12 Απρ 2012

132 ~ Ανδρέας Συγγρός: Να απομακρύνωμεν την πτώχευσιν ναι, αλλά να την αποφύγωμεν όχι.

Η Κυβέρνησις Δηλιγιάννη λυσσωδώς επολεμείτο υπό της αντιπολιτεύσεως, είναι δε γνωστόν πόσον ο Τρικούπης ήτο ισχυρός εν τη αντιπολιτεύσει ένεκα της αδιαφιλονίκητου αυτού ικανότητος εν πάσι και της ασυγκρίτου προς τον Δηλιγιάννην υπεροχής του, κατωρθώθη δε να πεισθή το Στέμμα ότι με την Κυβέρνησιν αυτήν η πτώχευσις της Ελλάδος είναι άφευκτος, ενώ ερχομένη η του Τρικούπη δύναται ν' απαλλάξη την Ελλάδα της ατιμίας αυτής και της παρεπόμενης καταστροφής.

Κατηγορήθην τότε διά της δημοσιογραφίας ονομαστί και από του βήματος της Βουλής εις τρόπον ώστε πας τις ακούων τον Δηλιγιάννην αγορεύοντα περί χρηματιστικών σκευωριών προς ανατίμησιν του χρυσού να εννοή ότι έμέ ως ούτω σκευωρούντα υπαινίσσεται. Ουδέν τούτου ανακριβέστερον' μάτην δε επανειλημμένως εβεβαίουν την Βουλήν ότι δεν εισήλθον εις αυτήν επιδιώξας το βουλευτικόν αξίωμα, ούτε διά να πολιτευθώ κομματικώς, αλλ' όλως αμερολήπτως να λέγω κάποτε ό,τι τουλάχιστον φρονώ συμφέρον τη Πολιτεία.

Επιστεύετο και ότι δήθεν υποσκάπτω την Κυβέρνησιν εκείνην παρά τω Στέμματι μεταβαίνων εις την Αυλήν μυστηριωδώς. Και τούτου ουδέν ανακριβέστερον, διότι από της ελεύσεως εις την εξουσίαν του Δηλιγιάννη μέχρι της πτώσεως αυτού, άπαξ μόνον και τούτο κατά τους συνήθεις τύπους είχον την τιμήν ιδιαιτέρας ακροάσεως παρά τω Βασιλεί, ακριβώς διότι δεν επεθύμουν και εγώ να παρεξηγώμαι και τον Βασιλέα να θέτω εις δυσκολίας απέναντι των Υπουργών του.

Το παράδοξον είναι, ότι καίπερ μη εγκρίνων την καθόλου πολιτείαν και κατά το 1885-1886 του Δηλιγιάννη ως και την κατά το 1891-1892 ειδικώς διά το οικονομικόν ζήτημα, δεν τον κατέκρινα ως σφαλερώς διαχειριζόμενον τα Οικονομικά, ούτε ως ετοιμάζοντα διά της διαχειρίσεώς του εκείνης την πτώχευσιν της χώρας, αλλά ως ασυνεπή προς τα εκπεφρασμένας, οπότε ευρίσκετο εν τη αντιπολιτεύσει, ορθάς κατ' εμέ γνώμας του, διότι δεν επεδίωκεν άμεσον συνεννόησιν μετά των δανειστών, αλλ' επέμενε πάση θυσία και εξαντλών πάντα πόρον του Κράτους να εξοικονομή την πληρωμήν των τόκων του Δημοσίου Χρέους.

Ανεπιφυλάκτως προς πάντα ερωτώντα με επί του προκειμένου από του ανωτάτου μέχρι του ιδιώτου απεκρινόμην:
Να απομακρύνωμεν την πτώχευσιν ναι, αλλά να την αποφύγωμεν όχι.

Επέμενον δε τούτο φρονών, ενόσω μάλιστα έβλεπον ότι ουδέν ηρωικόν μέτρον προς αποφυγήν αυτής λαμβάνουν αι Κυβερνήσεις και με τα εν τη Βουλή ρητορικά σχήματα και αποστροφάς, οίον «Τολμάς ν' αναφέρης περί χρεοκοπίας», το Κεντρικόν Ταμείον δεν επληρούτο και δη από χρυσόν.

Την τελευταίαν Κυριακήν της Απόκρεω του 1892 επεσκέφθην τον μακαρίτην Ανδ. Κουντουριώτην όλως φιλικώς, εν τη ομιλία μου δε μετ' αυτού διείδον ότι επίκειται αλλαγή Υπουργείου και έλευσις του Τρικούπη εις την εξουσίαν και, αν ούτος δεν δεχθή, ότι θα κληθή εις την εξουσίαν Υπουργείον Υπηρεσίας προς ενέργειαν Βουλευτικών εκλογών.

Διείδον, είπον, όλα ταύτα, αλλ' ούτε την κρίσιν επερίμενον τόσον ταχείαν, ούτε, εν περιπτώσει αρνήσεως του Τρικούπη, την πρόσκλησιν του Κωνσταντοπούλου εθεώρουν βεβαίαν, την υπώπτευον όμως έκ τινων άλλοτε περιελθόντων εις την ακοήν μου ψιθυρισμών.

Την επιούσαν Καθαράν Δευτέραν διήλθον εις την εξοχήν μου τα «Ανάβρυτα», όθεν επανήλθον την εσπέραν, καθ' ην ουδείς μ' επεσκέφθη, αλλ' ενωρίς απεσύρθην προς ύπνον.

Το πρωί της Τρίτης, ενώ ελάμβαναν το πρωινόν πρόγευμα, επιφυλαττόμενος μετά τούτο να αναγνώσω τινάς των εφημερίδων της ημέρας, η σύζυγός μου προλαβούσα με είχε ρίψει, ως συνηθίζει να λέγη, την ματιά της επί μιας εφημερίδος και μετ' απορίας μο λέγει :
Ήξευρες ότι θα πέση το Υπουργείον; εδώ λέγει η εφημερίς ότι έπεσε χθες την νύκτα.
- Για να ίδώ, τη αποκρίνομαι' πώς ήτο δυνατόν να το ηξεύρω ;

Έλαβον την εφημερίδα και πραγματικώς ανέγνωσα την παύσιν του Υπουργείου Δηλιγιάννη, ενεθυμήθην δε την ομιλίαν μου της Κυριακής μετά του Ανδρέου Κουντουριώτου.

Μετ' ολίγον, κατερχόμενος εις το γραφείον μου, έμαθον παρ' ενός των υπηρετών μου ότι εκεί προ δέκα λεπτών με περιμένουσιν οι Κ. Κωνσταντόπουλος και Γ. Αθηνογένης, και έσπευσα προς αυτούς μη εξηγών την σύγχρονον επίσκεψιν των δύο τούτων.

Μοι εξήγησαν, άμα τους εχαιρέτησα, ότι συνηντήθησαν παρ' εμοί κατά σύμπτωσιν, του Αθηνογένους προσερχόμενου, όπως μάθη αν γνωρίζω τι επί των συμβαινόντων, του δε συγκεκινημένου εκτάκτως δηλώσαντός μοι ότι έχει δύο λόγια να μοι είπη.

Παρεκάλεσα τον Αθηνογένην να με περιμένη εις το παραπλεύρως του γραφείου μου δωμάτιον, όπερ και έπραξε. Τότε ο Κωνσταντόπουλος μοι είπεν.
Ο Βασιλεύς εκάλεσε τον Τρικούπην να σχηματίση Υπουργείον, αλλά δεν εδέχθη. Προ ολίγου εκάλεσεν εμέ προς τούτο, εγερθέντα της κλίνης, διότι από χθες αδιαθετώ. Ο Βασιλεύς επιθυμεί περί την 2 μ.μ. αφεύκτως να σχηματισθή και να ορκισθή το νέον Υπουργείον. Εθεώρησα πρέπον προ παντός άλλου να έλθω προς υμάς και σας παρακαλέσω να λάβετε θέσιν εις το Υπουργείον.

Τον ηυχαρίστησα και τω είπον ότι, ως και αυτός και ο Βασιλεύς ακόμη γνωρίζουσιν, εγώ δεν αποβλέπω εις Υπουργείον, μη αισθανόμενος εμαυτόν ικανόν προς τούτο, αλλ' ότι τω υπόσχομαι ανεπιφυλάκτως την υποστήριξίν μου εις τον μόνον κλάδον, εις ον αισθάνομαι έχων ποιάν τινα ικανότητα, τον οικονομικόν, και τούτον εις γενικάς γραμμάς, όχι δηλαδή εις λεπτομερείας της οικονομικής εσωτερικής διοικήσεως, της οποίας αγνοώ και τα στοιχειωδέστατα.

Τω προσέθηκα:
Σπεύσατε να συνεννοηθήτε μετά των λοιπών μελών της ομάδος σας, άλλωστε τα επτά ή οκτώ εκτός υμών μέλη μοι φαίνονται λίαν ευδιάθετα διά χαρτοφυλάκιον και φοβούμαι μη δεν ευρεθούν ικανά τοιαύτα δι' όλους και μείνη καί τις δυσηρεστημένος.
Βεβαίως, μοι είπε, δι' Υπουργούς δεν θα στενοχωρηθώ, άλλ' έπρεπε να εκτελέσω πρώτον το προς υμάς καθήκον μου.
Και πάλιν τον ηυχαρίστησα προπέμψας αυτόν μετά της φράσεως «ο Θεός μαζί σας».

