουν τα ρεμπέτικα και ο Μάρκος Βαμβακάρης - η Σύρος, τι ωραίο νησί!

*Δεν ξυπνάω νωρίς και αυτό το ξέρουν όλοι και ευτυχώς το σέβονται. Την ώρα του καφέ δεν μιλάω σε κανέναν. Είναι η δική μου στιγμή συγκέντρωσης.

*Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν ερχόμουν εδώ μέσα [στην κουζίνα]. Δεν ήθελα να ξυπνάω. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Είχα κατάθλιψη. Σωριαζόμουν πάνω στο τραπέζι, δεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ, δεν ήξερα πού πήγαινα, είχα χάσει τον εαυτό μου, βαθιά και ουσιαστικά. Τώρα όμως η ζωή μου είναι πολύχρωμη, αισιόδοξη, γι' αυτό και θέλω να έχει η κουζίνα μου έντονο χρώμα.

*Μικρός έγραφα σε χαρτί τα όνειρά μου. [Οσο μεγαλώνει, όμως, δεν τα θυμάται.]  Είναι τέτοια η κούραση, που πέφτω ξερός. Το δικαίωμα στην τεμπελιά που διεκδικούσαμε κάποτε δεν ήρθε ποτέ. Είχα πιστέψει κι εγώ το παραμύθι ότι μεγαλώνοντας όλα θα έστρωναν. Τίποτα, όμως, ούτε αργίες ούτε διακοπές. Τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι θεατρικούς χώρους, βιότοπους καλλιτεχνικούς. Δεν με ενδιαφέρει ο χρόνος. Δεν μετράω την ηλικία. Νιώθω άχρονα. Τα υπόλοιπα τα θεωρώ λίγο αμερικανιές. Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω... θεατρικές καταστάσεις. Και πώς να σ' το πω, επειδή λατρεύω τον κινηματογράφο; Μερικές φορές νιώθω σαν τον Στιβ Μακ Κουίν, στη "Μεγάλη Απόδραση". Θυμάσαι στην ταινία, τη φόρα που παίρνει όταν γκαζώνει με τη μηχανή του, σε εκείνη την ανεπανάληπτη σκηνή όπου θέλει να πηδήξει απέναντι, να περάσει το φράχτη, να το σκάσει και να προσγειωθεί στην ελευθερία του; Κάπως έτσι με ονειρεύομαι. Θέλω να ζήσω τη μεγάλη απόδραση.
Γιάννης Κακλέας

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Γιάννης Κακλέας στην Λίνα Παπαδάκη για το
περιοδικό Κ της Καθημερινής - τχ.516, 21.04.2013
*Φωτογραφίες: tovima,gr, dailymotion.com, K, ethnos.gr,

Ετικέτες , , ,

14 Μαΐ 2013

150 ~ Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: Ο φόβος ήρθε αργότερα

Όταν γεννήθηκα, τον Ιούλη του 1918, η μητέρα μου, είχε την ισπανική γρίπη, εγώ τα χάλια μου και με βάφτισαν βιαστικά στο νοσοκομείο. Μια μέρα ήρθε επίσκεψη ο γηραλέος οικογενειακός γιατρός, με κοίταξε και είπε: "Αυτός εκεί πεθαίνει από ατροφία". Η γιαγιά μου από τη μεριά της μητέρας μου, με πήρε τότε στο εξοχικό σπίτι στην Ντάλαρνα. Πήγαμε με το τρένο, που εκείνη την εποχή έκανε μια μέρα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με τάιζε με γλυκό κουλούρι βουτηγμένο στο νερό.
...Όλα αυτά τα θυμάμαι, δεν θυμάμαι όμως κανένα φόβο. Ο φόβος ήρθε αργότερα».
* *
Η αφοσίωσή μου ενοχλούσε τη μητέρα μου, τη νευρίαζε. Η τρυφερότητά μου κι οι ξαφνικές μου εκρήξεις την ανησυχούσαν. Συχνά με έδιωχνε με παγερά ειρωνικό τόνο. Έκλαιγα από οργή και απογοήτευση. Η σχέση της με τον αδερφό μου ήταν απλούστερη, μια και διαρκώς έπρεπε να τον προστατεύει από τον πατέρα που τον ανέθρεψε με συστηματική σκληρότητα και το ξύλο ήταν ένα σύνηθες επιχείρημα. Σιγά - σιγά κατάλαβα ότι η λατρεία μου, πότε τρυφερή και πότε έξαλλη, είχε πολύ μικρά αποτελέσματα.
* *
Η μητέρα δεν άντεχε την αδιαφορία και την απόσταση, αυτά ήταν τα δικά της όπλα. Έμαθα λοιπόν να βάζω φρένο στο πάθος μου κι άρχισα ένα περίεργο παιχνίδι όπου το κύριο συστατικό ήταν υπεροψία και ψυχρή ευγένεια Δεν θυμάμαι καθόλου τι έκανα αλλά η αγάπη είναι εφευρετική και σύντομα είχα καταφέρει να δημιουργήσω ενδιαφέρον γύρω από το αιμορραγούν εγώ μου.
* *
Η γέννηση της αδερφής μου - εγώ είμαι τεσσάρων χρονών - αλλάζει ριζικά την κατάσταση. Ένα παχύ, κακομούτσουνο πράγμα παίζει ξαφνικά τον κύριο ρόλο. Εξορίζομαι από το κρεβάτι της μητέρας μου, ο πατέρας λάμπει πάνω από το ωρυόμενο πακέτο. Ο δαίμονας της ζήλιας μού μαγκώνει την ψυχή, θυμώνω παράφορα, κλαίω, χέζω στο πάτωμα και πασαλείβομαι. Ο μεγάλος μου αδερφός κι εγώ, συνήθως θανάσιμοι εχθροί, κλείνουμε ειρήνη και σχεδιάζουμε διάφορους τρόπους να σκοτώσουμε αυτό το απαίσιο ζώο.
* *
Η εξωτερική μου εμφάνιση είναι θλιβερή. Είμαι γκρινιάρης και οξύθυμος, δέχομαι όλη την τρυφερότητα και όλες τις φροντίδες σαν κάτι φυσικό αλλά γκρινιάζω σαν κακομαθημένο παιδί. Είμαι παρ' όλη τη ρουτίνα και την αυτοπειθαρχία, άβουλος και χαμένος, δεν ξέρω από τη μια μέρα στην άλλη τι θα γίνει. Δεν μπορώ να σκεφτώ μια βδομάδα μπροστά. Πώς θα είναι η ζωή μου, η δουλειά μου στο θέατρο, το φιλμ. Τι θα γίνει με τη Σινεματογκράφ, την κόρη των ματιών μου;
* *
Η νύχτα είναι άυπνη. Μια έκρηξη από ιδέες και σχέδια με κρατεί ξύπνιο. Όταν ούτε υπνωτικό, μουσική, η Σέλμα ή μπισκότα βοηθούν, σηκώνομαι και κάθομαι στο γραφείο. Βιαστικά γράφω την υπόθεση μιας ταινίας που την ονομάζω "Μητέρα και Κόρη και Μητέρα". Σημειώνω ότι τους ρόλους θα παίξουν η Ίνγκριντ Μπέργκμαν και η Λιβ Ούλμαν.
* *
Η Ίνγκριντ κι εγώ πήγαμε στο Χόλιγουντ για να τριφτούμε μια φορά κι εμείς με τις διασημότητες. Επίσημα ήμουν καλεσμένος σ' ένα σεμινάριο στην Κινηματογραφική Σχολή του Λος Άντζελες. Τα πάντα ήταν πέρα από κάθε προσδοκία. Ο ουρανός του Λος Άντζελες σαν κίτρινο δηλητήριο. Το επίσημο γεύμα με σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Το απερίγραπτο δείπνο στο παλάτι του Ντίνο ντε Λαουρέντις με θέα την πόλη και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Η γυναίκα του Σιλβάνα Μάγκανο, η τέλεια καλλονή του '50, μεταμορφωμένη σ' έναν περιπλανώμενο σκελετό με καλομακιγιαρισμένο κρανίο και ανήσυχα πληγωμένα μάτια. Η ωραία, δεκαπεντάχρονη κόρη που δεν έφευγε από το πλευρό του πατέρα, το κακό φαγητό, η λαδωμένη αδιάφορη ευγένεια.
* *
Βρήκαμε τα ημερολόγια της μητέρας στο χρηματοκιβώτιο. Ο πατέρας καθόταν κάθε μέρα μετά το θάνατο της μητέρας μ' ένα μεγεθυντικό φακό και προσπαθούσε να διαβάσει το μικροσκοπικό, εν μέρει κωδικοποιημένο κείμενο. Αργά καταλάβαινε ότι δεν ήξερε αυτή τη γυναίκα με την οποία είχε ζήσει σ' έναν πεντηκονταετή γάμο. Γιατί η μητέρα δεν έκαψε τα ημερολόγια της; Μια καλά σχεδιασμένη εκδίκηση: τώρα μιλάω και δεν μ' αγγίζεις, σου λέω τα πιο βαθιά μου, δεν μπορείς ν' απαντήσεις με το να σωπαίνεις. Τώρα δεν μπορείς να σωπαίνεις όπως σώπαινες όταν παρακαλούσα, έκλαιγα, μαινόμουν.
Τώρα αντιλήφθηκα ότι η μητέρα πήγαινε να διαλυθεί. Τα πόδια είχαν εξαφανιστεί κάτω από το σάλι, το χλωμό πρόσωπο είχε ξεκολλήσει από το λαιμό και αιωρείτο πάνω από την ανατολίτικη κουρτίνα, τα μάτια ήταν μισόκλειστα.
* *
...δημιούργησα ένα εξωτερικό πρόσωπο, που είχε πολύ μικρή σχέση με τον πραγματικό εαυτό μου... Καμιά φορά παρηγοριέμαι ότι όποιος έζησε στο ψέμα αγαπάει την αλήθεια.
Ernst Ingmar Bergman (1918–2007)



* τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο
Ingmar Bergman Αυτοβιογραφία - Η μαγική κάμερα
Εκδόσεις: Κάκτος, 1989
Μετάφραση: Θόδωρος Καλλιφατίδης
Από προδημοσίευση στο περιοδικό ΕΝΑ, τχ. 24 / Νοε. 1989

* φωτογραφίες: listal.com, bergmanorama.webs.com,
film-international.com, ilhotarockfestival.wordpress.com,
sweden.se


