30 Μαΐ 2013

151 ~ Γιάννης Κακλέας: Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές

Image and video hosting by TinyPic
*Εμείς είμαστε Βαλκάνιοι. Φέρε μια εικόνα στο μυαλό σου: μονοκατοικία, φουλ το ραδιόφωνο και η τηλεόραση τέρμα, πρέπει να βλέπαμε συνέχεια ματς. Σαν σκηνή από ταινία του Κουστουρίτσα ήμασταν. Φτωχή οικογένεια -στιλβωτής ήταν ο πατέρας μου-, ζούσαμε σε μια γειτονιά της 25ης  Μαρτίου, στην Ανάληψη. Και κάθε Κυριακή στο τραπέζι είχαμε ψητό με πατάτες. Τα παιδικά μας χρόνια είναι οι γεύσεις και οι μυρωδιές. Θυμάμαι τη διαδρομή, από το σπίτι στο φούρνο, για να πάρω το ταψί με το φαγητό.
[Κάθε φορά έκανε την ίδια σκέψη: Να είχε έναν χοντρό μαρκαδόρο και κάποια στιγμή που δεν θα κοίταζε ο φούρναρηε να άλλαζε όνομα. Να έγραφε «Κακλέας» σε ένα ξένο ταψί, πιο μεγάλο, με πιο πολύ κρέας και μπόλικες καλοψημένες πατάτες. Τι περισσότερο μπορεί να θέλει ένα παιδί από ένα γεμάτο πιάτο; Μία φορά έστω να έτρωγε όσο ήθελε. Να έσκαγε από το φαγητό!]

*Ο πατέρας μου ήταν όμορφος άνθρωπος, τα πράγματα όμως στο σπίτι δεν ήταν πολύ ήρεμα. [Φασαριόζικη οικογένεια, με εκρήξεις όσο τα παιδιά μεγάλωναν. Και κορύφωση τη στιγμή που ο γιος τους τους ανακοίνωσε ότι σκόπευε να φύγει από τη Θεσσαλονίκη - πρέπει να ήταν τέλος του '70. Τον πέταξαν έξω από το σπίτι. Εκείνοι είχαν ριζώσει στην πόλη τους και αρνούνταν πεισματικά ότι το παιδί τους θα άφηνε το «οχυρό» για την πρωτεύουσα. Και μάλιστα για να γίνει ηθοποιός.]

*Η μητέρα μου μαγείρευε χάλια. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πραγματικότητα, ήταν καθαρή εκπρόσωπος του ντανταϊσμού. Ο πατέρας μου έπαιζε μπουζούκι. Μάλλον γι' αυτό και εμένα μου αρέσουν τα ρεμπέτικα και ο Μάρκος Βαμβακάρης - η Σύρος, τι ωραίο νησί!

*Δεν ξυπνάω νωρίς και αυτό το ξέρουν όλοι και ευτυχώς το σέβονται. Την ώρα του καφέ δεν μιλάω σε κανέναν. Είναι η δική μου στιγμή συγκέντρωσης.

*Η χειρότερη στιγμή μου ήταν όταν ερχόμουν εδώ μέσα [στην κουζίνα]. Δεν ήθελα να ξυπνάω. Δεν ήθελα να κάνω τίποτα. Είχα κατάθλιψη. Σωριαζόμουν πάνω στο τραπέζι, δεν είχα τη δύναμη να κουνηθώ, δεν ήξερα πού πήγαινα, είχα χάσει τον εαυτό μου, βαθιά και ουσιαστικά. Τώρα όμως η ζωή μου είναι πολύχρωμη, αισιόδοξη, γι' αυτό και θέλω να έχει η κουζίνα μου έντονο χρώμα.