Πασίγνωστα είναι τα κατ' εκείνην την ημέραν συμβάντα' η αντίρρησις δηλαδή του Δηλιγιάννη να δώση την παραίτησίν του, η σύγκλησις της Βουλής προς επίδειξιν της υπ' αυτόν μενούσης πλειονοψηφίας και η άρνησις αυτού να ορκίση τους διαδόχους του Υπουργούς, προς δε η διαγωγή τινών εκ των αξιωματικών τού κατά την γην Στρατού υποστηριζόντων τον Δηλιγιάννην, συνεπεία της οποίας υφίστατο έκρυθμος και ανησυχητική δι' όλους κατάστασις. Αφ' ετέρου η δυσαρέσκεια του Ράλλη επί τη μη προτιμήσει αυτού και η άρνησις αυτού να μετάσχη εις το νέον Υπουργείον, συνεπεία του οποίου ηρνήθη και ο Σωτηρόπουλος και πάντες οι της ομάδος εκείνης εκτός του Γ. Φιλαρέτου.

Ένεκα των αρνήσεων τούτων ηδυνάτει ο Κωνσταντόπουλος να εύρη ουνεργάτας Υπουργούς και η θέσις καθίστατο πλέον ανώμαλος.

Εγώ, μένων εν τω οίκω μου, επερίμενον το αποβησόμενον και μόνον την εσπέραν επεσκέφθην τον Τρικούπην, όστις λίαν ανήσυχος με παρεκίνησε να εύρω τρόπον να γνωστοποιήσω, όπως δύναμαι αρμοδίως, ότι είναι απόλυτος ανάγκη κατά την εσπέραν εκείνην να ορκισθή Υπουργείον, έστω και με δύο μόνον Υπουργούς, του των Στρατιωτικών και των Εσωτερικών αναλαμβανόντων προσωρινώς όλα τα λοιπά Υπουργεία, όπως μη διασαλευθή η τάξις μενούσης της χώρας άνευ Κυβερνήσεως.

Κατ' αρχάς τω είπον ότι τούτο δεν είναι της αρμοδιότητός μου, αλλά με το σύνηθες επιβάλλον αυτώ μοι είπε:
Πάντοτε είναι τις αρμόδιος δοκιμάζων τουλάχιστον να φανή χρήσιμος εις την πατρίδα του.
Ούτω με έπεισε και έγραψα εις τον Κουντουριώτην μεταδίδων την γνώμην του Τρικούπη περί του επείγοντος του σχηματισμού του Υπουργείου.

Ευτυχώς την 7 μ.μ. ωρκίζετο Υπουργείον Κωνσταντοπούλου με αυτόν Πρόεδρον, Υπουργόν των Εσωτερικών και προσωρινώς επί των Οικονομικών, Γ. Φιλάρετον της Δικαιοσύνης και προσωρινώς των Εξωτερικών και της Παιδείας νομίζω, Μαστραπάν επί των Στρατιωτικών και Επαμ. Κριεζήν επί των Ναυτικών. Μετέπειτα προσελήφθησαν οι Σ. Δεϊμέζης διά το Υπουργείον των Οικονομικών και Λ. Μελετόπουλος διά το Υπουργείον των Εξωτερικών.
. . . . . . . . . . . . . . . . .

Κατά Μάρτιον, αν καλώς ενθυμούμαι, εδημοσιεύθη η διάλυσις της Βουλής και διετάχθησαν νέαι βουλευτικαί εκλογαί, αίτινες ανέδειξαν το κόμμα του Τρικούπη μεγάλως πλειονοψηφούν, του Δηλιγιάννη απ' εναντίας μεγάλως μειονοψηφούντος και εκ των μελών αυτών του Υπουργείου του των πλείστων αποτυχόντων.

Μοι εβεβαιούτο ότι εκ των υποστηριζόμενων εις τας εκλογάς εκείνας υπό του Υπουργείου Κωνσταντοπούλου υποψηφίων υπέρ τους 35 είχον επιτύχει, υπήρχον δε γραπταί υποσχέσεις ότι θα ακολουθήσουν την πολιτικήν του. Αλλά μετά την βεβαίωσιν του αποτελέσματος των εκλογών και της, ως είπον, μεγάλης πλειονότητας των επιτυχόντων Τρικουπικών, προαγγελλούσης την έλευσιν αυτών εις τα πράγματα, άπαντες έστρεψαν πρώραν προς τον Τρικουπικόν λιμένα και ούτως ο Κωνσταντόπουλος απέμεινε με 2 ή 3 πολιτικούς οπαδούς.

Εξελέγην και εγώ τότε πάλιν απών βουλευτής της επαρχίας Σύρου. Επί τινα μάλιστα χρόνον, δηλαδή καθ' όλην την πρώτην σύνοδον της Βουλής εκείνης, έμενον είς Παρισίους, ούτε καν είχον δώσει αμέσως κατά την έναρξιν της Συνόδου τον νενομισμένον βουλευτικόν όρκον. Κατηγορηθείς όμως μετέπειτα ως φυγόπονος ηναγκάσθην να ενδώσω, καίπερ πάντοτε πεπεισμένος ότι είς ουδέν η εν τη Βουλή παρουσία μου δύναται να ωφελήση δια τους λόγους, ους προεξέθηκα.
Ανδρέας Συγγρός (1830-1899)



* το κείμενο είναι από την Βασική Βιβλιοθήκη, τόμος 45
-Το απομνημόνευμα 1453-1953-
Εκδόσεις Αετός, 1954

* φωτογραφίες, εικόνες: flickr.com από Nikos Vatopoulos,
oidromoimas.pblogs.gr, fhw.gr, erasmus.gr, wikipedia org,
cultureportalweb.uoi.gr

Ετικέτες , ,

26 Μαρ 2012

131 ~ Γιάννης Τσαρούχης: Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως.

Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα.

Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που 'χαν αυλή και κάμαρες γύρω γύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα.

Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους που 'χε δυο αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ' ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.

Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις σε μία γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ' ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή.

Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.

Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία, στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70x100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ' έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυο μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες» ποιο είναι το καλύτερο απ' τα δύο.

Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ' ευχαριστήσει.

Τα πρώτα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυο σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μη παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι' ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι' ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πώς είσαι έτσι σ' αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ' αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι' αυτό δεν πρέπει να δουλεύομε Κυριακή.

Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ' αυτή την δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.

Τo δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ' ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ' ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.

Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ' ένα βιβλίο που 'χε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ' τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα, και χαρτοπαιξία κι' είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration καi το άλλο η Vie Parisienne. To τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες.

[....] Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ' την εταιρία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς.

Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δύο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Tα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θειας μου σχεδιασμένα απ' τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ' τον στενό του συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, ποτέ καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς. Σ' αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήταν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.

Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι' επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογενείας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.

Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα, σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πικ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του ΄δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ' το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ' αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ που 'χε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.

Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό, θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ' το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι' είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο το ΄χε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαινω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι' οι δυο απ' τους κακοποιούς».

[....] Ένα άλλο είδος εντύπωση μου 'χαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ' το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου. Μαζί μας ήταν και δύο άλλα παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να του δείξω μερικές ακουαρελλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μου 'πε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μου 'παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στην μουσική, στην φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ' την παλιά Ελληνική Τέχνη. Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ' τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ' τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού, θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα.

[....] Εκείνη την εποχή, θα 'μουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι' αποφάσισα ν' αυτοκτονήσω σιγά σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχα φάει πριν. Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής. Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του - κι' είχε πολλές - χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γερο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιους, Ο ένας ήταν αστυφύλακας κι' ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στην Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε Βαζαντινή.
Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989)



* το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την λέξη, τχ. 7
Σεπτέμβρης '81

* φωτογραφίες: ardin-rixi.gr, tovima.gr, os3.gr,
omikron.tv, silezukuk.tumblr.com, paidevo.gr


Links:
- Περιοδικό Ως3:
Αφιέρωμα στον Γιάννη Τσαρούχη
- Το Βήμα:
Ο μεγάλος έλληνας ζωγράφος κάνει
την προσωπική εξομολόγησή του

Ετικέτες , ,

8 Μαρ 2012

130 ~ Αλέξης Πάρνης: ο φανταστικός μου Παπαδιαμάντης

Το πατρικό μου σπίτι βρισκότανε σε μια απότομη ακτή της Καστέλλας κι αγνάντευε την Ακρόπολη, τα Φάληρα, τον Υμηττό, την Πεντέλη και τον Πάρνη, όλο το αττικό τοπίο με τα κλασικά χαρακτηριστικά - δεν είχε προφτάσει ακόμα να τα αλλοιώσει η αναγκαστική επιμιξία με το τσιμέντο της άναρχης βαρβαρικής δόμησης. Απ' την πλευρά του δρόμου ήταν ένα χαμηλό διώροφο, αλλά αν το έβλεπες απ' τη θάλασσα είχε θωριά τετραώροφου πύργου, θύμιζε τα σκαρφαλωμένα στο βράχο της Ύδρας αρχοντικά. Μια στενή πέτρινη σκάλα φιδογλιστρώντας ανάμεσα στους βράχους και τ' αλμυρισμένα αγριόθαμνα σε κατέβαζε απ' την κουζίνα στη μικρή τσιμεντένια προβλήτα. Την είχαν φτιάξει για να ποδίζουνε οι ψαράδες και ν' απλώνουν τα δίχτυα τους στα βότσαλα της στενόμακρης ακρογιαλιάς. Εκεί άραζα κι εγώ το βαρκάκι μου. Δεν ήταν μεγαλύτερο απ' τη σκάφη του πλυσταριού μας κι ωστόσο έκανε θαύματα στο ψάρεμα της τσιπούρας, που αφθονούσε στα καθαρά προπολεμικά νερά του Σαρωνικού. Η μοίρα του ήθελε να γίνει κι αυτό ένα από τα θύματα του κατοχικού χειμώνα. Μια βροχερή νύχτα του Νοέμβρη το κλέψανε. Σίγουρα το χρειάστηκαν κάποιοι απ' τους αμέτρητους ανέστιους του καιρού που κυνηγάγανε με πάθος χρυσοθήρα ό,τι μπορούσε να γίνει καυσόξυλο. Στενοχωρήθηκα αφάνταστα, αλλά πείσμωσα κιόλας, αποφασίζοντας ν' αγοράσω ένα άλλο, το γρηγορότερο.

Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό υφαντουργείο με τέσσερις αργαλιούς στο Νέο Φάληρο. Έφτιαχνε πετσέτες και γάζες για το στρατό. Ύστερα απ' την κατάρρευση του μετώπου, εφοδίαζε την αγορά με μαντήλια. Τον βοηθούσα όταν δεν είχα σχολείο παίρντοντας τ' ανάλογο χαρτζιλίκι, που συχνά είχε μεγέθη κανονικού μιστού. Έτσι μάζεψα γρήγορα ένα ποσό αρκετό για την προκαταβολή της καινούργιας μου βάρκας - υπήρχε μια διαθέσιμη στο διπλανό Τουρκολίμανο, όπως το λέγανε τότε. Όμως την προπαραμονή της μεγάλης γιορτής, το μάτι μου ξεχώρισε σε κάποια εφημερίδα μια αγγελία που μ' έκανε να ματαιώσω την αγορά της βάρκας για ν' αγοράσω ένα... ολόκληρο πλοίο μ' ενεργό δράση στις "πνευματικές θάλασσες". Κάποιος πουλούσε όλους τους τόμους της "Νέας Εστίας", από τον ιδρυτικό χρόνο του 1927 μέχρι κείνες τις μέρες, σε τιμή ευκαιρίας. Το περιοδικό "Νέα Εστία" το διάβαζα από τις πρώτες ακόμα τάξεις του Γυμνασίου. Το έβρισκα στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Πειραιά, που μ' είχε καθημερινό σχεδόν αναγνώστη. Ήταν τόσο μεγάλη η δίψα μου για λογοτεχνικά κείμενα που συχνά το 'σκαγα από τα μαθήματα για να πάω στο αναγνωστήριο και να πέσω με τα μούτρα στην ανάγνωση, με τις ώρες, χάνοντας την αίσθηση του χρόνου. Και τώρα ξαφνικά μπορούσα να φέρω μια ολόκληρη βιβλιοθήκη στο σπίτι μου! Ήταν δυνατό να χάσει παρόμοια ευκαιρία ένας μανιώδης αναγνώστης και επίδοξος συγγραφέας όπως εγώ;

Πήρα όσα λεφτά είχα μαζέψει κι έτρεξα στη διεύθυνση του πωλητή - ήταν σ' ένα ήσυχο δρομάκι της Κυψέλης. Μου άνοιξε ένας ηλικιωμένος άντρας, με αυστηρό γενειοφόρο πρόσωπο κι ευγενικό αλλά επιφυλακτικό ύφος. Ήταν συνταξιούχος καθηγητής που θα 'φευγε σε λίγες μέρες για το χωριό του. Εκεί υπήρχε ελπίδα να επιζήσει κι αυτός κι η γυναίκα του, κάτι αδύνατο στην τωρινή Αθήνα γι' ανθρώπους της συνομοταξίας του. Το δυάρι που νοικιάζανε ήταν ισόγειο και σχεδόν άδειο από έπιπλα - φαίνεται τα 'χανε πουλήσει κι αυτά - κάτι καρέκλες, το τραπέζι και το κρεβάτι κάνανε πολύ θλιβερό το φωτισμένο από μια λάμπα πετρελαίου δωμάτιο. Θέρμανση δεν υπήρχε, το ηλεκτρικό ήταν κομμένο κι ο γέρος έδειχνε να κρυώνει μέσ' στο τριμμένο μακρύ παλτό του. Σε μιαν άκρη, ήταν τοποθετημένα με τάξη το ένα πάνω στο άλλο τα περιοδικά - χάρτινες στοίβες, χωρισμένες σε τόμους και σφιχτοδεμένες με σπάγκο. Μου 'πε, καθώς με παρατηρούσε εξεταστικά κάτω απ' τα γυαλιά του, ότι πριν από μένα είχαν έρθει άλλοι τρεις αγοραστές, όμως τους έδιωξε γιατί υποπτεύθηκε πως ήταν εμποράκοι που θέλανε να μεταπουλήσουνε τα περιοδικά σαν χαρτί περιτυλίγματος ή απλά να τα πάνε για πολτοποίηση. Όμως αυτός με τίποτα δεν μπορούσε να το επιτρέψει. Ήθελε να τα πάρει ένας άνθρωπος φιλομαθής, βιβλιόφιλος που σεβόταν την πνευματική προσφορά όπως ο καλός χριστιανός τη θεία μετάληψη. Ήταν συνδρομητής του περιοδικού, από τον πρώτο χρόνο της ίδρυσης κι είχε χρέος να το παραδώσει σε καλά χέρια. Σα σκυτάλη.

[....] Ο ασπρομάλλης, καχεκτικός δάσκαλος με τα βαθουλωμένα μάγουλα και τη γενειάδα μιας χλωμής βυζαντινής αγιογραφίας, που 'χε φέξει απ' την αναγκαστική νηστεία, αποχαιρετούσε αυτή τη νύχτα μαζί με τα περιοδικά του μια πλειάδα αγαπημένους ποιητές και συγγραφείς - απ' τον Παλαμά, τον Πορφύρα και τον Ξενόπουλο ως τον Καβάφη, τον Σικελιανό, τον Μυριβήλη και τόσους άλλους φίλους, δεμένους μαζί του με τους ακατάλυτους δεσμούς μιας ψυχικής και πνευματικής συγγένειας. Ήταν μ' ένα λόγο οι άνθρωποί του που δεν είχε τη δυνατότητα να τους πάρει μαζί του, και έπρεπε να τους αφήσει. Τουλάχιστον να τους παραλάβει κάποιος που ξέρει την αξία τους και σέβεται την αξιοπρέπειά τους. Αυτό ζητούσε μόνο ο γέρο-καθηγητής κι εγώ του απόδειξα τελικά ότι είμουν ο κατάλληλος άνθρωπος, επειδή οι φίλοι του ήταν και δικοί μου φίλοι, ήξερα πολλά κείμενα κι είχα αποστηθίσει τα ποιήματά τους. Ολότελα αυθόρμητα αρχίσαμε να απαγγέλουμε - μια εγώ, μια αυτός. Όταν φτάσαμε στο αποχαιρετιστήριο «σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος», τα μάτια του βουρκώσανε και το πεταμένο καρύδι άρχισε να ανεβοκατεβαίνει στον αδύνατο ζαρωμένο λαιμό, αλλά τελικά κατανίκησε τη συγκίνηση μ' αξιοπρέπεια ευπατρίδη και φώναξε στη γυναίκα του δυνατά μ' ένα ξαφνικό κέφι, να φέρει «το χωριάτικο τσίπουρο που το φυλάγανε για τις έκτακτες περιπτώσεις». Εκείνη, μια ασπρόμαλλη γυναίκα πιο αδύνατη από τον άντρα της, σχεδόν άυλη, σα σκιά, υπάκουσε με χαμογελαστή προθυμία. Όπως με πληροφόρησε αργότερα είχε πολύν καιρό να τον δει σε τέτοια χαρούμενη έξαψη, ήταν κάτι που το χρώσταγαν σε μένα «κι ο Θεός να μ' έχει καλά και να πραγματοποιήσω ό,τι επιθυμώ» - μου ευχήθηκε. «Θέλει να γίνει συγγραφέας» - της αποκάλυψε τότε εκείνος. «Και θα γίνει, θα γίνει!», πρόσθεσε χαρούμενος υψώνοντας το ποτήρι. Τα χλωμά του μάγουλα πήρανε χρώμα, τα μάτια του πετάξανε αστραπές. Ξαφνικά τον κυρίεψε ο παλιός δασκαλίστικος οίστρος, ποιος ξέρει τι εγερτήριες νοσταλγίες ανάδεψε στην ψυχή του το τσίπουρο, άρχισε να με συμβουλεύει, ν' αραδιάζει τους συγγραφείς και τα κείμενα που έπρεπε να μελετήσω ιδιαίτερα. Ο Παπαδιαμάντης ήταν φυσικά πρώτος στον κατάλογο. Τον αγαπούσε διπλά, - σαν αναγνώστης και σαν δάσκαλος, - το Μεγάλο αυτό Σκιαθίτη τον ήξερε απ' έξω κι ανακατωτά, τον είχε διδάξει σε χιλιάδες παιδιά. Θέλησε να μου δείξει μερικά δείγματα της διδασκαλίας του, ενώ η γυναίκα του τον κοιτούσε με καμάρι, θυμήθηκε κάποια κείμενα και τα 'πε χαμηλόφωνα, ευλαβικά, αντιγράφοντας τον δημιουργό τους σε όλα: στην ταπεινή στάση, το χαμηλόθωρο βλέμμα. το σκύψιμο της κεφαλής. Ανεπαίσθητα μεταμορφώθηκε σ' ένα σωσία του Κυρ-Αλέξανδρου, βοηθούσε σ' αυτό και το μυσταγωγικό μισόφωτο της κάμαρης. Ήταν μια φυσιογνωμική ομοιότητα που την έφερνε όλο και πιο κοντά στο πρωτότυπο η πνευματική ταύτιση. Ο πολύχρονος συγχρωτισμός με τα κείμενα ενός μεγάλου συγγραφέα, η μεθοδική επαφή με τη σκέψη του, κάνει συχνά το φανατικό αναγνώστη, κι' ιδιαίτερα το μελετητή του, να νιώθει και να φέρεται σα να 'ναι σε κάποιο βαθμό η μετεμψύχωσή του. (Είναι κι αυτό μια από τις πολλές μορφές της ανθρώπινης αθανασίας). Έτσι ή αλλιώς εγώ δεν θα ξεχνούσα ποτέ εκείνο το παγερό δωμάτιο του φανταστικού μου Παπαδιαμάντη που πριν να φύγει στο χωριό του για να πεθάνει, φώναξε προφητικά σηκώνοντας το ρακοπότηρο: «Θέλει να γίνει συγγραφέας. Και θα γίνει». Θα ήταν καλύτερα βέβαια να το άκουγα αυτό από τον ίδιο τον Κυρ-Αλέξαντρο. Όμως κι η "μετεμψύχωσή" του έκανε καλή δουλειά. Ανέβασε αρκετά το ηθικό μου σε κείνα τα κατοχικά Χριστούγεννα που τα πέρασα κλεισμένος στην κάμαρή μου ξεφυλλίζοντας τα 334 τεύχη της "Νέας Εστίας". (Το 335, που έκλεινε τον τόμο του 1942 - αυτό το αγόρασα εγώ απ' το περίπτερο - ήταν αφιερωμένο στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη).