Ετικέτες , ,

1 Απρ 2013

148 ~ Σεργκέι Αϊζενστάιν: Εγώ και το Ποτέμκιν

Image and video hosting by TinyPic
Το Θωρηκτό Ποτέμκιν μπορεί να πει κανείς, χωρίς να υπερβάλει ότι το είδαν αρκετά εκατομμύρια θεατές. Από διάφορες εθνικότητες, φυλές και χώρες του κόσμου. Σε πολλούς απ' αυτούς, ίσως, η σκηνή του πένθους γύρω από το πτώμα του Βακούλινκ προκάλεσε ένα κόμπο στο λαιμό. Όμως είναι σχεδόν σίγουρο ότι κανείς ανάμεσα σ' αυτά τα εκατομμύρια δεν κατέγραψε και δεν κατανόησε την παρουσία ενός μικρού σημείου του μοντάζ -μόλις κάποιου κυττάρου- σ' αυτή τη σκηνή.
Για αν είμαστε πιο συγκεκριμένοι, όχι ακριβώς σ' αυτή τη σκηνή αλλά σ' εκείνη όπου το πένθος μετατρέπεται σε οργή και ο λαϊκός θυμός εκρήγνυται σε διαδήλωση διαμαρτυρίας γύρω από την τέντα (με το νεκρό Σ.τ.Μ.).
Στο χώρο της τέχνης μία «έκρηξη» και δη μία έκρηξη συναισθηματική δομείται βάσει των ίδιων κανόνων περιγραφής της ανάφλεξης των εκρηκτικών υλών. Μου πέρασε από το μυαλό να τα διδάξω αυτά στη σχολή υποψήφιων μηχανικών του στρατού, στο τμήμα των τεχνικών.
Στη μία όπως και στην άλλη περίπτωση, αρχικά υπάρχει μια υπερφόρτωση της έντασης. (Προφανώς τα μέσα περιγραφής είναι διαφορετικά κατά περίπτωση και το μοντέλο δεν μπορεί να γενικευθεί στα επιμέρους στοιχεία του για όλες τις περιπτώσεις!) Ακολουθεί η έκρηξη και η εκτόνωση. Αυτό το βίαιο τίναγμα αφήνει να ελευθερωθούν χιλιάδες θραύσματα.
Το ενδιαφέρον εδώ βρίσκεται στο ότι το αποτέλεσμα δεν επιτυγχάνεται εάν ανάμεσα στην συμπίεση και την εκτόνωση δεν «παρεμβάλλεται» κάτι, όπως ένα κομμάτι «τονισμένο», που δημιουργεί την απαραίτητη ώθηση για να κατευθύνει με ακρίβεια την ίδια την έκρηξη.
Σε μια έκρηξη πραγματική και ουσιαστική, αυτό το ρόλο αναλαμβάνει ο πυροβολητής, που είναι πάντα απαραίτητος και μεταχειρίζεται ένα φυσίγγιο όπλου, ή μια δέσμη εκρηκτικών υλών με βαμβακοπυρίτιδα τοποθετημένη κάτω από μια γέφυρα από όπου περνά σιδηρόδρομος. Το Ποτέμκιν είναι γεμάτο απ' αυτού του είδους τα «κομμάτια» (τα «τονισμένα». Σ.τ.Μ.).
Στην αρχή της «σκάλας της Οδησσού» (1) χρησιμοποιείται το μεγάλο μάθημα με τη λέξη ΞΑΦΝΙΚΑ, η οποία αμέσως μετατρέπεται σε μία "δόνηση" αποτελούμενη από τρία πολύ μικρά σημεία του μοντάζ («κυψελικά») που δείχνουν το ίδιο κεφάλι σε τρεις διαστάσεις. Έτσι παράγεται εξ άλλου κάτι όπως η έννοια μιας ομοβροντίας τουφεκιών που σκίζει τη σιωπή. (Το φιλμ είναι βουβό και το αποτέλεσμα είναι λίγο ως πολύ εφάμιλλο ενός πυροβολισμού από τουφέκι «εκτός πεδίου»!)
Η συγκινητική έκρηξη του φινάλε με τη σκάλα, έγινε μ' αυτό τον τρόπο: η αρχική σύγκρουση -μια βολή κανονιού- που γίνεται από τον πυροβολητή για να τη δει ο θεατής, μεταφέρεται κατόπιν στο κιγκλίδωμα και στους στύλους ενός εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην οδό Μαλάγια Φοντάνκα, για να μεταμορφωθεί τελικά σε δεύτερη έκρηξη «πραγματική και ουσιαστική» (ανάμεσα σ' αυτές τις δύο, σηκώνονται τα λιοντάρια...) (2).
Έναν ανάλογο τόνο βρίσκουμε και στη μεταμόρφωση του πένθους σε θυμό, όταν οι ναύτες συγκλίνουν και συναντιώνται στη γέφυρα του θωρηκτού' είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι που πιθανόν δεν εισπράχθηκε ως ένα «θέμα» αλλά ως ένας τόνος καθαρά δυναμικός: ένα απλό σημείο του συνόλου που δεν επιτρέπει να συλληφθεί με ακρίβεια αυτό που συμβαίνει τελικά. Δηλαδή: ένας νεαρός σε παροξυσμό οργής σκίζει το πουκάμισο.
Αυτό το κομμάτι δοσμένο με το συγκεκριμένο ύφος, εντάχθηκε στο κατάλληλο σημείο ανάμεσα στο καδράρισμα ενός φοιτητή γεμάτου οργή και στη σκηνή των σφιγμένων χεριών που κινούνται στον αέρα.
Η οργή του λαού στην παραλία «εκρήγνυται» μαζί με την οργή των ναυτών που είναι μαζεμένοι στη γέφυρα και... να η κόκκινη σημαία υψώνεται στο Ποτέμκιν.
*
Μια μέρα εμφανίζεται μπροστά μας ένας άνθρωπος ασυνήθιστα ψηλός, αφυδατωμένος, καθόλου αθλητικός. Είναι ο υπεύθυνος του διαφημιστικού γραφείου της Nestlé (βιομηχανίας γάλακτος), ειδικευμένης στο συμπυκνωμένο γάλα. Την προηγούμενη μέρα είχε δει Το παλιό και το καινούριο (3) και μας είπε ότι ποτέ άλλοτε δεν είχε παρακολουθήσει στο σινεμά μ' έναν τρόπο τόσο διεισδυτικό τι σημαίνει γάλα (4) . Πρότασή (του): ένα διαφημιστικό φιλμ για το γραφείο του. Υλικό: (από) ένα ταξίδι ανά την υφήλιο. Θέμα: οποιοδήποτε ή κανένα. όρος απαραίτητος: να δείξω ότι τα παιδιά της Αφρικής, της Ινδίας, της Ιαπωνίας, της Αυστραλίας, της Γροιλανδίας κ.λπ., έπιναν συμπυκνωμένο γάλα Nestlé.
Δεν καταφέραμε να συμφωνήσουμε, αν θυμάμαι καλά, στο ύψος των οδοιπορικών. (Αλλά η «διαφωνία» μας ήταν πιο βασική: η σοβιετική εξουσία δεν με είχε κάνει σκηνοθέτη για τέτοιες ταινίες!)
*
Η εμπορική μας αντιπροσωπεία στο Παρίσι βρισκόταν στην οδό Ντ' Αστόργκ. Το 1929 δεν υπήρχε ακόμα κινηματογραφικός τομέας. Αντ' αυτού η αντιπροσωπεία διέθετε ένα τμήμα για την πώληση και διακίνηση πολύτιμων λίθων και διαμαντιών των Ουραλίων.
Αυτό το τμήμα διευθυνόταν από μία συγκεκριμένη ομάδα και έναν άνθρωπο κατηφή και θανάσιμα πληκτικό. Σ' εκείνον είχε ανατεθεί, εκτός των άλλων, η ευθύνη πώλησης των ταινιών μας. Και η εμπορική τύχη του κινηματογράφου μας κρινόταν μ' έναν τρόπο θλιβερό.
Μια ωραία πρωία οι υπεύθυνοι πώλησης των διαμαντιών μού μετέφεραν μια επίσημη πρόταση. Θεωρούμαι ειδικός των ιστορικών τοιχογραφιών. Εορτάζονταν τα 100 χρόνια της ανεξαρτησίας του Βελγίου. Και η βελγική κυβέρνηση εξέφρασε την επιθυμία να εμπιστευθεί σε μας την υλοποίηση ενός επετειακού φιλμ.
Μετά απ' αυτά εντυπωσιάσθηκα πολύ λιγότερο, όπως ήταν φυσικό, όταν με κάλεσαν στη Βενεζουέλα για να γυρίσω ένα επετειακό φιλμ προς τιμήν του μεγάλου αγωνιστή της ανεξαρτησίας της Νότιας Αμερική, Σιμόν Μπολιβάρ.
*
Στο Λονδίνο με τη μεσολάβηση του Γκρήρσον (5) επρόκειτο να μου γίνει πρόταση από την πλευρά της αποικιακής διοίκησης της Αυτοκρατορίας για μια ταινία πάνω στην Αφρική. Με μία δέσμευσή μου: να δείξω με ποιο τρόπο η αποικιακή πολιτική της Αγγλίας είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική ανάπτυξη και ευημερία των μαύρων!!
Ο Γκρήρσον είχε την ευφυΐα να μη μου μεταβιβάσει την πρόταση.
Το έμαθα αργότερα και στενοχωρήθηκα γιατί το καλό γούστο του Γκρήρσον υπερείχε της αίσθησης του χιούμορ που διέθετε: Θεέ μου, με τι θυμό θα έβγαινα και θα απαντούσα σε μια τέτοια πρόταση!
*
Πολύ αργότερα, ενώ βρισκόμουν στα σύνορα του Νέου Λαρέντο, ανάμεσα στο Μεξικό και στις ΗΠΑ, κάποιος μου πρότεινε να γυρίσω την ιστορία του Τέξας, διαβεβαιώνοντάς με ότι οι μεγαλοϊδιοκτήτες των τοπικών ράντσων θα μου έδιναν όσα άλογα ήθελα.
Sergei Mikhailovich Eisenstein (1898–1948)
Сергей Михайлович Эйзенштейн

Image and video hosting by TinyPic


(1) Θρυλική σκηνή της ταινίας.
(2) Επίσης σημαντική σκηνή, στην οποία εφαρμόζεται το γνωστό "μοντάζ ατραξιόν" του Αϊζενστάιν για να κινητοποιηθεί το θυμικό του κοινού.
(3) (4) Ταινία του Αϊζενστάιν στην οποία, εκτός των άλλων, πολύ εντυπωσιακά αποτυπώνεται η παραγωγή και επεξεργασία γάλακτος.
(5) Άγγλος πρωτοπόρος ντοκυμανταιρίστας.
* - από Το Δέντρο, τχ. 58-59
Απόδοση: Αρετή Καράμπελα
Ιανουάριος 1991
*Φωτογραφίες: eisenstein.ru/eisenstein/
(БИБЛИОТЕКА КИНОИСКУССТВА ИМ. С.М.ЭЙЗЕНШТЕЙНА)

Ετικέτες , ,

1 Νοε 2012

140 ~ Κάρολος Κουν: Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία


Aν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν τη γνώρισα. Aπό μικρός βρέθηκα στην Πόλη και εκεί μεγάλωσα. Aπό κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω για μένα πραγματικότητα.

Μεγάλωσα σαν Pωμηός, μέσα σ’ ένα ρωμέικο αστικό σπίτι. Πολλοί συγγενείς, πολλές θειάδες και πολλά αδέλφια, απ’ της μάνας μου το σόι. Παραδοσιακά έθιμα, κίτρινα κεριά της εκκλησίας φτιαγμένα στο σπίτι, σάκοι με τριαντάφυλλα για το γλυκό της χρονιάς, το πρόσφορο για την καθημερινή λειτουργία, η πιστή σιδερώτρα που έριχνε και τα χαρτιά και ο Aρμένης μάγερας που έφτιαχνε ντολμαδάκια μ’ ερίκι από πάνω. Kαι μέσα σ’ όλα αυτά μια Πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα που μου μάθαινε παραμύθια των αδελφών Γκριμ, με τάιζε, μ’ έλουζε, με κοίμιζε, φρόντιζε τα δυο μου καναρίνια και μ’ έβαζε για τιμωρία, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, να γράφω εκατό φορές «O Θεός να τιμωρήσει την Αγγλία» στα γερμανικά. Όσο για τον έξω κόσμο, πολλά σοκάκια και ελκυστικά αχτάρικα, Τούρκοι και Έλληνες με φέσια, Τουρκάλες με φερετζέδες, Φράγκοι, Λεβαντίνικες Τράπεζες και μαγαζιά, Ακιντέδες τoυ Χατζή Μπεκίρ, Αρμένικα και Τούρκικα Ζαχαροπλαστεία με λουκούμια, μαλέμπια, Βιεννέζικο καφέ και κανταΐφια. Το ίδιο κράμα ανατολίτικου και ευρωπαϊκού στο άμεσο περιβάλλον. Μιναρέδες απ’ όπου ξελαρυγγιαζόντανε οι μουεζίνηδες κάθε δειλινό, αμάξια με δύο ίππους που παρελαύνανε τα’ απογεύματα με κυρίες ντυμένες στο Παρίσι. Λουλούδια από το Παρίσι και Βιεννέζικα σαλόνια με αράπικα και ρώσικα στολίδια, προκυμαίες με Τούρκους, σαμαροφορεμένους χαμάληδες, το Γυλντίζι πάνω στο Βόσπορο, τα βαπόρια με τις ρόδες που φεύγαν για τα νησιά, την Πρίγκηπο και τη Χάλκη με την ιερατική σχολή κι όπου κάποτε, το ’19, ξεμπαρκάρανε κοπάδια οι Ρώσοι αριστοκράτες πρόσφυγες, και τέλος, για μας τους Ρωμηούς, το Μπαλουκλί και συμβολικά η Αγιά Σοφιά. Όλα αυτά ως τα δώδεκά μου χρόνια. Αργότερα πήραν τη θέση τους οι κατ’ οίκον διδάσκαλοι, μ’ έναν παπά και μια δασκάλα του πιάνου ανάμεσά τους. Ο παπάς μού δημιούργησε ερωτήματα σε σχέση με την ιερά γραφή- προπάντων με την παλαιά διαθήκη- κι η δασκάλα του πιάνου, με βίαιη συνενοχή των γονιών μου, με ταλαιπώρησε αρκετά με μόνο κέρδος να μπορώ να παίζω τις πρώτες τρεις μεζούρες του αλά τούρκα του Μότσαρτ απ’ έξω. Έπειτα το σκηνικό άρχιζε να αλλάζει. Εσωτερικός στη Ροβέρτειο, ένα αμερικάνικο κολλέγιο που ιδρύθηκε από ιεραπόστολους, με αμερικάνικα τραγούδια και ψαλμούς, με γήπεδα μπάσκετ και αθλητικά αγωνίσματα. Παιδιά απ’ όλα τα Βαλκάνια –Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες, Σύριοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Αλβανοί, σχηματίζαμε τότε μια μικρή κοινωνία των Εθνών και αρχίζαμε να αποκτάμε μέσα σε μια ολοκληρωμένη συναδέλφωση, κοινή κοινωνική, πνευματική και πολιτική συνείδηση. Αυτό μεταξύ του ’20 και του ’28, μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο φιλειρηνισμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ακόμα και η Μικρασιατική καταστροφή δεν στάθηκε εμπόδιο για τα νεανικά μας όνειρα της συναδέλφωσης των λαών. Είχε, βέβαια, δημιουργηθεί ένα χάσμα ανάμεσα σε Τούρκους κι Έλληνες, αλλά η αγανάκτηση για μας τους Πολίτες, τους Βενιζελικούς, στρεφότανε λιγότερο ενάντια στους Τούρκους όσο κατά των συμμάχων και των βασιλικών. Πάντως, ανάμεσα στα κακά που μας βρήκανε τότε, ήταν πως εμείς οι μειονότητες στη Ροβέρτειο Σχολή στερηθήκαμε, τα τελευταία χρόνια, την εκμάθηση της μητρικής μας γλώσσας. Όταν απεφοίτησα το ’28, μακριά από τους συμμαθητές μου και τους συγγενείς μου που σχεδόν όλοι πια είχαν έρθει στην Ελλάδα, τίποτε δεν με συνέδεε πια με την Πόλη. Έφυγα τον ίδιο χρόνο με στόχο σπουδές στο Παρίσι.