*Μικρός έγραφα σε χαρτί τα όνειρά μου. [Οσο μεγαλώνει, όμως, δεν τα θυμάται.]  Είναι τέτοια η κούραση, που πέφτω ξερός. Το δικαίωμα στην τεμπελιά που διεκδικούσαμε κάποτε δεν ήρθε ποτέ. Είχα πιστέψει κι εγώ το παραμύθι ότι μεγαλώνοντας όλα θα έστρωναν. Τίποτα, όμως, ούτε αργίες ούτε διακοπές. Τώρα το μόνο που ονειρεύομαι είναι θεατρικούς χώρους, βιότοπους καλλιτεχνικούς. Δεν με ενδιαφέρει ο χρόνος. Δεν μετράω την ηλικία. Νιώθω άχρονα. Τα υπόλοιπα τα θεωρώ λίγο αμερικανιές. Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω... θεατρικές καταστάσεις. Και πώς να σ' το πω, επειδή λατρεύω τον κινηματογράφο; Μερικές φορές νιώθω σαν τον Στιβ Μακ Κουίν, στη "Μεγάλη Απόδραση". Θυμάσαι στην ταινία, τη φόρα που παίρνει όταν γκαζώνει με τη μηχανή του, σε εκείνη την ανεπανάληπτη σκηνή όπου θέλει να πηδήξει απέναντι, να περάσει το φράχτη, να το σκάσει και να προσγειωθεί στην ελευθερία του; Κάπως έτσι με ονειρεύομαι. Θέλω να ζήσω τη μεγάλη απόδραση.
Γιάννης Κακλέας

Image and video hosting by TinyPic

*αποσπάσματα από συνέντευξη που παραχώρησε
ο Γιάννης Κακλέας στην Λίνα Παπαδάκη για το
περιοδικό Κ της Καθημερινής - τχ.516, 21.04.2013
*Φωτογραφίες: tovima,gr, dailymotion.com, K, ethnos.gr,

Ετικέτες , , ,

1 Νοε 2012

140 ~ Κάρολος Κουν: Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία


Aν και γεννήθηκα στην Προύσα, την Προύσα δεν τη γνώρισα. Aπό μικρός βρέθηκα στην Πόλη και εκεί μεγάλωσα. Aπό κει αρχίζουν οι αναμνήσεις, εκεί δημιουργήθηκαν οι πρώτοι ερεθισμοί, τα πρώτα συναισθήματα, η πρώτη επαφή με την έξω για μένα πραγματικότητα.