Προσθέτω μια λεπτομέρεια στην περιγραφή κείνης της τόσο αποδοτικής για μένα αγοράς-επένδυσης. Έφυγα πολύ αργά από το σπίτι του γέρο-καθηγητή, ήταν αδύνατο να βρω μεταφορικό μέσο για να κουβαλήσω τ' ακριβό μου φορτίο. Αλλά αυτό δεν με ανησυχούσε. Θα έμενε εκεί τη νύχτα και το πρωί θα έστελνα ένα πειραιώτη ταξιτζή, που εξυπηρετούσε συχνά τον πατέρα, να το παραλάβει. Πριν αποχαιρετήσω τον καλοκάγαθο φίλο μου, ακούμπησα το συμφωνημένο ποσό στο τραπέζι, όμως αυτός απρόσμενα αρνήθηκε να πάρει τα χρήματα. «Θα 'θελα να στα κάνω δώρο αυτά τα τεύχη. Έτσι για να με θυμάσαι. Ποιος ξέρει. Ίσως με χρόνια και καιρούς να γράψεις κάτι και για μένα...» είπε χαμογελώντας με μια σπάνια για την ηλικία του και την εποχή αισιοδοξία. Θυμάμαι ότι αρνήθηκα την ανθρώπινη προσφορά του με το γνωστό: «ο λόγος σου με χόρτασε και το ψωμί σου φάτο». Δεν βρήκα να πω τίποτ' άλλο. Σε παρόμοιες στιγμές υπέρτατης συγκίνησης, το μυαλό δεν προλαβαίνει την καρδιά. Αυτό τρέχει με την ταχύτητα του ήχου, κι εκείνη με την ταχύτητα του φωτός. Τελικά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τ' όνομά του, το παρασύρανε οι κατοπινοί χρόνοι της θύελλας κι έτσι αναγκαστικά τον ανακαλώ στη μνήμη μου με τ' όνομα του Παπαδιαμάντη. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα τον ξεχάσω ποτέ...

Πάει καλά, εγώ μνημόνευα όσο μπορούσα καλύτερα τον Παπαδιαμάντη, ή μάλλον την έννοια που αντιπροσώπευαν οι μετεμψυχώσεις του εδώ στη γη. Αλλά πώς θα μνημόνευε αυτός εμένα και τη μαρξιστική μου στράτευση αν υπήρχε η δυνατότητα της αμοιβαίας ανταπόκρισης; Σίγουρα τα λόγια του δεν θα ήταν και τόσο κολακευτικά, όμως πιστεύω ότι θ' αναγνώριζε σαν μεγάλο ελαφρυντικό ότι ξεκίνησα με ευγενικές προθέσεις και ανιδιοτελή κίνητρα. Στο κάτω-κάτω είχε κι εκείνος κάποια ευθύνη για την ιδεολογική μου επιλογή, καταγγέλοντας από τις σελίδες εκείνου του χριστουγεννιάτικου αφιερώματος της "Νέας Εστίας" τον διαρκή "Αντίχριστο" που αντιπροσωπεύει η πλουτοκρατία: «Αυτή γεννά την αδικίαν, αυτή τρέφει την κακουργία, αυτή φθείρει σώματα και ψυχάς... Αυτή παράγει την κοινωνικήν σηπεδόνα...» Ναι έτσι ακριβώς το έγραφε.

Και λοιπόν τι ήθελες να κάνει Κυρ-Αλέξανδρε ένας δεκαεφτάχρονος έφηβος όταν ήρθανε κάποιοι μαχητικοί αντίπαλοι της πλουτοκρατίας να τον στρατολογήσουνε σ' έναν αγώνα που 'χε σαν τελικό σκοπό την εξαφάνισή της; Ζώστηκε τ' άρματα και πήγε να δώσει τη ζωή του για το σωτήριο τούτο σκοπό. Δεν θα μετάνιωνε ποτέ γι' αυτό. Απλά θα ωρίμαζε όσο έπρεπε για να καταλάβει ότι οι κοινωνικοί αγώνες εκφράζουνε ένα περιορισμένο ποσοστό της ανθρώπινης ψυχής που πρέπει να κάνει ένα τιτάνιο προσωπικό αγώνα για να καλύψει το υπόλοιπο. Οι τωρινές μου περιπέτειες κι η άρνησή μου να συμβιβαστώ με την εκσυχρονισμένη σοβιετική μορφή της "σηπεδόνος", δείχνανε πόσο πολύ είχα καταλάβει αυτή την αυταπόδεικτη αλήθεια...
Αλέξης Πάρνης (1924)
(Σωτήρης Λεωνιδάκης)




* το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από την Νέα Εστία, τχ. 1561
15 Ιουλίου 1992 - [Αρχείο ΕΚΕΒΙ]
(αποτελεί κεφάλαιο από το αυτοβιογραφικό βιβλίο
του Αλέξη Πάρνη "Τα χειρόγραφα του Τυρταίου")

* φωτογραφίες: alexisparnis.com, 62.103.28.111 (Αρχεία
Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας), amazon.co.uk,
ntng.gr, rizospastis.gr

Links:
- Αλέξης Πάρνης: Ταξίδια, στην "Κίχλη"
- Βιογραφικό, στον ιστότοπο των εκδόσεων Καστανιώτη
- Βιογραφικό σημείωμα, στο ΕΚΕΒΙ
- Νίκος Ζαχαριάδης: «Δεν θεμελιώσαμε την εξουσία απ΄ τα κάτω και κοιμόμασταν»
Συνταρακτικές εξομολογήσεις από τη Σιβηρία του άλλοτε ηγέτη του ΚΚΕ
στις άγνωστες ως τώρα επιστολές του στον συγγραφέα Αλέξη Πάρνη
, στo Bήμα
- Η Οδύσσεια των Διδύμων, στα ΝΕΑ
- Αναφορά στον Αλέξη Πάρνη, στον Ριζοσπάστη

Ετικέτες , ,

19 Φεβ 2012

129 ~ Γκάρυ Σνάιντερ: Εγώ, ο Γκάρυ Σνάιντερ

Εγώ ο Γκάρυ Σνάιντερ γεννήθηκα στο Σαν Φρανσίσκο το 1930. Πήγα γυμνάσιο στο Σηάτλ και στο Πόρτλαντ του Όρεγκον. Στο Κολλέγιο του Ρηντ στο Πόρτλαντ έκανα διατμηματικές μεταπτυχιακές σπουδές στη λογοτεχνία και την ανθρωπολογία, με ειδικότητα στην αμερικανο-ινδιάνικη εθνολογία, από όπου πήρα το πτυχίο μου το 1951 γράφοντας πτυχιακή εργασία με θέμα «Οι Διαστάσεις ενός Μύθου». Υπήρξα στενός φίλος με τους συγγραφείς και Ζεν Βουδιστές Λου Γουέλς και Φίλιπ Γουάλεν που βρέθηκαν όλοι τους στο Ρηντ, την ίδια εποχή.

Στη Βορειοδυτική Ακτή εργάστηκα στη φάρμα της οικογένειάς μου και εποχιακά στα δάση. Δούλεψα επίσης και για την εφημερίδα Ορεγκόνιαν του Πόρτλαντ κατά τη διάρκεια των φοιτητικών μου χρόνων. Έγινα αφοσιωμένος υπερασπιστής του φυσικού κόσμου και μέλος των περίφημων ορειβατών «Ματζάμας» και της «Κοινότητας της άγριας υπαίθρου» περίπου την ίδια εποχή που επιδόθηκα στο σκι και την ορειβασία των χιονισμένων βουνοκορφών, σε ηλικία δεκαεπτά ετών.

Έπειτα από ένα εξάμηνο μεταπτυχιακών σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα στη γλωσσολογία, έκανα μεταπτυχιακές σπουδές στις ασιατικές γλώσσες για τρία χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ. Εκεί γνώρισα τον Κένεθ Ρέξροθ, τον Ρόμπερτ Ντάνκαν, τον Τζακ Σπάισερ, τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Τζακ Κέρουακ και πολλούς συγγραφείς, οι οποίοι υπήρξαν συντελεστές της μεγάλης άνθησης της ποίησης της Δυτικής Ακτής που ξεκίνησε τη δεκαετία του '50. Εξαιτίας της σχέσης μου με τους λογοτεχνικούς πατριάρχες, Γκίνσμπεργκ και Κέρουακ, ταυτίζομαι μερικές φορές με τη γενιά των Μπητ. Στο έργο του The Dharma Bums o Κέρουακ βασίζει τον χαρακτήρα του Japhy Ryder σ' εμένα.