* *

Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το '42 πριν 39 χρόνια, στην αρχή της Γερμανικής Κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή» το ’34 και που διαλύθηκε το ’38 στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, επειδή παίζαμε «αριστερά έργα» όπως ο Πλούτος του Αριστοφάνη κι ο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου. Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες πολλά και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία, Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης, και θυσίας. Αισθανόμασταν την ανάγκη για έναν σωστότερο κόσμο, ένα κόσμο με λιγότερες ανθρώπινες ατέλειες, γι’ αυτούς από εμάς που θα επιζούσαμε. Αψηφούσαμε το θάνατο και κυνηγούσαμε με μανία τη ζωή, χωρίς περίσκεψη και προφύλαξη και ταπεινές σκέψεις. Είμαστε γνήσιοι και αληθινοί. Τα περιθώρια των έργων που ετοιμάζαμε ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Αλλά στο τραπέζι της πρόβας μέσα στο συρτάρι υπήρχαν και τα έργα που ελπίζαμε να παίξουμε όταν θ’ αποκτούσαμε τη λευτεριά μας. Είμασταν όλοι στην αντίσταση και σχεδόν όλοι στις γραμμές του ΕΑΜ. Δεν μπορώ μέσα μου ν' απαρνηθώ και να ξεχάσω εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία. Με την απελευθέρωση και την μετακατοχική περίοδο, όλα διαλυθήκανε. Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Άλλα περιμέναμε και άλλα μάς βρήκανε. Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή. Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια. Τότε πιά, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικούς-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα ‘πρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω πάλι από την αρχή ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε.

Εργάστηκα σαν σκηνοθέτης στο «Εθνικό Θέατρο» για δύο χρόνια, ξεπλήρωσα τα χρέη του «Θεάτρου Τέχνης». Παράλληλα συνέχισα τη Σχολή με νέα παιδιά. Μαζεύοντας συνδρομές, διαμορφώσαμε το χώρο στο υπόγειο του Ορφέα. Το 1954 ανάψαμε πρόχειρους προβολείς για να φωτίσουμε μπρος σε καμιά εκατοστή θεατές τη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάιλντερ. Έτσι λειτούργησε πάλι το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν αποκλειστικά με νέους αδειούχους μαθητές.
Κάρολος Κουν (1908–1987)




* από το βιβλίο Κάρολος Κουν, για το θέατρο (κείμενα και συνεντεύξεις)
Επιμέλεια: Γιώργος Κοτανίδης
Εκδόσεις: Ιθάκη, 1981
Τα επιλεγμένα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι αποσπάσματα 
από συνέντευξη που παραχώρησε ο Κάρολος Κουν στον
Βάιο Παγκουρέλη για λογαριασμό του Βήματος (4.10.1981)

* φωτογραφίες: oι τρεις πρώτες είναι από την λέξη, τχ. 62/Φεβρ.1987,
η τέταρτη είναι από το miettsimiski11.blogspot.com, και
η τελευταία από το sansimera.gr


Links:
Κάρολος Κουν (1908–1987)
Kάρολος Κουν: 20 χρόνια μετά
Kάρολος Κουν, σημαντικές φράσεις του

Ετικέτες , ,

16 Οκτ 2011

122 ~ Ναγκίσα Οσίμα: ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων

Εκείνη η Μέρα ήτανε μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού, όπου μια περίεργη σιωπή βασίλευε σ' ολόκληρη την Ιαπωνία. Ήμουν δεκατριώ χρονώ και πήγαινα στη δευτέρα γυμνασίου. Βρισκόμουνα στο σπίτι μου, στα προάστεια του Κυότο, κ' έπαιζα σκάκι μ' ένα φίλο. Το μεσημέρι σταματήσαμε το παιχνίδι κι ο φίλος μου πήγε να φάει σπίτι του, δυο τετράγωνα πιο κάτω απ' το δικό μου. Εκείνη την εποχή ήταν αδιανόητο να φας αλλού, έξω από το σπίτι σου, ή να καλέσεις κάποιον για γεύμα στο δικό σου. Σε λίγο ο φίλος μου γύρισε και ξαναπιάσαμε την παρτίδα που είχαμε αφήσει στη μέση. Το απόγεμα ο ήλιος συνέχιζε να καίει πυρωμένος σαν το πρωί, όμως τα γέρικα σπίτια του Κυότο διατηρούσαν μέσα την ισκιερή δροσιά τους. Εμείς ήμασταν σκυμένοι διαρκώς πάνω απ' τη σκακιέρα. Η σκακιέρα αυτή ήταν ένα ξύλινο κουτί που είχαμε γυαλίσει τη μια του πλευρά κι απάνω της είχαμε κολλήσει ένα φύλλο χαρτί που με το μολύβι το χωρίσαμε σε ασπρόμαυρα τετράγωνα.

Στη διάρκεια της παρτίδας του σκακιού, ο κόσμος άλλαξε. Συνέβη το Γεγονός. Μας είχαν διαβεβαιώσει πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να συμβεί, κ' εμείς τους είχαμε πιστέψει. Εκείνη την παρτίδα το σκάκι, την κέρδισα ή την έχασα; Ούτε που θυμάμαι. Όπως και να 'χει το πράγμα, ακόμα κι αν την κέρδισα, τίποτα δεν αλλάζει. Η μητέρα μου άρχισε αμέσως να ετοιμάζεται για να πάει να βρει τη μικρή μου αδερφή, που την είχε στείλει στην εξοχή. Χρειάστηκε να ταξιδέψει μ' ένα τραίνο γεμάτο ως τα μπούνια, στριμωγμένη σα σαρδέλα σε κονσερβοκούτι, κρεμασμένη από μια πέτσινη χειρολαβή. Τη νύχτα την πέρασα μονάχος μου στο σπίτι. Άραγε, έφτιαξα τίποτα να φάω; Δε νομίζω. Μου φαίνεται πως δε βρήκα τίποτα φαγώσιμο στα ντουλάπια κ' έμεινα ως το πρωί κουλουριασμένος στο κρεβάτι μου, ακίνητος και νηστικός.

Κάνοντας μια αναδρομή στα περασμένα, πιστεύω πως η νεότητά μου άρχισε Εκείνη τη Μέρα. Κι αν αυτό είναι αλήθεια, θα πρέπει να παραδεχτώ πως η νεότητα μου ξεκίνησε με πολύ παράξενο τρόπο: γεννήθηκε τη στιγμή που κατάλαβα ότι δεν υπήρχε τίποτα, μα τίποτα, που να μπορούσε κανείς να πει με βεβαιότητα πως ήταν αδύνατο να συμβεί.

Νόμιζα πως στην αυγή της νεότητάς του έπρεπε ο καθένας μας να είναι πιο πλούσιος σε ελπίδες. Πεθαίνοντας ο πατέρας μου, μου είχε αφήσει ένα σωρό βιβλία (όταν πέθαν' εκείνος, εγώ ήμουνα μόλις οχτώ χρονώ), κ' έτσι, σε μικρή ηλικία άρχισα να διαβάζω πολλά από τα κλασικά έργα της λογοτεχνίας. Είχα επιχειρήσει μάλιστα να διαβάσω και μερικές σελίδες από μια παμπάλαιη έκδοση του «Κεφαλαίου». Αν λοιπόν πιστέψουμε αυτά τα σοφά έργα, η νεότητα θεμελιώνεται πάνω στην ελπίδα και την αγνότητα. Η δικιά μου όμως ξεκίνησε απ' την αποτυχία. Ούτε ίχνος ελπίδας πουθενά.

Την επομένη, θυμήθηκα τα βιβλία μου και βάλθηκα να σκάβω το χώμα του κήπου μας. Αν και μικρός ο κήπος αυτός, ήταν στολισμένος με πέτρινους πυργίσκους και φυτεμένος όλος με γλυκοπατάτες. Σε μια γωνιά του άνοιξα λάκο βαθύ κ' έθαψα ένα μεγάλο δοχείο που το γέμισα με βιβλία. Τα λεξικά και τις εγκυκλοπαίδειες μαζί με μερικά παλιά βιβλία τα 'στειλα εκεί που είχε καταφύγει η μικρή μου αδερφή. Όσα θεωρούσα πιο δικά μου και πιο πολύτιμα τα 'κρυψα μες στο δοχείο. Η κίνησή μου αυτή αποδείχτηκε απερίσκεπτη: καθώς το δοχείο ήταν διάβροχο, πολλά απ' τα βιβλία σάπισαν και καταστράφηκαν. Όταν ύστερ' από καιρό τα έβγαλα πάλι έξω, τα πτώματά τους ανέδιδαν μια βαριά και περίεργη μυρωδιά. Τα πέντε ή έξι επόμενα χρόνια, τα μόνα έντυπα που διάβαζα ήταν τα σχολικά εγχειρίδια και τα περιοδικά του μπέιζ-μπωλ. Δεν είχα λεφτά ν' αγοράζω βιβλια' το μόνο που έκανα, πότε-πότε, ήταν να κλέβω κανένα από τα βιλβιοπωλεία.

[....] Είπα πιο πάνω ότι από Εκείνη τη Μέρα έπαψα να διαβάζω βιβλία. Ασχολήθηκα με το μπέιζ-μπωλ, αλλά παρ' όλες μου τις προσπάθειες, έμεινα ο χειρότερος παίκτης της ερασιτεχνικής μας ομάδας. Το 'ριξα λοιπόν κι εγώ στο θέατρο' έγινα μέλος του θεατρικού ομίλου του σχολείου. Το παίξιμό μου ήταν φριχτό, όμως η ματαιοδοξία μου μ' έκανε να θεωρώ τον εαυτό μου ζεν-πρεμιέ. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, γράφτηκα στα νομικά, κι όχι στη φιλολογία. Πάσχισα — μάταια — ν' απομακρυνθώ από το φιλοσοφικό στοχασμό. Μοναδική μου φιλοδοξία ήταν να γίνω ένα σκέτο σώμα, μια σάρκινη ύπαρξη.