Μεγάλωσα σαν Pωμηός, μέσα σ’ ένα ρωμέικο αστικό σπίτι. Πολλοί συγγενείς, πολλές θειάδες και πολλά αδέλφια, απ’ της μάνας μου το σόι. Παραδοσιακά έθιμα, κίτρινα κεριά της εκκλησίας φτιαγμένα στο σπίτι, σάκοι με τριαντάφυλλα για το γλυκό της χρονιάς, το πρόσφορο για την καθημερινή λειτουργία, η πιστή σιδερώτρα που έριχνε και τα χαρτιά και ο Aρμένης μάγερας που έφτιαχνε ντολμαδάκια μ’ ερίκι από πάνω. Kαι μέσα σ’ όλα αυτά μια Πρωσογερμανίδα γκουβερνάντα που μου μάθαινε παραμύθια των αδελφών Γκριμ, με τάιζε, μ’ έλουζε, με κοίμιζε, φρόντιζε τα δυο μου καναρίνια και μ’ έβαζε για τιμωρία, στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, να γράφω εκατό φορές «O Θεός να τιμωρήσει την Αγγλία» στα γερμανικά. Όσο για τον έξω κόσμο, πολλά σοκάκια και ελκυστικά αχτάρικα, Τούρκοι και Έλληνες με φέσια, Τουρκάλες με φερετζέδες, Φράγκοι, Λεβαντίνικες Τράπεζες και μαγαζιά, Ακιντέδες τoυ Χατζή Μπεκίρ, Αρμένικα και Τούρκικα Ζαχαροπλαστεία με λουκούμια, μαλέμπια, Βιεννέζικο καφέ και κανταΐφια. Το ίδιο κράμα ανατολίτικου και ευρωπαϊκού στο άμεσο περιβάλλον. Μιναρέδες απ’ όπου ξελαρυγγιαζόντανε οι μουεζίνηδες κάθε δειλινό, αμάξια με δύο ίππους που παρελαύνανε τα’ απογεύματα με κυρίες ντυμένες στο Παρίσι. Λουλούδια από το Παρίσι και Βιεννέζικα σαλόνια με αράπικα και ρώσικα στολίδια, προκυμαίες με Τούρκους, σαμαροφορεμένους χαμάληδες, το Γυλντίζι πάνω στο Βόσπορο, τα βαπόρια με τις ρόδες που φεύγαν για τα νησιά, την Πρίγκηπο και τη Χάλκη με την ιερατική σχολή κι όπου κάποτε, το ’19, ξεμπαρκάρανε κοπάδια οι Ρώσοι αριστοκράτες πρόσφυγες, και τέλος, για μας τους Ρωμηούς, το Μπαλουκλί και συμβολικά η Αγιά Σοφιά. Όλα αυτά ως τα δώδεκά μου χρόνια. Αργότερα πήραν τη θέση τους οι κατ’ οίκον διδάσκαλοι, μ’ έναν παπά και μια δασκάλα του πιάνου ανάμεσά τους. Ο παπάς μού δημιούργησε ερωτήματα σε σχέση με την ιερά γραφή- προπάντων με την παλαιά διαθήκη- κι η δασκάλα του πιάνου, με βίαιη συνενοχή των γονιών μου, με ταλαιπώρησε αρκετά με μόνο κέρδος να μπορώ να παίζω τις πρώτες τρεις μεζούρες του αλά τούρκα του Μότσαρτ απ’ έξω. Έπειτα το σκηνικό άρχιζε να αλλάζει. Εσωτερικός στη Ροβέρτειο, ένα αμερικάνικο κολλέγιο που ιδρύθηκε από ιεραπόστολους, με αμερικάνικα τραγούδια και ψαλμούς, με γήπεδα μπάσκετ και αθλητικά αγωνίσματα. Παιδιά απ’ όλα τα Βαλκάνια –Σέρβοι, Βούλγαροι, Έλληνες, Σύριοι, Αρμένιοι, Τούρκοι, Αλβανοί, σχηματίζαμε τότε μια μικρή κοινωνία των Εθνών και αρχίζαμε να αποκτάμε μέσα σε μια ολοκληρωμένη συναδέλφωση, κοινή κοινωνική, πνευματική και πολιτική συνείδηση. Αυτό μεταξύ του ’20 και του ’28, μετά από τον Παγκόσμιο Πόλεμο όταν ο φιλειρηνισμός είχε φτάσει στο αποκορύφωμά του. Ακόμα και η Μικρασιατική καταστροφή δεν στάθηκε εμπόδιο για τα νεανικά μας όνειρα της συναδέλφωσης των λαών. Είχε, βέβαια, δημιουργηθεί ένα χάσμα ανάμεσα σε Τούρκους κι Έλληνες, αλλά η αγανάκτηση για μας τους Πολίτες, τους Βενιζελικούς, στρεφότανε λιγότερο ενάντια στους Τούρκους όσο κατά των συμμάχων και των βασιλικών. Πάντως, ανάμεσα στα κακά που μας βρήκανε τότε, ήταν πως εμείς οι μειονότητες στη Ροβέρτειο Σχολή στερηθήκαμε, τα τελευταία χρόνια, την εκμάθηση της μητρικής μας γλώσσας. Όταν απεφοίτησα το ’28, μακριά από τους συμμαθητές μου και τους συγγενείς μου που σχεδόν όλοι πια είχαν έρθει στην Ελλάδα, τίποτε δεν με συνέδεε πια με την Πόλη. Έφυγα τον ίδιο χρόνο με στόχο σπουδές στο Παρίσι.