Το 1950 παντρεύτηκα την Άλισον Γκας και χωρίσαμε το 1952. Το 1956 ταξίδεψα στο Κυότο με κρατική υποτροφία όπου παρέμεινα στο Ζεν ναό του Σοκόκου-Γι. Εργάστηκα ως ερευνητής και μεταφραστής των Ζεν βουδιστικών κειμένων και σπούδασα Ριντζάι Ζεν Βουδισμό στο μοναστήρι του Νταιτόκου-Γι υπό την επίβλεψη του Όντα Σέσσο Ρόσσι.

Έγραψα πολλές συλλογές ποίησης από τη στιγμή που άφησα την Αμερική για την Ιαπωνία. Όσο ζούσα στο Κυότο, δημιούργησα επαφές με κοινωνικά κλειστούς βουδιστικούς και πνευματικούς κύκλους, ιδιαίτερα όσους ασχολούνταν με την ειρήνη, την οικολογία, τις μειονότητες και τα γυναικεία ζητήματα. Η σχέση μου με τον ποιητή και πνευματικό ηγέτη Νανάο Σακάκι με οδήγησε σε απομακρυσμένα νησιά και στην καλλιτεχνική ζωή του Τόκυο.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής μου στην Ιαπωνία (1956-1968) ταξίδεψα αρκετά στο εξωτερικό. Εργάστηκα εννέα μήνες στο μηχανοστάσιο ενός τάνκερ που ταξίδευε μεταξύ του Περσικού Κόλπου και των λιμένων πετρελαίου του Ειρηνικού. (Πρώτα ταξίδεψα από την Νέα Υόρκη στη Βενεζουέλα το 1948. Εξακολουθώ να έχω χαρτιά ναυτικού και μια κάρτα της Εθνικής Ναυτιλιακής Ένωσης.) Περιηγήθηκα για έξι μήνες στην Ινδία και επισκέφθηκα ιερές πόλεις με τον Άλλεν Γκίνσμπεργκ, τον Πήτερ Ορλόφσκυ και την Τζόαν Κάιγκερ, την οποία παντρεύτηκα το 1960 και χωρίσαμε το 1965. Η ομάδα αυτή συναντήθηκε με τον Δαλάι Λάμα. Ύστερα πέρασα μια ακαδημαϊκή χρονιά στην Καλιφόρνια, στα μέσα της δεκαετίας του '60, διδάσκοντας δημιουργική συγγραφή στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϋ.

Ο δάσκαλός μου Όντα Σέσσο Ρόσσι πέθανε το 1967. Εγώ εξακολούθησα να έχω σχέσεις με το μοναστήρι του Νταιτόκου-Γι, αλλά διερεύνησα επίσης και τις θεωρίες και τους ναούς του Σίνγκον και του Τεντάι Βουδισμού για δύο χρόνια. Το 1967 έζησα στο Μπάνυαν Άσραμ και παντρεύτηκα την Μάσα Ουεχάρα στο χείλος ενεργού ηφαιστείου με την οποία και απέκτησα δύο γιους. Το 1969 επέστρεψα οριστικά στο Δυτικό ημισφαίριο.

Για πολλά χρόνια ταξίδευα εκτεταμένα για τρεις ή τέσσερις μήνες κάθε χρόνο. Επισκεπτόμουν πανεπιστήμια, έκανα απαγγελίες ποίησης, έδινα διαλέξεις, συμμετείχα σε συνέδρια, καθοδηγούσα σεμινάρια και είχα στενή συνεργασία με περιβαλλοντολογικές ομάδες καθώς και με ομάδες ντόπιων κατοίκων. Ταξίδεψα ξανά στην Ιαπωνία και πήγα επίσης στην Αυστραλία, στην Ευρώπη, στην τότε Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, στην Αλάσκα και τη Χαβάη, μιλώντας για τα χαρακτηριστικά του βουδιστικού διαλογισμού, της οικολογικής πρακτικής, της γλώσσας και της ποιητικής, της σχέσης μεταξύ του πολέμου και της εθνικής κατάστασης, και των βιοτοπικών πολιτικών στρατηγικών. Από το 1985 είμαι μέλος του αγγλικού τμήματος του Πανεπιστημίου του Ντέιβις.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες κατοικώ στη βόρεια Σιέρρα Νεβάδα στις παρυφές του εθνικού δρυμού του Ταχόε, όπου εργάζομαι σ' ένα ορεινό αγρόκτημα με τους παλαιούς και νέους αποίκους της περιοχής. Και εμείς και οι περισσότεροι γείτονές μας ζούμε με ένα συνδυασμό των τεχνολογιών του 19ου και 21ου αιώνα: φούρνους με ξύλα για θέρμανση και μαγείρεμα, φωτοβολταϊκά στοιχεία για ηλεκτρισμό.

Έχω δημοσιεύσει 15 βιβλία ποίησης και πεζού λόγου. Η συλλογή μου Διάφορα ποιήματα απέσπασε το βραβείο του Αμερικανικού Συμβουλίου Τεχνών και Επιστημών το 1965, ενώ Η Πίσω Χώρα μού χάρισε την υποτροφία Γκούγκενχάιμ το 1968. Το βιβλίο μου το Νησί της Χελώνας κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ για την ποίηση το 1975. Είμαι μέλος της αμερικανικής Ακαδημίας και του Ινστιτούτου Τεχνών και Γραμμάτων.

Από το 1988 ζω με την Κάρολ Κόντα και τις δύο κόρες της στο Κιτκιντίντζε.
Gary Snyder (1930)



Μια φορά στο Δάσος Σιουσλώ

Κοιμήθηκα κάτω από ροδόδεντρα
Κι όλη τη νύχτα πέφταν άνθη
Ενώ έτρεμα επάνω σε σεντόνι από χαρτόνι
Χωμένα τα πόδια στο σακίδιό μου
Τα χέρια βαθιά μέσα στις τσέπες μου
Αδύνατο να κοιμηθώ.
Θυμήθηκα τότε που πηγαίναμε σχολείο
Και κοιμόμασταν μαζί σ’ ένα μεγάλο ζεστό κρεβάτι
Ήμασταν οι νεώτεροι εραστές
Όταν σταμάτησα να σε βλέπω ήμασταν μόνο δεκαεννιά.
Τώρα οι φίλοι μας είναι παντρεμένοι
Διδάσκεις σε σχολείο πίσω στ’ ανατολικά
Δεν με πειράζει που ζω έτσι
Πράσινοι λόφοι η στενή γαλάζια παραλία
Αλλά κάπου κάπου όταν κοιμάμαι στην ύπαιθρο
Σκέφτομαι τότε που σε είχα.

μτφ: Λιάνα Σακελλίου
από το Πλανόδιον, τχ. 21


* * *
Μεσαύγουστος στο ορεινό παρατηρητήριο Σάρντοου

Κάτω στην κοιλάδα μια καπνιά,
τρεις μέρες ζέστη, μετά από πέντε μέρες βροχής.
Το ρετσίνι λάμπει στα κουκουνάρια,
μες στους βράχους και τις πεδιάδες
σμήνη από καινούργιες μύγες.

Δεν μπορώ να θυμηθώ πράγματα που κάποτε διάβασα,
λίγους φίλους που 'ναι όμως στις πόλεις.
Πίνοντας κρύο χιονόνερο απ' την τσιγκινη κούπα
κοιτώντας κάτω, μίλια μακριά
μες στον ακίνητο ορεινό αέρα.

μτφ: Γιάννης Λειβαδάς
από την Ανθολογία Μπιτ Ποίησης
Εκδ. Ροές, 2003



* το αυτοβιογραφικό σημείωμα του Γκάρυ Σνάιντερ
είναι από τo Πλανόδιον - τχ. 21, Δεκέμβριος 1994
Η μετάφραση είναι της Λιάνας Σακελλίου που επιμελήθηκε
το εκτεταμένο αφιέρωμα (42 σελ.) του περιοδικού.

Όπως αναφέρεται στο αφιέρωμα «το κείμενο αποτελεί μετάφραση
ανέκδοτου αυτοβιογραφικού σημειώματος του Gary Snyder το οποίο
μοίρασε ο ίδιος στους φοιτητές του τον Σεπτέμβριο του 1992 στο
μάθημά του της Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια
στο Ντέιβις. Την σειρά αυτή των μαθημάτων παρακολούθησε συνεργαζόμενη
μαζί του και η επιμελήτρια του παρόντος θέματος ως υπότροφος του
ιδρύματος Fulbright για τις Καλές Τέχνες στην περίοδο 1992-1993.»
* φωτογραφίες: sfgate.com, salamalandro.redezero.org,
whathappenedtokerouac.com, cuke.com, honoluluweekly.com

1 Φεβ 2012

128 ~ Κωνσταντίνος Π. Καβάφης: τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες

Ένας νέος ποιητής μ' επεσκέφθηκε. Ήταν πολύ πτωχός, εζούσε από την φιλολογική του εργασία, και με φαίνονταν σαν κάπως να λυπούνταν βλέποντας το καλό σπίτι που κατοικούσα, τον δούλο μου που τον έφερε ένα καλά σερβιτό τσάι, τα ρούχα μου τα καμωμένα σε καλό ράπτη. Eίπε· "Tι φρικτό πράγμα να έχει κανείς να παλεύει να βγάζει τα προς το ζην, να κυνηγάς συνδρομητάς για περιοδικό σου, αγοραστάς για βιβλίο σου".