Με το που μπήκα στο πανεπιστήμιο, με κυρίευσε μια αδικαιολόγητη απελπισία. Είχα την εντύπωση πως η νεότητά μου είχε τελειώσει. Περίεργο. Σε μια ηλικία που, κανονικά, η νεότητα αρχίζει, εγώ ένιωθα πως η δικιά μου έπνεε τα λοίσθια. Τα μαθήματα δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον. Λεφτά δεν είχα. Και μολονότι διάλεξα τα νομικά, δε με θέρμαινε ο πόθος ν' ακολουθήσω καμιά σχετική σταδιοδρομία. Δεν ήμουν ερωτευμένος. Μερικές φορές σκεφτόμουνα: «Ίσως να είμαι ιδιοφυΐα»' ωστόσο ήταν φανερό πως δεν ήμουν διάνοια. Για πέντε ολόκληρα χρόνια έζησα έτσι, κουρασμένος από τα πάντα. Μες στην τεράστια πανεπιστημιούπολη δεν ήξερα πού να πάω και πού να σταθώ, δεν είχα πού να στηριχτώ. Το μόνο που αισθανόμουν ήταν μια τρελλή ταραχή, καθώς έβλεπα τη νιότη μου να σβήνει.

Ενώ βρισκόμουν σ' αυτή την κατάσταση, άρχισα ν' ασχολούμαι με το θεατρικό τμήμα του πανεπιστημίου• και από κεί, σιγά-σιγά, βρέθηκα μπλεγμένος για τα καλά στο φοιτητικό κίνημα της εποχής. Αγωνιζόμουνα μαζί με τους άλλους φοιτητές, και όταν αγωνίζεται κανείς, αναρωτιέται: Θα νικήσω; θα νικηθώ; Αργότερα, διάφορες ομάδες του κινήματος ξέφτισαν και σβήσαν. Ωστόσο, αν και νικημένοι, οι αρχηγοί αυτών των ομάδων υποστήριζαν πως είχανε νικήσει. Για ν' αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους εφεύρισκαν ένα σωρό δικαιολογίες, που δε μπορούσα να τις πιστέψω με τίποτα. Η ήττα είναι ήττα. Δεν υπάρχει λόγος να την αρνούμαστε. Όταν η σκέψη αυτή εδραιώθηκε στο μυαλό μου, ένιωσα πως η μοίρα μου ήταν συνδεδεμένη με τη μοίρα των φοιτητικών αγώνων. Ή, για να μιλήσω με κάποια μεγαλαυχία, ένιωσα συνδεδεμένος με την ίδια την Ιστορία. Από κείνη τη στιγμή η απελπισία μου εξαφανίστηκε. Άφησα το πεπρωμένο μου στις ιδιοτροπίες της στιγμής. Δε φοβόμουν πια ούτε την ήττα, ούτε την αποτυχία, ούτε τη μοναξιά. Δεν επιδίωξα και δεν πήρα καμιά ηγετική θέση στη φοιτητική κοινωνία. Έλαβα μέρος στα κινήματα και στους αγώνες μόνο και μόνο γιατί το ήθελα.

Τότε ακριβώς έπεσα πάνω σ' ένα βιβλίο και σε μια φράση, που με σημάδεψαν. Το βιβλίο ήταν «Ο Μύθος του Σισύφου» του Καμύ. Η φράση ήταν του ποιητή Αχάσι, που είχε προσβληθεί από λέπρα: «Αν δε φλέγεσαι από μόνος σου, μην περιμένεις — όπως τα ψάρια που ζούνε στο βυθό — να υπάρξει φως από πουθενά». Η φράση αυτή, καθώς και η εικόνα του Σισύφου που σπρώχνει το βράχο ως την κορφή του βουνού και συνέχεια του ξανακυλάει, αντιστοιχούσαν απόλυτα στην εσωτερική μου κατάσταση εκείνης της εποχής.

Μολονότι οι φοιτητικοί αγώνες γνώριζαν αλλεπάλληλες ήττες και μολονότι στο θέατρο του πανεπιστημίου πήγαινα από αποτυχία σε αποτυχία, τα υπόλοιπα χρόνια των σπουδών μου πέρασαν χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω. Ακούγοντας το ανούσιο λογίδριο του Πρύτανη στην απονομή των πτυχίων αισθανόμουν σα να με είχαν πάρει στο κυνήγι με τις πέτρες. Από τα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής, το μόνο που μου είχε μείνει ήταν η ζωηρή εικόνα της αποτυχίας.

Αυτή ήταν η μοναδική μου αποσκευή όταν πρωτομπήκα στο χώρο του κινηματογράφου. Εκεί, ξεκίνησε η δεύτερη νεότητά μου. Κι από κει αρχίζει μια μεγάλη, μια πολύ μεγάλη ιστορία. Όπως είναι φυσικό, προχώρησα πάλι πηγαίνοντας από αποτυχία σε αποτυχία. Ωστόσο, είμαι μια χαρά• οι άνθρωποι που με γνωρίζουνε, το ξέρουνε αυτό πολύ καλά.
Nagisa Oshima (1932)

*Ενημέρωση, 15/1/2013:
Ναγκίσα Οσίμα (31 Μαρτίου 1932-15 Ιανουαρίου 2013)





* Από την λέξη, τχ. 27, Σεπτέμβρης '83
* φωτογραφίες: davekehr.com, bookweb.kinokuniya.co.jp,
filmvideo.walkerart.org, movie-fan.jp,
masterlow.blog74.fc2.com, hanamiweb.com

Ετικέτες , ,

18 Οκτ 2010

103 ~ Φρανσουά Τρυφφώ: Ευτυχισμένη εποχή, ευτυχισμένη ζωή, καθώς... ...

Κάποια μέρα του 1942, εξαιρετικά ανυπόμονος να δω την ταινία του Μαρσέλ Καρνέ "Οι επισκέπτες του απογεύματος" που παιζόταν επί τέλους στη γειτονιά μου, στον κινηματογράφο "Πιγκάλ", αποφάσισα να μην πάω σχολείο. Η ταινία μού άρεσε πολύ και, το ίδιο βράδυ, η θεία μου που σπούδαζε βιολί στο Κονσερβατουάρ πέρασε απ' το σπίτι για να με πάει κινηματογράφο' είχε κάνει την εκλογή της: "Οι επισκέπτες του απογεύματος", κι όπως σε καμιά περίπτωση δεν θα ομολογούσα πως την είχα δει, έπρεπε να την ξαναδώ,προσποιούμενος μάλιστα πως την βλέπω για πρώτη φορά' αυτή ακριβώς τη μέρα κατάλαβα πόσο μαγικό είναι να εισχωρεί κανείς όλο και βαθύτερα σ' ένα έργο πραγματικά θαυμαστό σε σημείο μάλιστα να του δημιουργείται η ψευδαίσθηση πως ξαναζεί τη δημιουργία του.

Ένα χρόνο αργότερα παίχτηκε "Το Κοράκι" του Κλουζώ που μου δημιούργησε ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό' πρέπει να το είδα πέντε ή έξι φορές ανάμεσα στην ημερομηνία που πρωτοπαίχτηκε (Μάιος 1943) και την Απελευθέρωση που το απαγόρευσε' αργότερα, όταν το επέτρεψαν και πάλι, το ξανάβλεπα πολλές φορές κάθε χρόνο σε σημείο που έμαθα το διάλογό του απ' έξω, έναν διάλογο πολύ ώριμο σε σχέση με κείνους άλλων ταινιών που διέθετε μια εκατοντάδα σκληρών λέξεων. Λέξεις που ανακάλυπτα προοδευτικά το νόημά τους...

[....] Τις πρώτες μου διακόσιες ταινίες τις είδα λαθραία, είτε σκάζοντάς το από το σχολείο και μπαίνοντας μέσα στην αίθουσα χωρίς να πληρώσω - απ' την έξοδο κινδύνου ή απ' τα παράθυρα της τουαλέτας - είτε επωφελούμενος το βράδυ απ' την απουσία των γονιών μου αναγκασμένος να ξαναβρεθώ στο κρεβάτι, κάνοντας πως κοιμάμαι, τη στιγμή που θα γύριζαν. Πλήρωνα λοιπόν τη μεγάλη αυτή ευχαρίστηση με δυνατούς πόνους στην κοιλιά, μ' ένα στομάχι σφιγμένο κι ένα κεφάλι να καίει και πλημμυρισμένος από ένα αίσθημα ενοχής που δεν μπορούσε παρά να μεγαλώνει τις συγκινήσεις που μου πρόσφερε το θέαμα.

Ένοιωθα μεγάλη ανάγκη να μπω μέσα στις ταινίες και κατόρθωνα φτάνοντας όσο γίνεται πιο κοντά στην οθόνη να χάνω την αίσθηση της αίθουσας' απόρριπτα τις ταινίες εποχής, όπως επίσης τις πολεμικές και τα γουέστερν, γιατί δυσκολευόμουν να ταυτιστώ μαζί τους' έτσι δεν μου έμεναν παρά οι αστυνομικές και οι ερωτικές ταινίες' αντίθετα απ' ό,τι γινόταν με τους θεατές της ηλικίας μου, ταυτιζόμουν όχι με τους ηρωικούς χαρακτήρες αλλά με τα πρόσωπα που βρίσκονταν σε μειονεκτική κατάσταση και πιο συστηματικά μ' όλους εκείνους που είχαν αμαρτήσει.

[....] Με ρωτούν συχνά σε ποια στιγμή της κινηματογραφοφιλίας μου είχα την επιθυμία να γίνω σκηνοθέτης ή κριτικός και πραγματικά δεν έχω να δώσω καμιάν απάντηση' το μόνο που ξέρω είναι πως ήθελα να έρθω όσο γίνεται πιο κοντά στον κινηματογράφο. Ένα πρώτο στάδιο ήταν να βλέπω πολλές ταινίες, ένα δεύτερο να σημειώνω βγαίνοντας απ' την αίθουσα τ' όνομα του σκηνοθέτη, ένα τρίτο να ξαναβλέπω συχνά τις ίδιες ταινίες και να ξεκαθαρίζω τις προτιμήσεις μου σε σχέση με τους σκηνοθέτες. Αλλά σε κείνη την περίοδο της ζωής μου, ο κινηματογράφος είχε για μένα τη μορφή ενός ναρκωτικού, σε σημείο μάλιστα που, όταν στα 1947 δημιούργησα μια Κινηματογραφική Λέσχη, της έδωσα το φιλόδοξο και αποκαλυπτικό όνομα "Κινηματογραφομανής Κύκλος". Είχε συμβεί μάλιστα να δω την ίδια ταινία πέντε ή έξι φορές μέσα στον ίδιο μήνα, χωρίς όμως να μπορώ να διηγηθώ με ακρίβεια το σενάριό της, γιατί τη μια φορά κάποια μουσική όπως ακουγόταν, την άλλη μια καταδίωξη μέσα στη νύχτα, την τρίτη τα δάκρυα της ηθοποιού με μεθούσαν, μ' έκαναν ν' απογειωθώ και με πήγαιναν πολύ πιο μακριά απ' ό,τι η ίδια η ταινία.