* *

Το «Θέατρο Τέχνης» ιδρύθηκε το '42 πριν 39 χρόνια, στην αρχή της Γερμανικής Κατοχής. Η ανάγκη για ένα τέτοιο θέατρο, ένα θέατρο συνόλου, είχε ωριμάσει μέσα μου πολύ πριν, τον καιρό που ιδρύθηκε η ημι-επαγγελματική «Λαϊκή Σκηνή» το ’34 και που διαλύθηκε το ’38 στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά, επειδή παίζαμε «αριστερά έργα» όπως ο Πλούτος του Αριστοφάνη κι ο Κατά φαντασίαν ασθενής του Μολιέρου. Η εποχή της κατοχής ήταν μια συναισθηματικά, πλούσια εποχή. Έπαιρνες πολλά και έδινες πολλά. Μας ζώνανε κίνδυνοι, στερήσεις, βία και τρομοκρατία, Γι’ αυτό σαν άνθρωποι αισθανόμασταν την ανάγκη της πίστης, εμπιστοσύνης, συναδέλφωσης, έξαρσης, και θυσίας. Αισθανόμασταν την ανάγκη για έναν σωστότερο κόσμο, ένα κόσμο με λιγότερες ανθρώπινες ατέλειες, γι’ αυτούς από εμάς που θα επιζούσαμε. Αψηφούσαμε το θάνατο και κυνηγούσαμε με μανία τη ζωή, χωρίς περίσκεψη και προφύλαξη και ταπεινές σκέψεις. Είμαστε γνήσιοι και αληθινοί. Τα περιθώρια των έργων που ετοιμάζαμε ήταν αναγκαστικά περιορισμένα. Αλλά στο τραπέζι της πρόβας μέσα στο συρτάρι υπήρχαν και τα έργα που ελπίζαμε να παίξουμε όταν θ’ αποκτούσαμε τη λευτεριά μας. Είμασταν όλοι στην αντίσταση και σχεδόν όλοι στις γραμμές του ΕΑΜ. Δεν μπορώ μέσα μου ν' απαρνηθώ και να ξεχάσω εκείνα τα χρόνια. Τα χρόνια που πιστεύαμε ακόμα σ’ ένα κόσμο απαλλαγμένο από μικρότητες και βία. Με την απελευθέρωση και την μετακατοχική περίοδο, όλα διαλυθήκανε. Το 1945 το «Θέατρο Τέχνης» αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του. Άλλα περιμέναμε και άλλα μάς βρήκανε. Χτυπήθηκαν και χάθηκαν ιδανικά και όνειρα και προοπτικές και πάνω απ’ όλα έλειψε η πίστη. Η πίστη και η μεταξύ μας συνεννόηση και επαφή. Το 1946, με λίγο κρύα καρδιά, προσπάθησα να συμμαζέψω και να συναρμολογήσω ό,τι μπόρεσε να απομείνει. Με λίγο μαζεμένα τα φτερά λειτουργήσαμε άλλα τρία χρόνια. Τότε πιά, αναγκαστήκαμε να διακόψουμε οριστικά για λόγους οικονομικούς-πολιτικούς και εσωτερικής συνοχής. Θα ‘πρεπε να σταματήσω και να διαμορφώσω πάλι από την αρχή ένα πυρήνα. Αυτό και έγινε.

Εργάστηκα σαν σκηνοθέτης στο «Εθνικό Θέατρο» για δύο χρόνια, ξεπλήρωσα τα χρέη του «Θεάτρου Τέχνης». Παράλληλα συνέχισα τη Σχολή με νέα παιδιά. Μαζεύοντας συνδρομές, διαμορφώσαμε το χώρο στο υπόγειο του Ορφέα. Το 1954 ανάψαμε πρόχειρους προβολείς για να φωτίσουμε μπρος σε καμιά εκατοστή θεατές τη Μικρή μας πόλη του Θόρντον Γουάιλντερ. Έτσι λειτούργησε πάλι το «Θέατρο Τέχνης» σχεδόν αποκλειστικά με νέους αδειούχους μαθητές.
Κάρολος Κουν (1908–1987)




* από το βιβλίο Κάρολος Κουν, για το θέατρο (κείμενα και συνεντεύξεις)
Επιμέλεια: Γιώργος Κοτανίδης
Εκδόσεις: Ιθάκη, 1981
Τα επιλεγμένα αυτοβιογραφικά κείμενα είναι αποσπάσματα 
από συνέντευξη που παραχώρησε ο Κάρολος Κουν στον
Βάιο Παγκουρέλη για λογαριασμό του Βήματος (4.10.1981)

* φωτογραφίες: oι τρεις πρώτες είναι από την λέξη, τχ. 62/Φεβρ.1987,
η τέταρτη είναι από το miettsimiski11.blogspot.com, και
η τελευταία από το sansimera.gr


Links:
Κάρολος Κουν (1908–1987)
Kάρολος Κουν: 20 χρόνια μετά
Kάρολος Κουν, σημαντικές φράσεις του