Δεν θέλησα να τον αφήσω στην πλάνη του και τον είπα μερικά λόγια, περίπου σαν τα εξής. Δυσάρεστη και βαρειά η θέσις του -αλλά τι ακριβά που με κόστιζαν εμένα οι μικρές μου πολυτέλειες. Για να τες αποκτήσω βγήκα απ' την φυσική μου γραμμή κι έγινα ένας κυβερνητικός υπάλληλος (τι γελοίο), και ξοδιάζω και χάνω τόσες πολύτιμες ώρες την ημέρα, στες οποίες πρέπει να προστεθούν και οι ώρες καμάτου και χαυνώσεως που τες διαδέχονται. Tί ζημιά, τί ζημιά, τί προδοσία. Eνώ εκείνος ο πτωχός δεν χάνει καμιά ώρα· είναι πάντα εκεί, πιστό και του καθήκοντος παιδί της Tέχνης.

Πόσες φορές μες στην δουλειά μου μ' έρχεται μια ωραία ιδέα, μια σπάνια εικόνα, σαν ετοιμοκαμωμένοι αιφνίδιοι στίχοι, και αναγκάζομαι να τα παραμελώ, διότι η υπηρεσία δεν αναβάλλεται. Έπειτα σαν γυρίσω σπίτι μου, σαν συνέλθω κομμάτι, γυρεύω να τ' ανακαλέσω αλλά πάνε πια. Kαι δικαίως. Mοιάζει σαν η Tέχνη να με λέγει "Δεν είμαι μια δούλα εγώ· για να με διώχνεις σαν έρχομαι, και να 'ρχομαι σαν θες. Eίμαι η μεγαλύτερη Kερά του κόσμου. Kαι αν με αρνήθηκες -προδότη και ταπεινέ- για το ελεεινά σου καλό σπίτι, για τα ελεεινά σου καλά ρούχα, για την ελεεινή καλή κοινωνική σου θέση, αρκέσου μ' αυτά λοιπόν, (αλλά πού μπορείς ν' αρκεσθείς) και με τες λίγες στιγμές που όταν έρχομαι συμπίπτει να είσαι έτοιμος να με δεχθείς, βγαλμένος στην πόρτα να με περιμένεις, όπως έπρεπε να είσαι κάθε μέρα.
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1863-1933)



Απ' τες εννιά

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή - τι τολμηρή ηδονή!
Κ' επίσης μ' έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ' έφερε και τα λυπητερά'
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.

από το βιβλίο Κ.Π. Καβάφη Ποιήματα Α (1896-1918)
Εκδόσεις Ίκαρος, 1965



* το αυτοβιογραφικό κείμενο είναι από
το Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

*
φωτογραφίες: enet.gr, tovima.gr


Links
Κωνσταντίνος Π. Καβάφης:
-
ο επίσημος ιστότοπος
- όλα του τα ποιήματα
-
ζωή και το έργο του

Ετικέτες , ,

14 Ιαν 2012

127 ~ Σιμόν ντε Μπωβουάρ: εξαιτίας αυτής της μοναξιάς...

* Γεννήθηκα στις 9 Ιανουαρίου 1908 σ' ένα δωμάτιο με λακαρισμένα άσπρα έπιπλα που έβλεπε στη λεωφόρο Ρασπάιγ. Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, η μητέρα μου είχε βγει από το μοναστήρι των Πουλιών. Στις αντιλήψεις τους το μέλλον μου ήταν σαφώς προδιαγεγραμμένο. Στα 20 μου θα παντρευόμουν, θα περνούσα μια ζωή μητέρας και κυρίας του κόσμου.

*Πέρασα πολύ ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Είχα τη μετάληψη μου ιδιαιτέρως, εξομολογιόμουν, ήμουν πολύ ευσεβής. Ήθελα να αρέσω στον καλό Θεό και να έχω μια κατάλευκη αγνή ψυχή.

Αν και η μητέρα μου με πήγαινε στη λειτουργία πολλές φορές την εβδομάδα, ο πατέρας δεν πατούσε το πόδι του σε εκκλησία παρά μόνο για γάμους και κηδείες' χαμογελούσε όταν μιλούσαμε μπροστά του για τα θαύματα της Λούρδης.

* Μέχρι τα 12-13 μου όλα κυλούσαν υπέροχα για μένα. Τα πράγματα χάλασαν λίγο όταν μπήκα στην εφηβεία. Έγινα άτακτη, ανάποδη και χοντροκέφαλη' είχα αποκτήσει κακές συνήθειες και τρωγόμουν με τα ρούχα μου. Από την άλλη μεριά όμως αναπτυσσόταν το κριτικό μου πνεύμα και όταν η μητέρα έλεγε «μη εκείνο, μη το άλλο» ή «αυτό έτσι είναι... γιατί έτσι!», δεν την υπάκουα ποτέ με τη θέλησή μου.

Και τελικά σ' ένα σημαντικό θέμα πήρα την απόφαση να μην υπακούω. Έλεγχαν με άκρα αυστηρότητα τα αναγνώσματά μου' όταν ο πατέρας μάς διάβαζε τον Αετιδέα, υπήρχαν σκηνές που τις πηδούσε. Θυμάμαι ακόμη ότι μέσα στον Πόλεμο των κόσμων του Ουέλς, η μητέρα μου είχε πιάσει μερικές σελίδες με καρφίτσες. Δεν τις έβγαλα. Όμως είχα μια εξαδέλφη που μου διηγήθηκε μ' έναν τρόπο αρκετά παράξενο μάλιστα, αυτό που υπήρχε μέσα στα απαγορευμένα βιβλία' μου φαινόταν παράλογο που οι μεγάλοι περιέβαλλαν με μυστήριο τόσο ασήμαντα πράγματα. Περνούσα τις διακοπές μου στη Λιμουζέν, σ' ένα ιδιόκτητο κτήμα του παππού από τη μεριά του πατέρα μου και στην εξοχή ξεμένα πάντα από αναγνώσματα. Υπήρχαν στη βιβλιοθήκη κάποιες δεμένες συλλογές της Πετίτ Ιλλουστρασιόν' μου υπέδειξαν τα κομμάτια που ήταν «για μένα» — π.χ. το Λε Μπουφόν του Ζαμακοΐς — και μου επέτρεψαν να πάρω τον τόμο στο δάσος όπου κατασκήνωνα για να διαβάσω. Μια ωραία ημέρα άρχισα να διαβάζω τα κομμάτια που δεν ήταν για μένα. Μπερνστάιν, Μπατάιγ... Και όταν επιστρέψαμε στο Παρίσι καταβρόχθισα όλη τη βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Μωπασάν, Μπουρζέ, Κλώντ Φαρρέρ, οτιδήποτε έπεφτε στα χέρια μου.

Δεν είχα καθόλου την εντύπωση ότι έκανα κάτι κακό, δεν περνούσε καν από το μυαλό μου ότι προσέβαλλα το Θεό. Πρέπει να πω ότι είχα τακτοποιήσει — με τον τρόπο μου — τις σχέσεις μαζί του. Συνέδεα την ηθική με την τυφλή πίστη. Έπρεπε να προσεύχεσαι, να αυτοσυγκεντρώνεσαι, να ζεις υπό το βλέμμα του Θεού, να κάνεις τα πάντα για να αισθανθείς την παρουσία του. Αλλά για τα υπόλοιπα, όπως τις αυθάδειές μου στην τάξη — γύρω στα 13 με 14 είχα γίνει τελείως απείθαρχη — ή τις ανυπακοές μου, έλεγα στον εαυτό μου ότι ο Θεός είχε ένα πολύ υψηλό πνεύμα για να μου κακιώνει. Ωστόσο ένα βράδυ στη Λιμουζέν έκανα μέσα μου μερικές ερωτήσεις. Ήταν μια πανέμορφη νύχτα, έβλεπα τ' αστέρια, άκουγα το κελάρισμα μιας κρήνης• το χώμα μοσχομύριζε. Είπα στον εαυτό μου: το ότι δεν υπακούς, το ότι λες ψέματα, είναι κι αυτά αμαρτίες. Και τότε μού έγινε μια αποκάλυψη απόλυτα εκθαμβωτική• ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ' ευχαριστούσαν επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ' εκείνον!

* Εκείνη τη νύχτα απλά και μόνο βεβαιώθηκα για κάτι που είχε ήδη συμβεί. Δεν με κυρίευσε φόβος• είχα το παράδειγμα του πατέρα μου που κι αυτός δεν πίστευε. Μονάχα που δεν τόλμησα να μιλήσω γι' αυτό το θέμα σε κανένα- ήταν ένα μυστικό που βάραινε πολύ μέσα μου κι εγώ αισθανόμουν μόνη.

Ήταν εξαιτίας αυτής της μοναξιάς που αποκρυσταλλώθηκε η επιθυμία μου για γράψιμο. Γύρω στα 14 με 15 μου χρόνια πήρε μια σοβαρή μορφή. Μια από τις φίλες μου είχε ένα λεύκωμα όπου έπρεπε να σημειώσεις το αγαπημένο σου λουλούδι, τον αγαπημένο σου ποιητή καθώς κι αυτό που ήθελες να κάνεις στη μετέπειτα ζωή σου• στις πρώτες ερωτήσεις απαντούσα ό,τι μού κατέβαινε• αλλά στην τελευταία ήμουν ολωσδιόλου σοβαρή όταν έγραψα: θέλω να γίνω διάσημη συγγραφέας.
Simone de Beauvoir (1908-1986)




* τα αποσπάσματα από το αυτοβιογραφικό κείμενo
της Σιμόν ντε Μπωβουάρ "Πώς έγινα συγγραφέας"
είναι από την λέξη - τχ. 69/70, Νοέμβρης '87
(αφιερωματικό τεύχος στην σύγχρονη γαλλική λογοτεχνία)
Μετάφραση: Κώστας Πολέτης

* φωτογραφίες: scoop.it, ecopolis.org, bookforum.com
biography.com, geocaching.com

Ετικέτες , ,

27 Δεκ 2011

126 ~ Αργύρης Χιόνης: γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού

Το φίλο μου Χρίστο και την, εξίσου φίλη μου, σύζυγό του Τασία τους συνάντησα, για πρώτη φορά, το καλοκαίρι τού 1991, όταν, καλεσμένος για το Συμπόσιο Ποίησης, βρέθηκα στην Πάτρα, μαζί με την σύντροφό μου Χρύσα Κοντοθεοδώρου.