Τον Αύγουστο του 1951, άρρωστος και φυλακισμένος στο Τμήμα Κρατουμένων ενός στρατιωτικού νοσοκομείου - μας περνούσαν χειροπέδες ακόμη κι όταν πηγαίναμε για ντους ή απλά για την ανάγκη μας - λυσσούσα στο κρεβάτι μου διαβάζοντας σε μιαν εφημερίδα πως ο Όρσον Ουέλλες ήταν αναγκασμένος να αποσύρει τον "Οθέλλο" του απ' τον συναγωνισμό της Βενετίας, γιατί δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του την αποτυχία, που ήταν μοιραία, καθώς θ' αναμετριόταν με τον "Άμλετ" του Λώρενς Ολίβιε, μια βρετανική υπερπαραγωγή. Ευτυχισμένη εποχή, ευτυχισμένη ζωή, καθώς μας βρίσκουν πιο ανήσυχους για την τύχη των ανθρώπων που θαυμάζουμε απ' ό,τι για την δική μας!
François Roland Truffaut (1932–1984)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από το περιοδικό
η λέξη, τ.41/Ιανουάριος 1985 -
μετάφραση: Θανάσης Νιάρχος
* φωτογραφίες: rejected treatment, Η λέξη-τ.41,
independent.co.uk, france.magazine.org

Ετικέτες , ,

5 Ιαν 2009

66 ~ Pier Paolo Pasolini: Προσδίδω μεγάλο κύρος σε αυτόν που έχω μπροστά μου, χωρίς να κάνω καμιά απολύτως διάκριση

* Το βουτυρόπαιδο και το υποπρολεταριάτο...Ήμουν δυστυχώς ένα βουτυρόπαιδο. Ο πατέρας μου αξιωματικός η μητέρα μου δασκάλα. Μεγάλωσα στην Βόρεια Ιταλία στο Φρίουλι. Μετά πήγα στην Ρώμη και γνώρισα έναν άγνωστο κόσμο. Τον κόσμο του υποπρολεταριάτου. [....] Εγώ, λοιπόν, το βουτυρόπαιδο, έφτασα στη Ρώμη... και έμεινα κατάπληκτος, εμβρόντητος... από την εμφάνιση του κόσμου που δεν γνώριζα. Μου κινήθηκε το ενδιαφέρον γι' αυτόν τον κόσμο... όπως συμβαίνει με όλα όσα με εντυπωσιάζουν βαθιά. Οι ποιητές μιλούν γι' αυτό που τους συμβαίνει. Οι ποιητές μιλούν γι' αυτά που τους εντυπωσιάζουν. [....] Σ' αυτό το σπίτι έμεινα τρία χρόνια. Εδώ έγραψα το πρώτο μου βιβλίο «Τα παιδιά της ζωής». Είναι μια απάντηση σε όλους αυτούς που λένε... ότι ήρθα στις συνοικίες της Ρώμης για τουρισμό. Έζησα εδώ γιατί ήμουνα πάρα πολύ φτωχός. Ήρθα από το Φριούλι και ήμουνα άνεργος. Έμεινα στη Ρώμη ένα χρόνο ψάχνοντας για δουλειά. Αργότερα βρήκα μια δουλίτσα σε ένα σχολείο. Στο Τσιαμπίνο, πολύ μακριά από εδώ. Δούλευα για 27.000 λιρέτες το μήνα. Έζησα από κοντά τη ζωή στις συνοικίες της Ρώμης. Έγραψα το βιβλίο «Τα παιδιά της ζωής» και την ποιητική συλλογή «Οι στάχτες του Γκράμσι». Έκανα μια ποιητική ανθολογία στην Ιταλική διάλεκτο. Και μια ανθολογία με λαϊκά ποιήματα. Δούλεψα πολύ εκείνη τη χρονιά. Βλέπετε, η πραγματικότητα σας μιλάει. Βλέπετε αυτούς τους στίχους; Σπίτια που τα έχτισαν οι εργάτες με τα χέρια τους. Είναι χαρακτηριστική συνοικία. Δεν είναι σαν τις συνοικίες του υποπρολεταριάτου. Οι συνοικίες που περιγράφω στα βιβλία και στις ταινίες είναι συνοικίες που κατασκεύασε ο φασισμός... σαν στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους φτωχούς.

[....] Πήγαινα να δώσω μια διάλεξη στο Πανεπιστήμιο, όταν ένιωσα κάτι παγερό στην πλάτη και το κεφάλι. Διαπίστωσα ότι ήταν άσπρη μπογιά. Γύρισα και είδα μια ομάδα νεαρών φασιστών γύρω μου. Μαζί μου ήταν ο Νινέτο και τ' αδέλφια του. Εγώ ξεμονάχιασα έναν, αυτοί τους άλλους. Οι δύο δέχτηκαν αργότερα επίθεση με αυτοκίνητο. Αυτός που χτυπούσα εγώ το 'βαλε στα πόδια. Τον κυνήγησα για ένα χιλιόμετρο. Βλέποντας ότι δεν μπορούσε να μου γλιτώσει... ανέβηκε πάνω σε ένα σταματημένο τραμ, ανέβηκα και γω κι εκείνος άρχισε να με κλωτσάει. Επειδή είδε ότι ούτε με τις κλωτσιές μου ξέφευγε, βγήκε από την μπροστινή πόρτα του τραμ. Έκανα το ίδιο και συνέχισα να τον κυνηγώ. Ξαφνικά τον έχασα, είχε μπει μέσα σε ένα γκαράζ που είχε, φαίνεται, δύο πόρτες και έτσι ξέφυγε. Έτσι έχει το επεισόδιο με τους φασίστες. [....] Δύο, νομίζω, ότι είναι οι λόγοι που εξηγούν την αγάπη μου, την άνεση μου με τον χώρο του υποπρολεταριάτου. Ο ένας είναι ψυχολογικός. Εγώ, και να θέλω, δεν μπορώ να κάνω διακρίσεις. Είτε έχω μπροστά μου ένα υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, είτε έναν ταπεινό σκουπιδιάρη, είναι το ίδιο. Κι αυτό από μια παιδική συστολή, πιστεύω. Συχνά δυσκολεύομαι να μιλήσω στον ενικό σε σκύλο, αυτή τη συστολή την έχω όχι μόνο με ανθρώπους... αλλά με κάθε ζωντανό πλάσμα. Προσδίδω μεγάλο κύρος σε αυτόν που έχω μπροστά μου, χωρίς να κάνω καμιά απολύτως διάκριση. Όλα τα ζωντανά πλάσματα που έχω μπροστά μου... είναι σχεδόν πάντα μητέρες και πατέρες. Ο δεύτερος λόγος είναι ιστορικός... λιγότερο διασκεδαστικός αλλά εξίσου σημαντικός.

[......] Στις ταινίες μου... μιλάω για τη δική μου δουλειά, δεν υπάρχουν συνεχόμενα πλάνα. Ποτέ! Υπάρχουν ελάχιστα γενικά πλάνα. Και ποτέ δεν γίνεται σύνδεση. Μοντάζ δύο γενικών πλάνων. Ή δύο μέσων πλάνων... χαρακτηριστικό των ρεαλιστικών ταινιών. Στις ταινίες μου υπάρχει κάτι ακόμα. Επικρατούν... λέγεται αυτό; (διαρκούν) τα γκρο-πλάν. Δεν χρησιμοποιούνται για να προσδώσουν ζωντάνια. Αλλά μάλλον ιερότητα. Χαρακτηριστικό αυτού του ύφους δεν είναι η ελπίδα, αλλά η απελπισία. Με την εξαφάνιση της ελπίδας... χάνεται και η αγάπη για τον μέσο άνθρωπο. Αγαπούν τον ήρωα. Τον άνθρωπο - εξαίρεση. Εγώ είμαι σαν τον γλύπτη. Το πορτραίτο των ανθρώπων των συνοικιών της Ρώμης... ή κάποιου άλλου ανθρώπου... δεν είναι κάτι κομψό και οικείο... αλλά είναι τεράστιο άγαλμα. (από γαλλικό ντοκυμανταίρ που προβλήθηκε στην ΝΕΤ - απόδοση: Κούλα Καφέτζη, Σοφία Στεργιοπούλου)
* Ο Αλέκος Παναγούλης και ο αγώνας των φοιτητών
20 Nοεμβρίου, 1968 - Ο Παναγούλης πρόκειται να τουφεκιστεί κι εγώ δεν μπορώ ούτε κατά διάνοια ν' ανεχτώ κάτι τέτοιο. Βρίσκομαι κλεισμένος σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου δέσμιος υποχρεώσεων, μελλοντικών σχεδίων, κ.λπ., όμως συνάμα κυριευμένος από ένα περίεργο αίσθημα νευρικότητας εξαιτίας της ανικανότητας μου ν' αντιδράσω. Είναι αλήθεια ότι τις τελευταίες δεκαετίες μου συνέβη συχνά να ζυμωθώ με τον κόσμο και «ν' αποφασίσω» κι εγώ ανάμεσα σε κραυγές διαμαρτυρίας σαν αυτές που σήμερα τόσο εντυπωσιακά και βίαια εκτινάζονται ψηλά μέχρι τον ουρανό του Τορίνο. Πολλές φορές υπέφερα κι ένιωθα να σκίζονται τα σπλάχνα μου από αγωνία και θυμό, όμως ποτέ πριν δεν μου συνέβη να νοιώσω έτσι όπως σήμερα. Τι το ειδικό έχει αυτή η καταδίκη εις θάνατον; Δεν ξέρω πώς να το εκφράσω. Μου 'ρχονται στο νου μονάχα κάτι κοινοτοπίες όπως π.χ.: είναι η σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί τώρα ξαφνικά φαίνεται το ποτήρι αυτό γεμάτο μέχρι το χείλος ώστε να ξεχειλίσει. Βεβαίως ανέκαθεν αναρωτιόμουν αν το ποτήρι της υποταγής και της καρτερίας μας μπορούσε να έχει απύθμενη χωρητικότητα. Και βρίσκομαι τώρα να κρατώ εγώ ένα ποτήρι ξέχειλο χωρίς καθόλου να διαθέτω την εμπειρία κάποιου που έχει φτάσει στα όρια της ανοχής. Δεν υπάρχει καλύτερο παράδειγμα γι' αυτό που λέω από την περίπτωση του Παναγούλη...

21 Νοεμβρίου, 1968 - Ανοίγω την εφημερίδα, που μου πέρασαν από τη χαραμάδα της πόρτας. «Λιγοστεύουν οι ελπίδες για τον Παναγούλη». Όμως γιατί λιγοστεύουν»; Διότι ο Παναγούλης ελπίζει να πεθάνει. Μα τέτοιες υπάρχουν ήδη «πολλές ελπίδες» για τον Παναγούλη. Όμως έτσι κάνει λάθος ο ίδιος γιατί δεν ξέρει πώς να είναι ήρωας. Από τη στιγμή που ο ίδιος αναγνωρίζεται ήρωας είναι ταυτοχρόνως ο εξορκισμένος, ο αποδιοπομπαίος.
Είναι πλέον καθημερινό φαινόμενο το να απαιτείται η αγιότητα των άλλων για να διατηρήσουμε εμείς ήσυχη τη συνείδηση μας τη στιγμή που όλοι ξέρουμε ότι δεν υπάρχουν άγιοι. Όταν συνειδητοποιήσουμε τι είναι τους καθαγιάζουμε, τους αγιοποιούμε. Η καθαγίαση τους ξεχωρίζει από τους άλλους, τους απομονώνει, τους κατηγοριοποιεί και τους καθιστά ακίνδυνους και κάπως κωμικούς και σχηματοποιημένους.
Η αυταρχική κοινωνία δημιουργεί μόνη της τους ήρωες της και μετά τους τοποθετεί στο πάνθεον της. Ο Παναγούλης είναι ήρωας. Οι συνταγματάρχες είναι σκληροί. Κι όλα πάνε μια χαρά. Εγώ από ανθρωπιά και μόνο δεν μπορώ να ανεχθώ το θάνατο του. [....] Εξ αποστάσεως κάθε φωνή διαμαρτυρίας στην πλατεία γίνεται με τις άλλες ένα. Γιατί η απόσταση διορθώνει, φιλτράροντας αδιάφορα μέσα στον χώρο, την αίσθηση εκείνων των κραυγών, τη χαώδη τους συμβατικότητα και την όποια βαρβαρότητα τους. Έτσι όλες τους γίνονται οδυνηρές, μυστηριώδεις, σαν να προέρχονται από έναν άλλον κόσμο, άλλους καιρούς. Και να, εξαιτίας της απόστασης οι κραυγές των διαδηλωτών, πέρα από το ότι είναι όλες τους όμοιες στον παρόντα χρόνο, είναι επίσης ίδιες με εκείνες τις άλλες του παρελθόντος. Αυτές κάλλιστα θα μπορούσαν να είναι οι κραυγές των παλιών φασιστών ή και των λησμονημένων σήμερα παρτιζάνων (στην ανεκδιήγητη άνοιξη του '45).
Τελικά από ψηλά βλέπω ότι το Τορίνο δεν έχει αλλάξει. Οι μακροί του δρόμοι xάνονται μέσα στην γνωστή, κάπως ομιxλώδη, ατμόσφαιρα των ωραίων ψυxρών ημερών και πάνω σ' αυτά τα σκούρα, επίπεδα και αυστηρά οριοθετημένα οικοδομικά συγκροτήματα, τα σχεδιασμένα αχνά μέσα στην αύρα υπάρχει σαν μέσα σε μια γάζα το γαλάζιο, ένα καταραμένο γαλάζιο (δειλό, κυνικό σημάδι μιας άμωμης και ανέγγιχτης σύλληψης του χρόνου. Ο ουρανός και η φύση εκφράζουν μια αντίθεση που γίνεται ολοένα και πιο οδυνηρή μαζί μ' εκείνες τις κραυγές που ολοένα και περισσότερο γίνονται οι κραυγές κάθε τόπου, κάθε καιρού). Αραγε αυτοί οι φοιτητές που αγριοφωνάζοντας σκορπίζουν παντού πανικό να διαδηλώνουν υπέρ του Παναγούλη; Η παράξενη κραυγή τους που φτάνει ως εδώ κατά κύματα σαν από τα μακρινά βάθη του χρόνου ή μέσα από την καρδιά μιας μέρας μπορεί να εμπεριέχει την διαμαρτυρία εναντίον της δολοφονίας του; Ναι, είναι η μοναδική ελπίδα. Ο κόσμος όλος συρρικνωμένος σ' ένα πράγμα πολλαπλασιάζεται πολλές φορές επαναλαμβάνοντας το ίδιο αίσθημα.