Ετικέτες , ,

27 Μαΐ 2007

13 ~ Αλέξης Μπίστικας: Το φιλί

Τω καιρώ εκείνω βρισκόμουν για λίγες μέρες στην πατρίδα, μακριά από τη χώρα των σπουδών μου. Στο νησί, η δίψα μου για ήλιο μούλιασε με βροχή και άνεμο. Μέναμε σε ένα χαμηλό σπίτι στη μέση ενός αγριεμένου κήπου. Το δικό μου δωμάτιο ήταν ανεξάρτητο. Παραδινόμουν σε έναν ύπνο βαθύ και ασυμβίβαστο.
Τα χτυπήματα της καμπάνας με βρήκαν πάνω από το κρεβάτι μου να εκτελώ ιλιγγιώδεις ταλαντώσεις στο σκοτάδι. Το νερό άφησε το πρόσωπό μου σε ένα απόγεμα που είχε μαλακώσει από τη βροχή και, αδύναμο να σκεφτεί, είχε αρπαχτεί από τα χτυπήματα της καμπάνας. Το σπίτι ήταν άδειο. Οι άλλοι έλειπαν στη γειτονική πόλη, χαμένοι στη λατρεία των παχύσαρκων θεών τους.
Παραμέρισα τη σκουριασμένη εξώπορτα και πάτησα τα υγρά λουλούδια του κήπου (θυμήθηκα πως "άκου" σημαίνει "μύρισε" στην τοπική διάλεκτο). Πλησίασα τα χτυπήματα της καμπάνας και τις ψαλμωδίες.
Το εκκλησάκι ήταν βαμμένο με τις μπογιές των καϊκιών και φωτισμένο δυνατά. Εγώ περίμενα την κατάνυξη που μου έλειπε από τους άλλους, μα οι γυναίκες μιλούσαν δυνατά και σκουντιόντουσαν. Η ανδρική παρουσία ήταν: ο παπάς, οι ψαλτάδες και, κλεισμένα στο ιερό, τα παπαδοπαίδια που είχαν φορέσει άμφια πάνω από τα σορτς, και είχαν ανταλλάξει τα αεροβόλα για τα ιερά σκεύη. Αραιά και πού μόνο έμπαινε ένας άντρας, άναβε κερί σαν παραστράτημα, κι έφευγε αμέσως.
Ήταν εκεί κι ο άγιός μου ανάμεσα σε άλλες εικόνες, ένας φτωχοντυμένος νεαρός. Οι ψαλμωδίες και τα Ευαγγέλια τσιτσιριζόντουσαν στην τοπική προφορά, όταν μπήκε στην εκκλησία λίγος παγωμένος αέρας. Η μαυροντυμένη γυναίκα πίσω μου είπε: "Πού είσαι παιδί μου τόση ώρα, όπου να 'ναι θα βγει ο Σταυρός.
Στεκόταν αναμαλλιασμένος μέσα στην πρώτη του εφηβεία. Στο ξεβαμμένο δέρμα λάμπανε δύο μεγάλα μάτια. Τα χείλια λαχανιασμένα, οι μπούκλες βρεμμένες, ασουλούπωτα ρούχα, χέρια και γόνατα πληγιασμένα στην αγριότητα ομαδικών παιχνιδιών. Τον ανάγκασαν να έρθει να προσκυνήσει, κι αυτός αργοπόρησε για ένα τελευταίο κυνηγητό. Μα αν ήτανε τοιχογραφία, θα ταίριαζε σε υπόγεια σπηλιά της θάλασσας.
"Άντε προχώρα τώρα" ακούγεται η μάνα, και εκείνος διστάζει ανάμεσα στις εικόνες, και σταματά μπροστά σε μία. Τα πόδια ανασηκώνονται, τα χείλια ενώνονται, και ο μικρός δίνει ένα δυνατό φιλί στην εικόνα του αγίου μου. Η θερμότητα αναβλύζει και ανθίζει στο πρόσωπό μου. Ο νεοφερμένος έρχεται και στέκεται ανάμεσα στη μάνα του και μένα. Είναι ακόμα λαχανιασμένος και η χλιαρή ανάσα του μπλέκεται με τη λειτουργία. Περνάει ώρα. Η μουσική, το λιβάνι, οι εικόνες, και, ξανά, από το πορτάκι λίγος παγωμένος νυχτερινός αέρας.
Δρασκέλισα βιαστικά τις γυναίκες και βγήκα. Το προαύλιο ήταν άδειο. Ο χωματόδρομος έρημος. Δεν ήταν πουθενά. Το υγρό χώμα μύριζε δυνατά. Πέρα έλαμπε μια PIZZA ένα RESTAURANT, ένα BAR. Δωμάτια έφεγγαν στο φως της τηλεόρασης. Από μακριά ερχόταν επαναληπτικός ο ρυθμός μιας DISCOTEQUE. Στο γυρισμό τα χέρια μου κρέμονταν άδεια και αδύναμα.
Το χαμηλό μας σπίτι περίμενε στο τέλος του δρόμου. Πέρασα τη σκουριασμένη εξώπορτα και ετοιμάστηκα να αντιμετωπίσω τους άλλους, που είχαν πια επιστρέψει από το γλέντι τους.
Αλέξης Μπίστικας (1964-1995)


* Το κείμενο και η μεγάλη φωτογραφία είναι από την Οδό Πανός
- τ.78, Μάρτιος 1995
* Η μικρή φωτογραφία είναι από filmfestival.gr

Ετικέτες , ,