Στην έξοδο τού κτηρίου, όπου έγιναν οι εισηγήσεις και οι αναγνώσεις, με πλησίασε ένας κύριος μετρίου αναστήματος, φρεσκοξυρισμένος, φρεσκοσιδερωμένος (η προσωποποίηση, μ' άλλα λόγια, της άκρας ευπρέπειας) που μου έδωσε το χέρι, λέγοντάς μου: «Είμαι ο Χρίστος Λάσκαρης». Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή τη χειραψία' κόντεψε να μου λιώσει τα δάχτυλα. Το ίδιο θερμή, αλλά λιγότερο επικίνδυνη, ήταν και η χειραψία τής Τασίας, οι πρώτες κουβέντες τής οποίας ήταν: «Το βράδυ θα έρθετε, οπωσδήποτε, να φάμε μαζί στο σπίτι μας, στο Ρίο»... Αυτό το «οπωσδήποτε», που δεν έπαιρνε αντίρρηση, με τσάκισε. Είχαμε κατέβει στην Πάτρα με φίλους, με το ζεύγος Δημήτρη και Ελένης Χαρίτου (ο Δημήτρης, μάλιστα, με είχε μόλις παρουσιάσει) και το ζεύγος Νίκου και Ιωάννας Μοσχοβάκου, και ήταν αδύνατον να τους εγκαταλείψουμε. «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα' θα έρθετε όλοι», μας αποστόμωσε η «φοβερή» Τασία και συμπλήρωσε: «Πάω τώρα να μαγειρέψω, θα είναι όλα έτοιμα στο πι και φι». Και ήταν, όντως, όλα έτοιμα στο πι και φι.

Έτσι άρχισε η φιλία μας, γύρω από ένα φιλόξενο τραπέζι φορτωμένο μ' όλα τα καλά του Θεού. Και, όταν στηλώθηκε το κορμί (το γαϊδουράκι της ψυχής, όπως τ' ονόμαζε ο Καζαντζάκης), ήρθε η ώρα του θαύματος' ο Χρίστος άρχισε ν' απαγγέλει, από στήθους, και να σχολιάζει αναρίθμητα ελληνικά και ξένα (σε μετάφραση αυτά) ποιήματα, αναφωνώντας, κάθε φορά που κάποιο τον ενθουσίαζε: «Είδες πώς τα λέει ο μπαγάσας;!». Και ο «μπαγάσας» ήταν άλλοτε ο Σεφέρης, άλλοτε ο Έλλιοτ, άλλοτε ο Καβάφης ή ο Πάουντ ή ο Καρυωτάκης ή... ή... ή...

[....] Ακριβώς ένα χρόνο μετά από εκείνο το αλησμόνητο βράδυ, παραιτήθηκα από τη θέση μου στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εγκαταστάθηκα στο σπίτι που είχα, στο μεταξύ, οικοδομήσει στο Θροφαρί Κορινθίας, επί εδάφους Έλσας Λιαροπούλου, συζύγου, τότε, του εκλεκτού ποιητή, λογίου και εκδότη Γιάννη Πατίλη. Σημειωτέον ότι και η κυρία Λιαροπούλου, που ήταν ήδη, εκείνη την εποχή, εκλεκτή φιλόλογος, εξελίχθηκε, στη συνέχεια, σε εκλεκτή πεζογράφο.

Τι θέλω να πω μ' αυτό; Απλούστατα, ότι αυτό το έρμο κτήμα, αντί να περνά, φυσιολογικά, από αγρότη σε αγρότη, πέρασε από διανοούμενους σε «διανοούμενο», με αποτέλεσμα να έχει καταντήσει, τώρα, ένα είδος επίγειου παραδείσου, δηλαδή ζούγκλα.
Aργύρης Χιόνης (1943-2011)



* το κείμενο είναι από το Οροπέδιο, τχ. 2
(Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού Νεμούτα Φολόης Ηλείας)
Χειμώνας 2006-2007

* φωτογραφίες: tovima.gr, flickr.com από kouk


Links:
- Aργύρης Χιόνης: Το ωραίο καλοκαίρι. Στο juke box, η ποίηση στο τραγούδι
- LIFO: 26.12.2011, εκτεταμένο αφιέρωμα
- Ναυτεμπορική: 27 Δεκεμβρίου 2011
- Το Βήμα: Το τελευταίο αντίο του Αργύρη Χιόνη
- wikipedia: Αργύρης Χιόνης

Ετικέτες , ,

9 Δεκ 2011

125 ~ Ναγκίμπ Μαχφούζ: είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!

[O Άχμαντ Κάντρι] Ήταν συγγενής μου από την επαρχία κι ερχόταν στο Κάιρο ταχτικά στις γιορτές και στις σχολικές αργίες. Τον φιλοξενούσαμε πάντα στο σπίτι μας και ο ερχομός του σήμαινε για μένα ατέλειωτο παιχνίδι στους ήρεμους δρόμους της Αμπασίγια, που περιτριγυρίζονταν από χωράφια και κήπους.

Ήμουν στα εννιά ή δέκα κι εκείνος μεγαλύτερός μου πέντε χρόνια. Ήταν μοναχοπαίδι, και διάβολος με όλη τη σημασία της λέξης.

Μια μέρα αποφάσισε να κάνει έναν περίπατο στους δρόμους του Καΐρου και, για να βεβαιώσει τους άλλους για την αθωότητα των διαθέσεων του, ζήτησε από τον πατέρα μου να με πάρει μαζί του.

Έτσι κι έγινε• φόρεσα το καλό κοστούμι μου με το κοντό παντελόνι και τον συνόδεψα. Καθώς πλησιάζαμε στη στάση του τραμ, έγειρε στο αφτί μου και μου είπε με νόημα: «Θα σου δώσω αυτό το μπισκότο, αλλά μ' έναν όρο, φίλε μου.»
«Και ποιος είναι αυτός ο όρος;» τον ρώτησα.
«Ν' αποστηθίσεις αυτά που θα σου πω για να τα επαναλάβεις στον πατέρα σου όταν θα επιστρέψουμε στο σπίτι.»

Ρώτησα τι ήταν αυτό που έπρεπε ν' αποστηθίσω και μου είπε: «Πήγαμε στον κινηματογράφο "Ολύμπια" και είδαμε ένα έργο του Τσάρλι Τσάπλιν.»

Του υποσχέθηκα πως θα το κάνω και πήρα από τα χέρια του το μπισκότο. Επιβιβαστήκαμε στο τραμ και κατεβήκαμε σ' ένα δρόμο που τον έβλεπα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Λίγο αργότερα διασχίζαμε ένα δαίδαλο από σοκάκια που έμοιαζε ν' ανήκει σ' έναν καινούργιο, παράξενο και συναρπαστικό κόσμο. Όταν φτάσαμε σ' έναν πολύ μικρό και στενό δρόμο, με τράβηξε από το χέρι και μπήκαμε στην είσοδο ενός πολύ παράξενου σπιτιού. Στην εξωτερική αίθουσα κάθονταν τρεις γυναίκες• τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με έντονα χρώματα ενώ τα ρούχα τους αποκάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του κορμιού τους χωρίς να κρυώνουν ούτε να ντρέπονται. Μια γυναίκα από αυτές σηκώθηκε και ο Άχμαντ μ' έβαλε να καθίσω στη θέση της ανάμεσα στις άλλες δύο, λέγοντας: «Μην κουνηθείς από τη θέση σου ώσπου να επιστρέψω.»

Ψιθύρισε στις γυναίκες που κάθονταν δίπλα μου να με προσέχουν και πέρασε με τη φίλη του στο εσωτερικό του οπιτιού.

Κάρφωσα το βλέμμα μου στο πάτωμα του δωματίου αποφεύγοντας να κοιτάξω τις δύο γυναίκες ενώ ένιωθα την ίδια στιγμή πως μια σοβαρή παραβίαση γινόταν πολύ κοντά μου. Ύστερα, άρχισα ν' αφουγκράζομαι το αλλόκοτο τραγούδι μιας από τις γυναίκες: Την ημέρα που με δάγκωσε στο μάγουλο η δαγκάνα σου...

Όταν τελείωσε έγειρε στο αφτί μου και με ρώτησε: «Έχεις δέκα γρόσια;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου κι εκείνη με ξαναρώτησε: «Πόσα κρατάς πάνω σου;»
«Ένα σελίνι», αποκρίθηκα με ευγένεια και φόβο μαζί χωρίς να υψώσω τα μάτια μου πάνω της.
«Χάρμα! Θα 'θελες να σου δείξω κάτι ευχάριστο που δεν έχεις ξαναδεί;» με ρώτησε.
«Μου είπε να μην κουνηθώ από τη θέση μου...»
«Ένα λεπτό μονάχα, να, σ' εκείνο εκεί το δωμάτιο που βλέπεις μπροστά σου...»
«Όχι!»
«Μη φοβάσαι - γιατί φοβάσαι;»

Με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο δωμάτιο, ύστερα έκλεισε την πόρτα πίσω της και μου είπε: «Δώσε μου το σελίνι.»