23 Νοεμβρίου, 1968 - Δεν μπορώ να καταλάβω αυτό τον αγώνα των φοιτητών να απαιτούν να πραγματοποιούν τις συνελεύσεις τους μέσα στις σχολές. Και γιατί μέσα; Γιατί δεν συνεχίζουν τις συγκεντρώσεις τους στις πλατείες, στους κήπους, ή στις σοφίτες; Γιατί απαιτούν και αποσπούν από τους «ανωτέρους» αυτή την ελευθερία και μάλιστα την εξασφαλίζουν σε χώρους οι οποίοι από τη φύση τους δεν είναι χώροι ελευθερίας; Αυτό που έχω να πω εδώ είναι ότι όποιος διεκδικεί την ελευθερία του μετά [όταν την έχει] δεν ξέρει τι να ην κάνει. Σκέφτομαι λοιπόν ότι οι φοιτητές θα 'πρεπε να αγωνιστούν όχι για να κερδίσουν την αυτονομία και την εφαρμογή των δικαιωμάτων τους: τουλάχιστον όχι μόνο γι' αυτό. Αλλά κυρίως για να πετύχουν να αποτελούν μέρος πραγματικά σημαντικό της κοινής γνώμης. Το λέω αυτό γιατί - όπως ήταν τελικά αναμενόμενο - στην πραγματικότητα δεν ήταν οι ίδιοι αλλά η άλλη κοινή γνώμη, η επίσημη, που συνετέλεσε στη διφορούμενη απόφαση για τη ζωή του Παναγούλη (την επ' αόριστον αναβολή της θανατικής εκτέλεσης).

* Τα κατά Ματθαίον πάθη
Ήμουν φιλοξενούμενος στην Φίλο Χριστιανική Κοινότητα της Ασσίζης την οποία άλλωστε επισκέφθηκα και μετά, περισσότερο από μια φορά, εφόσον ήταν μια πόρτα πάντοτε ανοιχτή γι' ανθρώπους σαν κι εμένα. Ήταν 2 Οκτωβρίου 1962 και επρόκειτο να φθάσει από το Λορέτο ο πάπας Ιωάννης XXIII, ο πρώτος πάπας που έβγαινε από το Βατικανό κι ερχόταν να προσευχηθεί στο κοιμητήρι του Φτωχούλη για την προσεχή Σύνοδο.
Είχα ξαπλώσει στο κρεβάτι και μου άρεσε ν' αφουγκράζομαι την πόλη που έβραζε από φωνές και βήματα, διψούσε από περιέργεια και ικανοποίηση. Άκουγα χιλιάδες ποδοβολητά στους δρόμους να ηχούν. Συλλογιζόμουν εκείνο τον γλυκύτατο χωρικό Πάπα που είχε στρέψει τις καρδιές προς μια ελπίδα η οποία φαινόταν τότε απλησίαστη και προς την οποία ήταν ανοιχτές οι πύλες της Παναγίας των Ουρανών, έτσι καθώς πήγαινε να συναντήσει κλέφτες κι εγκληματίες. Ήταν οπλισμένος μονάχα με την απέραντη φιλευσπλαχνία του.
Ακόμη κι εγώ αισθάνθηκα για μια στιγμή την ανάγκη να σηκωθώ, να τρέξω να πάω να τον συναντήσω, να τον δω από κοντά και να τον κοιτάξω κατευθείαν στα μάτια. Ενώ όμως οι κωδωνοκρουσίες βούιζαν στο κεφάλι μου ξαφνικά η επιθυμία μου να τον δω εξαφανίστηκε. Συνειδητοποίησα ότι αν μ' έβλεπε ο κόσμος θα γινόταν τρομερό πανδαιμόνιο και θα μπορούσαν να με κατηγορήσουν ότι βρήκα την ευκαιρία να κάνω εύκολη διαφήμιση.
Εφόσον δεν αισθανόμουν καθόλου άσωτος υιός για πολλούς αυτή η συμπεριφορά μου θα ήταν μια κακόγουστη σκηνή.
Απλωσα ενστικτωδώς το χέρι στο κομοδίνο και πήρα την Καινή Διαθήκη που υπάρχει σε όλους τους ξενώνες και ξεκίνησα να διαβάζω από την αρχή, δηλαδή από το πρώτο εκ των τεσσάρων Ευαγγελίων, αυτό του Ματθαίου. Κι από την πρώτη σελίδα έφτασα μέχρι την τελευταία - το θυμάμαι πολύ καλά - από αντίδραση, σχεδόν αμυνόμενος, αλλά και με ικανοποίηση, για τον έξω θόρυβο της πόλης στη γιορτή. Τελικά κλείνοντας το βιβλίο ανακάλυψα ότι ανάμεσα στην πρώτη οχλοβοή και στις τελευταίες κωδωνοκρουσίες που ξεπροβόδιζαν στην αναχώρηση του τον προσκυνητή Πάπα, είχα διαβάσει ολόκληρο αυτό το έντονο μα συνάμα γαλήνιο, το τόσο εβραϊκό και μαχητικό κείμενο που είναι ο λόγος του Ματθαίου.
Και παλιότερα μου είχε περάσει πάλι από το νου να κάνω μια ταινία πάνω στα Ευαγγέλια όμως αυτή η ταινία γεννήθηκε σ' εκείνο το χώρο, εκείνη τη μέρα, εκείνες ακριβώς τις στιγμές. Κατάλαβα επίσης ότι πέραν της διπλής υποβλητικότητας - της ανάγνωσης μου από τη μια και της έξωθεν ηχητικής υπόκρουσης από την άλλη, με τις φωνές και τις κωδωνοκρουσίες -υπήρχε ήδη στο μυαλό μου ο πραγματικός πυρήνας και το προσχέδιο του σεναρίου. Συνεπώς ο μοναδικός στον οποίο θα μπορούσα ν' αφιερώσω την ταινία δεν ήταν άλλος από τον Πάπα Ιωάννη. Και γι' αυτό την αφιέρωσα στην αγαπημένη του «σκιά». Στην σκιά του που είναι η επιβλητική φτώχεια της πίστης και όχι το αντίθετο της. - (απόδοση: Θ. Φωσκαρίνης)Πιερ Πάολο Παζολίνι (1922-1975)



* Τα κείμενα είναι από το αφιερωματικό τεύχος της Οδού Πανός -
Νο.130
, Οκτ. 2005

* φωτογραφίες: pasian.it, georgiamada.splinder.com


* για τον Π.Π.Π., ο Γιάννης Ρίτσος, ο Αλέξανδρος Παναγούλης και
ο Γιώργος Χρονάς

* H Μαρία Κάλλας στον Π.Π.Π.
* Περισσότερα για τον Πιερ Πάολο Παζολίνι
από το blog Gay Βιβλιογραφία στα Ελληνικά:

(1),(2), (3), (4), (5), (6), (7), (8)

Ετικέτες , , , ,

21 Νοε 2008

62 ~ Orson Welles: Με ενδιαφέρει η πράξη, όχι το αποτέλεσμα

Ήμουν ένα από εκείνα τα τερατώδη πλάσματα, δεν ξέρω αν έχετε υπ' όψη σας, με τη μπαγκέτα του διευθυντή στο χέρι. Έπαιζα βιολί και πιάνο, και δεν υπάρχει τίποτα πιο μισητό πάνω στη γη. Ήμουν ένα από αυτά. Η μητέρα μου, της οποίας το επάγγελμα ήταν μουσικός, πέθανε όταν ήμουν εννέα ετών, και τότε σταμάτησα αμέσως να παίζω μουσική. Ήταν ένα είδος τραύματος, ένα είδος σοκ που οφειλόταν στο θάνατό της, αναμεμειγμένο, πιστεύω, κατά βάθος με την τεμπελιά... και την ευχαρίστηση να μην συνεχίσω να εξασκούμαι στο σολφέζ. Έτσι εγκατέλειψα τη μoυσική μου καριέρα, μιας και αυτός ήταν ο αρχικός μου προορισμός.

* Ναι, ήμoυν ένα ιδιαίτερα κακομαθημένο παιδί. Διότι από την ημέρα που άρχισα να καταλαβαίνω, μου έλεγαν ότι ήμoυν καταπληκτικός. Επί χρόνια δεν άκουσα ποτέ μια απoγoητευτική κουβέντα. Δεν είχα ιδέα για το τι με περίμενε. Ζωγράφιζα, και μου έλεγαν ότι δεν είχαν δει ποτέ ζωγραφιές που να μοιάζουν τόσο πολύ με το πρωτότυπο. Έπαιζα μoυσική και κανένας δεν είχε ξαναπαίξει τόσο καλά. Κι εγώ πίστευα ότι δεν υπήρχαν όρια στις δυνατότητές μου.

* Δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου σε σχολή κινηματογράφου. Δίχως άλλο με άγγιξε η χάρη της απόλυτης άγνοιας. Έμαθα ό,τι χρειάζόταν μέσα σε τρεις ώρες, όχι διότι είμαι ιδιαίτερα έξυπνος, αλλά διότι ο κινηματογράφος είναι απλός.

* Βασικά πιστεύω ότι έκανα λάθος που παρέμεινα στον κόσμο του κινηματογράφου, όμως πρόκειται για ένα σφάλμα για το οποίο δεν μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου, διότι θα ήταν σαν να λέω ότι δεν θα έπρεπε να έχω παντρευτεί μια ορισμένη γυναίκα, αλλά ότι το έκανα διότι την αγαπoύσα. Θα είχα πολύ μεγαλύτερη επιτυχία εάν δεν την είχα παντρευτεί. Θα είχα πολύ μεγαλύτερη επιτυχία εάν είχα εγκαταλείψει αμέσως τον κινηματογράφο, εάν είχα παραμείνει στο θέατρο ή αν είχα μπει στην πολιτική, εάν είχα γίνει συγγραφέας ή οτιδήποτε άλλο. Χαράμισα μεγάλο μέρος της ζωής μου προσπαθώντας να βρω χρήματα, για να μπορέσω να κάνω τη δουλειά μου χρησιμοποιώντας αυτό το τόσο ακριβό κουτί με τα χρώματα, που είναι η ταινία. Χαράμισα πάρα πολλή ενέργεια κυνηγώντας πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση με τη δημιουργία μιας ταινίας. Ας πούμε ότι χρησιμοποίησα το 2% του χρόνου μου για να δημιουργώ ταινίες, και το 98% για να τραβιέμαι δεξιά και αριστερά ώστε να μπορέσω να τις γυρίσω.
Θα συνεχίσω να είμαι πιστός στο κορίτσι μου. Το αγαπάω. Ερωτεύομαι τόσο παράφορα γυρνώντας μια ταινία, που το θέατρο έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για μένα. Μου αρέσει μόνο να γυρίζω ταινίες. Δεν είμαι λάτρης του κινηματογράφου. Δεν πηγαίνω συχνά στον κινηματογράφο. Αντίθετα πιστεύω ότι είναι επιβλαβές για έναν σκηνοθέτη να βλέπει άλλες ταινίες, διότι τελικά τείνομε να τις μιμηθούμε, ή προσπαθούμε να μη τις μιμηθούμε καθόλου.

* Νομίζω ότι γνωρίζετε την ιστορία της Κυρίας της Σαγκάης. Εκείνην την εποχή εργαζόμουν σε μια συναρπαστική θεατρική ιδέα για τον Γύρο του Κόσμου σε Ογδόντα Ημέρες, την οποία έπρεπε αρχικά να παραγάγει ο Μάικ Τοντ. Όμως ο Τοντ κήρυξε πτώχευση από τη μία στιγμή στην άλλη, και εγώ βρέθηκα στη Βοστόνη την ημέρα της πρεμιέρας, να αδυνατώ να παραλάβω τα κοστούμια από το σταθμό, διότι υπήρχε ένα χρέος πενήντα χιλιάδων δολαρίων. Δίχως εκείνα τα χρήματα δεν μπορούσαμε να ανεβάσουμε το έργο. Εκείνην την εποχή είχα ήδη χωρίσει από τη Ρίτα, ούτε καν μιλούσαμε. Δεν είχα πρόθεση να γυρίσω ταινία μαζί της. Από τη Βοστόνη επικοινώνησα με τον Χάρι Κον, τον διευθυντή της Κολούμπια, ο οποίος βρισκόταν στο Χόλιγουντ και του είπα: «Έχω μια καταπληκτική ιστορία, εάν μου στείλεις πενήντα χιλιάδες δολάρια με τηλεγραφική επιταγή μέσα σε μία ώρα, υπογράφω σuμβόλαιo για το γύρισμα», Ο Κον με είχε ρωτήσει: «Τι ιστορία;», Εγώ τηλεφωνούσα από το ταμείο του θεάτρου, Δίπλα υπήρχε ένας πάγκος με εκτεθειμένα βιβλία τσέπης, και του έδωσα τον τίτλο ενός από αυτά: Η Κυρία της Σαγκάης. Του είχα πει: «Αγόρασε το μυθιστόρημα και εγώ θα το κάνω ταινία». Μια ώρα αργότερα λάβαμε τα χρήματα. Στη συνέχεια διάβασα το βιβλίο και το βρήκα απαίσιο, έτσι κάθισα κάτω και προσπάθησα να γράψω μια ιστορία όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Έφτασα στο Χόλιγουντ με πολύ περιορισμένο βαλάντιo και έξι εβδoμάδες για το γύρισμα. Όμως χρειαζόμουν και άλλα χρήματα για το θέατρό μου. Ο Κον με ρώτησε γιατί δεν χρησιμοποιούσα τη Ρίτα. Εκείνη είχε πει ότι θα το ήθελε πολύ. Την άφησα να καταλάβει ότι η ηρωίδα δεν ήταν συμπαθής, ήταν μια γυναίκα που είχε σκοτώσει και αυτό μπορούσε να βλάψει την εικόνα της σταρ στα μάτια του κοινού. Όμως η Ρίτα ήταν απόλυτα αποφασισμένη να παίξει σε αυτήν την ταινία, έτσι αντί να στοιχίσει τριακόσιες πενήντα χιλιάδες δολάρια μετατράπηκε σε ταινία των δύο εκατομμυρίων δολαρίων. Η Ρίτα φέρθηκε με μεγάλη συναδελφικότητα. Αυτός που πραγματικά έφριξε βλέποντας την ταινία ήταν ο Κον.

* Δεν αφοσιώνομαι σε αυτό που κάνω. Πράγματι, κατ' εμένα δεν αξίζω τίποτα. Δεν είμαι όμως κυνικός όσον αφορά την επεξεργασία των υλικών. Είναι δύσκολο να το εξηγήσω. Εμείς οι επαγγελματίες πειραματιστές κληρονομήσαμε μια παλιά παράδοση. Μερικοί από εμάς υπήρξαν μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά οι μούσες μας δεν έγιναν ποτέ ερωμένες μας. Π.χ., ο Λεονάρντο θεωρούσε τον εαυτό του έναν επιστήμονα που ζωγράφιζε και όχι τόσο ένα ζωγράφο που ήταν και επιστήμονας. Σίγουρα δεν θέλω να παρομοιάσω τον εαυτό μου με τον Λεονάρντο, απλώς προσπαθώ να εξηγήσω ότι υπάρχει μια ατελείωτη σειρά ατόμων, τα οποία ήδη βλέπουν το έργο τους σαν μια διαφορετική ιεραρχία αξιών, που είναι σχεδόν ηθικές αξίες. Κατά συνέπεια δεν εκστασιάζομαι όταν βρεθώ μπροστά σε ένα αριστούργημα. Εκστασιάζομαι όταν βρεθώ μπροστά στην ανθρώπινη μηχανή. Το έργο μας, αφ' ης στιγμής τελειώσει, δεν έχει τη σπουδαιότητα που του αποδίδουν. Εμένα με ενδιαφέρει η πράξη, όχι το αποτέλεσμα, και με αφορά το αποτέλεσμα μόνο όταν αυτό μυρίζει ανθρώπινο ιδρώτα ή σκέψη.
Όρσον Γουέλς (1915-1985)




* από το Δέντρο - τχ. 141/142, Μάιος 2005
[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Όρσον Γουέλς
"It's all true-Interviews on the art of cinema"]
απόδοση για το Δέντρο: Φανή Μουρίκη
* φωτογραφίες: bergen-filmklubb.no, afi.com,
cincity2000.com

Ετικέτες , , , ,

8 Νοε 2008

61 ~ Derek Jarman: Ο κήπος μου

...Τα σύνορα του κήπου μου είναι ο ορίζοντας, δεν υπάρχουν τοίχοι ή φράχτες. Σ’ αυτό το έρημο τοπίο μόνο ο άνεμος σπάζει τη σιωπή και οι γλάροι που τσακώνονται γύρω από τους ψαράδες που φέρνουν την απογευματινή ψαριά τους. Εδώ έχει περισσότερο φως από οπουδήποτε στην Βρετανία.

...Μόνος πάλι. Κάθομαι και κυττάζω τον ήλιο που δύει πίσω από τον σταθμό πυρηνικής ενέργειας, ήλιος ροδοκίτρινος σαν το τραπεζομάντηλο της γιαγιάς μου στο τραπέζι. Ένα μεγάλο πορτοκαλί φεγγάρι κρέμεται πάνω απ’ τη θάλασσα και οι άνεμοι καταλαγιάζουν καθώς πέφτει η νύχτα.

...Eίμαι κουρασμένος απόψε. Τα μάτια μου δεν εστιάζουν, το σώμα μου λυγίζει κάτω από τη βάρος της μέρας, αλλά καθώς σας αφήνω, φιλαράκια μου queer, αφήστε με να σας εγκαταλείψω τραγουδώντας...

...Είθε νάχετε ένα καλύτερο μέλλον, αγαπήστε χωρίς έγνοια και να θυμάστε ότι αγαπήσαμε κι εμείς. Καθώς οι σκιές μικραίνουν, βγαίνουν τ' αστέρια.

Είμαι ερωτευμένος.

(μτφ: Ιωάννα Μοάτσου-Στρατηγοπούλου)

= = = =

Περπατώ σ' αυτόν τον κήπο
κρατώντας τα χέρια των νεκρών φίλων
Γοργό ήρθε το γήρας για την παγωμένη μου γενιά.
Κρύο, κρύο, κρύο, πέθαναν τόσο σιωπηλά
Οι ξεχασμένες γενεές άραγε φώναξαν,
ή αποχώρησαν, παραίτηση γεμάτες,
ήσυχα διαμαρτυρόμενες περί της αθωότητάς τους;
Δεν έχω λόγια
το χέρι μου, τρεμάμενο, την οργή μου δε μπορεί να εκφράσει.
Κρύο, κρύο, κρύο, πέθαναν τόσο σιωπηλά.

Χέρια ενωμένα. 4 προ μεσημβρίας,
βαθιά κάτω απ' την πόλη στην οποία κοιμηθήκατε,
αυτήν που ποτέ δεν άκουσε το γλυκό άσμα της σάρκας.
Κρύο, κρύο, κρύο πέθαναν τόσο σιωπηλά.

Ο Ματθαίος εραστής του Μάκρου, εραστή του Λουκά εραστή του Ιωάννη
κι εγώ ξαπλώνω στο δικό του το ντιβάνι,
ενώστε τ' ακροδάχτυλα, και πάλι τραγουδήστε.
Κρύο, κρύο, κρύο, πεθαίνουμε τόσο σιωπηλά.

Λουλούδια μου, τριαντάφυλλα, βιολέτες μου γαλάζιες,
γλυκέ μου κήπε αφανισμένων απολαύσεων,
παρακαλώ σε, ξαναγύρισε του χρόνου.
Κρύο, κρύο, κρύο, πεθαίνω τόσο σιωπηλά.

Καληνύχτα αγόρια, καληνύχτα Γιάννη.
Καληνύχτα, καληνύχτα.

=

Αυτοί οι κύκλοι από πέτρες δεν κυοφορούνε δράκους,
οι πέτρες δε θα χορέψουν, δε θα χειροκροτήσουν
στο ηλιοστάσιο.
Ακουμπισμένες στα χαλίκια,
κλειδώνουνε τις αναμνήσεις τους,
στέκονται σαν φρουροί.
Ξεβράστηκαν από τη θάλασσα εδώ κι αιώνες
και περιμένουν την Μεγάλη Παλίρροια
που θα 'ρθει για μια δεύτερη φορά
να τις καλέσει πίσω στους βυθούς
όπου η αλμύρα θα ξεκλειδώσει τη σιωπή τους.

Και θα μιλήσουνε σε πλάσματα παράξενα
για τον καιρό που πέρασαν εδώ,
θα εξιστορήσουν
πώς ο ταχυδρόμος ανέβηκε στο μονοπάτι φέρνοντας τα γράμματά σου
πώς δεν μπορούσα την ευτυχία μου να κρύψω
και δρασκελούσα μπρος και πίσω
και όταν ήρθες, ξεκινήσαμε - ήταν πανσέληνος -
να δούμε τους υπομονετικούς ψαράδες
που ρίχνανε χούφτες βότσαλα,
καταιγισμούς λάμψης
κάτω απ' τον έναστρο ουρανό,
τα πράσινά σου μάτια φωτισμένα από του φάρου τις ακτίνες,
κάθε δέκα δευτερόλεπτα
ένα χαμόγελο,
ανοιγοκλείσιμο πράσινων ματιών,
σου κράταγα το χέρι.
Ντέρεκ Τζάρμαν (1942-1994)



Ο κήπος του Ντέρεκ Τζάρμαν

'Ενα ανοιξιάτικο απόγευμα του 1986, περάσαμε από το Κεντ, ψάχνοντας για ένα δάσος στο οποίο φύτρωναν καμπανούλες. Θα το κινηματογραφούσαμε για το φιλμ «Ο Κήπος». Ο Ντέρεκ πρότεινε να φάμε στο «Pilot Inn» στο Νταντζενές, ξακουστό για «απλούστατα, το καλύτερο τηγανητό ψάρι και πατάτες όλης της Αγγλίας». Γοητευμένοι από το τοπίο, αποφασίσαμε να επισκεφθούμε τον παλιό φάρο. Ο Ντέρεκ είπε: «Υπάρχει ένα όμορφο σπιτάκι εδώ κι αν το πουλάγανε νομίζω πως θα το αγόραζα».