Της το έδωσα χωρίς δισταγμό και με διέταξε να γδυθώ ενώ τα μάτια της κοίταζαν τα ρούχα μου.
«Όχι», αρνήθηκα τρομοκρατημένος.

Τότε την είδα να βγάζει τα δικά της και να στέκεται μπροστά μου ολόγυμνη. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που έβλεπα γυμνή γυναίκα. Η απότομη αυτή και ξεδιάντροπη κίνηση με γέμισε φόβο και αηδία.

Οπισθοχώρησα προς την πόρτα τρομαγμένος, την άνοιξα και βγήκα έξω τρέχοντας ενώ το γλοιώδες, κυματιστό γέλιο της με τύλιγε σαν φίδι. Η άλλη γυναίκα με υποδέχτηκε κι αυτή με ένα παρόμοιο χάχανο, και μου έδειξε την καρέκλα για να καθίσω. Αλλά εγώ αρνήθηκα και στάθηκα ασάλευτος στη μέση του χώρου, αρνούμενος ν' αγγίξω οτιδήποτε εκεί μέσα.

Οι αργόσχολοι που περνούσαν έξω από το σπίτι με κοιτούσαν με έκπληξη και εκτόξευαν τα αισχρότερα λόγια στο πρόσωπο μου.

Στάθηκα εκεί να υπομένω το μαρτύριο ώσπου επέστρεψε ο Άχμαντ.
«Τι έπαθες, γιατί στέκεσαι έτσι σαν φρουρός;» με ρώτησε με αμέριμνο ύφος.

Γαντζώθηκα στο μπράτσο του σαν να ήθελα να με λυτρώσει από βέβαιο πνιγμό και βγήκαμε μαζί στο δρόμο.

Η επιστροφή μας όμως δεν ήταν και τόσο εύκολη• στο δρόμο μας συναντήσαμε μια τεράστια διαδήλωση και ο Άχμαντ αναγκάστηκε να βρει διέξοδο από πλαϊνά στενά ενώ οι φωνές των διαδηλωτών και πυροβολισμοί αντηχούσαν στον αέρα.

Όταν καθίσαμε στο τραμ, με ρώτησε με το ύφος του εξεταστή: «Πού είπαμε πως ήμαστε, ήρωα;»
«Στον κινηματογράφο "Ολύμπια"», απάντησα με στεγνό λαρύγγι.
«Και τι έργο είδαμε;»
«Τσάρλι Τσάπλιν.»
«Θαυμάσια, αλλά γιατί είσαι τόσο χλομός;»
«Δεν έχω τίποτα.»
«Μήπως σ' ενόχλησαν οι δύο γυναίκες;»
«Όχι.»

Επέμενε να παρατηρεί με ανησυχία το πρόσωπό μου κι ύστερα με ξαναρώτησε: «Μα τι στο καλό σου συμβαίνει;»
«Τίποτα, τίποτα...» μουρμούρισα με πίκρα. «Είναι κάτι πολύ προσωπικό, η Ντόρα δεν είναι όμορφη όπως την φανταζόμουν.»
«Ντόρα, ποια είναι η Ντόρα;»
«Η αγαπημένη του Νταν.»
«Και ποιος είναι ο Ντάν;»
«Ο ήρωας των περιπετειών, δεν διαβάζεις τα παιδικά περιοδικά;»
«Περιοδικά... Τι εννοείς... Ηρέμησε, δε θα επιστρέψουμε στο σπίτι αν δεν συνέλθεις.»

Δε γνώριζε το πάθος μου για την Ντόρα ούτε πως είχα φανταστεί το κορμί της να είναι φτιαγμένο από ατόφιο διαμάντι!
Naguib Mahfouz (1911–2006)



* Το αυτοβιογραφικό κείμενo είναι από το βιβλίο
του Ναγκίμπ Μαχφούζ Ο καθρέφτης μιας ζωής
(κεφ.: "Ο Άχμαντ Κάντρι")
Μετάφραση: Πέρσα Κουμούτση
Εκδ. Ψυχογιός, 2001

* φωτογραφίες: midouza.net, faculty.uca.edu,
tahrironline.net, todayinliterature.com, alapn.com

Ετικέτες , ,

21 Νοε 2011

124 ~ Γιάννης Τόλιας: ήταν ολάκερος ο κόσμος

- - - - - - - - Μόλις έπεφτε ο ήλιος
- - - - - - - - μια κόκκινη σκόνη σκαρφάλωνε κι έβαφε τα φύλλα της καρυδιάς
- - - - - - - - καθώς το κάρο του πατέρα άφηνε δυο λεπτές γραμμές
- - - - - - - - πάνω στο χώμα της αυλής
- - - - - - - - Τότε εμείς ακουμπούσαμε το ψωμί με το λάδι πάνω στο τραπέζι
- - - - - - - - και τρέχαμε γύρω του
- - - - - - - - Αυτός γελώντας άπλωνε τα χέρια του πάνω απ' τα κεφάλια μας
- - - - - - - - Oι παλάμες του γεμάτες αυλάκια από το μόχθο και το χρόνο
- - - - - - - - ήταν για μας ολάκερος ο κόσμος
- - - - - - - - Μέσα τους έβλεπες τους κάμπους με τα στάχυα
- - - - - - - - την ευλογία της άνοιξης
- - - - - - - - τη θλίψη του φθινοπώρου
- - - - - - - - Άκουγες το τραγούδι των σπαρτών
- - - - - - - - για το πρωινό αντάμωμα με τον ήλιο
- - - - - - - - Το γέλιο και το θρήνο του σπορέα
- - - - - - - - Τη σταγόνα της βροχής να σπαρταράει
- - - - - - - - πάνω στην πέτρα
- - - - - - - - Ο πατέρας λες και διάβαζε τα έκπληκτα μάτια μας
- - - - - - - - γελούσε πιο δυνατά
- - - - - - - - μας σήκωνε στην αγκαλιά του
- - - - - - - - κι ύστερα χανόταν στο βάθος του σπιτιού

- - - - - - - - Γυρίζοντας πίσω στο μισοτελειωμένο ψωμί
- - - - - - - - βλέπαμε λυπημένοι τη μέρα που ήρεμα ξεψύχαγε
- - - - - - - - Σίγουρο για τη δύναμη του
- - - - - - - - έπεφτε αβίαστα το σκοτάδι
- - - - - - - - κάνοντας τις σκιές να μεγαλώνουν
- - - - - - - - Τίποτα δεν του αντιστεκόταν
- - - - - - - - ακόμα και τα λουλούδια στη γλάστρα
- - - - - - - - έσκυβαν το κεφάλι νικημένα κι έκλειναν
- - - - - - - - Αργά το βράδυ πίσω από το παράθυρο
- - - - - - - - βλέπαμε έξω στην αυλή το κάρο
- - - - - - - - που φάνταζε σαν ένα παράξενο ακίνητο ζώο
- - - - - - - - Ακούγαμε το πάλεμα της γέρικης καρυδιάς
- - - - - - - - με τον άνεμο
- - - - - - - - Κλείναμε τα μάτια
- - - - - - - - Κρύβαμε πεφταστέρια κάτω από το μαξιλάρι
- - - - - - - - για όνειρα
- - - - - - - - και κοιμόμασταν.

- - - - - - - - Γιάννης Τόλιας (1956)



* Από το βιβλίο Γιάννης Τόλιας: Ό,τι άγγιξα κι ό,τι θυμάμαι
[ποιήματα 1981-2011]
Εκδ. Γαβριηλίδης, 2011
από την συλλογή: Μωβ Σημαία (1981 - εξαντλημένο βιβλίο)

Links:
- Γιάννης Τόλιας
- Εικονοποιήματα [Poems on pictures]
- Σχόλια επί σχολίων
- Μεταφράσεις
- ο Γιάννης Τόλιας στο γράμμα σε χαρτί

Ετικέτες , ,

3 Νοε 2011

123 ~ Γιάννης Ευσταθιάδης: τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι

Image and video hosting by TinyPic
Mέρες του '53 κάθε Κυριακή
ο πατέρας μου μ' έπαιρνε βόλτα
πάνω στο πράσινο ποδηλατάκι μου
στην έρημη οδό Σταδίου

φυσούσε αεράκι τσουχτερό θυμάμαι
και δώσ' του τα δυο μου σημαιάκια
να κουνιούνται
και δώσ' του η μπαταρία
και τα φώτα να δουλεύουν

μεσημέρι για τα καλά επιστρέφαμε
μες στο παλτό μου εγώ κουκουλωμένος
το μπερεδάκι μου κατέβαινε ως τ' αφτιά
πάλι μας άνοιγαν το λουκέτο στη στοά
το αφήναμε στο υπόγειο
κι ύστερα σπίτι γρήγορα για φαγητό

μέρες του '53
και δεν ήξερα
δεν μπορούσα να νιώσω
πατρίδα μου
τον πόνο σου
τη δυστυχία και τη μοναξιά σου
την πίκρα των ανθρώπων σου
δεν πρόφταινα να διαβάσω
τρέχοντας βιαστικά πάνω στο πράσινο
ποδηλατάκι

Γιάννης Ευσταθιάδης (1946)


* Από το βιβλίο Γιάννης Ευσταθιάδης, Ποιήματα 1975-1998
(συλλογή: Tα Ασπρόμαυρα, 1975)
Εκδόσεις: ύψιλον, 2004

* φωτογραφία: biblionet.gr


Ακόμα:
Γιάννης Ευσταθιάδης: [Λόγια περίεργα κοφτά μετρημένα],
στο γράμμα σε χαρτί


Ετικέτες , ,