Πλησιάζοντας το σπίτι, μαύρο βερνίκι με φωτεινά κίτρινα παραθυρόφυλλα, είδαμε την ασπροπράσινη πινακίδα «ΠΩΛΕΙΤΑΙ». Το απίθανο του πράγματος έκανε την αγορά επιβεβλημένη. Ο Κήπος, άρχισε τυχαία: ένα ραβδί που το είχε ξεβράσει η θάλασσα, στολισμένο μ' ένα κόκαλο που βρέθηκε στην παραλία χρησιμοποιήθηκε για να στηρίξει μια μεταφυσική αγριοτριανταφυλλιά και μια μακρόστενη πέτρα που βρέθηκε κατά την άμπωτη προστάτευσε ένα φυτόγεμάτο σπόρους από απρόσεκτα πόδια. Κατά τη διάρκεια του επόμενου χρόνου προστέθηκαν ακόμα περισσότερα ευρήματα - θησαυροί της παραλίας.

Ο Χάουαρντ έφτασε στην «Προσδοκία» (Prospect Cottage) το 1991 για να φωτογραφήσει το Ντέρεκ. Ο ίδιος ήταν ικανότατος κηπουρός και παράτησε τα Λονδρέζικα σαββατοκύριακα για να μεταφέρει το Ντέρεκ - σταματώντας στα διάφορα φυτώρια της νότιας Αγγλίας - στην «Προσδοκία».

Με τη συνεργασία του, ο Κήπος μπήκε στα δεύτερη φάση του: οι απροσδόκητες επιτυχίες νέων φυτών και βολβών, περιφράξεις από βότσαλα και κοχύλια, ένα μελίσσι, μια πρασιά από βότανα. Επίσης, ακόμα περισσότερα σκουριασμένα μέταλλα και ξύλα σμιλεμένα απ' τον αέρα και τη θάλασσα.

Αργά αργά, ο Κήπος αποκτούσε νέο νόημα. τα φυτά που αγωνίζονταν ενάντια στους βίαιους ανέμους και τον ανελέητο ήλιο της «Κοιλάδας του θανάτου» έσμιξαν με τον αγώνα του Ντέρεκ ενάντια στην αρρώστια, αργότερα δημιούργησαν μια αντίθεση, καθώς αυτά άνθιζαν ενώ εκείνος έσβηνε.

Ο Χάουαρντ φωτογράφησε τον Κήπο από την πρώτη του επίσκεψη. Τα γραπτά του Ντέρεκ ολοκληρώθηκαν τον τελευταίο χρόνο της ζωής του: στις επισκέψεις του στον Κήπο - στο νοσοκομείο «Αγ. Βαρθολομαίος» - στις τελευταίες του διακοπές, στο Ζιβερνύ, όπου είδε τον κήπο του Μονέ.

Το Νταντζενές είναι μια μαγική τοποθεσία. Όταν το επισκεφθείτε, διαβείτε απαλά, γιατί πολλοί διάλεξαν να ζήσουν εδώ λόγω της μοναχικότητας και της σιωπής που κάποτε γοήτευσε τον Ντέρεκ και τώρα έχει αιχμαλωτίσει εμένα.
Kήθ Κόλλινς

* Τα δύο ποιήματα και το κείμενο του Κηθ Κόλλινς είναι
από την Οδό Πανός - τ.120, Απρ.2003
(περιλαμβάνονται στο εικονιζόμενο βιβλίο του D.J.)
Την μετάφραση έκανε η Ολβία Παπαηλιού
* φωτογραφίες: hometown.aol.co.uk, yellowmelodies.com,
coastalgardens.co.uk

Ετικέτες , ,

3 Μαΐ 2008

48 ~ Krzysztof Kieślowski: Ό,τι είναι καλό φθίνει και πεθαίνει.

* [Κατάγομαι] από μια ταπεινή οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν μηχανικός και δούλευε στην οικοδομή. Η μητέρα μου ήταν υπάλληλος. Γεννήθηκα το 1941, μία δύσκολη περίοδο. Στα δεκαέξι χάνω τον πατέρα μου από φυματίωση. Όταν ήμουν μικρός ταξιδεύαμε πολύ. Στην αρχή ήταν οι συχνές μετακινήσεις του πατέρα μου, μετά η διαμονή του σε σανατόρια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησα τις συνήθειές μου: τα τραίνα, τα έπιπλα πίσω μας, τους φίλους που αποκτούσα και μετά τους έχανα. Ποτέ δεν γνώρισα παππούδες. Δεν έχω πραγματικές ρίζες. Κάποια στιγμή μέτρησα τις μετακομίσεις μας: 40...

* [Μικρό παιδί για σινεμά] δεν είχα χρήματα. Πολλές φορές όμως με άλλους πιτσιρικάδες σκαρφαλώναμε στη στέγη του κινηματογράφου και από μια τρύπα κοιτούσαμε το κοινό. Τον υπόλοιπο καιρό διάβαζα. Στα δεκαπέντε μου είχα διαβάσει όλους τους κλασικούς.

* Πήγα σε αρκετά σχολεία με την ελπίδα μιας υποτροφίας. Ήταν τόσο απελπιστική η έλλειψη χρημάτων, που πήγα σε μια σχολή πυροσβεστών στο Wroclaw, μόνο και μόνο επειδή είχαμε δωμάτιο κι ένα μικρό μισθό. [Δεν ήθελα να γίνω πυροσβέστης] Ο πατέρας μου μ' έβγαλε από εκεί. Πήγα τελικά σε κανονικό σχολείο. Σχεδόν μια ολόκληρη χρονιά. Ένας καθηγητής, πραγματικό φόβητρο για όλους, με κάλεσε μια μέρα κι, αφού έριξε μια ματιά στις σημειώσεις μου της χημείας, μου είπε: "Κισλόφσκι καλύτερα θα έκανες να έμενες πυροσβέστης!". Oρκίστηκα να μην ξαναβρεθώ ποτέ σε τέτοια περιφρονητική κατάσταση. Ποτέ. Ήταν ένα σημείο ρήξης στη ζωή μου. Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών. Έγραψα σε ένα μακρυνό θείο, διευθυντή σε μια σχολή θεάτρου, που δίδασκαν θεατρικές τεχνικές. Έτσι άρχισα να σπουδάζω σκηνογραφία. [Δε με ενδιέφερε] αλλά είχα μια μικρή επιδεξιότητα: μπορούσα να τοποθετώ μια σκάλα και να κρατώ ένα πινέλο, αυτό ήταν όλο. Κρίμα: αν είχα πάρει μαθήματα ξυλουργικής, θα ήξερα σήμερα να ενώσω δυο σανίδες σε ευθεία γωνία, πράγμα για το οποίο είμαι ανίκανος. Αντίθετα ξέρω να βάφω ένα διαμέρισμα. Μπορώ να είμαι χρήσιμος καμιά φορά.

[Ο κινηματογράφος είναι άχρηστος] τελείως. Ίσως για λίγη συγκίνηση... αλλά τι είναι μπροστά σ' ένα τραπέζι; Ένα τραπέζι είναι κάτι το σοβαρό. Μια μέρα, μια νεαρή μού είπε ότι η "Διπλή ζωή της Βερονίκ" την έκανε να καταλάβει τι είναι η ψυχή... Ίσως ο κινηματογράφος, μια δουλειά δύσκολη και χρονοβόρα, να είναι χρήσιμος για τέτοια πράγματα... Ίσως. Στην πραγματικότητα δεν έχω καμιά επιλογή: δεν ξέρω να κάνω τίποτε άλλο, ούτε καν να ενώσω δυο τάβλες. Έτσι κάνω κινηματογράφο.

Εκείνα τα χρόνια. γύρω στο '60-'62, ήταν πολύ ευνοϊκά για το θέατρο στην Πολωνία. Δεν ήθελα να κάνω σκηνογραφία, αλλά να βλέπω θέατρο. Κάθε μέρα κι ένα εκπληκτικό έργο. Μετά συζητήσεις όλη τη νύχτα... Dürrenmatt, Brecht... Έπειτα δοκίμασα τη σχολή κινηματογράφου του Λοντζ, αλλά δεν με δέχτηκαν. Πήρα μια μικρή δουλειά ενδυματολόγου και το αστείο είναι πως δούλευα με ηθοποιούς τους οποίους τώρα παίρνω στα έργα μου. ... Ξαναέδωσα εξετάσεις στην σχολή του Lodz κι απέτυχα για δεύτερη φορά. Θυμάμαι τη μητέρα μου στο σταθμό να κλαίει κάτω από την βροχή: τότε είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα ξανασυνέβαινε άλλη αποτυχία. Την τρίτη φορά πέτυχα... Από το 1964 ως το 1968 παρακολούθησα τη σχολή του Lodz. Εκεί ανακάλυψα τον Ρενουάρ, τον νεορεαλισμό, τον Όρσον Γουέλς και τον μοντέρνο αγγλικό κινηματογράφο, που λατρεύω. Ακόμα τον Κεν Λόουτς, τον Μπο Βιντερμπεργκ... Ήταν η εποχή που ο κινηματογράφος μπορούσε να αλλάξει τη ζωή. Μιλούσαμε, παθιαζόμασταν, πολλές φορές τσακωνόμασταν ακόμα. Αυτή η εποχή δεν υπάρχει πια. Να τι αποδεικνύει την θεωρία μου: ό,τι είναι καλό φθίνει και πεθαίνει. Ό,τι αρχίζει καλά, τελειώνει άσχημα. Ό,τι αρχίζει άσχημα τελειώνει ακόμα πιο άσχημα.

* Είμαι 50 χρονών και θα ήθελα να σταματήσω να δουλεύω. Θα συνεχίσω βέβαια, αλλά μου αρέσει να λέω πως θα μπορούσα να σταματήσω... Δουλεύω "Τα τρία χρώματα", ένα σύνολο σε τρία κεφάλαια: Το ένα στα κόκκινα, το άλλο στα λευκά, το τελευταίο στα μπλε. Είναι μια τριλογία που μιλά για θέματα συνδεδεμένα με τα χρώματα της γαλλικής σημαίας. Αυτό σημαίνει πολύ ξεκάθαρα: ισότητα, ελευθερία, αδελφοσύνη. Τι σημαίνουν όλα αυτά σήμερα; Για μας, για σας, για εμένα; Τι είναι η ελευθερία, τι είναι η ισότητα, τι είναι η αδελφοσύνη; Να τρία ερωτήματα που θέσαμε στους εαυτούς μας, ο συνεργάτης μου κι εγώ. Δεν πιστεύω πως θα βρούμε απάντηση.
Κριστόφ Κισλόφσκι (1941-1996)


*  αποσπάσματα από δύο συνεντεύξεις του Κισλόφκσι
στα γαλλικά κινηματογραφικά περιοδικά STUDIO και PREMIERE.
Aναδημοσιεύθηκε στην Οδό Πανός - τ. 58, Νοε. 1991,
σε μετάφραση Νίκου Ε. Καββαδία και Έφης Νιάρου
*Φωτογραφίες: kinema.uwaterloo.ca, en.wikipedia.org,
luminarieart.com

Ετικέτες , ,

19 Σεπ 2007

28 ~ Pedro Almodòvar: Μόνο να καθήσω απέναντί της

Πάνε χρόνια από τότε που για πρώτη φορά ένιωσα την επιθυμία να κάνω μια ταινία για τη μάνα μου. Η ιδέα προέκυψε μετά από μια συζήτηση που είχα με μια από τις αδελφές μου. "Η μητέρα μού ζήτησε να την πάω σε ψυχίατρο. Δεν θέλει να τρελλαθεί, όπως οι θείες της" μου είπε η αδελφή μου. Η μαμά δεν είναι τρελλή της λέω εγώ. Το μόνο που θέλει είναι συντροφιά. Να μιλάει με κάποιον. "Ναι, αλλά εγώ δεν άντεχα όλη μέρα τη φλυαρία της" μου αντέτεινε η αδελφή μου.

Δεν το είχα ποτέ σκεφτεί, μέχρι εκείνη τη στιγμή αλλά η κουβέντα με την αδελφή μου έφερε στην επιφάνεια τη μοναξιά της χήρας μητέρας μου και την αναζήτησή της για συντροφιά.

Τότε σκέφτηκα ότι μπορούσα να βοηθήσω' αρκούσε μόνο να καθίσω απέναντί της και να την αφήνω να μιλά και να ξαλαφρώνει.
Πέδρο Αλμοδόβαρ

* Το κείμενο είναι από την Οδό Πανός - τ.83/84, Ιαν.1996
σε επιμ. Γιώργου Χρονά.

Ετικέτες , ,